Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Επικαρπία, εκτέλεση, κατάσχεση, παράλειψη ΑΦΜ.

Περίληψη. Με τον θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με τον θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, στην περίπτωση αυτή, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, μετά τον θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας.

H μη αναγραφή στο δικόγραφο της ανακοπής των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του 118 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά τον Ν 4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και ΔΟΥ ανακόπτοντος, καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύναται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων.
Διατάξεις: άρθρα 1167 ΑΚ, 992, 997 ΚΠολΔ

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας 17/ 2016, ΕφΑΔ 2016.972.
Πρόεδρος: Θ. Θεοδοσιάδου

Με πλούσιες παρατηρήσεις Χρήστου Δ. Ευθυμίου, Δικηγόρου, ΜΔΕ Τομέα Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου.

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1167 εδ. α ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Με το θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει (υποστρέφει) αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας.
Σύμφωνα με μία άποψη, η υποστροφή της επικαρπίας δεν ασκεί καμία επίδραση επί της υφιστάμενης κατάσχεση, της ψιλής κυριότητας, με αφετηρία την αρχή ότι με την κατάσχεση, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποχωρίζεται από την περιουσία του οφειλέτη και τίθεται υπό υλική και μερική δέσμευση ορισμένο δικαίωμα, το οποίο και μόνο άγεται σε πλειστηριασμό και μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή.
Κατά την ορθότερη όμως άποψη, που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν) και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας. Εξάλλου, υπέρ της αυτοδίκαιης επέκτασης της κατάσχεσης επί της επικαρπίας η οποία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, δεν έχει πλέον αυθυπαρξία, συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 992 παρ. 3 ΚΠολΔ, που επεκτείνει την κατάσχεση ακινήτου επί των συστατικών του, καίτοι αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου. Εφόσον η επέκταση αυτή λαμβάνει χώρα επί συστατικών, που έχουν φυσική αυτοτέλεια, κατά μείζονα λόγο τούτο πρέπει να συμβαίνει επί της επικαρπίας, που αποτελεί σάρκα της κυριότητας. Με την ανωτέρω επέκταση δεν ωφελούνται αδικαιολογήτως οι δανειστές ή ο υπερθεματιστής εις βάρος του οφειλέτη. Οι δανειστές προβαίνουν στην κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και οι πλειοδότες, προτιθέμενοι να πλειοδοτήσουν κατά τον πλειστηριασμό, υπολογίζουν πρωτίστως επί της αποσβέσεως της επικαρπίας, από την οποία αποξενώθηκε ήδη με την κατάσχεση ο οφειλέτης, μη δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτήν σε τρίτο ή να συστήσει νέα (άρθ. 997 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ούτε καν για σύγκρουση εκατέρωθεν συμφερόντων είναι δυνατόν να γίνει λόγος (ΑΠ 1657/2001, ΈφΘεσ 418/2010, ΕφΑθ 9371/2001, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. παρ. 498α).

Ο ανακόπτων, καθού η εκτέλεση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζητά να διορθωθεί η ύπ αριθμ. /2.7.2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και η υπ αριθμ. /2015 Β' επαναληπτική περίληψη αυτής, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, την 20.1.2016, το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί της αναφερόμενης σ αυτήν, ακίνητης περιουσίας του, με επίσπευση του καθου η ανακοπή, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του κατασχεθέντος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεδομένου ότι, μετά την κατάσχεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό, έχει επέλθει υποστροφή της επικαρπίας λόγω θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας του και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος.
Η ανακοπή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθόσον η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον άνακόπτοντα πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα επιδόθηκε την 27.5.2014, άρθρο 9 παρ. 3 του Ν 4335/2015) αρμοδίως καθύλην και κατά τόπο φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, με την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το Ν 4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω, κατ' ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και όλων των εγγράφων και φωτογραφιών που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από όσα ανέπτυξαν προφορικώς οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό και με όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Με επίσπευση του καθου η ανακοπή, δυνάμει ακριβούς αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού των υπ αριθμ. 229/2008 και 58/2008 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με τις όποιες διατάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον ανωτέρω επισπεύδοντα, το συνολικό ποσό των 22.500 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, επισπεύδεται πλειστηριασμός δυνάμει της υπ αριθμ. /22.7.2014 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο αυτό, και της υπ αριθμ. /8.12.2015 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας, που συνέταξε ο ίδιος ως άνω δικαστικός επιμελητής, και, εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, στις 20.1.2016, η ακίνητη περιουσία του ανακόπτοντος και συγκεκριμένα, το δικαίωμα ψιλής κυριότητας ενός αγροτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ στη θέση της Δημοτικής κοινότητας του Κτηματολογικού Γραφείου ..., εμβαδού 19.740 τ.μ, εντός του οποίου καλλιεργούνται ελιές και πομόνα. Το ανωτέρω κατασχεθέν δικαίωμα περιήλθε στον ανακόπτοντα δυνάμει του υπ αριθμ. /13.5.1959 συμβολαίου του συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο οποίος απαλείφεται ως τίτλος κυριότητας των αρχικών εγγραφών και τίθεται ως ορθός τίτλος το υπ' αριθμ /1979 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αντικειμενική αξία του κατασχεθέντος δικαιώματος ψιλής κυριότητας και τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε με την έκθεση κατάσχεσης στο ποσό των 35.000 ευρώ. Ακολούθως, δυνάμει της υπ αριθμ. 241/2014 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, διορθώθηκε, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής από τον καθου, η υπ αριθμ. /2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ορίσθηκε ως αξία του κατασχεθέντος το ποσό των 60.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 40.000 ευρώ. Κατόπιν, εκδόθηκε η υπ αριθμ. /2014 Α επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού, η ορισθείσα με την ανωτέρω απόφαση, ήτοι η 1.10.2014, πλην όμως ο πλειστηριασμός ανεστάλη δυνάμει της υπ' αριθμ. 369/2014 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι μετά την επιβληθείσα κατάσχεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας και συγκεκριμένα στις 4.11.2014, απεβίωσε η (βλ. ληξιαρχική πράξη θανάτου), στην οποία ανήκε το δικαίωμα επικαρπίας του ακινήτου και κατόπιν τούτου επήλθε υποστροφή της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα και η υφιστάμενη κατάσχεση της τελευταίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, περιλαμβάνει πλέον, κατ αποτέλεσμα, την πλήρη κυριότητα, την οποία θα αποκτήσει ο υπερθεματιστής που δεν θα ελπίζει μόνο σε μελλοντική απόσβεση την επικαρπίας. Αυτό έχει ως λογικό επακόλουθο, την αύξηση της αξίας, και της τιμής πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος, η οποία πλέον ανέρχεται σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό, στο οποίο εκτιμήθηκε με την υπ αριθμ. 241/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον δεν είχε επέλθει ακόμη η συνένωση επικαρπίας-ψιλής κυριότητας. Το κατασχεθέν ακίνητο, στο οποίο καλλιεργούνται 440 δένδρα ελιάς, είναι ποτιστικό, απέχει μέτρα περίπου από την εθνική οδό , έχει πρόσοψη στον επαρχιακό δρόμο που συνδέεται με τον παράδρομο της εθνικής οδού και απέχει από τη θάλασσα περί τα 800 μέτρα. Στην ίδια δε περιοχή, λόγω της μικρής απόστασης από την Αθήνα, δραστηριοποιούνται μεγάλα εργοστάσιαΜε βάση τ' ανωτέρω χαρακτηριστικά, η εμπορική αξία του ακινήτου πιθανολογείται ότι ανέρχεται στο ποσό των 80.000 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη και της υφιστάμενης ελαιοκαλλιέργειας που αποφέρει, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως εισόδημα 15.000 ευρώ ετησίως και όχι στο ποσό των 170.139,06 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων. Η επικαλούμενη αξία κρίνεται υπερβολική, κυρίως λόγω της κρίσης που επικρατεί στην ελληνική κτηματαγορά, η οποία έχει μειώσει στο ελάχιστο το ενδιαφέρον για ακίνητα, σε συνδυασμό με την ύφεση που διέρχεται η ελληνική οικονομία συνολικά, την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των ακινήτων, την με εξαιρετική φειδώ χορήγηση δανείων, με αποτέλεσμα τη μεγάλη προσφορά ακινήτων χωρίς αντίστοιχη ζήτηση, με συνέπεια τη σημαντική πτώση των τιμών.
Εξάλλου, ο ανακόπτων δεν προσκόμισε κάποιο συγκριτικό στοιχείο σχετικά με την αξία παρόμοιων πωληθέντων πρόσφατα ακινήτων της περιοχής, ώστε να πιθανολογηθεί μεγαλύτερη αξία του κατασχεθέντος, από την προαναφερθείσα εμπορική του αξία. Αλλά ούτε και προέκυψε ότι η αξία του, ανέρχεται, στο ποσό των 59.693,76 ευρώ όπως ισχυρίζεται ο καθ'ου λαμβανομένων υπόψη των ως άνω χαρακτηριστικών του κατασχεθέντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ασφαλές συμπέρασμα περί της αξίας του ακινήτου, δεν δύναται να εξαχθεί από τα προσκομιζόμενα από αμφοτέρους τους διαδίκους έντυπα προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας, καθόσον αυτά αποκλίνουν κατά πολύ μεταξύ τους, αφού, το μεν προσκομιζόμενο από τον ανακόπτοντα, ορίζει την αντικειμενική αξία στο ποσό των 170.139,06 ευρώ, το δε προσκομιζόμενο από τον καθ'ού σε 59.693,76 ευρώ.
Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι όπως πιθανολογήθηκε, η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη από αυτή που εκτιμήθηκε, η τιμή πρώτης προσφοράς της ως άνω κατασχεμένης ιδιοκτησίας, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 60.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 40.000 ευρώ που εσφαλμένα προσδιορίστηκε με την ανωτέρω περίληψη. Επίσης, πιθανολογείται ότι θα επέλθει βλάβη στον ανακόπτοντα από τη διαφορά της εκτιμήσεως της τιμής αυτής. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ως ουσιαστικώς βάσιμη, ειδικότερα δε να διορθωθεί η ως άνω η υπ' αριθμ. /2.6.2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο αυτό και η υπ αριθμ. /2015 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας, που συνέταξε ο ίδιος ως άνω δικαστικός επιμελητής, ως προς την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου και την τιμή της πρώτης προσφοράς και να οριστεί η αξία του ακινήτου στο ποσό των 80.000,00 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό των 60.000 ευρώ, για το παραπάνω ακίνητο. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη των γνωστοποιήσεων του άρθρου 960 ΚΠολΔ. Εφόσον δε ο απολειπόμενος χρόνος δεν επαρκεί για την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, πρέπει να ορισθεί νέα ημέρα πλειστηριασμού, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 178 ΚΠολΔ). [...]

Παρατηρήσεις

Ι. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, με την κρίσιμη και εν προκειμένω σχολιαζόμενη απόφασή του, ασχολήθηκε με το ζήτημα της αυτοδίκαιης επέκτασης των αντικειμενικών ορίων αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία επιβλήθηκε στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας και στο δικαίωμα της επικαρπίας, όταν η τελευταία συνενώνεται με την ψιλή κυριότητα. Συγκεκριμένα, το ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό ζήτημα, τόσο από θεωρητικής όσο και από πρακτικής σκοπιάς, ανέκυψε εξ αφορμής άσκησης «διορθωτικής» ανακοπής, κατ άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, από τον καθού η αναγκαστική εκτέλεση προς διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς τα στοιχεία της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του υπό αναγκαστική ρευστοποίηση περιουσιακού δικαιώματος. Ο καθού στοιχειοθέτησε το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της «ιδιόρρυθμης» ανακοπής του άρθρου 954 § 4 στον ισχυρισμό ότι η αυτοδίκαιη απόσβεση της επικαρπίας λόγω θανάτου του επικαρπωτή (1167 ΑΚ) και η συνένωσή της με την ψιλή κυριότητα του καθού από την οποία και είχε αποσπασθεί, έχει ως συνέπεια την αύξηση της αξίας του πλειστηριαζόμενου περιουσιακού δικαιώματος, καθότι ο υπερθεματιστής που θα αναδειχθεί από τη διαδικασία της αναγκαστικής ρευστοποίησης θα αποκτήσει ως ειδικός διάδοχος δικαίωμα πλήρους κυριότητας.

II. Πριν από κάθε άλλη ανάπτυξη, θα πρέπει να σημειωθεί ήδη από την παρούσα θέση ότι ο συγκεκριμένος προβληματισμός αφορά αποκλειστικά την περίπτωση της επέκτασης των αποτελεσμάτων της αναγκαστικής κατάσχεσης ψιλής κυριότητας στην επικαρπία, η οποία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα σε χρόνο που έπεται της επιβολής της κατάσχεσης. Πράγματι, η κατάσταση παρίσταται σαφώς και ουσιωδώς διαφοροποιημένη στην αντίστροφη περίπτωση, κατά την οποία έχει προηγηθεί αναγκαστική κατάσχεση της επικαρπίας, και για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο αυτή αποσβεστεί και υποστρέψει στην ψιλή κυριότητα, η οποία δεν έχει δεσμευθεί νομικά. Σε μια τέτοια περίπτωση, τυχόν επέκταση των αποτελεσμάτων της αναγκαστικής κατάσχεσης από το έλασσον (επικαρπία) στο μείζον (ψιλή κυριότητα) δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Δεν αμφισβητείται ότι η επικαρπία, παρά τον χαρακτήρα της ως περιορισμένης προσωπικής δουλείας επί του δικαιώματος κυριότητας [17] με εξουσίες χρήσης και κάρπωσης ξένου πράγματος, έχει αυθύπαρκτη αξία [18] και ως εκ τούτου, υπόκειται αυτοτελώς σε αναγκαστική κατάσχεση, ακόμη και αν αυτή θεωρείται εκ του νόμου αμεταβίβαστη (1166 ΑΚ), χωρίς η παραπάνω παραδοχή να διαφοροποιείται σε αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται κατά τον ΚΠολΔ ή τον ΚΕΔΕ. Προς την ερμηνευτική προσέγγιση που τάσσεται υπέρ του επιτρεπτού της κατάσχεσης της επικαρπίας, σύμφωνα με τη νομολογία [19] , συνηγορεί αφενός μεν η διατύπωση της διάταξης της 992 ΚΠολΔ, η οποία δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα, καθώς δεν υφίσταται διάταξη που να ορίζει το ακατάσχετο της επικαρπίας [20] , αφετέρου η ρύθμιση της 1259 ΑΚ, η οποία επιτρέπει τη σύσταση υποθήκης αυτοτελώς στο δικαίωμα επικαρπίας. Άλλωστε, ιδίως σε ό,τι αφορά το τελευταίο αυτό επιχείρημα, η σύσταση υποθήκης, δηλαδή η δημιουργία δικαιώματος προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή από το πλειστηρίασμα («εμπράγματη υποθηκική αγωγή»), υπολαμβάνει ως δεδομένη και αυτονόητη τη δυνατότητα επίτευξης πλειστηριάσματος μέσω της αναγκαστικής ρευστοποίησης του δικαιώματος επικαρπίας, αυτοτελώς, μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, εφόσον είναι κατά τα παραπάνω δυνατή η αναγκαστική κατάσχεση του δικαιώματος επικαρπίας από τους ενυπόθηκους δανειστές, θα πρέπει να αναγνωριστεί αντίστοιχο δικονομικό δικαίωμα και για τους λοιπούς δανειστές [21] . Ώστε βάσει των ανωτέρω, ο χαρακτήρας της επικαρπίας ως αμεταβίβαστης αφορά αποκλειστικά τις εκούσιες μεταβιβάσεις και δεν εμποδίζει τις αναγκαστικές διαμέσου πλειστηριασμού κατ άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ [22] . Αναφορικά δε με το ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), έχει νομολογηθεί [23] ότι εφόσον το άρθρο 35 δεν διακρίνει μεταξύ κατασχετών και ακατάσχετων εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, το αμεταβίβαστο αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις εκούσιων μεταβιβάσεων της επικαρπίας και όχι αναγκαστικών μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο χαρακτήρας της επικαρπίας ως μεταβιβαστής ή αμεταβίβαστης απλώς διαφοροποιεί το αντικείμενο της κατάσχεσης. Στη μεν πρώτη περίπτωση κατάσχεται αναγκαστικά το ίδιο το εμπράγματο δικαίωμα επικαρπίας, το οποίο και εν συνεχεία μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή, οπότε η κατάσχεση ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 992 επ. ΚΠολΔ [24] , στη δε δεύτερη το ενοχικό δικαίωμα άσκησής της με τον υπερθεματιστή να αποκτά αυτό για όσο χρόνο θα το διατηρούσε ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης [25] , οπότε και στην τελευταία αυτή περίπτωση ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ για την αναγκαστική κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων [26] . Εντούτοις, ανεξάρτητα από το επιτρεπτό και την ειδικότερη διαδικασία κατάσχεσης της επικαρπίας, αν πριν από το στάδιο του αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτής αποσβεσθεί για οποιονδήποτε λόγο, και ιδίως λόγω θανάτου του επικαρπωτή, η αναγκαστική κατάσχεση και συνακόλουθα το σύνολο της εκτελεστικής διαδικασίας, τυγχάνουν άνευ αντικειμένου, ο δε ψιλός κύριος ο οποίος απέκτησε εν συνεχεία και τις εξουσίες που απορρέουν από την ήδη συνενωθείσα στο δικαίωμά του επικαρπία δύναται να επιτύχει την ακύρωση της κατάσχεσης και τη διαγραφή της από τα οικεία βιβλία [27] . Όσο ισχυρό και αν είναι το εμπράγματο δικαίωμα περιορισμένη προσωπική δουλεία της επικαρπίας, δεν παύει να είναι τμήμα της κυριότητας, από την οποία και έχει αποσπασθεί.

ΙΙI. Αναφορικά δε με το αντικείμενο που απασχόλησε την απόφαση, και ειδικότερα τη λεγόμενη «διορθωτική» ανακοπή, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 954 § 4, πρόκειται για ειδικό ένδικο βοήθημα [28] που αποσκοπεί στη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της [29] . Η ενδεικτική απαρίθμηση της 954 § 4 («ιδίως») οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ «θεραπεύει» κατά κάποιο τρόπο οποιασδήποτε ήσσονος σημασίας ατέλεια ή παράλειψη της κατασχετήριας έκθεσης [30] , αποτελώντας όπως ορθά και εύστοχα παρατηρείται [31] , το λειτουργικό υποκατάστατο της καταργηθείσας αίτησης διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού [32] . Η συγκεκριμένη ειδικού χαρακτήρα ανακοπή ασκείται, επιτρεπτά, τόσο κατά της αρχικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, όσο και κατά της επαναληπτικής, διότι ratio του δικονομικού νομοθέτη είναι η διόρθωση διαδικαστικής πράξης με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός [33] , ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της ως αρχικής ή μεταγενέστερης [34] . Η ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ δεν αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας (και σε τούτο εντοπίζεται η ειδοποιός διαφορά με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ). Η ανακοπή δικαιολογείται όταν υφίστανται σοβαρότατες και μη ιάσιμες, μέσω της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης [35] και κατά κανόνα δικαιολογείται όταν συντρέχει περιουσιακή ή δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (159 αρ. 3 ΚΠολΔ) [36] . Μέσω της ανακοπής του άρθρου 954 επιδιώκεται η διόρθωση τυχόν πλημμελειών ήσσονος σημασίας, που άπτονται ιδίως των στοιχείων που περιγράφονται κατά τρόπο ενδεικτικό στη διάταξη του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ [37] , μεταξύ δε αυτών συγκαταλέγεται και η αξία του νομικά δεσμευόμενου περιουσιακού δικαιώματος, η οποία εν συνεχεία θα καθορίσει και την τιμή της πρώτης προσφοράς.

ΙV. Η απάντηση στο ερώτημα, αν είναι επιτρεπτή η διόρθωση της αξίας της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, είτε αρχικής είτε επαναληπτικής, όταν έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση επί δικαιώματος ψιλής κυριότητας ακινήτου και στο μεσοδιάστημα μεταξύ της επιβολής της διαδικαστικής αυτής πράξης [38] και του πλειστηριασμού έχει χωρήσει «υποστροφή» της περιορισμένης προσωπικής δουλείας [39] της επικαρπίας (π.χ. μέσω απόσβεσης λόγω θανάτου, βλ. άρθρο 1167 ΑΚ) η οποία αποσπάστηκε από το δικαίωμα κυριότητας, προϋποθέτει ότι γίνεται δεκτή η προσέγγιση την οποία υιοθέτησε η σχολιαζόμενη απόφαση αναφορικά με την επέκταση της κατάσχεσης στο πλήρες δικαίωμα κυριότητας παρά την κατάσχεση αποκλειστικά της ψιλής κυριότητας. Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι η αναγκαστική κατάσχεση πέραν της ψιλής κυριότητας, η οποία έχει ήδη τεθεί υπό νομική δέσμευση κατά το στάδιο επιβολής της κατάσχεσης, καταλαμβάνει περαιτέρω και την επικαρπία, η οποία σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο αποσβέστηκε και ως εκ τούτου απώλεσε την αυτοτέλειά της και συνενώθηκε με την ήδη κατασχεθείσα ψιλή κυριότητα σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας) [40] , [41] , και δεδομένου ότι υπό μια τέτοια εκδοχή ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαίωμα πλήρους κυριότητας, δικαιολογείται η έγερση «διορθωτικής» της κατασχετήριας έκθεσης ανακοπής, κατ άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, ως προς την αξία του δικαιώματος και την τιμή της πρώτης προσφοράς. Διότι, υπό μια τέτοια προσέγγιση, είναι προφανές ότι το δικαίωμα πλήρους κυριότητας προφανώς και έχει σημαντικά μεγαλύτερη οικονομική αξία από την ψιλή κυριότητα, ώστε να μην μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς η απόκτηση από τον υπερθεματιστή της πλήρους κυριότητας με πλειστηρίασμα, το οποίο θα υπολείπεται σημαντικά, καθώς θα ανταποκρίνεται και θα αποτυπώνει αποκλειστικά την αξία της δεσμευθείσας ψιλής κυριότητας.

V. Η σχολιαζόμενη απόφαση, παρότι παραθέτει και την αντίθετη εκδοχή, ακολουθεί την ορθότερη και μάλλον κρατούσα στη νομολογία [42] επί του κρισιολογούμενου ζητήματος ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η αναγκαστική κατάσχεση ψιλής κυριότητας, εφόσον έπεται αυτής θάνατος του επικαρπωτή και ως εκ τούτου απόσβεση της επικαρπίας και συνένωσή της με την ψιλή κυριότητα, καταλαμβάνει το πλήρες δικαίωμα κυριότητας, με αποτέλεσμα το τελευταίο αυτό δικαίωμα να άγεται σε αναγκαστική ρευστοποίηση και να αποκτάται από τον υπερθεματιστή, και ενόψει της παραπάνω επενέργειας της αρχής της ελαστικότητας μόνο ζήτημα διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να τεθεί [43] . Η αντίθετη άποψη κατά την οποία στην περίπτωση της κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, όταν έχει ακολουθήσει ex lege υποστροφή της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα, ώστε να συγκροτείται εκ νέου το δικαίωμα πλήρους κυριότητας, έχει στενά αντικειμενικά όρια και δεσμεύει υλικά και νομικά αποκλειστικά το δικαίωμα ψιλής κυριότητας, πέραν του ότι φαίνεται αρκετά τυπολατρική, οδηγεί δε σε αποτελέσματα τα οποία βρίσκονται σε πρόδηλη αντίθεση με τη βούληση του δικονομικού νομοθέτη. Πράγματι, όπως υπογραμμίζει και η ίδια η απόφαση, αφ ης στιγμής η ίδια η διάταξη του άρθρου 992 § 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι η κατάσχεση ακινήτου καταλαμβάνει και τα συστατικά του στοιχεία, ακόμη και αν τούτα δεν αναφέρονται στη συντασσόμενη έκθεση κατάσχεσης, πολλώ δε μάλλον το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, όταν έπεται αυτής η υποστροφή της επικαρπίας, με την τελευταία να αποτελεί, όπως γλαφυρά επισημαίνει και η σχολιαζόμενη απόφαση [44] «σάρκα της κυριότητας». Η συνεπής και απαρέγκλιτη υιοθέτηση της αντίθετης και εδώ αποκρουόμενης άποψης θα σήμαινε πως ο επισπεύδων δανειστής θα έπρεπε να παραιτηθεί από την ήδη επιβληθείσα κατάσχεση επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας [45] παρά την αυτοδίκαιη επιστροφή της επικαρπίας σ αυτήν και εν συνεχεία να επιβάλει νέα αναγκαστική κατάσχεση επί του δικαιώματος πλήρους κυριότητας. Εντούτοις, η εκδοχή αυτή, πέραν του ότι συνεπάγεται τη σημαντική όσο και αδικαιολόγητη επιβάρυνση του επισπεύδοντος δανειστή με νέα έξοδα θέσης σε κίνηση του μηχανισμού της εκτελεστικής διαδικασίας, δημιουργεί τον επιπρόσθετο κίνδυνο ματαίωσης της ικανοποίησης της χρηματικής αξίωσης έναντι του καθού με μέσα δικονομικού καταναγκασμού. Πράγματι, στο μεσοδιάστημα μεταξύ παραίτησης και επιβολής νέας αναγκαστικής κατάσχεσης, επί του πλήρους πια δικαιώματος κυριότητας, ο οφειλέτης θα μπορούσε έγκυρα να διαθέσει το επίμαχο περιουσιακό του δικαίωμα ή να το επιβαρύνει με εμπράγματα δικαιώματα υπέρ τρίτων, καθότι η παραίτηση από την επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση συνεπάγεται τη νομική και υλική αποδέσμευση του κατασχεθέντος και την ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης για τον κατασχόντα [46] , και τη συνακόλουθη δυνατότητά του να καταρτίσει έγκυρες εκποιητικές διαθετικές δικαιοπραξίες, ματαιώνοντας στην ουσία τη δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή. Εξάλλου, τόσο ο κατασχών δανειστής κατά τον χρόνο επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας, όσο και ο αναδειχθείς δια πλειοδοσίας υπερθεματιστής προ παντός άλλου αποβλέπουν στη μεταγενέστερη υποστροφή της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα, προκειμένου το δικαίωμα πλήρους πια κυριότητας να είναι σε θέση να εξυπηρετήσει το νομοθετικό του σκοπό, ήτοι την απόκτηση των απεριόριστων εξουσιών που συνεπάγεται η κυριότητα, ώστε να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και του καθού η εκτέλεση οφειλέτη [47] . Εξάλλου, η ορθότητα της εκδοχής αυτής ενισχύεται και από το γεγονός πως ακόμη και αν το δικαίωμα που αποκτά ο υπερθεματιστής και το οποίο έχει αχθεί σε αναγκαστική ρευστοποίηση είναι η ψιλή κυριότητα, μετά την απόσβεση της επικαρπίας σε χρόνο όπου έχει περατωθεί η εκτελεστική διαδικασία, ο υπερθεματιστής τελικά αποκτά την πλήρη κυριότητα του δικαιώματος, ως δικαιούχος της ψιλής κυριότητας, παρότι πλειοδότησε αποκλειστικά για την τελευταία [48] . Η διαφοροποίηση της θέσης που ήθελε υιοθετηθεί με μόνο κριτήριο το χρονικό σημείο στο οποίο έχει επισυμβεί η απόσβεση της επικαρπίας και ενόψει του ότι η αρχή της ελαστικότητας εφαρμόζεται απαρέγκλιτα σε κάθε περίπτωση απόσβεσης της επικαρπίας επιβεβαιώνει την ορθότητα της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής. Διότι πράγματι θα ήταν άτοπο να μπορεί να αποκτηθεί το πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τον υπερθεματιστή που πλειοδότησε για την ψιλή κυριότητα μετά την απόσβεση της επικαρπίας, και το ίδιο γεγονός της απόσβεσης της επικαρπίας σε χρόνο πριν την ανάδειξη υπερθεματιστή αλλά μετά την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας να οδηγεί σε νομική δέσμευση και αναγκαστική μεταβίβαση στον υπερθεματιστή αποκλειστικά του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας, παρότι το τελευταίο βάσει της αρχής της ελαστικότητας έχει καταστεί ήδη αυτοδίκαια δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση κατά την οποία, παρότι η επικαρπία έχει αποσβεστεί λόγω θανάτου του επικαρπωτή ήδη σε χρόνο πριν την κατάσχεση, η τελευταία επιβάλλεται αποκλειστικά στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιβαλλόμενη κατάσχεση μόνο της ψιλής κυριότητας καταλαμβάνει αυτόματα την πλήρη κυριότητα, αφού η επικαρπία, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, έχει παύσει να υφίσταται ως αυτοτελές δικαίωμα, οι εξουσίες δε που τη συνιστούν, όπως γλαφυρά παρατηρείται [49] «καταποντίζονται μέσα στο αχανές δικαίωμα της κυριότητας και δεν υπόκεινται σε αυτοτελή κατάσχεση». Η αυτοδίκαιη αυτή επέκταση της κατάσχεσης έχει ως συνακόλουθο αποτέλεσμα ότι με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή το πλήρες δικαίωμα της κυριότητας, διαμέσου του τίτλου που αποκτάται μέσω πλειστηριασμού, ήτοι της (μεταγραπτέας) περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

VI. Εν κατακλείδι, η σχολιαζόμενη απόφαση ακολούθησε την ορθότερη και σκοπιμότερη και εγγύτερη στη βούληση του δικονομικού νομοθέτη ερμηνευτική προσέγγιση επί του ζητήματος της επέκτασης των αποτελεσμάτων της αναγκαστικής κατάσχεσης στο πλήρες δικαίωμα κυριότητας, παρά το ότι κατασχέθηκε αποκλειστικά η ψιλή κυριότητα, όταν το δικαίωμα επικαρπίας για οποιονδήποτε λόγο αποσβέστηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης και υπέστρεψε στην ψιλή κυριότητα με την οποία συνενώθηκε. Περαιτέρω δε, ορθά έκρινε πως η επέκταση της κατάσχεσης στο πλήρες δικαίωμα κυριότητας όταν η επικαρπία υποστρέφει στην, ήδη σε προγενέστερο χρονικό σημείο κατασχεθείσα, ψιλή κυριότητα θεμελιώνει δικαίωμα άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, προκειμένου να διορθωθεί η κατασχετήρια έκθεση ως προς τα κρίσιμα στοιχεία της αξίας του κατασχεμένου περιουσιακού στοιχείου, καθώς και της τιμής πρώτης προσφοράς στον επισπευδόμενο πλειστηριασμό, καθώς το πλήρες δικαίωμα κυριότητας το οποίο τελικά άγεται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό έχει σημαντικά μεγαλύτερη οικονομική αξία έναντι του δικαιώματος ψιλής κυριότητας που αρχικά τέθηκε υπό (υλική και νομική) δέσμευση.

[ 17 ]. Βλ. εντελώς ενδεικτικά ΕφΠατρ 917/2002 ΑχΝομ 2003.358.

[ 18 ]. Για τον ορισμό και το περιεχόμενο της επικαρπίας, βλ. ενδεικτικά από τη νομολογία ΑΠ 1374/2014 ΝοΒ 2015.69, ΕφΚερκ 107/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 964/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 19 ]. ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, AΠ 276/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 277/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 917/2002 ΑχΝομ 2003.358, ΕφΠειρ 1175/1990 ΕλλΔνη 1993.412, ΜΠρΠειρ 1634/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΗρακλ 5201/2006 Αρμ 2008.950.

[ 20 ]. ΕφΠατρ 917/2002, ΑχΝομ 2003. 358.

[ 21 ]. ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, AΠ 276/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 277/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΠειρ 1634/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 22 ]. ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 277/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΠειρ 1634/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 23 ]. ΔιοικΠρΑθ 973/1990 ΔιοικΔικ 1991. 661.

[ 24 ]. Μπαλής, ΕμπρΔ § 173, Βαβούσκος, ΕμπρΔ. αρ. 348, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, άρθρο 992, παρ. 498 σ. 1515 επ., Γέσιου - Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση ΙΙ (Ειδικό Μέρος), § 55, σ. 137 επ., AΠ 276/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 277/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 917/2002 ΑχΝομ 2003.358, ΕφΑθ 7567/1991 ΕλλΔνη 34.641, ΕφΠειρ 1175/1990 ΕλλΔνη 1993.412, ΜΠρΗρακλ 5201/2006 Αρμ 2008.950. Αντίθετα ΜΠρΛαρ 1380/1999 Δ 31.775 με παρατηρήσεις Μπαλογιάννη.

[ 25 ]. ΕφΑθ 8358/1991 ΝοΒ 1992.287.

[ 26 ]. ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΠειρ 1634/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 27 ]. ΕφΚερκ 64/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 28 ]. Η οποία προσομοιάζει με αίτηση για τη λήψη ρυθμιστικού μέτρου της αναγκαστικής εκτέλεσης, έτσι ΜΠρΘεσ 48223/2007, ΝΟΜΟΣ. Για τη νομική φύση της ανακοπής αυτής και τη μορφή της ως ειδική εκδήλωση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, βλ. αντί άλλων, Γιαννόπουλο, Διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης και της τιμής πρώτης προσφοράς στον πλειστηριασμό (2013), σ. 35 επ.

[ 29 ]. ΑΠ 1497/2003 ΕΕΝ 2004.367 = ΝοΒ 2004.790 = ΕλλΔνη 2004.432. Για το αντικείμενο της διορθωτικής ανακοπής και τα όρια της ρυθμιστικής παρέμβασης του δικαστηρίου, βλ. και Γιαννόπουλο, Διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης και της τιμής πρώτης προσφοράς στον πλειστηριασμό (2013), σ. 47 επ.

[ 30 ]. Ευθυμίου, Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει λόγω άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, σκέψεις με αφορμή την ΜΠρΡοδ 80/2014 ΕΠολΔ 2014.298 επ. (307).

[ 31 ]. Γέσιου Φαλτσή, ΔικΑναγκΕκτ, Ειδικό Μέρος, (2001), σ. 209 επ., ΕφΑθ 9935/2002 ΕλλΔνη 2002.530. Βλ. και ΜΠρΡόδου 300/2012 ΝΟΜΟΣ.

[ 32 ]. Για την ιστορική αναδρομή της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ βλ. Γιαννόπουλο, ό.π., σ. 9 επ., 17, και ιδίως 21 επ.

[ 33 ]. ΑΠ 1497/2003 ΕΕΝ 2004.367 = ΝοΒ 2004.790 = ΕλλΔνη 2004.432, ΑΠ 1687/2005 ΝΟΜΟΣ.

[ 34 ]. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1687/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1497/2003 ΕΕΝ 2004.367 = ΝοΒ 2004.790 = ΕλλΔνη 2004.432, ΜΠρΡόδου 300/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΜεσολ 702/2011 ΝΟΜΟΣ, Ευθυμίου, ό.π., ΕΠολΔ 2014.298 επ. (308). Βλ. και Γιαννόπουλο, ό.π., σ. 47 επ.

[ 35 ]. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 433/2002 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 824/2004 ΕλλΔνη 2006.865, ΜΠρΤριπ 199/2011 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑμφισσας 15/2008 ΝοΒ 2009.2151. Βλ. και ΜΠρΘεσ 48223/2007 ΝΟΜΟΣ.

[ 36 ]. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολοπουλος) ΕρμΚΠολΔ (2000), άρθρο 954, σ. 1842, ΑΠ 1497/2003 ΕΕΝ 2004.367 = ΝοΒ 2004.790 = ΕλλΔνη 2004.432, ΑΠ 1687/2005 ΝΟΜΟΣ.

[ 37 ]. ΕφΑθ 9935/2002 ΕλλΔνη 2005.530, ΜΠρΧίου 268/2013 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 48223/2007 Αρμ 2008.1085, ΜΠρΑθ 3234/2007 ΕφΑΔ 2008.114. Βλ. και Ευθυμίου, ό.π., ΕΠολΔ 2014.298 επ. (308) με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές.

[ 38 ]. Βλ. Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, σ. 8, τον ίδιο, ΠολΔ, άρθρο 561, σ. 2331, τον ίδιο, Αναγκαστική Εκτέλεση Ι, σ. 9, τον ίδιο, Χαρακτήρας της δια πλειστηριασμού πώλησης και εκκαθάρισης της περιουσίας προβληματικής επιχείρησης, Δ 1991. 172 επ. (174), Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις Ι, σ. 14, Γέσιου Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση Ι, σ. 97 - 98, την ίδια, Ενθύμημα Αργυριάδη, σ. 101, Σοφιαλίδη, Δικονομική Ακυρότητα. Η ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων και η θεραπεία της κατά τα άρθρα 159 επ. ΚΠολΔ, σ. 237, 246, Σταματόπουλο, Η δικαστική προστασία του τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση κατά την ΚΠολΔ 936, σ. 42 43, Απαλαγάκη, Επαναφορά και Αποζημίωση (μετά την αναγκαστική εκτέλεση), σ. 20, Πίψου, Η αναγγελία δανειστή στην αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ, σ. 15, Νικολόπουλο, Αναγκαστική Εκτέλεση, σ. 301, Νίκα, Αναγκαστική Εκτέλεση ΙΙ, σ. 143. Για το ότι η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί διαδικασία, βλ. Μητσόπουλο, Παρακράτησις εκπλειστηριασμός παρ ενυπόθηκου υπερθεματιστού, ΝΔ 1956.365 επ. (367), Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος, Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας ΙΙΙ, σ. 208, Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις Ι, σ. 14, Κεραμέα, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σ. 34 (όπου διακρίνεται η διαγνωστική διαδικασία από τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης).

[ 39 ]. Για τη νομική φύση της επικαρπίας, βλ. εντελώς ενδεικτικά ΑΠ 276/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 40 ]. ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[ 41 ]. Όταν ο ψιλός κύριος είναι κληρονόμος του επικαρπωτή, η μεταβίβαση της επικαρπίας γίνεται εξ ιδίου δικαίου, δηλαδή λόγω της ψιλής κυριότητας και όχι λόγω κληρονομικής διαδοχής, ΑΠ 501/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 531/2007 ΑχΝομ 2008.174.

[ 42 ]. ΑΠ 1657/2001 ΕλλΔνη 2002.1046, ΕφΑθ 6850/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 9371/2001 ΕλλΔνη 2003.829.

[ 43 ]. Έτσι και ΑΠ 1657/2001 ΕλλΔνη 2002.1046, σύμφωνα με την οποία «Από δε τις διατάξεις των άρθρων 992, 993, 998 και 1005 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επί κατασχέσεως ακινήτου και εκπλειστηριάσεως αυτού, μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή με τον πλειστηριασμό το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση. Η κατάσχεση μόνο της ψιλής κυριότητας του ακινήτου προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος επικαρπίας επί του ίδιου ακινήτου από τρίτο δικαιούχο αυτής, αφού δεν νοείται ψιλή κυριότητα χωρίς να υπάρχει αυτοτελές δικαίωμα επικαρπίας. Εν όψει δε της παραπάνω λειτουργίας του δικαιώματος της κυριότητας και της παρατεθείσας έννοιας της ψιλής κυριότητας, στην περίπτωση που κατάσχεται μόνο η ψιλή κυριότητα του οφειλέτη, καίτοι έχει ήδη υποστρέψει στον κύριο η πρότερον υφιστάμενη επικαρπία τρίτου επί του πράγματος, δεν πρόκειται κατάσχεση μέρους της όλης κυριότητας αλλά θεωρείται κατασχεθέν το υπάρχον πράγματι κατά το χρόνο της κατασχέσεως δικαίωμα της πλήρους κυριότητας του οφειλέτη, και μόνο ζήτημα εσφαλμένης περιγραφής του κατασχεθέντος ανακύπτει, με τις προβλεπόμενες στον ΚΠολΔ συνέπειες. Στην περίπτωση δε αυτή ο υπερθεματιστής αποκτά πλήρη κυριότητα επί του κατασχεθέντος, δικαίωμα το οποίο αποκτά και στην περίπτωση που η απόσβεση της επικαρπίας του άλλου λαμβάνει χώρα και μετά την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας του οφειλέτη κατ' εφαρμογή της αρχής της ελαστικότητας του δικαιώματος της κυριότητας».

[ 44 ]. Έτσι και ΕφΑθ 9371/2001 ΕλλΔνη 2003.829.

[ 45 ]. Για τη δυνατότητα παραίτησης από την αναγκαστική κατάσχεση, βλ. ΕφΑθ 5019/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 6933/1987 ΝοΒ 1985.573, MΠρΛαμ 45/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 25017/2010 ΔΣΑ, ΕιρΠυργ 172/1999 ΕλλΔνη 2001.837.

[ 46 ]. ΓέσιουΦαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση Ι, σ. 213, η ίδια, Η αρχή της πρωτοβουλίας του επισπεύδοντος ως θεμελιώδης δικονομική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως, Αρμ 1987.1009 επ. (1014), Μπρίνιας, Διαδικαστικά προβλήματα της αναγκαστικής εκτελέσεως, Δ 1981.426 επ., Ράμμος, Εγχειρίδιον Πολιτικής Δικονομίας ΙΙΙ, σ. 1488, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ό.π., άρθρο 927, αρ. 6, Πίψου, Η αναγγελία δανειστή στην αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ, σ. 355, ΕφΑθ 6933/1987, ΝοΒ 1985.573.

[ 47 ]. ΕφΑθ 9371/2001 ΕλλΔνη 2003.829.

[ 48 ]. ΕφΑθ 9371/2001 ό.π. Βλ. και ΑΠ 1657/2001 ΕλλΔνη 2002.1046.

[ 49 ]. ΕφΑθ 6850/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...