Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Δάνειο σε ελβετικό φράγκο, Γ.Ο.Σ. μερική ακυρότητα

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1390/ 2016, ΕφΑΔ 2016.98.
Πρόεδρος: Γ. Μαλλής, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εισηγητής: Ε. Γιαμπουράς , Πρωτοδίκης.
Διατάξεις: άρθρα 2 παρ. 6 και 7 Ν 2251/1994, 281, 288, 371 εδ. 2 ΑΚ, 3 παρ. 1, 4 παρ.2, 5 Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, 2 παρ. 2 Ν j 3587/2007, Ν 128/1975, ΠΔ/ΤΕ 2501/2002

Περίληψη. Ο όρος της σύμβασης που ορίζει ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει με το σε ευρώ ισάξιο του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων, υπολογιζόμενο την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, βάσει της ισοτιμίας που θα προκύψει από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, δεν είναι καταχρηστικός, προεχόντως διότι, δεν διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, αφού σε κάθε περίπτωση επαφίεται στην κρίση των καταναλωτών αν θα συνάψουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, λαμβανομένων υπόψη του χαμηλού επιτοκίου αυτού, της ευνοϊκής υπέρ του ευρώ ισοτιμίας κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και πιθανότητας μεταβολής της. 

Ο εν λόγω όρος δεν είναι αόριστος ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους των δόσεων, αλλά και του εκάστοτε άληκτου κεφαλαίου, δεδομένου ότι αναφέρεται με σαφήνεια στο ότι αυτό καθορίζεται με βάση την εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου, η οποία δεν καθορίζεται μονομερώς από την τράπεζα, αλλά προκύπτει από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Η δε ισοτιμία των δύο νομισμάτων αποτελεί πληροφορία που μπορεί εύκολα να γίνει γνωστή, ενώ το σε ευρώ ισάξιο του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων εξευρίσκεται με απλό υπολογισμό. Η πληροφόρηση των εναγόντων για τον συναλλαγματικό κίνδυνο έλαβε χώρα τόσο προφορικά, όσο και με την παράδοση σε αυτούς του σχετικού εγγράφου ενημέρωσης για τα στεγαστικά δάνεια, στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς ο «συναλλαγματικός κίνδυνος».

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 Ν 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β Ν 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012,1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 Ν 2251/1994 αποτελεί, εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθ. 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (γ.ο.σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος «υπέρμετρη» διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β Ν 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔικ 2006,419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η παρ. 2 του άρθρου 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 2 Ν 3587/2007, όπου ορίζεται πλέον ότι γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος «σημαντική», που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. 
Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 Ν 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικούς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια΄ σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστα και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 Ν 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν δείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ.ο.σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι΄ αυτόν (ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά OTP Jeizaiogbank Zrt, σκέψεις 71 - 75). Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ. 6 Ν 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010,943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔικ 2005,802).
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος. Ως προς δε το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, κατ΄ αρχήν, και εφ όσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς του άρθρου 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80 - 82 και85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθ. 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ 1471/2013 και ΠΠρΞανθ 23/2014, ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω, όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του άρθρου 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο για διαπλαστική απόφαση, η οποία διαπλάσσει το περιεχόμενο της ενοχικής σχέσης), παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (ΠΠρΑΘ 5257/2013, 3990/2013 και 2942/2013, ΠΠρΞανθ 23/2014, ΤΝΠ Νόμος).

Εν προκειμένω οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους ισχυρίζονται, πως απευθύνθηκαν το έτος 2007, προκειμένου να λάβουν δάνειο για αγορά κατοικίας, στο υποκατάστημα της εναγομένης επί της Λεωφόρου Κηφισίας, όπου υπάλληλοι αυτής ενημέρωσαν τον δεύτερο των εναγόντων, ότι είναι πλέον συμφέρον να λάβουν το δάνειο σε ελβετικό φράγκο λόγω του πολύ χαμηλότερου επιτοκίου λόγω LIBOR έναντι του ευρώ σε συνδυασμό με την διαβεβαίωση της σταθερότητας της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, τα οποία εξασφάλιζαν χαμηλότερη δόση αποπληρωμής του δανείου χωρίς κινδύνους. Ότι στις 21.3.2007 οι ενάγοντες συνήψαν την ένδικο σύμβαση δανείου, η πρώτη με την ιδιότητα του οφειλέτη και ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του εγγυητή, και συγκεκριμένα υπέγραψαν την υπ αρ. *** προδιατυπωμένη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού 415.000 ευρώ ελβετικών φράγκων. Ότι στην εν λόγω σύμβαση ορίστηκε ότι η εξόφληση αυτού θα λάβει χώρα κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας εντός προθεσμίας 27 ετών με την πληρωμή 324 συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, με κυμαινόμενο επιτόκιο, οι δόσεις της αποπληρωμής θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από την μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση το δελτίο τιμής πώλησης από την εναγομένη τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης και για τον υπολογισμό του επιτοκίου των δόσεων αποπληρωμής του δανείου θα εφαρμόζεται το κυμαινόμενο επιτόκιο υπολογιζόμενο με βάση το LIBOR ελβετικού φράγκου. Ότι μετά την σύναψη της δανειακής συμβάσεως έλαβε χώρα τμηματική εκταμίευση του ποσού των ελβετικών φράγκων στον υπ αρ. ***/9525432 καταθετικό τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης των εναγόντων, το οποίο ποσό βάσει συμβατικού όρου (υπ αρ. 4) θα μετετρέπετο αμέσως στο ισόποσο σε ευρώ, επί τη βάσει του δελτίου της τιμής αγοράς του ελβετικού φράγκου από την εναγομένη κατά τον χρόνο της εκταμιεύσεως και συγκεκριμένα στις 30.3.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 40.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 65.260 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6315 του τότε δελτίου τιμής αγοράς της εναγομένης, στις 1.6.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 60.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 99.570 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6595 του τότε δελτίου τιμής αγοράς της εναγομένης, στις 29.8.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 50.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 82.245 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6449 του τότε δελτίου τιμής αγοράς της εναγομένης και εν τέλει στις 4.12.2007 έλαβε χώρα η εκταμίευση του υπολοίπου ποσού 100.995,37 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 167.925 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6627 του τότε δελτίου τιμής αγοράς της εναγομένης. Οτι η πρώτη των εναγόντων ξεκίνησε την εξόφληση του δανείου καταβάλλοντος την εκάστοτε μηνιαία δόση σε ευρώ υπολογιζόμενη επί τη βάσει του δελτίου τιμής της εναγομένης πώλησης του ελβετικού φράγκου κατά την αντίστοιχη ημέρα καταβολής εκάστης δόσεως. Ότι σταδιακώς η ισοτιμία μεταξύ ευρώ-φράγκου, ως προέκυπτε επί τη βάσει του δελτίου τιμών της εναγομένης, άρχισε να μεταβάλλεται και συγκεκριμένα επήλθε σταδιακή υπερτίμηση του ελβετικού φράγκου εν σχέσει με το ευρώ και ειδικότερα ενώ στις 30.4.2007 η ισοτιμία ευρώ προς ελβετικό φράγκο ανερχόταν σε 1,618443588, την 30.4.2008 ανερχόταν σε 1,591067521, την 30.4.2009 ανερχόταν σε 1,483805979, την 30.4.2010 ανερχόταν σε 1,413279158, την 2.5.2011 ανερχόταν σε 1,267395198, την 30.4.2012 ανερχόταν σε 1,183379381, την 26.4.2013 ανερχόταν σε 1,214895725 και την 7.5.2014 ανερχόταν σε 1,19378654. Ότι επακόλουθο της υπερτίμησης αυτής ήταν να αυξάνεται αντιστοίχως τόσο το ποσό της μηνιαίας δόσης, όσο και το άληκτο κεφάλαιο. Ότι ειδικότερα μέχρι την 4.12.2007 είχε εκταμιευθεί από την εναγομένη στον τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγούσης το συνολικό ποσό των 250.995,37 ευρώ και αντιστοίχως η πρώτη ενάγουσα έχει καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.2007 (χρόνος καταβολής α δόσεως) έως και την 18.7.2014 (χρόνος τελευταίας καταβολής) το συνολικό ποσό 93.748,29 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 65.517,513 ευρώ έχει καταλογισθεί προς αποπληρωμή του κεφαλαίου, ως αναλυτικώς αναφέρονται στην αγωγή οι καταβολές προς την εναγομένη. Ότι στις 18.7.2014, χρόνος τελευταίας καταβολής, το άληκτο κεφάλαιο ανερχόταν στο ποσό των 322.074,64 ελβετικών φράγκων, το οποίο επί τη βάσει του δελτίου τιμής ισοτιμίας της εναγομένης, που τότε ανερχόταν σε 1,19162, αντιστοιχούσε στο ισόποσο των 270.283,0097 ευρώ, ήτοι κατά (270.283,0097-250.995,37=) 19.287,639 ευρώ περισσότερα από το αρχικό κεφάλαιο του δανείου. Ότι οι προδιατυπωμένοι και άνευ ατομικής διαπραγματεύσεως όροι της ενδίκου συμβάσεως: α) υπ αρ. 14 παρ.2 εδαφ. α, με τον οποίο ορίζεται ότι: «οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, όπως περιγράφεται στο επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από την μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης...» και β) υπ αρ. 14 παρ.5 με τον οποίο ορίζεται: «ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνση τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου (δόσεις, έξοδα, ασφάλιστρα, κεφάλαιο) λόγω δυσμενούς για αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ.» είναι άκυροι ως καταχρηστικοί αντιτιθέμενοι στις διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 Ν 2251/1994 κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενα. Με βάση το ως άνω ιστορικό ζητούν α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ενδίκων συμβατικών όρων, β) να αναγνωρισθεί ως μόνη συναλλακτική ισοτιμία για τον υπολογισμό των εναπομεινασών τοκοχρεολυτικών δόσεων η ισοτιμία που προκύπτει από τον μέσο όρο των ισοτιμιών (1,6315-1,6595-1,6449-1,6627) που ίσχυαν κατά τον χρόνο των τεσσάρων εκταμιεύσεων, ήτοι στις 30.3.2007, 1.6.2007, 29.8.2007 και 4.12.2007 αντιστοίχως, και η οποία ανέρχεται σε 1,64965, γ) να αναγνωρισθεί, ότι το οφειλόμενο στις 18.7.2014 υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου της ενδίκου συμβάσεως ανέρχεται στο ποσό των 306.919,04 ελβετικών φράγκων - με υπολογισμό της κάθε καταβληθείσης έως το χρονικό σημείο εκείνο τοκοχρεωλυτικής δόσεως επί τη βάσει της ισοτιμίας ευρώ-φράγκου 1,64965 και όχι επί τη βάσει της ισοτιμίας που εφήρμοζε η εναγομένη επί τη βάσει του δελτίου τιμών συναλλάγματος κατά τον αντίστοιχο χρόνο εκάστης καταβολής-, δ) επικουρικώς, δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εφαρμόσει για την μετατροπή του ήδη καταβληθέντος ποσού των 93.748,29 ευρώ την προαναφερθείσα συναλλακτική ισοτιμία, 1,64965, και να επαναπροσδιορισθεί ακολούθως το άληκτο κεφάλαιο επί τη βάσει της ισοτιμίας αυτής και στο εξής να εφαρμόζει για κάθε αποπληρωμή δόσεως ή του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλομένου δανείου την ισοτιμία αυτή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη. Με το ανωτέρω ιστορικό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρμοδίου καθ ύλην και κατά τόπον (αρ. 18, 25 παρ.2 και 33 Κ.Πολ,Δ.), να εκδικασθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (αρ. 215 επ. Κ.Πολ,Δ.), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 Ν 2251/1994 και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες, οι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι και κατά τον χρόνο σύναψης της ενδίκου συμβάσεως η πρώτη εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος-γραμματέας στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και ο δεύτερος στο Υπουργείο Οικονομικών με την ειδικότητα του τεχνικού υπολογιστών, απευθύνθηκαν το έτος 2007, προκειμένου να λάβουν στεγαστικό δάνειο ποσού 250.000 ευρώ για αγορά κατοικίας επί της οδού *** αρ. ***στην θέση Άγιος Θωμάς στο Μαρούσι Αττικής, απευθύνθηκαν στο υποκατάστημα της εναγομένης επί της Λεωφόρου Κηφισίας. Στο υποκατάστημα αυτό οι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν τον δεύτερο των εναγόντων, ότι συνέφερε να λάβουν το δάνειο σε ελβετικό φράγκο αφ ενός λόγω του πολύ χαμηλότερου επιτοκίου λόγω LIBOR έναντι του αντιστοίχου του ευρώ λόγω EURIBOR και αφ ετέρου λόγω ότι με την ισοτιμία ευρώ-φράγκου το ευρώ ήταν πιο ισχυρό έναντι του ελβετικού φράγκου, οπότε θα κατέβαλλαν μικρότερο ποσό για την εξόφληση των δόσεων. Κατόπιν τούτου στις 21.3.2007 οι ενάγοντες συνήψαν την ένδικο σύμβαση δανείου, η πρώτη με την ιδιότητα του οφειλέτη και ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του εγγυητή, και συγκεκριμένα υπέγραψαν την από 21.3.2007 υπ αρ. *** προδιατυπωμένη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού 415.000 ελβετικών φράγκων, ισόποσου δηλ. 250.000 ευρώ, που σκόπευαν οι ενάγοντες να λάβουν ως δάνεισμα για την απόκτηση της κατοικίας τους. Αναφορικώς με την εξόφληση του εν λόγω δανείου στον όρο υπ αρ. 14 ορίσθηκε, ότι η εξόφληση αυτού θα λάβει χώρα κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας εντός προθεσμίας 27 ετών με την πληρωμή 324 συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων. Οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον κυμαινόμενο επιτόκιο LIBOR ελβετικού φράγκου διαρκείας ενός μηνός, όπως έχει καθορισθεί δύο εργάσιμες ημέρες πριν τον εκτοκισμό πλέον περιθωρίου 0,90% και της εισφοράς του ν.128/75. Οι δόσεις θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από την μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση το δελτίο τιμής πώλησης από την εναγομένη τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Μετά την σύναψη της ανωτέρω δανειακής συμβάσεως έλαβε χώρα τμηματική εκταμίευση του ποσού των ελβετικών φράγκων στον υπ αρ. ***/9525432 καταθετικό τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης των εναγόντων και συγκεκριμένα στις 30.3.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 40.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 65.260 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6315, στις 1.6.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 60.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 99.570 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6595, στις 29.8.2007 έλαβε χώρα εκταμίευση ποσού 50.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 82.245 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6449 και εν τέλει στις 4.12.2007 έλαβε χώρα η εκταμίευση του υπολοίπου ποσού 100.995,37 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 167.925 ελβετικά φράγκα βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1,6627. Βάσει δε των προαναφερομένων οι ενάγοντες δανείσθηκαν από την εναγομένη το συνολικό ποσό των (65.260 + 99.750 + 82.245 + 167.925 =) 415.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο εκταμιεύτηκε στον τραπεζικό λογαριασμό αυτών στο ισόποσο (40.000 + 60.000 + 50.000 + 100.995,37 =) 250.000 ευρώ (επακριβώς 250.995,37) σύμφωνα με το δελτίο τιμής αγοράς της εναγομένης κατά τον εκάστοτε χρόνο εκταμιεύσεως. Παράλληλα, η πρώτη των εναγόντων ξεκίνησε την τμηματική εξόφληση του δανείου καταβάλλοντος την εκάστοτε μηνιαία δόση σε ευρώ, η οποία μετετρέπετο σε ελβετικά φράγκα επί τη βάσει της νομισματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς ευρώ κατά την αντίστοιχη ημέρα καταβολής εκάστης δόσεως σύμφωνα με τον ανωτέρω υπ αρ. 14 παρ.2 επίδικο όρο. Σταδιακώς, όμως, η ισοτιμία μεταξύ ευρώ-φράγκου άρχισε να μεταβάλλεται και συγκεκριμένα επήλθε σταδιακή υπερτίμηση του ελβετικού φράγκου εν σχέσει με το ευρώ και ειδικότερα ενώ στις 30.4.2007 η ισοτιμία ευρώ προς ελβετικό φράγκο, ανερχόταν σε 1,618443588, την 30.4.2008 ανερχόταν σε 1,591067521, την 30.4.2009 ανερχόταν σε 1,483805979, την 30.4.2010 ανερχόταν σε 1,413279158, την 2.5.2011 ανερχόταν σε 1,267395198, την 30.4.2012 ανερχόταν σε 1,183379381, την 26.4.2013 ανερχόταν σε 1,214895725, την 7.5.2014 ανερχόταν σε 1,19378654 και κατά την 18.7.2014, χρόνο τελευταίας καταβολής, σε 1,19162. Επακόλουθο της σταδιακής υπερτίμησης αυτής ήταν να αυξάνεται αντιστοίχως τόσο το ποσό της μηνιαίας δόσης, όσο και το άληκτο κεφάλαιο, τα οποία κατά τα ανωτέρω ήταν προσδιορισμένα σε ελβετικό φράγκο. Συγκεκριμένα μέχρι την 4.12.2007 είχε εκταμιευθεί από την εναγομένη στον τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγούσης το συνολικό ποσό των 250.995,37 ευρώ, ως ισόποσο των 415.000 ελβετικών φράγκων κατά το δελτίο της τιμής αγοράς της εναγομένης και αντιστοίχως η πρώτη ενάγουσα έχει καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.2007 (χρόνος καταβολής α δόσεως) έως και την 18.7.2014 (χρόνος τελευταίας καταβολής) το συνολικό ποσό των 93.748,29 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 65.517,513 ευρώ έχει καταλογισθεί προς αποπληρωμή του κεφαλαίου, γεγονός που η εναγομένη δεν αμφισβητεί. Οι ανωτέρω διακυμάνσεις της εκάστοτε καταβαλλομένης μηνιαίας δόσεως καθώς του άληκτου κεφαλαίου οφείλονται στην υπερτίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ελβετικού φράγκου και την συνακόλουθη μεταβολή της τιμής πώλησης της εναγομένης βάσει της οποίας υπολογίζονται οι καταβαλλόμενες δόσεις καθώς και το άληκτο κεφάλαιο κατά τον επίδικο όρο (υπ αρ. 14 παρ.2). Ήδη οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους ισχυρίζονται, ότι ο όρος 14 παρ.2 της συμβάσεως, με τον οποίο ορίστηκε ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από την μετατροπή του, ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης κατά τον χρόνο της πληρωμής είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του Ν 2251/1994, διότι δεν είναι σαφής και κατανοητός και ως εκ τούτου παραβαίνει την αρχή της διαφάνειας, και επιπροσθέτως είναι αόριστος αναφορικά με τα κριτήρια διακύμανσης των δόσεων και του άληκτου κεφαλαίου, επιτρέποντας στην τράπεζα να τα προσδιορίζει οποτεδήποτε μονομερώς, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στους ίδιους κριτήρια ειδικά και εύλογα, απτό τα οποία να προκύπτει η συναλλαγματική ισοτιμία, ενώ οι υπάλληλοι της τράπεζας με τους οποίους διαπραγματεύθηκαν τη σύναψη των δανείων, ουδέποτε τους ενημέρωσαν για τους κινδύνους και τις ιδιαιτερότητες του εν λόγω δανεισμού και πιο συγκεκριμένα για τους κινδύνους από τη μεταβολή της ισοτιμίας. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων ουδόλως αποδεικνύονται ως βάσιμοι. Ειδικότερα, ο ως άνω όρος της συμβάσεως, που ορίζει ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει με το σε ευρώ ισάξιο του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων, υπολογιζόμενο, την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος, όπως αυτή θα προκύψει από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, δεν είναι καταχρηστικός, προεχόντως διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη, καταχρηστικοί είναι οι ΓΟΣ που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή, ήτοι εν προκειμένω την τράπεζα, δικαιώματα που επιφέρουν διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων από τη ρύθμιση του γενικού όρου, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού σε κάθε περίπτωση επαφίεται στην κρίση των καταναλωτών εναγόντων, εάν θα συνάψουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, λαμβανομένων υπόψη του χαμηλού επιτοκίου αυτού, της ευνοϊκής υπέρ του ευρώ ισοτιμίας κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και της πιθανότητας μεταβολής της ισοτιμίας αυτής.
Περαιτέρω, ο επίδικος όρος της συμβάσεως δεν είναι αόριστος αναφορικά με τα κριτήρια διαμόρφωσης του ύψους των δόσεων, αλλά και του εκάστοτε άληκτου κεφαλαίου, δοθέντος ότι αναφέρεται με σαφήνεια ότι αυτό καθορίζεται με βάση την εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου, η οποία εξάλλου σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται από την τράπεζα μονομερώς, αλλά προκύπτει από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Εξάλλου, η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ είναι πληροφορία που εύκολα μπορεί να γίνει γνωστή, ενώ το σε ευρώ ισάξιο του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων εξευρίσκεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό. Ως εκ τούτου ουδεμία αοριστία υφίσταται αναφορικά με τα κριτήρια υπολογισμού των δόσεων και του εκάστοτε άληκτου κεφαλαίου των δανείων. Επίσης, ο ανωτέρω όρος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αόριστος, καθόσον από τη γραμματική του διατύπωση, η οποία είναι απολύτως σαφής, μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία, προκύπτει ότι μπορούσε να καταστεί αντιληπτή από τους ενάγοντες η ύπαρξη της σχετικής ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας στις δανειακές συμβάσεις. Επίσης, μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί από αυτούς και οι κίνδυνοι της σχετικής συμφωνίας, ενόψει και του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό στο μέσο συναλλασσόμενο, ότι η ισοτιμία των νομισμάτων είναι μεταβαλλόμενη, ακόμη και με μεγάλη κατά καιρούς διακύμανση. Πέραν δε τούτου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγόμενης, οι υπάλληλοι της τράπεζας είχαν εντολή να εξηγούν στους πελάτες-υποψήφιους δανειολήπτες, τους όρους των δανείων και τις επιπτώσεις που θα είχαν οι τυχόν διακυμάνσεις τόσο ως προς το ποσό της δόσης όσο και ως προς το άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ενώ παράλληλα χορηγούσαν σ αυτούς σχετικό έγγραφο ενημέρωσης για τα στεγαστικά δάνεια, στο οποίο αναφέρεται ξεκάθαρα και με απόλυτη σαφήνεια ο «συναλλαγματικός κίνδυνος» που μπορεί να προκύψει σε περίπτωση υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, όταν δεν υπάρχουν εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο αλλά σε ευρώ, όπως εν προκειμένω και συγκεκριμένα η επιβάρυνση τόσο της μηνιαίας δόσης όσο και του άληκτου κεφαλαίου καθώς και να γίνεται αναλυτική ενημέρωση αναφορικώς με τις συνέπειες επιλογής του δανειολήπτη σε ελβετικό φράγκο και να γίνεται σύγκριση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων αυτού εν συγκρίσει με την λήψη του δανείου σε ευρώ. Εξάλλου, το ότι ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος προέβη στη διαπραγμάτευση με τους υπαλλήλους της τράπεζας για τη σύναψη του δανείου και εν συνεχεία ενημέρωσε την σύζυγο του πρώτη ενάγουσα, γνώριζε για την ισοτιμία στο δάνειο του, αποδείχθηκε και από την κατάθεση του μάρτυρα του, ο οποίος κατέθεσε, πως οι ενάγοντες γνώριζαν για την μεταβολή των συναλλαγματικών ισοτιμιών, πλην όμως εκτίμησαν, ότι υπό τις οικονομικές συνθήκες, που επικρατούσαν κατά την σύναψη του δανείου, δεν θα επέρχετο τέτοιου βαθμού υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Εξάλλου, αμφότεροι οι ενάγοντες είναι άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου, η πρώτη ενάγουσα κατά την σύναψη του δανείου εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος-γραμματέας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο δεύτερος ενάγων, σύζυγος της, εργαζόταν στο Υπουργείο Οικονομικών με την ιδιότητα του τεχνικού υπολογιστών και επομένως μπορούσαν να αντιληφθούν αλλά και αντιλήφθηκαν την έννοια της συναλλαγματικής ισοτιμίας και της οικονομικής λειτουργίας αυτής και ως εκ τούτου τους κινδύνους από την μεταβολή της νομισματικής ισοτιμίας αναφορικώς με το δάνειο που έλαβαν σε ελβετικό φράγκο και μάλιστα διαρκείας 27 ετών. Έτσι, οι ενάγοντες, κατά την υπογραφή της ως άνω δανειακής συμβάσεως, ανέλαβαν τον συναλλακτικό κίνδυνο της ανατροπής της ως άνω ισοτιμίας, όπου η ανατροπή αυτή είναι πιθανή και ενδεχόμενη και μπορούσε να εκτιμηθεί από αυτούς, βάσει της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και από το συνδυασμό των όρων της σύμβασης, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι΄ αυτήν. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η ευνοϊκή ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου, που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της δανειακής συμβάσεως, αλλά και η διαμόρφωση του επιτοκίου βάσει LIBOR, αποτέλεσε το βασικό κίνητρο, βάσει του οποίου οι ενάγοντες προχώρησαν με δική τους βούληση και επιλογή στη σύναψη τους, αλλά και το αντιστάθμισμα του κινδύνου διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επίσης, όσον αφορά την πληροφόρηση των εναγόντων για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν έλαβε χώρα τόσο προφορικά, όσο και με την παράδοση σ αυτούς του σχετικού εγγράφου ενημέρωσης για τα στεγαστικά δάνεια, στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς ο «συναλλαγματικός κίνδυνος» που μπορεί να προκύψει σε περίπτωση υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και κρίνεται επαρκής βάσει της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 που προβλέπει τους τρόπους ενημέρωσης των συναλλασσόμενων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν τους ενημέρωσαν για προϊόντα κάλυψης του κινδύνου, πρέπει να απορριφθεί, διότι απεδείχθη, ότι αν και οι υπάλληλοι της εναγομένης είχαν εντολή να ενημερώνουν τους δανειολήπτες για το πρόγραμμα προστασίας δόσης από μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας καταβάλλοντος οικονομική επιβάρυνση, εντούτοις οι ενάγοντες δεν το επέλεξαν. Ούτε, άλλωστε, για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητος του επιδίκου όρου είναι κρίσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι δεν είχαν εισόδημα σε ελβετικά φράγκα και ως εκ τούτου αγνοούσαν τις συνέπειες της επιλογής τους, διότι, όπως προαναφέρθηκε, στον 14 παρ.2° όρο της συμβάσεως αναφέρεται ρητά, ότι η εξόφληση του δανείου, το οποίο είναι σε ελβετικά φράγκα, θα γίνει με το σε ευρώ ισάξιο του νομίσματος χορήγησης, με βάση την τιμή πώλησης κατά την ημέρα της καταβολής. Επιπλέον έως το 2010, οπότε και άρχισε η σημαντική υποτίμηση του ευρώ, οι ενάγοντες δεν εξέφρασαν κανένα παράπονο σχετικά με την λειτουργία της συμβάσεως.

Περαιτέρω, απορριπτέο ως κατ ουσίαν αβάσιμο τυγχάνει το αίτημα της κηρύξεως του όρου υπ αρ. 14 παρ. 5 της υπό κρίση συμβάσεως, ως καταχρηστικού σύμφωνα με τον Ν.2251/1994 με τον οποίο ορίζεται: «ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνση τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου (δόσεις, έξοδα, ασφάλιστρα, κεφάλαιο) λόγω δυσμενούς για αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ.». Ειδικότερα, ο όρος αυτός δεν ενέχει ανάληψη εκ μέρους των συμβαλλομένων οιασδήποτε υποχρεώσεως, ούτε επιφέρει οιασδήποτε μορφής έννομες συνέπειες, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.2251/1994, αλλά, αντιθέτως, είναι πληροφοριακός-επεξηγηματικός της έννοιας του συναλλαγματικού κινδύνου που απορρέει από την επιλογή του δανειολήπτη για χορήγηση του δανείσματος σε αλλοδαπό νόμισμα επισημαίνοντας απλώς σ' αυτόν (δανειολήπτη), ότι σε περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η οποία είναι δυσμενής για τον δανειολήπτη, ήτοι σε περίπτωση υποτιμήσεως του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου στο μέλλον, ο δανειολήπτης καθώς και ο εγγυητής αυτού θα αναλάβουν τον σχετικό συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι θα καταβάλλουν την αντίστοιχη επιβάρυνση από την υποτίμηση αυτή. Με τον όρο αυτό η εναγομένη Τράπεζα ανταποκρίνεται στο σχετικό καθήκον διαφώτισης (αρ. 288 Α.Κ., Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 και ιδίως κεφάλαιο Β παρ. 2 περιπτ. χ) έναντι των αντισυμβαλλομένων της σχετικώς με την επεξήγηση των συνεπειών από την επιλογή αυτών να λάβουν το δάνεισμα σε ελβετικό φράγκο. Συνοψίζοντας θα πρέπει να σημειωθεί, ότι, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες επέλεξαν, εν γνώσει των σχετικών κινδύνων, να δανειοδοτηθούν σε άλλο νόμισμα προκειμένου να επωφεληθούν από την χαμηλότερη δόση των επίδικων δανείων, βάσει της ισχύουσας κατά το χρόνο σύναψης αυτών ισοτιμίας των δύο νομισμάτων και το χαμηλότερο επιτόκιο λόγω LIBOR. Η δε δυσμενής εξέλιξη της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων σε βάρος του ευρώ με τη ραγδαία συναλλαγματική πτώση του έναντι του ελβετικού φράγκου, αποτελούσε ενδεχόμενο που εμπεριεχόταν στην έννοια του συναλλακτικού κινδύνου που ανέλαβαν οι ενάγοντες και ως εκ τούτου δεν μπορεί λόγω αυτής της δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών, να θεωρηθεί εκ των υστέρων άκυρος ο σχετικός όρος των συμβάσεως που καταρτίσθηκε

Παρατήρηση. Στην ετικέτα του ιστολογίου "ελβετικό φράγκο" υπάρχει πλήθος άλλων αποφάσεων που ακολουθούν την αντίθετη άποψη, ιδώς στο ζήτημα της ενημέρωσης του δανειολήπτη για τους κινδύνους του δανεισμού σε ελβετικό φράγκο. Με αναλυτική και επιστημονική εξήγηση και όχι με τηλεγραφικές "αναλύσεις" όπως αυτές της δημοσιευόμενης απόφασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis