Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

ευθύνη Δημοσίου, ΝΠΔΔ, Πειθαρχικά συμβούλια Δικηγόρων.

Περίληψη. Ευθύνη των νπδδ σε αποζημίωση. Προϋποθέσεις. Δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως για τον πειθαρχικώς διωχθέντα από την απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, που εξαφανίζεται κατόπιν ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον του δευτεροβάθμιου οργάνου. Πότε κατ΄ εξαίρεση ιδρύεται ευθύνη στην περίπτωση αυτή. Ούτε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ούτε ο εισηγητής μπορούν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο, αλλά μόνον το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να απαλλάξει ή να κηρύξει αθώο τον πειθαρχικώς διωκόμενο. Δεν συνιστά παράνομη ενέργεια η θυροκόλληση της πειθαρχικής αποφάσεως. Δεν θεμελιώνεται ηθική βλάβη του αναιρεσείοντα από την καταδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, αφού με απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου έπαυσε οριστικά η πειθαρχική δίωξη. Ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να απαλλάξει τον ηττηθέντα διάδικο από τη δικαστική δαπάνη και να διατάξει την απόδοση του παραβόλου, στην περίπτωση απορρίψεως του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ή βοηθήματος. Η κρίση αυτή δεν ελέγχεται κατ’ αναίρεση. 
  
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Α', 1632/ 2014.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου-Εισηγήτρια, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. 

2. Επειδή, στο άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α΄164 ) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών» και στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία του». Από τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Οι κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς εν όψει της συγκεκριμένης αξιώσεως, της οποίας η ικανοποίηση ζητείται με την αγωγή (πρβ. ΣτΕ 322/2009, 3562/2010 7μελούς, 1828/2010, 237/2011 κ.ά.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. (π.δ. 456/1984): «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του . . .». 

3. Επειδή, ειδικώς στην περίπτωση που εξαφανίζεται απόφαση πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, κατόπιν ασκήσεως από τον πειθαρχικώς διωχθέντα ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου οργάνου, η προθεσμία και η άσκηση της οποίας έχουν ανασταλτική ισχύ, ουδεμία, κατ’ αρχήν, βλαπτική συνέπεια απομένει για τον πειθαρχικώς διωχθέντα από την απόφαση του πρωτοβάθμιου οργάνου, αφού αυτή εξαφανίζεται εξ υπαρχής. Ενόψει αυτού, δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ για τον πειθαρχικώς διωχθέντα από την απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, εκτός αν αυτός, κατ΄ εξαίρεση, επικαλεστεί ειδικά και αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι, παρά την κατά τα ανωτέρω αναστολή της εκτελέσεως και την εν συνεχεία αναδρομική εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, υπέστη συγκεκριμένη υλική ή ηθική ζημία από προηγηθείσες ή τυχόν επόμενες της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου οργάνου παράνομες πράξεις της πειθαρχικής διαδικασίας, ή και από την πειθαρχική αυτή απόφαση, η οποία δεν ήρθη (αποκαταστάθηκε) μετά την εξ υπαρχής εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο

4. Επειδή, εξ άλλου, στο Κεφάλαιο Η΄ του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, Α΄ 235), με τον τίτλο «Πειθαρχική Εξουσία» ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Αρθρο 68 «1. Η πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό του οικείου Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή επί εγγράφω ή προφορική αναφορά ή ανακοινώσει Δημοσίας Αρχής ή και επί τη αιτήσει του φερομένου ως πειθαρχικώς διωκτέου. 2. Εντός εξ το βραδύτερον μηνών από της αυτεπαγγέλτου ενάρξεως της πειθαρχικής διώξεως ή της αναφοράς, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον οφείλει να περατώση την ανάκρισιν και να εκδώση την οριστικήν αυτού απόφασιν …». Αρθρο 69 «Εάν η δικαστική αρχή επελήφθη ποινικής κατά του Δικηγόρου διώξεως, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δεν κωλύεται να εξετάση την αυτήν πράξιν έχον το εκ του άρθρου 65 παρ.1 δικαίωμα να αναστείλη κατά την κρίσιν του την πειθαρχικήν δίωξιν μέχρι πέρατος της ποινικής. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφασις του Δικαστηρίου, ως και το απαλλακτικόν βούλευμα, δεν κωλύει το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εις την ενέργειάν του, δικαιούμενον να λάβη υπ`όψιν του την σχετικήν ποινικήν δικογραφίαν, ην οφείλει ο αρμόδιος Εισαγγελεύς ν’ αποστείλη προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον επί τη αιτήσει του αρμοδίου Εισηγητού». Αρθρο 72 παρ. 1 και 3 «1. Αμα τη υποβολή προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον αναφοράς κατά Δικηγόρου ή άμα τη ανακαλύψει οιουδήποτε παραπτώματος, ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, υποχρεούται δίδων τον προσήκοντα χαρακτηρισμόν του παραπτώματος να ορίση εν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως Εισηγητήν δια πράξεως καταχωριζομένης εις ειδικόν βιβλίον. 2… 3. Ο Εισηγητής ενεργεί πάσαν αναγκαίαν εξέτασιν, δικαιούται να καλή και εξετάζη μάρτυρας ενόρκως ή ανωμοτί, να ζητά έγγραφα παρά πάσης αρχής και Δικαστηρίου, έχων πάντα τα εκ του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας παρεχόμενα τω προανακριτικώ υπαλλήλω δικαιώματα…4…». Αρθρο 73 «1. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν ή απολογηθή ή κληθή εμπροθέσμως προς απολογίαν ο διωκόμενος Δικηγόρος. 2. Ο Εισηγητής υποχρεούται να συντάσση κατηγορητήριον και να καλή τον διωκόμενον Δικηγόρον δια κλήσεως επιδιδομένης προς αυτόν δια δικαστικού κλητήρος ίνα λάβη γνώσιν του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και απολογηθή εγγράφως… 3. Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την πάροδον της τεταγμένης προθεσμίας εφ` όσον επερατώθη η ανάκρισις, ο Εισηγητής ανακοινοί τούτο εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όστις ορίζει ημέραν και ώραν συνεδριάσεως αυτού. Ο διωκόμενος καλείται δια πράξεως του Προέδρου κοινοποιουμένης αυτώ πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως, δικαιούται δε να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου. 4. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν δύναται να εξετάζη μάρτυρας κατά την κρίσιν του, μετά δε την απολογίαν του διωκομένου ή εν περιπτώσει μη εμφανίσεώς του, μετά την διαπίστωσιν της νομίμου κλητεύσεως αυτού, εκδίδει παραχρήμα την απόφασίν του, δύναται όμως αν κρίνη αναγκαίον, να διατάσση την συμπλήρωσιν του κατηγορητηρίου και της ανακρίσεως…». Στο άρθρο 76 παρ. 1 καθορίζονται οι επιβαλλόμενες από το Πειθαρχικό Συμβούλιο πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η ποινή της προσωρινής παύσεως από το δικηγορικό λειτούργημα 8 ημερών μέχρι 6 μηνών (γ΄). Αρθρο 77 «1. Ο τιμωρηθείς Δικηγόρος δικαιούται εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2. Η έφεσις γίνεται ενώπιον του Γραμματέως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκδόντος την απόφασιν, δι` εκθέσεως, υποχρεούται δε ούτος όπως εντός δεκαημέρου διαβιβάση ταύτην μεθ` όλων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η τε προθεσμία προς έφεσιν και η άσκησις της εφέσεως έχουσιν ανασταλτικήν δύναμιν». Αρθρο 78 «1. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον δικάζον κατά δεύτερον βαθμόν δικαιούται να διατάξη νέαν ανάκρισιν, ενεργουμένην κατά τα εν άρθρ. 67 επόμ., να καλή τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, αν ζητηθή παρά τούτου, πάντοτε δε αν δεν έχη απολογηθή πρωτοβαθμίως, να μεταρρυθμίζη ή και να εξαφανίση την εκκαλουμένην απόφασιν» 2. … 3. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφασίζει αμετακλήτως εκδίδον την απόφασίν του εντός τριμήνου το βραδύτερον από της εις αυτό εισαγωγής της σχετικής δικογραφίας, η δε απόφασις αυτού διαβιβάζεται προς τον Πρόεδρον του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, οφείλοντα αμελλητί να κοινοποιήση ταύτην προς τον τιμωρηθέντα. ...» . Εξάλλου, στο άρθρο 65 παρ. 1 προβλέπεται ότι: «Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά τριετίαν από της τελέσεως … . Εν πάση όμως περιπτώσει η προς οριστικήν παραγραφήν προθεσμία ουδέποτε δύναται να υπερβή τα 5 έτη. Το πειθαρχικόν συμβούλιον δύναται δι’ αποφάσεώς του να διατάξη την αναστολήν της πειθαρχικής διώξεως εφ’ όσον υφίσταται εκκρεμής ποινική δίωξις μέχρι πέρατος αυτής». Στο άρθρο 67 περιέχονται διατάξεις περί εξαιρέσεως των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και ιδίως των άρθρων 72 και 73, μόλις υποβληθεί αναφορά στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου κατά δικηγόρου για πειθαρχικό παράπτωμα που τυχόν διέπραξε, ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να δώσει τον προσήκοντα χαρακτηρισμό στο παράπτωμα και να ορίσει ως εισηγητή ένα από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου. Ο εισηγητής συντάσσει το κατηγορητήριο σε βάρος του εγκαλουμένου δικηγόρου, βάσει του διδομένου από τον Πρόεδρο προσήκοντα χαρακτηρισμού του παραπτώματος. Στο κατηγορητήριο πρέπει να αναφέρονται, προσδιοριζόμενα κατά τόπο και χρόνο, τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου παραπτώματος, μετά δε την απολογία του διωκομένου ή την πάροδο της σχετικής προθεσμίας, εφόσον περατώθηκε η ανάκριση, ο εισηγητής ανακοινώνει τούτο στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο οποίος ορίζει ημέρα και ώρα συνεδριάσεως αυτού και καλείται ο διωκόμενος πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της εκδικάσεως να παραστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και, εφόσον το επιθυμεί, μετά πληρεξουσίου δικηγόρου (πρβ. ΣτΕ 1152/2008). Εκ τούτων παρέπεται ότι ούτε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ούτε ο εισηγητής μπορούν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο σε περίπτωση που θεωρούν ότι δεν στοιχειοθετούνται τα αποδιδόμενα στον εγκαλούμενο δικηγόρο πειθαρχικά παραπτώματα ή ότι αυτά έχουν υποκύψει σε παραγραφή, οπότε παύει η ασκηθείσα κατ΄ αυτού πειθαρχική δίωξη. Μόνον το Πειθαρχικό Συμβούλιο με την απόφασή του δύναται να απαλλάξει ή να κηρύξει αθώο τον πειθαρχικώς διωκόμενο δικηγόρο των αποδιδόμενων σε αυτόν πειθαρχικών παραπτωμάτων ή να θεωρήσει αυτά παραγραμμένα. ( ΣτΕ 2287-2290/ 2012 )

5. Επειδή, εξ άλλου, στις περί επιδόσεως διατάξεις του άρθρου 128 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ( π.δ. 503/1985, Α΄ 182 ), οι οποίες, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 246 του Κώδικα περί Δικηγόρων, εφαρμόζονται κατά την επίδοση των εγγράφων των δικηγορικών συλλόγων (πρβ. ΣτΕ 1710/2011 ), ορίζεται ότι: «1. (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3994/2011, Α΄ 165) Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου. 2…3…4. Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας μπροστά σε ένα μάρτυρα, β) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου … πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος …» (παρ. 4 όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3994/2011). 

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Με την από 28.4.1999 αναφορά του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Δ.Σ.Α.), ο ... κατήγγειλε ότι ο αναιρεσείων ιδιοποιήθηκε παρανόμως ποσό αποζημιώσεως, συνολικού ύψους 4.205.046 δραχμών, το οποίο του είχε επιδικασθεί με την 5343/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρακρατώντας το ποσό αυτό χωρίς τη συναίνεσή του και αρνούμενος να του το αποδώσει, με την ψευδή αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν είχε εισπράξει το επιδικασθέν ποσό, λόγω εφέσεως που είχε ασκήσει η αντίδικος ασφαλιστική εταιρεία κατά της προμνησθείσης δικαστικής αποφάσεως. Ύστερα από την καταγγελία αυτή, ασκήθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος πειθαρχική δίωξη, με την 127/1.7.1999 δε πράξη του Προέδρου του Δ.Σ.Α., ορίσθηκε, κατ΄ εφαρμογήν του άρθρου 72 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως εισηγητής της υποθέσεως ο..., μέλος του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου δικηγορικού συλλόγου. Ο εισηγητής συνέταξε το από 20.9.1999 κατηγορητήριο, αποφαινόμενος ότι υφίσταντο ενδείξεις συνδρομής νόμιμης περιπτώσεως πειθαρχικού ελέγχου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά παράβαση των άρθρων 45 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων και 1, 5, 37 παρ. γ΄ και ι΄ και 39 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, αφ΄ ενός μεν παρέλειψε να ενημερώσει τον εντολέα του για την πορεία της υποθέσεώς του και να του αποδώσει εγκαίρως το επιδικασθέν υπέρ αυτού ποσό αποζημιώσεως, αφ΄ ετέρου δε ήγειρε κατά του εντολέως του αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να του καταβληθεί ποσό 4.205.046 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στην αμοιβή του για τις νομικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον εντολέα του και στις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί κατά το χειρισμό της υποθέσεώς του. Ακολούθως, ο εισηγητής κάλεσε τον αναιρεσείοντα να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και να υποβάλει έγγραφη απολογία. Ανταποκρινόμενος στην κλήση αυτή, η οποία επιδόθηκε νομίμως στις 22.9.1999, ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε ήδη καταθέσει το από 1.7.1999 υπόμνημά του, με το οποίο είχε αρνηθεί τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες, υπέβαλε τα από 24.9.1999 και 30.9.1999 υπομνήματά του. Με την από 29.2.2000 κλήση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., η οποία θυροκολλήθηκε στο γραφείο του αναιρεσείοντος (4552/29.2.2000 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), ο τελευταίος εκλήθη να παραστεί κατά την συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου στις 8.3.2000 και να απολογηθεί προφορικώς. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, ενώπιον του οποίου εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, με την 48/8.3.2000 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αποδοθείσα σε αυτόν συμπεριφορά αντίκειται στις προμνησθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, επέβαλε εις βάρος του την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος για έξι μήνες. Η απόφαση αυτή θυροκολλήθηκε, εν συνεχεία, στο γραφείο του αναιρεσείοντος ( 4150/11.11.2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως έγινε δεκτή με την 26/26.6.2003 απόφαση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με την αιτιολογία ότι το μεν αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς, το οποίο, κατά την απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, συνίστατο στην παρακράτηση και τη μη απόδοση επιδικασθέντος υπέρ του εντολέως του ποσού, είχε παραγραφεί, η δε ενέργεια του αναιρεσείοντος να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη της δικηγορικής του αμοιβής, την πληρωμή της οποίας είχε αρνηθεί ο εντολέας του, ήταν νόμιμη και δεν μπορούσε να υπαχθεί στην έννοια της ανάρμοστης ή αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς. 

7. Επειδή, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, ο αναιρεσείων άσκησε την από 12.10.2003 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αποκατασταθεί η ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του και της τρώσεως του επαγγελματικού του κύρους, η οποία επήλθε συνεπεία της πειθαρχικής διώξεως που ασκήθηκε σε βάρος του, των παράνομων πράξεων που εκδόθηκαν κατά την εξέλιξη της πειθαρχικής διαδικασίας και της εσφαλμένης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ειδικότερα, με την αγωγή του, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση πειθαρχικής διώξεως κατ’ αυτού, η πλήρης υιοθέτηση από τον εισηγητή, με το συνταχθέν από αυτόν κατηγορητήριο, της ψευδούς αναφοράς του πρώην εντολέα του, αντί της θέσεως αυτής στο αρχείο κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 47 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η παράλειψη εξετάσεως των υποβληθέντων υπ’ αυτού αιτημάτων περί εξαιρέσεως του εισηγητή και περί αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας μέχρι τη δημοσίευση αποφάσεως επί της ασκηθείσας κατά του πρώην πελάτη του αγωγής και, τέλος, η επίδοση της εσφαλμένης πειθαρχικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με θυροκόλληση, συνιστούν παράνομες ενέργειες, από τις οποίες υπέστη ψυχική ταλαιπωρία. Ψυχική ταλαιπωρία υπέστη ο αναιρεσείων, ιδίως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, από την τελευταία ενέργεια, την, επίδοση, δηλαδή, της εκ των υστέρων εξαφανισθείσας πειθαρχικής αποφάσεως, με θυροκόλληση, καθόσον αυτή συντέλεσε στη δυσφήμισή του ως δικηγόρου και στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς του. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 7598/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι οι ενέργειες των οργάνων του αναιρεσιβλήτου ΔΣΑ που εκδόθηκαν κατά την εξέλιξη της πειθαρχικής διαδικασίας και, συγκεκριμένα, η άσκηση της πειθαρχικής διώξεως, ο ορισμός εισηγητή, η υπ΄ αυτού σύνταξη κατηγορητηρίου και η επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με θυροκόλληση, εχώρησαν συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 72, 73 και 246 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 128 και 129 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με την ίδια απόφαση έγινε, περαιτέρω, δεκτό ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. αίτημα περί εξαιρέσεως του εισηγητή της υποθέσεως και περί αναβολής της συνεδριάσεως κατά την οποία εξετάσθηκε η πειθαρχική του υπόθεση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, τέλος, ότι η εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου ως προς την τέλεση ή μη των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα παραπτωμάτων δεν συνιστούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράνομη συμπεριφορά, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυψε ότι τα όργανα του αναιρεσιβλήτου ΔΣΑ ενήργησαν δολίως ή κατά κατάχρηση εξουσίας. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι οι ενέργειες, στις οποίες είχαν προβεί τα όργανα του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ κατά την άσκηση και την εκδίκαση της πειθαρχικής διώξεως του αναιρεσείοντος, ήταν σύμφωνες προς τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατά τις ειδικότερες κρίσεις του δικάσαντος δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ, εφόσον υποβλήθηκε ενώπιόν του αναφορά κατά του αναιρεσείοντος, υπεχρεούτο, βάσει του άρθρου 72 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, να ασκήσει πειθαρχική δίωξη σε βάρος του και να ορίσει εισηγητή της υποθέσεως. Νομίμως δε, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος προέβη, ακολούθως, στη σύνταξη του κατ΄ άρθρο 73 παρ. 2 κατηγορητηρίου, βάσει του οποίου παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η εσφαλμένη κρίση του οποίου δεν συνιστούσε, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, παράνομη συμπεριφορά, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυπτε ότι τα μέλη του ενήργησαν κατά κατάχρηση εξουσίας ή εκ δόλου. Παράνομη ενέργεια δεν αποτελούσε, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, ούτε η θυροκόλληση της ως άνω πειθαρχικής αποφάσεως, η οποία είχε πραγματοποιηθεί συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 128 και 129 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο της διενέργειάς της, ουδείς ανευρισκόταν στο γραφείο του αναιρεσείοντος για να παραλάβει τη θυροκολληθείσα πειθαρχική απόφαση. Απορριπτέοι κρίθηκαν, εξάλλου, οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προέβαλε αορίστως, χωρίς, δηλαδή, να προσδιορίζει τους κανόνες δικαίου που είχαν παραβιαστεί , ότι οι σχετικές με την πειθαρχική του δίωξη και την έκδοση της πειθαρχικής αποφάσεως ενέργειες του αναιρεσιβλήτου δικηγορικού συλλόγου ήταν παράνομες. Με τα δεδομένα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι οι πράξεις των οργάνων του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ ήταν νόμιμες και ότι, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείτο ευθύνη του ανωτέρω συλλόγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νομου του Α.Κ. και υποχρέωσή του να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη την οποία ο αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί από τις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της, κατά τα ανωτέρω, πειθαρχικής διώξεως. 

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έμειναν αδίκαστοι ή απορρίφθηκαν με μη νόμιμη αιτιολογία οι ισχυρισμοί του ότι τα αρμόδια όργανα του ΔΣΑ παρανόμως δεν έθεσαν στο αρχείο τις ψευδείς, κατά τον αναιρεσείοντα, καταγγελίες του πρώην εντολέα του κατ’ ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 47 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο ο εισαγγελέας δύναται να απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξη εγκλήσεις που δεν στηρίζονται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμες ή ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, και κατ’ ανάλογο εφαρμογή των κρατουσών γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και του κράτους δικαίου καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής. Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα δεκτά στην 4η σκέψη, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 72 παρ. 1 και 73 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ο μεν Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου είναι υποχρεωμένος σε κάθε περίπτωση αναφοράς σε βάρος δικηγόρου να κινήσει πειθαρχική διαδικασία, ο δε εισηγητής να συντάσσει κατηγορητήριο σε βάρος του εγκαλούμενου δικηγόρου, η διαδικασία δε αυτή καταλήγει στην έκδοση από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφάσεως είτε απαλλακτικής ή αθωωτικής είτε επιβάλλουσας την προσήκουσα πειθαρχική ποινή. Κατά συνέπεια, ούτε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ούτε ο ορισθείς από αυτόν εισηγητής μπορούν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο, έστω και αν θεωρούν ότι δεν στοιχειοθετούνται τα αποδιδόμενα σε βάρος του εγκαλούμενου δικηγόρου πειθαρχικά παραπτώματα. Συνεπώς, τα όργανα του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ ενήργησαν εν προκειμένω στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και δεν προέβησαν σε παράνομες ενέργειες, ως εκ τούτου δε δεν θεμελιώνεται αστική ευθύνη του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ (πρβ. ΣτΕ 2919/2006, 2287, 2288 /2012). Ενόψει δε των ειδικών αυτών ρυθμίσεων του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 47 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν παραβιάστηκαν εν προκειμένω οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και του κράτους δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας. Με τα δεδομένα αυτά, ο ανωτέρω λόγος περί παρανόμου παραλείψεως των αρμοδίων οργάνων του Δ.Σ.Α. να θέσουν στο αρχείο την πειθαρχική υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (πρβ. ΣτΕ 2289/ 2012). Περαιτέρω, η θυροκόλληση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου έγινε συμφώνως προς τις προεκτεθείσες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν προβάλλει ότι δεν συνέτρεχαν, εν προκειμένω, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για τη νόμιμη διενέργεια της θυροκολλήσεως. Υπό τα ως άνω δεδομένα και ανεξαρτήτως του ότι δεν προβάλλεται κατ’ αναίρεση ούτε είχε προβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ειδικός ισχυρισμός, με επίκληση αποδεικτικών στοιχείων, περί συγκεκριμένης ζημίας του από μόνη την εν λόγω θυροκόλληση και την προαναφερόμενη παράλειψη του Δ.Σ.Α. παρά την εξ υπαρχής εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως και την τελική απαλλαγή του από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, νομίμως κρίθηκε από το διοικητικό εφετείο ότι δεν προέκυπτε σχετικώς ευθύνη προς αποζημίωση του Δ.Σ.Α. έναντι του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος

9. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι το δικάσαν δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τις προσαχθείσες και επικληθείσες από τον αναιρεσείοντα αποφάσεις 1060/2002 του Εφετείου Αθηνών και 4724/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, τον δικαίωσαν και οι οποίες αποδεικνύουν αδιασείστως το σύνολο των παράνομων ενεργειών των οργάνων του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ. Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, διότι δεν περιγράφεται το περιεχόμενο των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων ώστε να είναι εφικτή η διαπίστωση από το Δικαστήριο κατά πόσον από τις αποφάσεις αυτές επηρεάζεται η έκβαση της παρούσας υποθέσεως και, εν γένει, να ερευνηθεί το βάσιμο του κρινόμενου λόγου αναιρέσεως (πρβ. ΣτΕ 2289/2012). 

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται ότι η ως άνω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, διότι το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο του ΔΣΑ όφειλε να είχε παύσει την πειθαρχική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος, αντ΄ αυτού δε εξέδωσε την ανωτέρω 48/8.3.2000 καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση, πράγμα το οποίο έβλαψε την υπόληψή του ως δικηγόρου. Εφόσον, όμως, με την 26/26.3.2003 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφανίστηκε η ανωτέρω 48/8.3.2000 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου ΔΣΑ, έπαυσε οριστικά η πειθαρχική δίωξη που είχε ασκηθεί εις βάρος του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, αυτός έπαυσε να υφίσταται βλάβη από την ασκηθείσα εις βάρος του πειθαρχική δίωξη και από την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, η οποία εξαφανίστηκε τελικώς από το νομικό κόσμο εξ υπαρχής, δεν ηδύνατο δε, κατ΄ αρχήν, κατά τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη, να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος εις βάρος του ΔΣΑ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και αντιστοίχως ευθύνη του ΔΣΑ να τον αποζημιώσει, για την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Τούτο δε ενόψει και του ότι, κατά το άρθρο 77 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, τόσο η προθεσμία για την άσκηση από τον αναιρεσείοντα εφέσεως κατά της 488.3/2000 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου ΔΣΑ, όσο και η άσκηση αυτής, είχαν ανασταλτική δύναμη και συνεπώς η απόφαση αυτή ουδέποτε κατ΄ουσίαν εφαρμόστηκε ούτε κατέλειπε κάποια συνέπεια, διότι η ηθική βλάβη την οποία υπέστη ο αναιρεσείων από την εν γένει ψυχική του ταλαιπωρία λόγω της πειθαρχικής διώξεως, η επικαλούμενη από αυτόν τρώση του επαγγελματικού του κύρους και η αορίστως, άλλωστε, επικαλούμενη δυσφήμισή του στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο, αποκαταστάθηκε με την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, εξαφανίστηκε εξ υπαρχής η βλαπτική γι αυτόν απόφαση του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού οργάνου, δεν είχε δε επικαλεστεί ο αναιρεσείων με την αγωγή του ειδικότερη βλάβη, κατά τα αναφερόμενα στην τρίτη σκέψη, από την ως άνω πειθαρχική του δίωξη πλην της εν γένει ψυχικής του ταλαιπωρίας λόγω της πειθαρχικής αυτής διώξεως. Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση ευθύνης του αναιρεσίβλητου ΔΣΑ να αποζημιώσει τον αναιρεσείοντα, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, ανεξαρτήτως των ειδικότερων σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων αμφισβητεί, περαιτέρω, την ορθότητα της κρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα όργανα του ΔΣΑ που εξέδωσαν την 48/8.3.2000 καταδικαστική απόφαση ενήργησαν δολίως και κατά κατάχρηση εξουσίας. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι είχε επικαλεσθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν δόλια ενέργεια ή κατάχρηση εξουσίας από της πλευράς των οργάνων του ΔΣΑ ( πρβ. ΣτΕ 2288/2012 ). Εξάλλου, ο περαιτέρω λόγος αναιρέσεως ότι το δικάσαν εφετείο δεν έλαβε υπόψη το λόγο εφέσεως σύμφωνα με τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη η αίτηση εξαιρέσεως που είχε υποβάλει για τον εισηγητή της υποθέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει απορριπτέος, διότι, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, δεν θεμελιώνεται βλάβη του αναιρεσείοντος από την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού οργάνου, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εφέσεως δεν ήταν ουσιώδης και δεν έχρηζε απαντήσεως από το δικάσαν διοικητικό εφετείο

11. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσκοπήθη αποκλειστικώς η απόρριψη της εφέσεως και της αγωγής του αναιρεσείοντος με αποτέλεσμα ο τελευταίος να στερηθεί του δικαιώματος της εννόμου προστασίας που απορρέει από το Σύνταγμα και άρθρο 6 παρ. 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αναπόδεικτος. (ΣτΕ 2288/2012 ). 

12. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 46, 47, 48 παρ. 1, 259 και 363 του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό προς τα άρθρα 57, 59, 297, 298, 914, 932 και 281 του Αστικού Κώδικα Ο λόγος αυτός είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον αφορά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την ποινική ευθύνη και δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω (ΣτΕ 1974/2008), καθόσον αφορά δε την παραβίαση των ανωτέρω άρθρων του Αστικού Κώδικα είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται με αυτόν σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των άρθρων αυτών (ΣτΕ 2288/ 2012 ). 

13. Επειδή, ενόψει των προεκτεθεισών σκέψεων, η αναιρεσιβαλλομένη ουδόλως στερείται της κατά το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου αβασίμως προβάλλεται ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. 

14. Επειδή, στο άρθρο 275 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 (Α΄ 97/17.5.1999), ορίζεται ότι : «1.Τα δικαστικά έξοδα καταλογίζονται σε βάρος του διαδίκου που ηττάται. … Το δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει τον ηττώμενο διάδικο από τα δικαστικά έξοδα. ... . Εξάλλου, στις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 277 του ως άνω Κώδικα ορίζονται τα εξής: «9. Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για οποιοδήποτε λόγο, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου, ενώ, αν γίνουν δεκτά ή αν η δίκη καταργηθεί για οποιοδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε. Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση. … 10. Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση του παραβόλου στην περίπτωση απόρριψης του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ή βοηθήματος». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να απαλλάξει τον ηττηθέντα διάδικο από τη δικαστική δαπάνη και να διατάξει την απόδοση του παραβόλου, στην περίπτωση απορρίψεως του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ή βοηθήματος (ΣτΕ 7, 1225, 1299/2010). Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο έπρεπε, λόγω ευλόγων αμφιβολιών για την έκβαση της δίκης, να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει τον αναιρεσείοντα από τα δικαστικά έξοδα και να του αποδώσει το καταβληθέν παράβολο, δεδομένου ότι η κρίση περί της επιβολής ή μη δικαστικών εξόδων και της απόδοσης ή μη του παραβόλου, η οποία αφορά εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται κατ’ αναίρεση ( ΣτΕ 1225/2010, 2288/2012 ). 

15. Επειδή, ενόψει όλων των εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την αίτηση. 
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Και, 
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis