Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Διεκδικητική και αρνητική αγωγή.

Περίληψη. Προσβολή κυριότητας οικοπέδου. Διάκριση διεκδικητικής και αρνητικής αγωγής. Μη επιτρεπτή η σώρευσή τους λόγω αντίφασης μεταξύ τους. Κατάληψη με κτίσμα τμήματος γειτονικού οικοπέδου. Διεκδικητική αγωγή και σώρευση αιτήματος για κατεδάφιση του κτίσματος και απόδοση του τμήματος ελεύθερου. Κρίνεται ότι πρόκειται για αίτημα αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (in natura) και όχι για αρνητική αγωγή. Κρίνεται ότι παραδεκτά σωρεύεται το αίτημα με τη διεκδικητική αγωγή. 
  
Άρειος Πάγος, Β' Ολομέλεια 4/ 2016 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β’ Σύνθεσης: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Ελένη Διονυσοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Aριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη, Ιωάννη Μαγγίνα, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη.

Με την υπ’ αριθ. 727/2014 ομόφωνη απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της αίτησης της εναγόμενης-εφεσίβλητης Ε. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 50/2012 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα το ζήτημα αν είναι παραδεκτή και νόμιμη η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο και η έρευνα διεκδικητικής και αρνητικής της κυριότητας αγωγής (άρθρα 1094 και 1108 Α.Κ.), στην περίπτωση που στο διεκδικούμενο ακίνητο έχουν γίνει κατασκευές και κτίσματα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 Α.Κ.). Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος. Ετσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη. Περαιτέρω, η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ’ αυτό κατασκευασμάτων, που προκαλούν ζημία στον κύριο του ακινήτου, παρέχει στον τελευταίο, εκτός από τη διεκδικητική αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1099, 297, 298, 914, 932 Α.Κ. Η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οφειλόμενη κατ’ αρχή σε χρήμα (άρθρο 297 παρ.1 Α.Κ.), μπορεί να ζητηθεί να γίνει in natura (άρθρο 297 παρ. 2 Α.Κ.), δηλαδή με την υποχρέωση αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της κατεδαφίσεως και απομακρύνσεως των κατασκευασμάτων. Πότε ένα τέτοιο σωρευόμενο στη διεκδικητική αγωγή αίτημα ασκείται ως αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του κυρίου ή ως περιεχόμενο της αρνητικής αγωγής και προς προστασία της κυριότητος αποτελεί εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 8-10-2010 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (οικοπέδου) 128,96 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ... και ότι η εναγομένη, κυρία του ομόρου προς ανατολάς οικοπέδου, αυθαιρέτως και χωρίς τη θέλησή του κατά την ανέγερση στο οικόπεδο της οικοδομής κατέλαβε τμήμα του οικοπέδου του, εκτάσεως 8,93 τ. μ., στο οποίο κατασκεύασε σε επαφή με την οικία του τμήμα του φέροντος οργανισμού της οικοδομής της, ζήτησε να αναγνωρισθεί συγκύριος του ως άνω καταληφθέντος ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του το αποδώσει κατά την ιδανική του μερίδα. Επί πλέον ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αφαιρέσει και απομακρύνει τις ως άνω κατασκευές κατά το μέρος που εισέρχονται στο ακίνητο του, με απειλή κατ’ αυτής χρηματικής ποινής για κάθε μελλοντική προσβολή της κυριότητάς του. Υπό το ως άνω περιεχόμενο σωρεύονται, παραδεκτά, στο ίδιο δικόγραφο, κατ’ εκτίμηση αυτού, αφενός διεκδικητική της κυριότητος αγωγή (άρθρο 1094 Α.Κ.) και αφετέρου αγωγή για την in natura αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από την ανέγερση επί του καταληφθέντος τμήματος του ακινήτου του κτίσματος, με την επαναφορά δηλαδή των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της υπό της εναγομένης κατεδαφίσεως και απομακρύνσεως του κτίσματος. Η αγωγή εκτιμήθηκε ως διεκδικητική και απερρίφθη κατ’ ουσίαν με την υπ’ αριθ. 12/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξηρομέρου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 11-7-2011 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 50/2012 απόφαση του κατ’ εφεση δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι στην ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σωρεύεται παραδεκτά και αρνητική αγωγή για το ίδιο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι ναι μεν κατ’ αρχήν οι δύο αγωγές αντιφάσκουν μεταξύ τους, κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευσή τους, όταν με τη σωρευόμενη αρνητική αγωγή ζητείται η κατεδάφιση ανεγερθέντος από τον εναγόμενο προσβολέα κτίσματος στο διεκδικούμενο ακίνητο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Στη συνέχεια το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ερευνώντας κατ’ ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τη συγκυριότητα μιας λωρίδας εδάφους 8,83 τ. μ. (1X8,83), η οποία εκτείνεται νότια της οικίας του, προς την οποία (επίδικη λωρίδα) ανοίγουν η μπαλκονόπορτα και δύο παράθυρα της οικίας του και ότι η εναγομένη κατά την ανέγερση στο οικόπεδο της οικοδομής κατέλαβε αυθαίρετα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος τμήμα της ως άνω εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 2,09 τ.μ., επί της οποίας στήριξε μέρος του φέροντος οργανισμού της οικοδομής της από δοκούς και υποστυλώματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο της έκτασης των 8,83 τ.μ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει στον ενάγοντα κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό το καταληφθέν υπ’ αυτής τμήμα των 2.09 τ.μ., επιπροσθέτως δε υποχρέωσε την εναγομένη να αφαιρέσει και απομακρύνει κάθε κατασκεύασμα που καταλαμβάνει το τμήμα των 2.09 τ.μ. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και υποχρέωσε την εναγόμενη να αφαιρέσει και απομακρύνει κάθε κατασκεύασμα που καταλαμβάνει το τμήμα των 2.09 τ.μ., από το οποίο, κατά τις παραδοχές του, απέβαλε τον ενάγοντα, επαναφέροντας τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και αποκαθιστώντας έτσι in natura τη ζημία του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ζητούσε με την αγωγή του, στην οποία δεν σωρευόταν αρνητική της κυριότητας αγωγή, όπως εσφαλμένα εκτίμησε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού πρέπει να αντικατασταθεί η ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία με την ορθή που προαναφέρθηκε και να απορριφθεί ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του αναιρετικός λόγος (άρθρο 578 ΚΠολΔ), δεδομένου δε ότι το τμήμα παραπομπής έχει απορρίψει τους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο της από 13-1-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της Ε. Γ. και στο σύνολο της την αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 50/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis