Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ερημοδικία, διαταγή πληρωμής, ανακοπή, εκτέλεση, τράπεζες, εγγύηση, αισχροκερδής δικαιοπραξία, διαφώτιση, διαφάνεια, κατάχρηση δικαιώματος.

Περίληψη. Ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής από σύμβαση τραπεζικής πίστωσης. Διαδικασία Τακτική. Σώρευση ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής και κατά επιταγής προς πληρωμή. Ερημοδικία πρώτης ανακόπτουσας πιστούχου. Εφαρμογή άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ και στη διαδικασία των ανακοπών. Απορρίπτει ανακοπή και επικυρώνει διαταγή πληρωμής ως προς την πρώτη ανακόπτουσα οφειλέτιδα, που δεν έλαβε μέρος στη δίκη. Δεύτερη ανακόπτουσα εγγυήτρια της σύμβασης τραπεζικής πίστωσης. Απορρίπτει κοινούς λόγους ανακοπής και πρόσθετους λόγους ανακοπής της περί προσβολής της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, λόγω καταχρηστικών ΓΟΣ στη σύμβαση τραπεζικής πίστωσης και περί ένστασης ελευθερώσεως εγγυήτριας, αφού η καθ’ ης δανείστρια δεν καθυστέρησε ούτε αμέλησε την επιδίωξη της ικανοποίησής της. 

Έγκυρη η παραίτηση της εγγυήτριας από την ένσταση διζήσεως. Άκυρη η σύμβαση εγγυήσεως κατά τους όρους των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, ως αισχροκερδούς και καταπλεονεκτικής σε βάρος της εγγυήτριας. Παραβίαση ειδικής υποχρέωσης διαφώτισης, διαφάνειας και αληθείας εκ μέρους της καθ’ ης πιστώτριας τράπεζας προς την εγγυήτρια της σύμβασης πίστωσης. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν τον σχετικό πρόσθετο λόγο ανακοπής της εγγυήτριας και ακυρώνει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς πληρωμή κάτωθι εκτελεστού τίτλου αυτής ως προς την εγγυήτρια ανακόπτουσα, λόγω παραβίασης των άρθρων 178-179 ΑΚ και της ειδικής υποχρέωσης ενημέρωσής της εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας.

Παρατήρηση. ΕΥΓΕ στον Πρωτοδίκη κ. Γ. Παντελίδη που δεν φείσθηκε κόπου να ασχοληθεί με αυτά τα νευραλγικά ζητήματα παραθέτοντας λεπτομερέστατες, εξαντλητικές αιτιολογίες αποδεικνύοντας, συνάμα, και την σπουδαία νομική παιδεία του. Ακράδαντα πιστεύω ότι η απόφαση αυτή αποτελεί υπόδειγμα, παράδειγμα της συνταγματικής επιταγής για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία! (Γ.Φ) .
 
                                         Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου 92 / 2016

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Γεώργιο Παντελίδη, Πρωτοδίκη.

Κατά το νέο άρθρο 272 ΚΠολΔ (όπως τέθηκε στη θέση του καταργηθέντος άρθρου 272 με το άρθρο 30 του Ν.3994/2011, ΦΕΚ Α 165/25.7.2011), αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή. Εξάλλου, τα άρθρα 1-591 ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις ειδικές διαδικασίες, όταν δεν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, εντάσσονται στο σύστημα της εκάστοτε ειδικής διαδικασίας, δε διασπούν την τελολογική του ενότητα και καθίστανται μέσα για την πραγμάτωση των βασικών του σκοπών (βλ. Μητσόπουλου, ΕΕΝ 1954.495, ΝοΒ 1986.768). Η τακτική διαδικασία είναι κατά κανόνα δυσκίνητη και μακρά, ενώ αντιθέτως για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων η ανάγκη επιτάχυνσης της δικαστικής προστασίας υπαγορεύεται από την ίδια τη φύση του αντικειμένου τους (π.χ. πιστωτικοί τίτλοι). Για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών προβλέφθηκαν απλούστερες και ταχύτερες ειδικές διαδικασίες (βλ. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, σελ.791). 
Περαιτέρω, η ερμηνεία των νόμων είναι απαραίτητη ορισμένες φορές και είναι τόσο γραμματική όσο και τελολογική, με γνώμονα δηλαδή το γράμμα του νόμου, αλλά και τον σκοπό του νομοθέτη (ratio legis). Έτσι για να κατανοηθεί πλήρως μία διάταξη πρέπει να προσεγγίσει κανείς και να προσδιορίσει τον σκοπό της. Ως σκοπός νοείται ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης. Επίσης, για την ερμηνεία των νόμων, εκτός από τη γραμματική ανάλυση του κειμένου και την εξακρίβωση του σκοπού του νόμου είναι απαραίτητη και η ιστορική ερμηνεία, δηλ. η εξακρίβωση του νοήματος που απέδωσε στο κείμενο ο νομοθέτης. Νομοθέτης δεν είναι το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο που συνέταξε ή εισηγήθηκε τον νόμο, αλλά η ενιαία βούληση του οργάνου, από το οποίο πήγασε ο νόμος σε μια δεδομένη στιγμή. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες αποτελούν συχνά πολύτιμο βοήθημα στην ερμηνεία του νόμου. Προπαρασκευαστικές εργασίες είναι οι αιτιολογικές εκθέσεις, οι εισηγήσεις στις επιτροπές συντάξεων των νόμων, τα πρακτικά συζήτησης των επιτροπών και της Βουλής, τα σχέδια νόμων, οι τροπολογίες και κάθε άλλη ιστορική πηγή. Από τη μελέτη των στοιχείων αυτών βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα για τις ανάγκες που προκάλεσαν τη θέσπιση του νόμου και για τις σκέψεις που οδήγησαν στη διατύπωση του κειμένου, που βοηθούν κυρίως στην κατανόηση από τον ερμηνευτή του σκοπού του νόμου και του νοήματος που πρέπει να δοθεί στον νόμο υπό τις σημερινές συνθήκες, που ίσως επιβάλλουν αλλαγή του αρχικού νοήματος. Στην περίπτωση του νέου άρθρου 272 ΚΠολΔ, στην αιτιολογική έκθεση του Ν.3994/2011 για τον «Εξορθολογισμό και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Α. Γενικά. Επί της αρχής. Με την υπ’ αριθ. 31919/09.04.2010 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συστήθηκε ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τη διατύπωση προτάσεων με σκοπό την επιτάχυνση και τον εξορθολογισμό της πολιτικής δίκης. Η επιτροπή αυτή, αφού μελέτησε τις υποβληθείσες προτάσεις φορέων της πράξεως και τα κατά καιρούς εκπονηθέντα σχέδια τροποποιήσεων του ΚΠολΔ, ιδίως δε εκείνο της Επιτροπής, που συστήθηκε με την υπ’ αριθ. 66492/13.06.2008 Υπουργική Απόφαση, ορισμένες από τις προτάσεις του οποίου υιοθετήθηκαν, προέβη στη διατύπωση σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιούνται όσες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ αποδείχθηκαν μέχρι σήμερα προβληματικές. Οι τροποποιήσεις αυτές, αποβλέπουν στην απλοποίηση της διαδικασίας και στην επιτάχυνσή της, με απόλυτο σεβασμό πάντως της συνοχής και της αρχιτεκτονικής του ΚΠολΔ. Προκρίθηκαν έτσι τροποποιήσεις σε ζητήματα όπου υπάρχει αδήριτη ανάγκη νομοθετικής επέμβασης, Μόνον οι πρακτικά εφαρμόσιμες τροποποιήσεις, οι οποίες εκσυγχρονίζουν ή επιταχύνουν και εν γένει βελτιώνουν εμφανώς την παροχή έννομης προστασίας ή αίρουν μακροχρόνιες διαφωνίες που διχάζουν ή ταλαιπωρούν αδικαιολόγητα την πράξη, αποτελούν αντικείμενο της μεταρρύθμισης. Με τα άρθρα 29-33 του σχεδίου τροποποιούνται διατάξεις που αφορούν στην ερήμην δίκη. Η κατάργηση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας και η εισαγωγή του συστήματος της μονομερούς συζητήσεως από τον Ν.2915/2001, για να διευκολυνθεί η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και για να αποφεύγονται καθυστερήσεις (υπενθυμίζεται ότι το σύστημα των επαχθών συνεπειών από την ερημοδικία υιοθετήθηκε επίσης για την απλούστευση και επιτάχυνση της ερήμην δίκης) κατά κοινή ομολογία δικαστών και δικαζομένων δεν απέδωσε. Δεν έλυσε κανένα απολύτως πρόβλημα και στην πράξη όχι μόνον δεν επιτάχυνε την πρόοδο της δίκης, αλλά την επιβράδυνε κιόλας. Αποτελεί υποκρισία το λεγόμενο ότι το σύστημα της μονομερούς συζητήσεως προωθεί το αίτημα της ουσιαστικής ανασυνθέσεως της αλήθειας. Όπως ορθά υπογραμμίζεται (βλ. Ματθία, Ο ΚΠολΔ μετά το Ν.2915/2001, σ. 242, Νίκα, Πολιτική Δικονομία II, 2005, 70 αριθ.5) συζήτηση με απόντα διάδικο παύει να αποτελεί συζήτηση, είναι συζήτηση «εικονική», για να τηρηθούν απλώς τα προσχήματα. Ελάχιστα συμβάλει στην ανεύρεση της αλήθειας, ενώ προκαλεί και ανυπέρβλητες ερμηνευτικές δυσχέρειες, όταν ο απών διάδικος έχει ήδη καταθέσει προτάσεις. Σημαίνει ακόμη η μονομερής συζήτηση, πέρα από την επιβράδυνση της διαδικασίας, και πρόσθετη επιβάρυνση των δικαστηρίων. Η συζήτηση διαρκεί περισσότερο, συχνά άνευ αποχρώντος λόγου, η μελέτη της υποθέσεως κι η διατύπωση της σχετικής αποφάσεως χρειάζονται αναμφίβολα περισσότερο χρόνο. Στο σύστημα αυτό καταλογίζεται επιπλέον και το μειονέκτημα ότι περιπλέκει και δυσχεραίνει την εξέλιξη της ερήμην δίκης, συχνά δε παρασύρει στη διεξαγωγή αποδείξεων που εκ των υστέρων αποδεικνύονται περιττές (βλ. Ποδηματά, Ο ΚΠολΔ μετά το Ν.2915/2001, σελ. 111επ., 120-121). Ένα απλό παράδειγμα από το δίκαιο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αποδεικνύει του λόγου το αληθές: συχνά η ανακοπή αυτή περιέχει πολλούς λόγους, που αφορούν σε δυσδιάγνωστες ενστάσεις καταχρήσεως δικαιώματος, πλαστογραφίας κλπ., ο δε ανακόπτων δεν κάνει καν τον κόπο να προσέλθει στο δικαστήριο για να τις τεκμηριώσει. Γιατί θα πρέπει, τότε, να καταπιαστεί ο δικαστής με όλα αυτά τα θέματα, να εξετάσει μάρτυρες, να χάσει πολύτιμο χρόνο στο βωμό του αφηρημένου ιδανικού της ανευρέσεως της ουσιαστικής αλήθειας, η οποία ποδηγετείται άλλωστε από τους διαδίκους που έχουν την πρωτοβουλία προσαγωγής ή μη του αποδεικτικού υλικού, της επικλήσεως ή όχι των αποδεικτικών μέσων κλπ. Ο δικαιολογητικός λόγος, επομένως, της επαναφοράς των συνεπειών της ερημοδικίας με τη θεσπιζόμενη νέα διάταξη του άρθρου 272 ΚΠολΔ, ήταν η επιτάχυνση και απλούστευση της διαδικασίας, καθώς το σύστημα της μονομερούς συζήτησης από τον Ν.2915/2001, όχι μόνο δεν επιτάχυνε την πρόοδο της δίκης, αλλά την επιβράδυνε κιόλας. Ως παράδειγμα, επιβράδυνσης της διαδικασίας, αλλά και πρόσθετης επιβάρυνσης των δικαστηρίων η ως άνω αιτιολογική έκθεση δεν επικαλείται μια αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή, αλλά μία ανακοπή με πολλούς λόγους που αφορούν σε ενστάσεις κατάχρησης και πλαστογραφίας κι επομένως εκδικάζεται στις περισσότερες περιπτώσεις κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων. Προκρίθηκε, κατά συνέπεια, η επάνοδος στο καθεστώς των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας, το οποίο ίσχυε 170 περίπου χρόνια και το οποίο ανταποκρίνεται πληρέστερα προς τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της διάθεσης και της συζήτησης, προωθεί δε και τη βασική αρχή της οικονομίας της δίκης. Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 271 και 272 του ΚΠολΔ, έχουν, κατά το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, αφού δεν έρχονται σε αντίθεση με καμία ειδική διάταξη των άρθρων 637 έως 646 ΚΠολΔ. Η λύση αυτή συμπορευόμενη και με την ταχύτητα εκδίκασης των σχετικών διαφορών, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης με την ως άνω διαδικασία, προκύπτει εξ αντιδιαστολής και από το άρθρο 642 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι στη διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται μεταξύ άλλων, η επί των μικροδιαφορών ισχύουσα και ακριβώς την εφαρμογή των άρθρων 271 και 272 αποκλείουσα διάταξη του άρθρου 469 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. Βερβεσό στη Δίκη 6.514 και στη Δίκη 5.551), παραπέρα δε και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης σε άλλες ειδικές διαδικασίες, που δεν θέλησε την καθιέρωση του συστήματος των ειδικών συνεπειών της ερημοδικίας, όπως π.χ. στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, θέσπισε την ειδική ρύθμιση του άρθρου 672 ΚΠολΔ, με την οποία όρισε ότι, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αντίθετο επιχείρημα προς τα ανωτέρω δεν προκύπτει από το άρθρο 644 ΚΠολΔ, με το οποίο αποκλείεται στη διαδικασία των διαφόρων από πιστωτικούς τίτλους η ανακοπή ερημοδικίας, αφού ο αποκλεισμός της ανακοπής ερημοδικίας στην εν λόγω διαδικασία, γενόμενος από την ανάγκη της γρήγορης επιλύσεως των σχετικών διαφορών (πρβλ. Πρακτ. Συντ. Επιτρ. ΚΠολΔ τομ. Ε΄, σελ.131, 433επ. και Πρακτ. Αναθ. Επιτρ. ΚΠολΔ, 598), δεν σημαίνει αναγκαίως και αποκλεισμό της εφαρμογής των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ. Ούτε αυτό μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.12 του Ν.2479/1997, που αντικ. το άρθρο 643 παρ.2 του ΚΠολΔ, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη δεν αναφέρεται ειδικά και ρητά στις συνέπειες της ερημοδικίας, όπως η διάταξη του άρθρου 672 ΚΠολΔ, αλλά αποβλέπει στην αναλογική εφαρμογή των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ σχετικά με τη δια της συζητήσεως σε μια δικάσιμο όλων εκείνων των ισχυρισμών, που αφορούν στους πιστωτικούς τίτλους. Ειδικότερα, ο Ν.2479/1997 στο κεφάλαιο που αναφέρεται ως «Επιτάχυνση Πολιτικής Δίκης» και στο άρθρο 643 ΚΠολΔ, που τιτλοφορείται ως «Απόφαση παραχρήμα», αντικαθιστά το άρθρο 643 παρ.2 για λόγους απλούστευσης και επιτάχυνσης της διαδικασίας. Γι’ αυτό και αντικαθιστά το άρθρο 643 παρ.2, χωρίς να το καταργεί. Δηλαδή, η παρ.2 του άρθρου 643 ΚΠολΔ που αφορούσε στη δυνατότητα του δικαστή να παραπέμψει σε ιδιαίτερη συζήτηση εκείνους τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, αλλά δεν αποδεικνύονται παραχρήμα, αντικαθίσταται με την ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 649 (όπως ίσχυε τότε) και 650 ΚΠολΔ. Η ρύθμιση αυτή έρχεται σαν συνέπεια της κατάργησης της δυνατότητας παραπομπής των μη αποδεικνυομένων παραχρήμα ισχυρισμών σε ιδιαίτερη συζήτηση. Η προηγούμενη ρύθμιση ήταν ομολογουμένως χρονοβόρα, αφού επέτρεπε στο διάδικο, που ήθελε να τηρήσει παρελκυστική τακτική, να προβάλει ισχυρισμούς, που δεν αφορούσαν τον τίτλο, αλλά την υποκείμενη αιτία με σκοπό να παραπεμφθούν οι ισχυρισμοί του αυτοί σε ιδιαίτερη συζήτηση. Η νέα αυτή ρύθμιση του νομοθέτη αποσκοπούσε στην τήρηση της αρχής της οικονομίας της δίκης, δια της συζητήσεως σε μια δικάσιμο όλων των ισχυρισμών (βλ. ΔΙΚΗ Σεπτεμβρίου 1997, παρατηρήσεις γύρω από τις νέες δικονομικές ρυθμίσεις του Ν.2479/1997). Άλλωστε, στην εισηγητική έκθεση του Ν.2479/1997, στο άρθρο 5 παρ.11 αναφέρονται τα εξής: «Με την παρ.11 προτείνεται τροποποίηση των διατάξεων περί πιστωτικών τίτλων προς τον σκοπό όπως απλουστευθεί και επιταχυνθεί η διαδικασία, η οποία επιβάλλεται να είναι ταχεία, επειδή αφορά ανακοπές κατά διαταγής πληρωμής που έχουν ως βάση πιστωτικούς τίτλους. Έτσι καταργείται η παραπομπή των ισχυρισμών σε μία ιδιαίτερη συζήτηση με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας των μισθωτικών διαφορών» (βλ. Κώδικα Νομικού Βήματος, έτος 1997, 45-Α, σελ.137). Επομένως, στη διάταξη του άρθρου 649 παρ.1 ΚΠολΔ αποσκοπούσε ο νομοθέτης και όχι στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Αυτό συνάγεται κι από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ.12 του Ν.2479/1997 εντάσσεται στο άρθρο 643 ΚΠολΔ, που τιτλοφορείται ως «Απόφαση παραχρήμα», ακριβώς διότι αποβλέπει ο νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 649, ότι δηλαδή απόφαση για διεξαγωγή απόδειξης δεν θα εκδίδεται, προκειμένου να εκδίδεται και στους πιστωτικούς τίτλους απόφαση παραχρήμα. Αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να καταργήσει με την ανωτέρω διάταξη το τεκμήριο ομολογίας στους πιστωτικούς τίτλους, εκτός του ότι θα επέλεγε ρητή και ειδική ρύθμιση, όπως στις άλλες ειδικές διαδικασίες, θα είχε εντάξει τη σχετική ρύθμιση στο άρθρο 637 ή στο άρθρο 642 ΚΠολΔ, όπου αναφέρονται στη διαδικασία και στις εφαρμοστέες διατάξεις κι όχι στο άρθρο 643 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην έκδοση απόφασης παραχρήμα. Εν κατακλείδι, οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 271 και 272 του ΚΠολΔ, σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι έχουν, κατά το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, καθώς εντάσσονται στο σύστημα των διαφορών αυτών, δεν διασπούν την τελολογική του ενότητα, αλλά, αντιθέτως, καθίστανται μέσα για την πραγμάτωση των βασικών του στόχων, ήτοι την οικονομία της δίκης και την άμεση ανάγκη δικαστικής προστασίας, ενώ εναρμονίζονται και με τον σκοπό του νομοθέτη του άρθρου 29 του Ν.3994/2011 για επιτάχυνση και απλούστευση της πολιτικής δίκης (ΜονΠρΛαρ 47/2012, ΜονΠρΧαν 200/2011, ΕιρΑθ 84/2013 Νόμος). Τις περισσότερες φορές, δε, η ανακοπή έχει ως σκοπό, εκ μέρους των ανακοπτόντων, προσπάθεια να κερδίσουν απλά χρόνο, πριν καταβάλουν το ποσό της απαίτησης, που ενσωμάτωνε το αξιόγραφο. Δεν θα είχε, συνεπώς, κανένα νόημα, ο μεν ανακόπτων να ερημοδικεί, διότι γνωρίζει και ο ίδιος, ότι οι λόγοι της ανακοπής του δεν μπορούν να ευσταθήσουν, ο δε δικαστής να εξετάζει σε κάθε περίπτωση όλους του μη βασίμους λόγους, γεγονός που δεν θα συντελούσε στην αναμενόμενη ταχύτητα έκδοσης της απόφασης. Εξάλλου, τα ίδια ως άνω ισχύουν και για την περίπτωση της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής των άρθρων 933-934 ΚΠολΔ, αφενός μεν, διότι, σε περίπτωση που ο εκτελεστός τίτλος κάτωθι του οποίου υπάρχει η επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος, βασίζεται σε πιστωτικούς τίτλους, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμοστέα είναι η ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους και στις ανακοπές που εκδικάζονται βάσει αυτών (άρθρα 623επ., 635επ. ΚΠολΔ), αφετέρου δε, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για τον ίδιο σκοπό που επιδιώκεται από τον νομοθέτη για την ταχεία διεκπεραίωση των διαφορών επί ανακοπών που αφορούν εν γένει την αναγκαστική εκτέλεση, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης, προς αποφυγή δε, επιπλέον, της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επί των σωρευόμενων ανακοπών. Άλλωστε, ακόμη κι αν θεωρηθεί παγίως εφαρμοστέα αυτοτελώς για την εκδίκαση των ανακοπών στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης η τακτική διαδικασία, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως προστεθ. με το άρθρο 19 παρ.2 του Ν.4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012, βάσει της οποίας, στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παρ.1 περ.α΄ ΚΠολΔ, ισχύει ευθέως και η εφαρμογή του άρθρου 272 ΚΠολΔ, ώστε επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας στο πρόσωπο του εναγομένου κατά την τακτική διαδικασία και για το πρόσωπο του ανακόπτοντος, ο οποίος εξομοιώνεται δικονομικά με αυτόν, και γίνεται δεκτό ότι η ανακοπή του είναι απορριπτέα κατ’ ουσίαν, δίχως την ουσιαστική εξέτασή της, όταν δεν παρίσταται στη συζήτηση ο ανακόπτων (βλ. Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος Ι, 1998, σελ.659επ., Κεραμέως, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, 1986, σελ.253, ΕφΑθ 467/1994 ΕλλΔνη 36.672, ΕφΑθ 3265/1986 ΕλλΔνη 27.1181, ΜονΠρΛαρ 177/1994 Δ 26.920, ΜονΠρΘηβ 88/1992 Δ 23.706, ΜονΠρΤρικ 536/1988 Αρμ 1988.1237). Τα ίδια προφανώς για την ταυτότητα του νομικού λόγου και τη σκοπιμότητα της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας, ισχύουν απολύτως και για την περίπτωση της εκδίκασης των ανακοπών αυτών με την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, οπότε εφαρμόζονται και τα άρθρα 1-590 αυτού (και οπωσδήποτε η ΚΠολΔ 271).

Περαιτέρω, η άμυνα του οφειλέτη κατά του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση δυνάμει διαταγής πληρωμής είναι διπλή. Δικαιούται, ασκώντας μεν την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, να αρνηθεί τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής (623-624 ΚΠολΔ) ή και την ύπαρξη της απαίτησης, ασκώντας δε την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εκτέλεσης, που κινήθηκε σε βάρος του με βάση τον συγκεκριμένο τίτλο (ΕφΘεσ 1955/1989 Αρμ 45.1237). Η ύπαρξη των δύο ενδίκων βοηθημάτων επιβάλλει την οριοθέτησή τους, ιδίως όταν ο οφειλέτης αντιμάχεται για τους ίδιους λόγους το κύρος της διαταγής πληρωμής. Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί με τη διαδικασία των άρθρων 624-634 ΚΠολΔ, σε κάθε απαίτηση, ανεξαρτήτως αιτίας, εφόσον αυτή και το οφειλόμενο ποσόν αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 632 παρ.1, 3 ΚΠολΔ, ο καθ’ ου οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο και καταρχήν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 513/1978 ΝοΒ 27.379), κατ’ εξαίρεση δε, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, τότε η εκδίκαση της ανακοπής θα γίνει κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας (ΑΠ 97/1978 ΝοΒ 27.25, ΕφΑθ 7984/1990 ΑρχΝ 42.328). Η ανακοπή κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ μπορεί να αφορά είτε την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής ως τίτλου, τη συνδρομή δηλ. των νομίμων προϋποθέσεων εκδόσεώς της είτε την ύπαρξη της απαίτησης, ήτοι, τόσο τις αντιρρήσεις αναφορικά με τις τυπικές ελλείψεις του τίτλου, όσο και αυτές που θίγουν τη γένεση, άσκηση ή απόσβεση της απαίτησης, ενώ μπορεί να ασκήσει και ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά της επισπευδομένης με βάση τη διαταγή πληρωμής αναγκαστικής εκτέλεσης και να προβάλει αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα της πράξης εκτελέσεως ή του εκτελεστού τίτλου, τα ελαττώματα της εκτελεστικής διαδικασίας ή την απαίτηση. Παράλληλη επίκληση των ίδιων λόγων ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ως αντιρρήσεων κατά της εκτέλεσης, δεν αποκλείεται, καθόσον, παρά το διαφοροποιημένο αίτημά τους, μπορεί να στηρίζονται στους ίδιους λόγους, που αφορούν είτε τον τίτλο είτε την απαίτηση, κατ’ επιτρεπτή αντικειμενική σώρευση ανακοπών (ΚΠολΔ 218 § 1). Κατ’ άρθρο 633 §1 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Aπό την παρ.2 του άρθρου 633 ΚΠολΔ προβλέπεται ως πρώτιστη προϋπόθεση εφαρμογής της για την άσκηση δεύτερης, πέραν εκείνης του άρθρου 632, ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ότι ο οφειλέτης δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή, ειδάλλως η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή (ΠολΠρΘεσ 8975/1995 Αρμ 1996.1232), έστω κι αν η συζήτηση της πρώτης ανακοπής ματαιώθηκε (ΕφΑθ 5455/1994 ΕΕμπΔ 1996.612). Σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεσή της είναι ότι ο δανειστής, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή, προβαίνει σε δεύτερη επίδοσή της προς τον οφειλέτη, η οποία θέτει σε κίνηση νέα προθεσμία δέκα (10) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση, μέσα στην οποία ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Σε αντίθετη περίπτωση, τυχόν δεύτερη επίδοση της διαταγής στον οφειλέτη παραμένει χωρίς έννομη σημασία, από την άποψη της παρ.2 του άρθρου 633 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5455/1994, ΠολΠρΘεσ 8975/1995, ΜονΠρΑθ 4375/2002 Αρμ 2003.993), η δε ασκούμενη ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. 
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Ν.4055/2012 (ΦΕΚ Α 51/12.03.2012, με έναρξη ισχύος τη 2-4-2012), ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο εκδόσαν τη διαταγή πληρωμής ειρηνοδικείο ή μονομελές πρωτοδικείο. Η ανακοπή εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παρ.1 περ.α΄ ΚΠολΔ. Η διάταξη δε του άρθρου 643 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του ιδίου νόμου, προβλέπει ότι τα άρθρα 649 και 650 εφαρμόζονται αναλόγως. Ας σημειωθεί, ότι η προϊσχύσασα παρ.3 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας, έχει καταργηθεί με τον Ν.4055/2012, καθώς περιεχόμενο πλέον της τρίτης παραγράφου της διάταξης του άρθρου 632 ΚΠολΔ έχει καταστεί η ρύθμιση σχετικά με την αναστολή της διαταγής πληρωμής. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τη ratio legis του Ν.4055/2012, συνάγεται, ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των δικών των ανακοπών, με τον καθορισμό λίαν σύντομου χρόνου συζήτησής τους. Ο σκοπός αυτός, άλλωστε, διατρέχει, το σύνολο των διατάξεων του Ν.4055/2012, που αφορούν τον ΚΠολΔ, διατυπώνεται δε ρητά και στην αιτιολογική έκθεση αυτού. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι από τη θέση σε ισχύ του Ν.4055/2012 (02.04.2012), η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ), όπως και η ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 19 του Ν.4055/2012) εκδικάζεται συλλήβδην κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635επ. ΚΠολΔ), ακόμη και εάν η απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, εκδικάζεται σε περίπτωση έγερσης αγωγής, σύμφωνα με την τακτική ή άλλη (πλην των πιστωτικών τίτλων) ειδική, διαδικασία, καταργούμενης ουσιαστικά, εν γένει, της τακτικής διαδικασίας στις ανωτέρω ανακοπές. Άλλωστε, αν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη, θα διατυπωνόταν διαφορετικά η νέα παρ.2 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, δηλαδή θα παρέπεμπε ρητά, ως προς την εκδίκαση των ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής, στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 635επ. ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν γενικά τις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους, και όχι ειδικά και μόνο στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 643 ΚΠολΔ (το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στις διατάξεις των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ). Επομένως, κατά την ορθότερη άποψη, την οποία υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, με τις ως άνω τροποποιήσεις, που επέφερε ο Ν.4055/2012, δεν καταργείται η τακτική διαδικασία εκδίκασης ανακοπών, είτε της διάταξης του άρθρου 632 είτε της διάταξης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, αλλά εισάγεται μία νέα, «ιδιάζουσα» διαδικασία, η οποία διατηρεί μεν την ταυτότητά της ως «τακτική διαδικασία», φέρει, όμως, ορισμένα πρόσθετα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που προσιδιάζουν στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά, των διατάξεων των άρθρων 643 και 591 §1 περ.α΄ ΚΠολΔ. Συνεπώς, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που αφορά απαίτηση, που προέρχεται από σύμβαση πίστωσης, καθώς κι η επισπευδόμενη για την ικανοποίησή της αναγκαστική εκτέλεση, δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Από τον συνδυασμό δε των άρθρων 585 παρ.2, 632 παρ.1, 216 παρ.1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Συνεπώς, πρέπει να προσδιορίζονται τα περιστατικά που αποτελούν την ιστορική τους βάση, αναλυτικά και με εξειδίκευση των ελλείψεων, διαδικαστικών ή ουσιαστικών, που δικαιολογούν ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 489/1997 ΕλλΔνη 39.103, ΕφΑθ 4360/1999 ΕλλΔνη 41.1387), στην αντίθετη δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 49.424, ΑΠ 489/1997 ΕλλΔνη 39.103, ΑΠ 1210/1995 ΕλλΔνη 1997.1782, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009.819, ΕφΘεσ 2788/2009 ΔΕΕ 2009.819). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με την παρ.1 του άρθρου 18 του Ν.2915/2001 και εκ νέου με το άρθρο 11 του Ν.3043/2002, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα (30) ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες, πριν από τη συζήτηση.

Με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτουσες ζητούν την ακύρωση της υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, καθώς και της κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής από 6-6-2011 επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει των οποίων επιτάσσονται να καταβάλουν στην καθ’ ης τράπεζα το συνολικό ποσό των 54.059,47 €, για τους ειδικότερους λόγους ανακοπής που εκθέτουν στο δικόγραφο αυτό και αφορούν: α) ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκρούει στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη, επειδή κατέθεσε την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρότι η πρώτη ανακόπτουσα είχε προβεί σε διακανονισμό της οφειλής της προς την καθ’ ης, β) ότι η καθ’ ης η ανακοπή ενήργησε παράνομα και καταχρηστικά, ήτοι ενάντια στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, επιδίδοντας τη διαταγή πληρωμής χωρίς επιταγή προς πληρωμή, προκειμένου να αποστερήσει από τις ανακόπτουσες το δικαίωμα άσκησης ανακοπής και αίτησης αναστολής της εκτέλεσης, γ) ότι το αντίγραφο εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής δεν εμπεριέχει στην επιταγή προς εκτέλεση ούτε το ποσοστό του τόκου υπερημερίας ούτε αναφέρει σε τι ποσό ανέρχονται οι τόκοι, αλλά κάνει μόνο μια γενική και αόριστη αναφορά, χωρίς να εξειδικεύει τα ποσά που επιτάσσονται να καταβάλουν στην καθ’ ης, οπότε ουδεμία νομική συνέπεια μπορεί να επιφέρει εις βάρος τους και δ) ότι με την καθ’ ης έχει επέλθει συμφωνία για διακανονισμό και ήδη η πρώτη ανακόπτουσα έχει προβεί σε ορισμένες καταβολές ποσών, συνολικού ύψους 8.500 ευρώ, τα οποία δεν αφαιρέθηκαν όμως από τη συνολική οφειλή και ενώ της είχε παρασχεθεί προφορική διαβεβαίωση τον Δεκέμβριο του 2010 εκ μέρους των εκπροσώπων της καθ’ ης ότι δεν πρόκειται να προχωρήσουν σε πράξη εκτέλεσης εναντίον της, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της αγοράς και των ανακοπτουσών και επειδή δεν υπάρχει πρόθεση να αποφύγει η οφειλέτρια τις δανειακές της υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας, έχει ήδη εξοφλήσει τμηματικά την οφειλή της και διαθέτει ακίνητη περιουσία αξιόχρεη, την οποία προτίθεται να εκποιήσει για την ικανοποίηση των αξιώσεων της καθ’ ης τράπεζας σε βάρος της. Τέλος, οι ανακόπτουσες ζητούν την καταδίκη της καθ’ ης τράπεζας στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης για την παρούσα δίκη.

Με το υπό κρίση δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, η δεύτερη ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, καθώς και της κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής από 6-6-2011 επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει των οποίων επιτάσσονται οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στην καθ’ ης τράπεζα το συνολικό ποσό των 54.059,47 €, για τους ειδικότερους πρόσθετους λόγους ανακοπής που εκθέτει στο δικόγραφο αυτό και αφορούν: α) ότι η δεύτερη ανακόπτουσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια με την καθ’ ης, τελούσα ήδη σε σχέση εργασιακής εξάρτησης με την πρώτη ανακόπτουσα, πρωτοφειλέτρια, ως υπάλληλος στην επιχείρηση της ιδίας και του συζύγου της με την επωνυμία ……, ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει το τραπεζικό δάνειο ως εγγυήτρια υπό το καθεστώς πίεσης και φόβου μήπως σε περίπτωση άρνησής της απολυθεί από την εργασία της, την οποία είχε ανάγκη για τη διαβίωσή της, και χωρίς να είναι σε θέση διαπραγματευτικής ισχύος έναντι της πρωτοφειλέτριας, η οποία την καθησύχασε και την παραπλάνησε ότι επρόκειτο για μία απλή και τυπική εξυπηρέτησή της, στερούμενη δε πείρας και γνώσης από τραπεζικές συναλλαγές σχετικά με δάνεια και ότι υπέγραψε τη σύμβαση τραπεζικού δανείου στο κατάστημα εργασίας της και όχι στο κατάστημα της τράπεζας, χωρίς καμία σχετική ενημέρωση από την καθ’ ης για τις συνέπειες της πράξης της, επικαλούμενη την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 140-143 ΑΚ, β) ότι η σύμβαση ανοικτού δανείου, στην οποία υπέγραψε και η ίδια ως εγγυήτρια, περιέχει καταχρηστικούς και άκυρους ΓΟΣ αναφορικά με το πρόσωπό της, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του Ν.2251/1994 «Περί προστασίας καταναλωτών», διαταράσσουν υπέρμετρα σε βάρος της ως καταναλωτή την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών και δη ισχυρίζεται ότι στην περίπτωση των καταχρηστικών και άκυρων ΓΟΣ εμπίπτουν μία σειρά από όρους της επίδικης σύμβασης ανοικτού δανείου (3.2: μονομερής μείωση ή αύξηση του πιστωτικού ορίου από τράπεζα, 4.3: μονομερής μεταβολή συμβατικών επιτοκίων από τράπεζα, 7.2: καταγγελία της σύμβασης από τράπεζα, 7.4: υποχρέωση της τράπεζας σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης να ενημερώσει με επιστολή τον οφειλέτη και τον εγγυητή για το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο της πίστωσης κατά τον χρόνο καταγγελίας και κλεισίματος του λογαριασμού, κάτι που δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με συνέπεια να μην έχει ενημερωθεί σχετικώς από την καθ’ ης), γ) ότι η επίδικη σύμβαση ανοικτού δανείου δεν πρόκειται για σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και είναι αόριστη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ως προς την αιτία της απαίτησης της καθ’ ης σε βάρος τους, δ) ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ (ένσταση ελευθερώσεως), η δανείστρια τράπεζα από δικό της πταίσμα δεν κατάφερε να ικανοποιηθεί στην απαίτησή της έναντι της πρωτοφειλέτριας- πρώτης ανακόπτουσας, καθότι αδράνησε επί μακρόν να στραφεί εναντίον της επί 2 έτη (2009-2011), με συνέπεια να καταστεί αυτή αφερέγγυα οικονομικά, αφού στο χρονικό αυτό διάστημα προσημειώθηκε η ακίνητη περιουσία της υπέρ άλλων δανειστών, με συνέπεια να αναγκαστεί πλέον η καθ’ ης να στραφεί σε βάρος της εγγυήτριας για την ικανοποίηση της αξίωσής της από την επίδικη σύμβαση δανείου, γεγονός που συνιστά συντρέχον πταίσμα της τράπεζας, εξαιτίας του οποίου πρέπει η εγγυήτρια να τύχει της σχετικής ελευθέρωσης από τη δανειακή οφειλή και ότι η παραίτηση της δεύτερης ανακόπτουσας από την ένστασης της ΑΚ 862 δεν είναι ισχυρή, διότι αφενός, η ως άνω συμπεριφορά της τράπεζας δεν αντιστοιχεί σε απλή ελαφρά αμέλεια, αλλά σε βαρύτερο πταίσμα, αφετέρου, διότι θεσπίστηκε με άκυρο και καταχρηστικό ΓΟΣ στη σύμβαση δανείου, ε) ότι ως εγγυήτρια ευθύνεται λόγου του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού και για τις απαιτήσεις της δανείστριας κατά της πρωτοφειλέτριας από τη σύμβαση, την εκπλήρωση της οποίας δεν εγγυήθηκε, ότι σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας των συναλλαγών, κατά τα άρθρα 847, 848, 850 παρ.1 και 851 ΑΚ, ως εγγυήτρια ευθύνεται μέχρι του ποσού της κύριας οφειλής, ήτοι της εγγυηθείσας πίστωσης και ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής όχι μόνο η κύρια σύμβαση οφειλής, αλλά κι η σύμβαση εγγύησης, πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και στ) ότι δεν αναγράφεται στο σώμα της επιταγής προς εκτέλεση το συνολικό ποσό που οφείλουν οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στην καθ’ ης και ότι επικουρικώς, η νόμιμη αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την επίδοση δικογράφου ή άλλου εγγράφου και τη σύνταξη έκθεσης επίδοσης ανέρχεται σε ποσό 23 €, ενώ με την επίδικη επιταγή προς πληρωμή επιτάσσεται να καταβάλει ποσό 50 ευρώ προς την καθ’ ης, που υπερβαίνει το όριο και πρέπει να ακυρωθεί κατά το ποσό των 27 €. Τέλος, η δεύτερη ανακόπτουσα ζητεί την καταδίκη της καθ’ ης και της πρώτης ανακόπτουσας στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης για την παρούσα δίκη.

Με βάση αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, οι υπό κρίση σωρευόμενες ανακοπές παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπο (ΚΠολΔ 14 §2, 22, 584, 585 §2, 591§1, 625, 632 §1, όπως αντικ. με το άρθρο 14 § 1 του Ν.4055/2012, 633 §1, 933 §§1-2, 934 §§1α΄-β΄-2), εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία των ανακοπών, αφού και η διαφορά από την απαίτηση με βάση σύμβαση ανοικτού τραπεζικού δανείου, για την οποία εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος (διαταγή πληρωμής), βάσει του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτουσών, δικάζεται με αυτήν (EφAθ 7984/1990 AρχN 42.328), ασκήθηκαν δε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 68, 583, 585, 632, 633, 924, 927, 933§1, 934 §§1α΄-β΄-2, 176, 191§2 ΚΠολΔ, καθόσον αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και της από 6-6-2011 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αυτού, τους επιδόθηκε νομίμως κι εμπροθέσμως, στις 20-8-2009 και στις 21-8-2009 αναφορικά με την υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγή πληρωμής και στις 16-6-2011 αναφορικά με την από 6-6-2011 επιταγή προς πληρωμή, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθ. 10821/20-8-2009 και 10848/21-8-2009 και τις υπ’ αριθ. 2597Β΄/16-6-2011 και 2598Β΄/16-6-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου Φώτιου Κουμελά, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων διατάχτηκαν οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 54.059,47 ευρώ και εν συνεχεία, άσκησαν τις κρινόμενες σωρευόμενες στο από 27-6- 2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 δικόγραφο ανακοπές έναντι της καθ’ ης, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μετά της από 6-6-2011 επιταγής προς πληρωμή, χωρίς να υπολογίζονται Κυριακές, αργίες και Σάββατα, που μεσολαβούν (ΑΠ 323/2007 Νόμος, ΑΠ 421/2005 ΕλλΔνη 2005.1076, ΑΠ 1488/2004 ΕΕΝ 2005.294), δεδομένου ότι επρόκειτο για δεύτερη επίδοσή της στις ανακόπτουσες από την καθ’ ης, αφού η πρώτη (μόνο της διαταγής πληρωμής) είχε γίνει στις 20-8-2009 και στις 21-8-2009 χωρίς την άσκηση ανακοπής εκ μέρους τους (ΚΠολΔ 633 παρ.2). Επίσης, η ανακοπή που προσβάλλει την από 6-6-2011 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγής πληρωμής ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, καθόσον, επειδή πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης για την έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 934 §1α΄ και β΄ ΚΠολΔ, είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 934, σελ.423, σημ.21), οι οποίες ουδέποτε έλαβαν χώρα μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, επομένως δεν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών (ΚΠολΔ 934 §2). Σημειωτέον, ότι με το ίδιο δικόγραφο ανακοπής, οι ανακόπτουσες ασκούν σωρευτικά τόσο την ανακοπή των άρθρων 632 §1-633 §1 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης που ενσωματώνει, όσο και την ανακοπή των άρθρων 933-934 §§1-2 ΚΠολΔ, κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, προβάλλοντας αντιρρήσεις κατά της παρά πόδας επιδοθείσας σε βάρος τους επιταγής προς εκτέλεση (ΚΠολΔ 918). Πρόκειται για δύο χωριστές ανακοπές, οι οποίες ασκούνται αυτοτελώς, όχι επικουρικά υπό την έννοια του άρθρου 219 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι προσβάλλουν με τον ίδιο λόγο ανακοπής διαφορετικές πράξεις ανεξαρτήτως παραδοχής η μία της άλλης -και για τούτο δεν γεννάται ζήτημα εκκρεμοδικίας μεταξύ τους (ΚΠολΔ 222)- η μεν τον εκτελεστό τίτλο και την ενσωματωμένη σε αυτόν απαίτηση της καθ’ ης, πριν την έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης, η δε την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση της ιδίας απαίτησης με τον ίδιο τίτλο, και οι οποίες σωρεύονται παραδεκτώς, αντικειμενικώς, στο ίδιο δικόγραφο. Είναι δε επιτρεπτή η σώρευσή τους, κατ’ άρθρο 218 §1 ΚΠολΔ, καθόσον και οι δύο υπάγονται στην καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου, δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 635επ.), δεν είναι αντιφατικές κι η συνεκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση (ΕφΑθ 5326/2007 ΕλλΔνη 2008.1099, ΕφΑθ 2497/1998 ΕλλΔνη 39.916). Έκαστον δε των αιτημάτων συνιστά αυτοτελή ανακοπή σε βάρος της καθ’ ης (ΑΠ 60/1967 ΝοΒ 15.740, βλ. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 933, σελ.412, αρ.136, Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, παρ.161α, σελ.443-446). Σχετικά δε με το από 23-6-2015 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 636/Τ.Μ.Αν./130/26-6-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, ασκήθηκε παραδεκτώς, νομίμως κι εμπροθέσμως, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και συγκεκριμένα (ΑΠ 999/2013 Νόμος), κατατέθηκε στις 26-6-2015 και επιδόθηκε στης καθ’ ης η ανακοπή και στην πρώτη ανακόπτουσα στις 21-9-2015 και στις 14-10-2015, αντίστοιχα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. τις υπ’ αριθ. 6567/21-9- 2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αγλαϊας Ανδριοπούλου και υπ’ αριθ. 4976/14-10-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου Σοφίας Καραμανώλη).

Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. 3838/3-7-2014 και 3841/4-7- 2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου…, οι ανακόπτουσες κλήθηκαν νομίμως κι εμπροθέσμως στη δικάσιμο της 12-11-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 24-6-2015 και τη δικάσιμο της 25-11-2015, στην οποία δεν εμφανίσθηκε η πρώτη ανακόπτουσα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου και δεν έλαβε μέρος στη συζήτησή της, για την οποία, ωστόσο, δεν ήταν αναγκαίο να κληθεί εκ νέου, διότι, κατ’ άρθρο 226 §4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί σε άλλη δικάσιμο, εφόσον στην αρχική είχε κλητευθεί ο απολειπόμενος διάδικος, νομίμως κι εμπροθέσμως, για την εμφάνισή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή του, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ` αναβολή δικάσιμο. Επομένως, δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση της πρώτης ανακόπτουσας στην παρούσα δικάσιμο, καθότι, αν και απολειπόμενη, είχε νομοτύπως κλητευθεί να παραστεί στην προηγούμενη δικάσιμο (12-11-2014), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 281/2011 Νόμος) και είχε λάβει γνώση, έχοντας παραλάβει για λογαριασμό της η σύνοικος θυγατέρα της, ........., κατ’ άρθρα 122, 123, 124, 125, 126§1, 127§1, 128 §§1, 2, 3 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον η πρώτη ανακόπτουσα δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση αυτή, πρέπει να απορριφθούν οι σωρευόμενες ανακοπές της στο από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 δικόγραφο ανακοπή της και να επικυρωθεί η υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου με την από 6-6-2011 επιταγή προς πληρωμή της καθ’ ης κάτωθι του κοινοποιηθέντος αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση και επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ’ ης τα αναγραφόμενα σε αυτήν ποσά, κατ’ εφαρμογή όσων αναφέρθηκαν αναλυτικά στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας (άρθρα 272, 591 §1, 937 §3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας λόγω της ήττας της και της αντίστοιχης νίκης αυτής στην παρούσα δίκη (ΚΠολΔ 106, 176, 191 §2, 585 §1, 63, 65, 66, 68§1, 84 ΚωδΔικ-Ν.4194/2013), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, ενόψει του άρθρου 20 του Συντάγματος, πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας ως προς την ανακοπή των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ, ενώ δεν ορίζεται για την ανακοπή των άρθρων 933-934 ΚΠολΔ, διότι στην έκταση που η απόφαση αφορά αυτήν, δεν επιτρέπεται η άσκηση τέτοιου ενδίκου μέσου (ΚΠολΔ 937 §1 περ.2΄).

Εξάλλου, αναφορικά με το πρόσωπο της δεύτερης ανακόπτουσας, σχετικά με τους λόγους ανακοπής που προβάλλει με το από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 δικόγραφο ανακοπή της, καθώς και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής που προβάλλει με το από 23-6-2015 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 636/Τ.Μ.Αν./130/26-6-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής της, λεκτέα τα εξής:

Καταρχήν, ως προς τον πρώτο λόγο ανακοπής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 7/2002 ΕλλΔνη 43.681, ΟλΑΠ 19/1998 ΕλλΔνη 1998.310,ΟλΑΠ 17/1995,ΟλΑΠ 62/1990 Νόμος,ΑΠ 13/2004 ΑρχΝ 2004.724). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του κι επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 312/2002 ΕλλΔνη 44.143). Πλην όμως, εν προκειμένω, σε καμία περίπτωση η συμπεριφορά της καθ’ ης δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, διότι δεν προκύπτει ότι δημιούργησε στις ανακόπτουσες την πεποίθηση ότι δεν προτίθεται να εισπράξει την απαίτησή της που απορρέει από την ως άνω καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, αντίθετα, επιδίωξε να επικοινωνήσει με την πρώτη ανακόπτουσα, πρωτοφειλέτρια, και να ρυθμιστεί η οφειλή της, με σκοπό να αποπληρωθεί, ενώ προ της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής της επέδωσε εξώδικη πρόσκληση, ζητώντας την καταβολή του καθυστερούμενου ποσού. Οι ισχυρισμοί της ως άνω ανακόπτουσας πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι και αβάσιμοι, καθώς από την επίδοση της καταγγελίας στις 3-3-2009 μέχρι την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, στις 3-7- 2009, μεσολάβησαν τέσσερεις (4) μήνες, κατά τους οποίους η τράπεζα όχλησε επανειλημμένως την πρώτη ανακόπτουσα να τακτοποιήσει την οφειλή, αλλά αυτή αδιαφόρησε. Παρά το γεγονός ότι είχε υπάρξει μία προφορική υπόσχεση από μέρους της για ρύθμιση, όπως συνομολογείται, αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς η πρώτη ανακόπτουσα δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταβολή προς την τράπεζα, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί η τελευταία να προχωρήσει στην κατάθεση της αιτήσεως περί εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ανακοπής της ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Ως προς τον δεύτερο λόγο ανακοπής, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι η καθ’ ης δεν ήταν δυνατόν να επιδώσει την επιταγή προς πληρωμή, καθώς η επίδοση έγινε στις 21-8-2009 και η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ακόμα και αυτή η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να λάβει χώρα τον μήνα Αύγουστο (940Α ΚΠολΔ). Επιπλέον, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 631 και 632 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, προβλέπεται ότι από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό, ο οφειλέτης δικαιούται μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία να ασκήσει ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτελέσεως. Η επίδοση αυτή μπορεί να είναι μόνο προς γνώση και δεν απαιτείται να συνοδεύεται από επιταγή προς εκτέλεση. Εξάλλου, μετά τη δεύτερη κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής, μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά της επιταγής προς εκτέλεση, δυνάμει των άρθρων 938 και 934 ΚΠολΔ, όπως πράγματι ασκήθηκε από τη δεύτερη ανακόπτουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ.437/2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναστολής της. Ειδικότερα, αφού οι ανακόπτουσες άσκησαν την από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 κρινόμενη ανακοπή, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθ’ ης την 30-6- 2011, η δεύτερη ανακόπτουσα άσκησε επιπλέον την από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1028/Τ.Μ.Αν./90/30-6-2011 ανακοπή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθ’ ης στις 4-7-2011. Επισυναπτόμενη στην αίτηση αναστολής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ήταν η δεύτερη ως άνω ανακοπή με αριθμό κατάθεσης 1028/Τ.Μ.Αν./90/30-06-2011, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθ’ ης μεταγενέστερα από την πρώτη εκ των ανωτέρω, χωρίς όμως να αναφέρεται παραίτηση από την πρώτη ως άνω ανακοπή της. Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει η δεύτερη ανακοπή λόγω της εκκρεμοδικίας με την προγενέστερη αυτής υπ’ αριθ. κατάθεσης 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 ανακοπή (ΚΠολΔ 221επ.). Επομένως, ο ισχυρισμός των ανακοπτουσών ότι λόγω της επίδοσης της διαταγής πληρωμής προς γνώση, τους στέρησε η καθ’ ης το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτελέσεως, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί.

Ως προς τον τρίτο λόγο ανακοπής, λεκτέα τα εξής: Βάσει του άρθρου 924 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση», σε συνδυασμό με την πάγια θέση θεωρίας και νομολογίας (ΑΠ 194/1995, ΑΠ 1303/1988 Νόμος), προκύπτει ότι το ακριβές ποσό του τόκου δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην επιταγή, διότι το μεν ποσοστό του ορίζεται εκ του νόμου, το δε καταβλητέο ποσό των τόκων μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ανωτέρω ποσοστού και του ενδιάμεσου, έως την ημερομηνία εξόφλησης, χρονικού διαστήματος. Εφόσον έγινε αυτός ο διαχωρισμός της οφειλής στην επιταγή, αυτή παρουσιάζει την κατά νόμο απαιτούμενη πληρότητα και επομένως στερείται ερείσματος ο ισχυρισμός των ανακοπτουσών σε ό,τι αφορά την αοριστία του ακριβούς ποσού των τόκων και τη συνακόλουθη ανακρίβεια του συνόλου της απαιτήσεως της καθ’ ης σε βάρος τους. Άλλωστε, η παράλειψη καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιταγής, αφού ο υπολογισμός μπορεί να γίνει με ακρίβεια από τα γνωστά δεδομένα της, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των τόκων, η διάρκεια του χρέους κλπ. (ΑΠ 479/1999 ΕλλΔνη 41.80). Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 57 του Ν.Δ.17- 7/13.08.1923, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 924 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επιταγή πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του οφειλόμενου ποσού, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση του ιστορικού κάθε κονδυλίου. Δεν είναι, δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σ` αυτή όλο το χρονολογικό ιστορικό του κάθε κονδυλίου, αφού αυτό θα κατέληγε σε μια λεπτομερειακή και όχι ευσύνοπτη αναφορά. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ` αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτωθεν του οποίου γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαια, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός -στοιχείο που σαφώς συνάγεται από την προσκομιζόμενη επιταγή προς πληρωμή κατά των ανακοπτουσών- αυτή παρουσιάζει πληρότητα και εναπόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Επιπλέον δε, ούτε το ποσοστό ΕΦΤΕ ούτε το ποσοστό της εισφοράς του Ν.128/1975 αλλά ούτε και το ποσοστό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής και η αναφορά του ακριβούς επιτοκίου δεν είναι απαραίτητο στοιχείο (ΑΠ 194/1996 ΕλλΔνη 37.102, ΕφΑθ 7606/2002, ΕφΑθ 2659/1992 ΕλλΔνη 35.456, ΕφΑθ 1115/1992 ΕλλΔνη 35.455, ΜονΠρΑθ 5467/2002 ΝοΒ 51.1659). Άλλωστε, οι ανακόπτουσες γνωρίζουν το συμβατικό επιτόκιό τους, το οποίο τους γνωστοποιήθηκε και στη σύμβαση που υπέγραψαν, αλλά και κάθε μήνα με τον μηνιαίο λογαριασμό που τους αποστελλόταν από την τράπεζα. Παράλληλα, όσον αφορά το επιτόκιο, υπάρχει απόλυτη ακρίβεια, και τούτο διότι στην επιταγή προς πληρωμή ζητείται έντοκο το ποσό του κλεισίματος με συγκεκριμένο επιτόκιο, δηλαδή 2,5% πάνω από το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο και με αφετηρία υπολογισμού του εκτοκισμού επίσης συγκεκριμένη, δηλαδή από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης (4-3-2009) και είναι απλά θέμα μαθηματικού υπολογισμού ο ακριβής υπολογισμός του. Επομένως, πρέπει κι αυτός ο λόγος ανακοπής τους να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Ως προς τον τέταρτο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτουσες αναφέρουν πως είχε επέλθει συμφωνία διακανονισμού, ενώ συγχρόνως ήδη από τον Δεκέμβριο του 2010 είχε παρασχεθεί και προφορική διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει η τράπεζα σε κανένα καταδιωκτικό μέτρο εναντίον τους. Πλην όμως, όπως συνομολογείται και προέκυψε ανωτέρω, η συμπεριφορά της πρώτης ανακόπτουσας, πρωτοφειλέτριας, αποδείχθηκε παραπλανητική και αντισυμβατική, καθώς παρά το γεγονός ότι είχε υπάρξει μία προφορική πρόταση για ρύθμιση, αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταβολή προς την τράπεζα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η τελευταία να προχωρήσει στην κατάθεση της αιτήσεως περί εκδόσεως διαταγής πληρωμής, για την προστασία των συμφερόντων της από τη μεταξύ τους ως άνω σχέση ανοικτού δανείου. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η συμπεριφορά της καθ’ ης ήταν αντιφατική και προδήλως καταχρηστική εξ αυτού του λόγου και πρέπει ο σχετικός λόγος ανακοπής τους να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Σημειωτέον ότι, πέραν της ερημοδικίας της πρώτης ανακόπτουσας, που αποτελεί νόμιμο λόγο για την απόρριψη της ανακοπής της, αναφορικά με το πρόσωπό της, ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν στο σύνολό της, όπως προεκτέθηκε, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει το Δικαστήριο κι από την απόρριψη των επιμέρους, ως άνω, λόγων ανακοπής της, ως αβάσιμων κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τις προδιαλαμβανόμενες αιτιολογίες και σκέψεις, δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί που εμπεριέχονται στο δικόγραφο της κοινής από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 ανακοπής τους, είναι κοινοί και απορρίπτονται για αμφότερες τις ανακόπτουσες ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν έναντι της καθ’ ης.

Αναφορικά δε με τους λόγους ανακοπής που εμπεριέχονται στο δικόγραφο των από 23-6-2015 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 636/Τ.Μ.Αν./130/26-6-2015 πρόσθετων λόγων ανακοπής, που αφορούν αποκλειστικά τη δεύτερη ανακόπτουσα, ως εγγυήτρια, λεκτέα τα εξής:

Καταρχήν ως προς τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής πέραν της αοριστίας του είναι και αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/ 1994 "Περί προστασίας των καταναλωτών", όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.24 στοιχ.β του Ν.2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά, ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 7/2011, ΑΠ 904/2011 Νόμος). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή Ν.2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 «Σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ.1 αυτής ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ.6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ.1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών". Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη διατάραξη" θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη. Η ανάγκη εναρμονισμένης προς την Οδηγία ερμηνείας επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη", στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ.24 στοιχ.β΄ του Ν.2741/1999 και συνεπώς και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ. είναι η με αυτόν "ουσιώδης ή σημαντική" διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 7/2011, ΑΠ 904/2011 Νόμος). Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ.7 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παρ.6 και 7 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από τον νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και: α) η αρχή της διαφάνειας, β) η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και γ) η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά τη λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματα του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ.2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 14/2007, ΑΠ 7/2011, ΑΠ 904/2011 Νόμος). Εξάλλου, κατ’ άρθρο 2 παρ.β΄ της Οδηγίας 93/13/Ε0Κ "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς, οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες". Επίσης, με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη "να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνα προς τη συνθήκη για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Στην υπό κρίση περίπτωση, η εφαρμογή των Γ.Ο.Σ. προϋποθέτει συμφωνία των συμβαλλομένων, δηλαδή αφενός, δήλωση του χρήστη περί ένταξης των Γ.Ο.Σ στη σύμβαση, αφετέρου, σύμφωνη δήλωση βουλήσεως του πελάτη, προκειμένου οι εν λόγω όροι να καταστούν περιεχόμενο της σύμβασης. Επομένως, δεν πρόκειται περί μονομερούς επιβολής ή εξουσίας μονομερούς δέσμευσης του ισχυρότερου, καθώς, βάσει σταθερής θέσης ισχύοντος δικαίου και νομολογίας (άρθρο 2 παρ.1 και 3 του Ν.2251/1994 - ΕφΑθ 6291/2000 Νόμος), αλλά και παγιωμένης πρακτικής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών, προκειμένου να καταρτιστεί σχετική σύμβαση, διατυπώνονται εκ των προτέρων όροι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, οι οποίοι δεσμεύουν τον καταναλωτή, μόνο εφόσον εξασφαλιστεί η δυνατότητα πραγματικής γνώσης του περιεχομένου τους, γεγονός που τεκμαίρεται και στην εκδικαζόμενη περίπτωση, καθώς η πρώτη ανακόπτουσα, αφού προηγουμένως της υπεδείχθησαν οι όροι και στη συνέχεια ετέθησαν στη διάθεσή της προς γνώση και ενημέρωση (γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η τράπεζα εξασφάλισε τη δυνατότητα πραγματικής γνώσης του περιεχομένου τους, ώστε να μη δικαιολογείται ανυπαίτια άγνοιά της, δεδομένου ότι επρόκειτο για έμπειρη επιχειρηματία στο χώρο του εμπορίου και της αγοράς και δυναμική προσωπικότητα, η οποία διετέλεσε και βουλευτής Χίου, συναίνεσε και αποδέχτηκε την ανάληψη δέσμευσής της σύμφωνα με τους όρους αυτούς, παρέχοντας ρητή συγκατάθεση, αφού έθεσε τελικώς την υπογραφή της στο σχετικό έντυπο και ενέκρινε κατ` επέκταση την κατάρτιση της άνω ως σύμβασης πίστωσης. Εκτιμάται δε ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πρωτοφειλέτριας ανακόπτουσας είναι γενικόλογοι, θεωρητικοί και αόριστοι, βάσει των άρθρων 216 και 585 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως (ΑΠ 194/1995 ΕλλΔνη 37.101, ΕφΑθ 2535/1998 ΕλλΔνη 40.384, ΜονΠρωτΑθ 5467/2002 Νόμος). Προβάλλονται δε αλυσιτελώς εκ μέρους της, αφού δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των Γ.Ο.Σ., ώστε να ερευνηθεί αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες αυτής, εάν δε οι όροι αυτοί επιβλήθηκαν χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ιδίως χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωσή της ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, αφού ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών χρησιμεύει κάθε φορά το δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση (ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005.802). Ιδίως, όμως, δεν εκτίθεται στην ανακοπή πώς οι συγκεκριμένοι ΓΟΣ της επίδικης σύμβασης δανείου επηρέασαν συγκεκριμένα την έννομη σχέση που διαμορφώθηκε μεταξύ αφενός της τράπεζας και αφετέρου της πρωτοφειλέτριας στην πράξη, και δη δυσμενώς σε βάρος της, πώς τυχόν έπληξαν τα συμφέροντά της και πώς επιβάρυναν οικονομικά τη λειτουργία του δανείου και το χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε, υπέρμετρα και καταχρηστικά σε βάρος της. Πρόκειται για αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν. Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί της δεύτερης ανακόπτουσας ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη λόγω καταχρηστικότητας των ΓΟΣ κρίνονται αβάσιμοι κατ’ουσίαν κι απορριπτέοι.

Στη συνέχεια δε, ως προς τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία επιδικάζει κατάλοιπο ανοικτού λογαριασμού, για να είναι ορισμένη και παραδεκτή, θα πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που ανάγονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, μη αρκούσης της γενικής αμφισβήτησης της ορθότητάς του (ΕφΑθ 43/1999 ΕλλΔνη 41.628). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 §1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μπορεί να ζητηθεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624επ. ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής για το οφειλόμενο κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρο 112 ΕισΝΑΚ), εφόσον τούτο είναι ορισμένο κατά ποσό και δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία και υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύονται εγγράφως: α) η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, β) το κλείσιμό του και γ) το υπόλοιπο που προέκυψε από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού. Εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ του πιστούχου και της πιστοδότριας τράπεζας ότι το ύψος της οφειλής του πρώτου προς τη δεύτερη θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και γι` αυτό είναι έγκυρη. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 626 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, παρέπεται ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας πιστοδότριας τράπεζας και του καθ` ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την τελευταία αναγνώριση του υπολοίπου από την πιστούχο μέχρι το κλείσιμο της πίστωσης. Δεν είναι δε απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, από το οποίο προέκυψε το κατάλοιπο, όπως το επιτόκιο υπερημερίας ή το συμβατικό επιτόκιο, βάσει των οποίων κινήθηκε ο λογαριασμός, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας τράπεζας. Περαιτέρω, η διαταγή πληρωμής αποτελεί μόνον εκτελεστό τίτλο και δεν είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό. Απαιτείται όμως να αναφέρει την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ` αυτήν το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αιτία πληρωμής. Επομένως, επί διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, που αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης παροχής πίστωσης από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα στον οφειλέτη ή σε τρίτον με την εγγύηση του οφειλέτη και έκλεισε οριστικά, αρκεί για την πληρότητά της ως προς την αιτία της πληρωμής να αναφέρεται σ` αυτήν ότι το ποσόν του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του οφειλέτη (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή), που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και η κίνηση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού, από την αντιπαραβολή των οποίων, κατά το οριστικό κλείσιμό του προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο (ΑΠ 405/2001 ΕλλΔνη 42.1566, ΕφΠατρ 712/2005 ΔΕΕ 2006.497, ΕφΔωδ 201/2004 Νόμος). Σημειωτέον ότι, αρκεί η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές του δανειστή και του πιστούχου, για τη σύναψη και τήρηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο περιλαμβάνεται κι ο ανοικτός λογαριασμός πίστωσης σε τράπεζα, ο οποίος κινείται με διαδοχή αναλήψεως του δανείου (πίστωσης) από τον πιστούχο και τμηματικές αποδόσεις του από τον ίδιο προς την δανείστρια τράπεζα, με τους οικείους τόκους και προμήθειες, όπως στην επίδικη περίπτωση, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν κατά τη διάρκεια του λογαριασμού έγιναν πράγματι αποστολές και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από έναν από τα συμβαλλόμενα μέρη (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός), (ΑΠ 1795/2007 Νόμος, ΑΠ 79/1995 ΝοΒ 44.628, ΕφΑθ 4058/2012 Νόμος, ΕφΠειρ 619/2009 ΔΕΕ 2011.72, βλ.Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο-Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων (Ι), σ.176). Πάντως, σχετικά με τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, επισημαίνεται ότι δεν φαίνεται ότι η δεύτερη ανακόπτουσα πλήττει ορισμένο συγκεκριμένο κονδύλι του λογαριασμού και εν γένει της ρύθμισης και των όρων του ανοικτού δανείου, που έλαβε η πρώτη ανακόπτουσα από την τράπεζα, αλλά γενικόλογα και θεωρητικά αναφέρεται χωρίς να κατανοείται τι συγκεκριμένα προσβάλει, προκειμένου να ελεγχθεί από το Δικαστήριο για την ακρίβεια και βασιμότητά του και για την πλημμέλειά του, που κατέληξε αιτιωδώς σε βάρος των οικονομικών της συμφερόντων. Ως εκ τούτου, ο σχετικός πρόσθετος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Περαιτέρω, σχετικά με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, η δεύτερη ανακόπτουσα ζητά να ισχύσει το άρθρο 862 ΑΚ στην περίπτωσή της, επικαλούμενη ότι λόγω πταίσματος της τράπεζας έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια και ότι η τράπεζα φέρει ευθύνη, διότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην επιδίωξη της ικανοποίησής της από την πιστούχο (πρώτη ανακόπτουσα). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, η οποία αποτελεί ενδοτικό δίκαιο, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του τελευταίου από τον οφειλέτη. Οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή είναι δύο, ήτοι η αδυναμία ικανοποιήσεως του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και το πταίσμα του δανειστή, εξαιτίας του οποίου επήλθε η αδυναμία. Η πρώτη προϋπόθεση εστιάζεται στις περιπτώσεις εκείνες που από αδιαφορία ή λόγω καθυστέρησης λήψης κατάλληλων μέτρων από τον δανειστή ο πρωτοφειλέτης καθίσταται μετά την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης αναξιόχρεος. Το αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη συναρτάται συνήθως με την πτώχευσή του ή οποιαδήποτε άλλη πραγματική ή νομική κατάσταση, που ευρύτερα δεν επιτρέπει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή κατ’ αυτού, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω στην περίπτωση της πρώτης ανακόπτουσας-πιστούχου. Άλλωστε, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφία ότι η καθ’ ης είχε κοινοποιήσει στις ανακόπτουσες την από 12-1-2009 εξώδικη καταγγελία της επίδικης σύμβασης πίστωσης, με τις υπ` αριθ. 9848 και 9849/3-3-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου Φωτίου Κουμελά και ακολούθως εξέδωσε την υπ` αριθ. 46/2009 προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, την οποία επέδωσε για πρώτη φορά με τις υπ` αριθ. 10848/21-8-2009 και 10821/20-8-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου….., τόσο στην πιστούχο, όσο και στην εγγυήτρια και εν συνεχεία, με τις υπ` αριθ. 2597B` και 2598Β`/16-6-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου Φωτίου Κουμελά, επέδωσε για δεύτερη φορά την ως άνω διαταγή πληρωμής με την από 6-6-2011 επιταγή προς πληρωμή. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει καθυστέρηση από την πλευρά της τράπεζας, ενώ το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ των ενεργειών της αποτελεί πίστωση χρόνου, προκειμένου να ανταποκριθεί η πρωτοφειλέτρια ως πελάτης στην καταβολή της οφειλής της και όχι στην πραγματικότητα καθυστέρηση επιδίωξης είσπραξης των οφειλομένων. Εξάλλου, η τράπεζα έχει στραφεί και κατά των δύο ανακοπτουσών, επομένως, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 862 ΑΚ. Όσον δε αφορά την εξασφάλιση της καταναλωτικής σύμβασης με τη λήψη μόνο προσωπικής ασφάλειας με εγγυητή και όχι εμπράγματης ασφάλειας (ΑΠ 2205/2009, ΑΠ 1506/2005 Νόμος, βλ. Απ.Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, τόμος II, σελ.398-399), η λήψη μόνο προσωπικής ασφάλειας με εγγυητή -και όχι πρόσθετα εμπράγματης ασφάλειας- δεν μπορεί να θεμελιώσει κατά του πιστοδότη ένσταση αποσβέσεως της εγγυήσεως, κατ` άρθρο 862 ΑΚ. Κατ` επέκταση, δεν ελευθερώνεται ο εγγυητής, όταν κατά τον χρόνο της εγγύησης το χρέος δεν ασφαλίζεται επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του πρωτοφειλέτη, αφού δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 862 (ΑΠ 2205/ 2009 Νόμος). Συνακόλουθα, δεν προέκυψε αμέλεια της καθ’ ης, η οποία προέβη στις συνήθεις ενδεδειγμένες και νόμιμες ενέργειες έναντι της πιστούχου για την ικανοποίηση της αξίωσής της από την επίδικη σύμβαση πίστωσης μεταξύ τους. Στην περίπτωση δε της ΑΚ 862, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η υπαίτια ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, μπορεί με αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία να παραιτηθεί ο εγγυητής από την ελευθέρωσή του, για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από ελαφρά αμέλεια. Συνεπώς, είναι επιτρεπτή η εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το ευεργέτημα, που παρέχεται σ’ αυτόν, αλλά μόνο εφόσον έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από ελαφρά αμέλειά του (ΟλΑΠ 6/2000 ΕλλΔνη 2000.337, ΑΠ 1112/2000 ΕΕμπΔ 2000.489, ΑΠ 262/1996 ΕλλΔνη 1997.1083, ΕφΑθ 6480/2006 ΔΕΕ 2007.953, ΕφΠειρ 91/2002 ΕπισκΕΔ 2002.778, ΕφΑθ 7812/1999 ΔΕΕ 2000.292, ΕφΑθ 1140/1996 ΕλλΔνη 1996.1626). Ο δε εγγυητής που έχει παραιτηθεί από την ένσταση του άρθρου 862 ΑΚ, προκειμένου να ελευθερωθεί, πρέπει να ισχυριστεί και αποδείξει, ότι η αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000 ΕλλΔνη 41.337, ΑΠ 1207/1994 ΕλλΔνη 37.330, ΕφΑθ 4002/2000 ΕλλΔνη 2008.1497). Ουδόλως, όμως, απέδειξε η δεύτερη ανακόπτουσα δόλο ή βαριά αμέλεια της τράπεζας σε βάρος της, η οποία δεν προκύπτει βάσιμα ότι ενήργησε αντίθετα από τα συναλλακτικά ήθη και τη συνήθη τραπεζική πρακτική και πάντως, με δόλο ή βαριά αμέλεια. 
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ.2, 632 παρ.1, 633 παρ.1, 216 παρ.1 και 262 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής είτε την ουσιαστική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, υπό την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται, και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, ως αόριστοι (ΑΠ 1210/1995 ΕλλΔνη 38.1782, ΕφΠειρ 127/1999 αδημ., ΕφΑθ 435/1987 ΕλλΔνη 28.1454, ΕφΠειρ 908/1986 ΕλλΔνη 28.469). Για την πληρότητα και το ορισμένο, κατ` άρθρο 216 ΚΠολΔ, του δικογράφου, με την οποία ζητείται η απαλλαγή του εγγυητή με βάση το άρθρο 862 ΑΚ, πρέπει να προσδιορίζεται η αδυναμία του πρωτοφειλέτη με έκθεση: α) των περιουσιακών του στοιχείων, β) της αξίας τούτων, γ) της αιτίας από την οποία έγινε αναξιόχρεος, δηλαδή τυχόν απώλειας ή μείωσης της αξίας αυτών και δ) του χρόνου κατά τον οποίο έγινε αυτό, ώστε να είναι δυνατή η κρίση του Δικαστηρίου τόσο για την αδυναμία του πρωτοφειλέτη, όσο και για τον αιτιώδη σύνδεσμο του επικαλούμενου πταίσματος της δανείστριας τράπεζας (ΕφΑθ 1140/ 1996 ΕλλΔνη 1996.1626). Όμως, η δεύτερη ανακόπτουσα ουδόλως εκθέτει αν η ακίνητη περιουσία της πρωτοφειλέτριας επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τράπεζας ούτε την αξία αυτής κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων και σήμερα. Κατ` επέκταση, πρέπει ο λόγος αυτός της ανακοπής να απορριφθεί ως αόριστος, καθώς δεν προκύπτει η αδυναμία ικανοποιήσεως του δανειστή από την πρωτοφειλέτρια. Σχετικά δε με τον ισχυρισμό περί της μη νομιμότητας της παραίτησης της εγγυήτριας από την ένσταση διζήσεως, η παραίτηση του εγγυητή τραπεζικής σύμβασης από αυτήν δεν αντίκειται καταρχήν στο νόμο, καθόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 851 και 857 αρ.1 ΑΚ (ΜονΠρΠειρ 534/2005. ΝοΒ 2005.706, ΜονΠρΑθ 374/1998 ΔΕΕ 1998.399). Επιπλέον, η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως αποτελεί συνήθη όρο τραπεζικών δανειακών συμβάσεων γενικότερα, στα πλαίσια των οποίων ο εγγυητής, ενόψει της ανάληψης του συνόλου των υποχρεώσεων του οφειλέτη (δηλαδή της πληρωμής παντός οφειλομένου ποσού από κεφάλαιο,τόκους,προμήθειες κλπ.), υποχρεώνεται να παραιτηθεί από το δικαίωμα της διζήσεως, καθώς και από κάθε ευεργέτημα ή ένσταση που πηγάζει από τα άρθρα 853, 858, 862, 866, 867, 868 ΑΚ. Θα ήταν υπέρμετρα δεσμευτικό και αλυσιτελές ένεκα της καθυστέρησης των ενδίκων διαδικασιών να απαιτεί κανείς από τον δανειστή να εξαντλήσει τα δικαστικά μέτρα κατά του πρωτοφειλέτη, για να έχει, στη συνέχεια, δικαίωμα να στραφεί κατά του εγγυητή. Συνεπώς, η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως είναι καταρχήν έγκυρη και νόμιμη (ΑΚ 857 αρ.1) σε τραπεζικούς δανειακούς όρους, όταν ανταποκρίνεται στο εύλογο συμφέρον της τράπεζας. Η ευθύνη του εγγυητή είναι παρεπόμενη σε σχέση με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη. Η ένσταση διζήσεως αποτελεί την κυριότερη έκφραση του επικουρικού και επιβοηθητικού χαρακτήρα της εγγύησης (ΑΠ 61/2003 ΔΕΕ 2003.797). Η ρύθμιση αυτή ωστόσο είναι ενδοτικού δικαίου και η ένσταση διζήσεως μπορεί έγκυρα να αποκλειστεί με παραίτηση του εγγυητή (ανάληψη ευθύνης από εγγυητή ως αυτοφειλέτη), υπό τον όρο ότι η παραίτηση περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο της ΑΚ 849 (βλ. Απ.Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, σελ.64επ.). Ο εν λόγω γενικός όρος της παραίτησης εκ της ένστασης διζήσεως δεν αντίκειται καταρχήν στον νόμο, καθόσον προβλέπεται ρητά σε αυτόν και δεν περιέχει απόκλιση από τις διατάξεις ενδοτικού δικαίου, εφόσον η αναφερόμενη σε αυτόν συμφωνία των συμβαλλομένων μερών εναρμονίζεται με το γράμμα και το πνεύμα τους. Και τούτο, διότι με την παραίτηση από τα δικαιώματα αυτά, δεν συνομολογείται ευθύνη μεγαλύτερη από όση καθορίζει η διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, καθώς ο εγγυητής αναλαμβάνει την ευθύνη για την κύρια οφειλή και τις συνέπειες που προκαλούνται σε αυτήν από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη, και όχι για άσχετες οφειλές προς αυτήν. Η συνομολογούμενη ευθύνη του εγγυητή, θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τη νομική φύση και τον δικαιολογητικό λόγο της σύμβασης εγγυήσεως και ότι δεν καθιστά τη θέση του εγγυητή δυσμενή έναντι της τράπεζας, αφού δεν περιορίζονται με τον τρόπο αυτό θεμελιώδη δικαιώματά του ούτε επαπειλείται η ματαίωση του σκοπού της σύμβασης, που είναι ακριβώς η εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας. Κατά συνέπεια, ο όρος της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως δεν ελέγχεται ως παράνομος και καταχρηστικός λόγω πρόδηλης αντίθεσής του στη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του Ν. 2251/1994, καθώς θεωρείται καταρχήν ότι δεν επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του εγγυητή, αφού δεν προέκυψε συγκεκριμένα κάτι τέτοιο. Με την επιφύλαξη όμως και τον περιορισμό για τη δανείστρια τράπεζα, ότι ο εγγυητής, κατά τη σύναψη της σύμβασης, στο τέλος της οποίας θέτει την υπογραφή του, πρέπει να ενημερώνεται πλήρως από την τράπεζα ότι με τη ρητή αποδοχή του εν λόγω ΓΟΣ, αυτός παραιτείται από ένα ευεργέτημα που παραχωρεί ο νόμος στον εγγυητή, δηλαδή την ένσταση διζήσεως, προκειμένου να πληρούται και η νόμιμη υποχρέωσή της τράπεζας για σαφήνεια και διαφάνεια των όρων της σύμβασης πίστωσης όχι μόνο έναντι στον πρωτοφειλέτη, αλλά και έναντι στον εγγυητή. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, προέκυψε ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν και αυτός ο πρόσθετος λόγος ανακοπής της εγγυήτριας, διότι δεν προέκυψε συγκεκριμένη προσβολή των συμφερόντων της εξ αυτής της αιτίας και μόνον.

Αναφορικά δε με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο ανακοπής κρίνεται ότι πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι η δεύτερη ανακόπτουσα αρκείται σε γενικόλογους ισχυρισμούς περί της ευθύνης του εγγυητή, αλλά και ως αβάσιμος για τον λόγο ότι σύμφωνα με το άρθρο 851 ΑΚ περί της εκτάσεως της ευθύνης του εγγυητή, το οποίο επικαλείται η ίδια «ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή...». Από δε τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από τη λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως εξ ανοικτού λογαριασμού, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού, για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη, δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στη συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον κι αυτή την εγγυήθηκε, δηλαδή αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της ίδιας αρχικής σύμβασης (ΑΠ 248/2014, ΑΠ 1173/2001 Νόμος). Κατά συνέπεια στην προκείμενη περίπτωση, η εγγυήτρια ευθύνεται για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου που προέκυψε από τη λειτουργία της επίδικης σύμβασης πίστωσης, σύμφωνα και με τον όρο 9.1.α αυτής. Πάντως, πέραν των προδιαλαμβανομένων, επισημαίνεται ότι με το συγκεκριμένο πρόσθετο λόγο ανακοπής η δεύτερη ανακόπτουσα δεν διατυπώνει κάποιο ειδικό παράπονο ή πλημμέλεια σε βάρος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και της κάτωθι αυτής επιταγής προς πληρωμή, που να αφορά τη σύναψη ή λειτουργία των συμφωνημένων ρυθμίσεων της επίδικης σύμβασης πίστωσης ούτε ισχυρίζεται ότι είχε συγκεκριμένη δυσμενή επίδραση σε βάρος των οικονομικών της συμφερόντων ούτε προσβάλλει ορισμένο συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και εν γένει της ρύθμισης και των όρων του ανοικτού δανείου που έλαβε η πρώτη ανακόπτουσα από την τράπεζα, αλλά γενικόλογα και θεωρητικά αναφέρεται, χωρίς να κατανοείται και εξειδικεύεται τι συγκεκριμένα προσβάλει με τον λόγο αυτόν ανακοπής της, προκειμένου να ελεγχθεί για την ακρίβεια και τη βασιμότητά του, καθώς και για την τυχόν πλημμέλειά του, εάν όντως κατέληξε αιτιωδώς σε βάρος της ιδίας. Ως εκ τούτου, ο ως άνω πρόσθετος λόγος ανακοπής της πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού, που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτελέσεως η αιτία της απαιτήσεως, η οποία άλλωστε θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή της ανακρίβειας των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Αναφορικά με τον έκτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι στην επιταγή προς εκτέλεση δεν αναγράφεται συγκεκριμένα κάθε ποσό που καλείται να πληρώσει, αλλά το συνολικό ποσό των 50 ευρώ για αμοιβή δικαστικού επιμελητή και ως εκ τούτου η επιταγή προς πληρωμή σε βάρος της είναι άκυρη. O λόγος ανακοπής στην έκταση που αφορά τον προσδιορισμό των τόκων και του επιτοκίου πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το ποσό του τόκου δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή προς πληρωμή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος που θα έχει παρέλθει έως την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής προς πληρωμή (βλ. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 924, έκδ.1997, σελ.284, ΑΠ 474/1999, ΑΠ 194/1995, ΑΠ 72/1995 Νόμος, ΕφΠατρ 445/2005 ΑχαΝομ 2006.364, ΠολΠρΡοδ 61/2004 Νόμος). Επιπλέον, το ποσό της επίδοσης αφορά δύο επιδόσεις (σε έκαστη προς τις δύο ανακόπτουσες), ως εκ τούτου η επιταγή προς εκτέλεση είναι έγκυρη και εύλογη, και δεν πάσχει ακυρότητας. Άλλωστε, αν η επιταγή προς πληρωμή έγινε για ποσό μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο κατά το επιπλέον ποσό (ΑΠ 1771/2001 Νόμος, ΑΠ 675/2001 ΕλλΔνη 42.1574, ΑΠ 194/1995 Νόμος, ΑΠ 310/1992 Δ 23.813), χωρίς να πάσχει, όμως, ακυρότητα για το πράγματι οφειλόμενο ποσό, για το οποίο νόμιμα αρχίζει και προχωρεί η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής κι η κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, τόμ.Α, έκδ.Β, (1983), παρ.115, σελ.304). Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 6-6-2011 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι του αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, γίνεται επαρκώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ανάλυση των αιτούμενων ποσών των τόκων από την αξίωση της καθ’ ης έναντι των ανακοπτουσών με τον χρόνο της ακριβούς έναρξης της τοκοφορίας και το ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, ώστε δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της δεύτερης ανακόπτουσας για αδυναμία γνώσης της περί τούτων, καθόσον ευχερώς ηδύνατο να γνωρίζει το ύψος των τόκων που οφείλει από το χρονικό διάστημα που έχει διαδράμει μέχρι την επιταγή προς πληρωμή, προκειμένου να ελέγξει ως προς τη νομιμότητα και τη βασιμότητά τους. Προς τούτο της επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής, ως άνω. Η καθ’ ης την ενημέρωσε και της έθεσε εύλογη προθεσμία για την εξόφληση της οφειλής με την εξώδικη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, ως άνω, χωρίς ωστόσο να ανταποκριθεί στην υποχρέωση εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου (καταλοίπου), ώστε ευλόγως προέβη έπειτα στην ικανοποίηση των συμφερόντων της με την έκδοση διαταγής πληρωμής, ασκώντας τα συμβατικά και νόμιμα δικαιώματά της, τα οποία πλήττουν μεν τις ανακόπτουσες, αλλά όχι μη νόμιμα ή καταχρηστικά ούτε υπέρμετρα. Ούτε αμφισβήτησαν ούτε επιφυλάξεις εξέφρασαν ούτε εκδήλωσαν αντίρρηση για κάποιο από τα επιμέρους κονδύλια του ποσού της οφειλής τους από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, που να αφορά συγκεκριμένα το κεφάλαιο ή τους τόκους. Ενόψει τούτων, εκτιμάται ότι η επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής είναι επαρκώς ορισμένη, τόσο ως προς το ποσό της απαίτησης και των τόκων, το επιτόκιο, τη χρονική περίοδο και τα λοιπά έξοδα, όσο και κατά τον τρόπο διαμόρφωσης του επιδικασθέντος ποσού (ΑΠ 925/2002, ΑΠ 405/2001, ΑΠ 1458/1999 Νόμος, ΑΠ 592/1999 ΕλλΔνη 41.69, AΠ 1432/1998 ΕλλΔνη 40.92). Συνακόλουθα, απορριπτέος τυγχάνει κι αυτός ο λόγος ανακοπής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς τη παροχή. Εξ αυτών σαφώς συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός μεν, η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά τον χρόνο της συνομολόγησής τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε, η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά την έννοια της εκμετάλλευσης, και του αποτελούντος προϋπόθεση αυτής στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων. Έτσι, για την αναγνώριση ως άκυρης σύμβασης, ως αισχροκερδούς και καταπλεονεκτικής, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις σωρευτικά: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλόμενους και γ) εκμετάλλευση από τον άλλο συμβαλλόμενο της γνωστής σ’ αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλόμενου. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και τις συναλλαγές, μπορεί δε να είναι επακόλουθο της ηλικίας της διανοητικής κατάστασης του προσώπου ή άλλης αιτίας (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005 Νόμος, ΕφΑθ 7955/2006 ΕλλΔνη 50.841). Κουφότητα, η οποία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, της πνευματικής κατάστασης ή άλλης αιτίας, είναι η αδιαφορία κι η αμεριμνησία, από την οποία ο συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του, ενώ ως ανάγκη εννοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής. Αν λείπει ένα από τα άνω στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατ’ άρθρο 179 ΑΚ (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009 ΕλλΔνη 51.1348, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1019/2007 Νόμος, ΑΠ 936/2007 ΕλλΔνη 50.1686, ΑΠ 252/2004 ΕλλΔνη 46.168, ΑΠ 492/2004 ΕλλΔνη 47. 452). Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της (ΑΠ 868/2008, ΑΠ 497/1997 ΕλλΔνη 39.100, ΑΠ 307/1993 ΕλλΔνη 35.1295, ΕφΑθ 7955/2006 Νόμος, ΕφΑθ 304/2002 ΔΕΕ 2002.997, ΕφΠατρ 133/2001 ΑχαΝομ 2002.3). Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την κατάσταση (ανάγκης, κουφότητας, απειρίας) του αντισυμβαλλομένου του επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 Νόμος), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001 ΕλλΔνη 42.1569, ΑΠ 582/1993 ΕλλΔνη 1994 1101, ΕφΑθ 7955/2006 ΕλλΔνη 2009 841, ΕφΑθ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997). Η ακυρότητα αυτή χωρεί ipso iure και δεν απαιτείται παρεμβολή δικαστικής απόφασης. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας. Για το ορισμένο της αγωγής αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η αξία παροχής και ωφελημάτων και η προφανής δυσαναλογία παροχών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, καθώς και η έκθεση περιστατικών που συγκροτούν τις αντικειμενικές (απειρία, ανάγκη, κουφότητα) και την υποκειμενική ως άνω προϋποθέσεις (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 179, σελ.761, αρ.21-22 με παραπομπές σε νομολογία).

Επί του πρώτου δε πρόσθετου λόγου ανακοπής, αποδείχθηκαν τα εξής: H δεύτερη ανακόπτουσα τελούσε σε σχέση εργασιακής και οικονομικής εξάρτησης, ως υπάλληλος και συγκεκριμένα ως πωλήτρια στην επιχείρηση που ανήκε στην πρώτη ανακόπτουσα και στο σύζυγό της, με την επωνυμία… και έδρα την πόλη της Χίου. Η πρώτη ανακόπτουσα, έμπειρη επιχειρηματίας που διοικούσε τη συγκεκριμένη επιχείρηση, με μακρά ιστορία και παράδοση στην αγορά και σημαντικό κύκλο εργασιών, καθώς επίσης και άλλη επιχείρηση που είχε αναλάβει με franchising στο χώρο της κομμωτικής και αισθητικής (κομμωτήρια mod’ s hair) στην πόλη της Χίου, είχε τεράστια εμπειρία περί τα επιχειρηματικά και προφανώς έλαβε το συγκεκριμένο τραπεζικό δάνειο από την καθ’ ης με σκοπό υποστήριξης της επιχειρηματικής της δράσης. Ωστόσο, είναι παράδοξο ότι για την ενίσχυση της εξασφάλισής της έναντι της τράπεζας για το δάνειο ποσού 50.000 ευρώ που έλαβε, επέλεξε την παροχή εγγύησης και δήλωσε ως εγγυήτρια την υπάλληλο της επιχείρησής της, δεύτερη ανακόπτουσα, για την εξασφάλισή της αξίωσης της καθ’ης τράπεζας από τη σύμβαση ανοικτού δανείου, ως προς την εκ μέρους της τήρηση των όρων εξυπηρέτησης της εν λόγω πίστωσης. Ειδικά δε, αν λάβει κανείς υπόψη ότι η δεύτερη ανακόπτουσα πρόκειται για μία μισθωτή πωλήτρια με χαμηλό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία της, εξ ου και ο σύζυγός της εργαζόταν ως ναυτικός, για τη βελτίωση των οικονομικών και της διαβίωσης της οικογένειάς τους. Μάλιστα, η συγκεκριμένη υπάλληλος δεν διέθετε ούτε ακίνητη περιουσία, πλην της κατοικίας της, που φαίνεται ότι αποτελεί το μοναδικό αξιόχρεο περιουσιακό στοιχείο της, στο οποίο ουσιαστικά διαβιώνει η οικογένειά της και απειλείται αθέμιτα και αντίθετα στα χρηστά ήθη να απολέσει σε περίπτωση επίσπευσης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της αξίωσης της τράπεζας σε βάρος της, εξαιτίας της αδράνειας και αδιαφορίας της πρωτοφειλέτριας και εργοδότη της για εξυπηρέτηση του επίδικου δανείου της. Η δεύτερη ανακόπτουσα δεν προέκυψε ότι διαθέτει ιδιαίτερη μόρφωση, εκπαιδευτική, επαγγελματική ή κοινωνική, για να αντιληφθεί τη σημασία της εκ μέρους της σύναψης σύμβασης εγγύησης με την τράπεζα, προκειμένου να εξυπηρετήσει και εξασφαλίσει το δάνειο που είχε λάβει η εργοδότριά της, πρώτη ανακόπτουσα. Το βέβαιον είναι ότι το συγκεκριμένο ποσό αποταμιεύτηκε και έκανε χρήση του αποκλειστικά η τελευταία και ουδεμία ωφέλεια είχε εξ αυτού η ίδια η εγγυήτρια. Ο λόγος που πείστηκε και υποχώρησε στις πιέσεις και επιρροές της εργοδότριάς της να συμβληθεί ως εγγυήτρια στο δάνειο αυτό ήταν εξαιτίας του φόβου απώλειας της θέσης εργασίας της και του μοναδικού της εισοδήματος εξ αυτής, καθώς και η αντικειμενική δυσχέρειά της να αναζητήσει και εξεύρει άλλη εργασία, ειδικά υπό τις παρούσες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες στη χώρα μας που έχουν πλήξει ριζικά την εργασιακή αγορά και έχουν εκτινάξει τον δείκτη ανεργίας, ιδίως δε, όταν πρόκειται για γυναίκα αυτής της προχωρημένης ηλικίας, ανειδίκευτη, χωρίς τυπικά προσόντα εκπαίδευσης ή πιστοποιημένης γνώσης και εμπειρίας. Άλλωστε, όπως η μάρτυράς της κατέθεσε ενόρκως, η πρώτη ανακόπτουσα την παραπλάνησε παρουσιάζοντάς της ότι πρόκειται μόνο για μία απλή και τυπική υπογραφή στο κείμενο της δανειακής σύμβασης, την οποία εκείνη υπέγραψε μάλιστα εντός του καταστήματος της εργασίας της -και όχι στην τράπεζα- υπό την πίεση και επιρροή της εργοδότριάς της, η οποία δεν παραστάθηκε καν στη δίκη αυτή και δεν το αρνήθηκε. Εξαιτίας δε της αδιαφορίας της για εξόφληση της οφειλής της έναντι της τράπεζας, η δεύτερη ανακόπτουσα, ως εγγυήτρια, αγνοώντας τότε το βάρος της συμβατικής ευθύνης που αναλάμβανε, υπό τις ως άνω δυσμενείς περιστάσεις, ένεκα της υπαλληλικής της σχέσης με την πρωτοφειλέτρια, συναίνεσε στην παροχή εγγύησης και υπέγραψε τη σύμβαση αυτή. Η δε τράπεζα, πέραν του ότι δεν έλεγξε προσηκόντως τη δυνατότητά της και το οικονομικό αποθεματικό και βεληνεκές της για την παροχή εγγύησης και την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, δεν μερίμνησε, παραβιάζοντας δε και σχετική συμβατική υποχρέωσή της, όσον αφορά την προσήκουσα ενημέρωσή της, με βάση την αρχή της διαφάνειας των όρων της σύμβασης εγγύησης που συνήφθη μεταξύ τους. Δηλαδή αφενός, δεν έλεγξε τα οικονομικά της στοιχεία, αν μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιο οικονομικό βάρος, δεδομένου ότι το ετήσιο εισόδημά της, περί τις 21.000 ευρώ, υπολειπόταν σημαντικά του οικονομικού βάρους του δανείου, ποσού 50.000 ευρώ, που αναλάμβανε ως αυτοφειλέτιδα, και ενώ η ίδια η πρωτοφειλέτρια είχε πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί σε οικονομικές υποχρεώσεις αυτού του ύψους, όπως και ο σύζυγός της, όπως προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία τους που προσκομίζονται στη δικογραφία, γεγονός που εγείρει σοβαρές απορίες και επιφυλάξεις για την πραγματική οικονομική δυνατότητα της εγγυήτριας να ανταποκριθεί -εν γνώσει της τράπεζας- στην υποχρέωση εξασφάλισης της οφειλής από το συναφθέν δάνειο, ώστε να συμβάλλεται με την τράπεζα με την ελεύθερη βούλησή της και να αναλαμβάνει τόσο επαχθείς υποχρεώσεις, στις οποίες όπως προέκυψε εν τέλει δεν μπόρεσε ευλόγως να ανταποκριθεί. Η πρωτοφειλέτρια επηρέασε προς την κατεύθυνση αυτήν την εγγυήτρια, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητα των συνεπειών της υπογραφής της σύμβασης εγγύησης εκ μέρους της, καθώς κάλλιστα θα μπορούσε να αποταθεί σε πιο φερέγγυα οικονομικά πρόσωπα για την εξασφάλιση της οφειλής της από τη σύμβαση δανείου με παροχή εγγύησης, ακόμη και στον σύζυγό της. Οι οικονομικές δυνάμεις της δεύτερης ανακόπτουσας δεν δικαιολογούσαν την ανάληψη τέτοιων υποχρεώσεων με ελεύθερη βούληση και συνείδηση των πράξεών της. Η πρώτη ανακόπτουσα εκμεταλλεύτηκε την απειρία της και την αδυναμία της, λόγω της υπαλληλικής εξάρτησής τους, τη δεινή επαγγελματική της θέση και την εργασιακή αβεβαιότητα και ανασφάλειά της, για να την επηρεάσει και να της επιβάλει -έστω και με έμμεσο τρόπο- την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης. Η δεύτερη ανακόπτουσα στερούταν διαπραγματευτικής δύναμης και συμβατικής ελευθερίας και εξωθήθηκε στη λύση αυτή, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η πρωτοφειλέτρια την καθησύχασε ότι δεν θα συμβεί κάτι κακό, ότι πρόκειται για απλές τυπικές υπογραφές («για τυπικό ζήτημα») και ανάληψη μιας απλής επικουρικής και υποστηρικτικής συνδρομής στην ίδια («απλή εξυπηρέτηση»). Πλην όμως, η τράπεζα γνώριζε και όφειλε να είχε ενημερώσει σχετικώς την εγγυήτρια για το μέγεθος και τη σοβαρότητα της ευθύνης της, το ύψος της οφειλής που αναλάμβανε, στο ίδιο ύψος με την κύρια οφειλή της πρωτοφειλέτριας, τον κίνδυνο να βρεθεί εκτεθειμένη και για την υπεγγυότητα της μοναδικής της ακίνητης περιουσίας. Μάλιστα, δεν την ενημέρωσε ειδικώς για την πιθανότητα του συμβατικού κινδύνου σε βάρος της, ιδίως μετά την παραίτησή της με ΓΟΣ από την ένσταση διζήσεως και την ένσταση ελευθερώσεως, καθώς και όλες τις υπόλοιπες ενστάσεις προστασίας του εγγυητή, με την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης εγγύησης μεταξύ τους. Έτσι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τράπεζα, ενδεχομένως, διότι η πρωτοφειλέτρια δεν μπορούσε να βρει άλλη ικανή και διαθέσιμη εγγυοδοσία προς εξασφάλιση της καθ’ ης για το δάνειο που έλαβε και το οποίο μόνο εκείνη καρπώθηκε -ουδόλως η εγγυήτρια με την οποία δεν έχουν άλλη πλην της υπαλληλικής σχέσης- εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα, την απειρία και τη δεινή επαγγελματικά και οικονομικά θέση της και της υπέβαλε την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης με δυσμενείς και καταχρηστικούς όρους σε βάρος της. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι θα ήταν εξαιρετικά ανεπιεικές και καταχρηστικό, αντίθετο στην αρχή της αναλογικότητας και της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά καταστρατήγηση της αρχής της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ, να υποχρεωθεί η δεύτερη ανακόπτουσα, ως εγγυήτρια, να αναλάβει εξ ολοκλήρου το βάρος και τις δυσμενείς συνέπειες από τη μη εξυπηρέτηση του εν λόγω δανείου από την πρωτοφειλέτρια έναντι της τράπεζας. Εξάλλου, ουδέν κέρδος ή ωφέλεια προέκυψε για τη δεύτερη ανακόπτουσα από τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης και την ανάληψη της σχετικής επιβάρυνσης έναντι της τράπεζας, που έλαβε χώρα προς όφελος και μόνο της πρωτοφειλέτριας, η οποία αποκόμισε το ισόποσο της σύμβασης πίστωσης, ενώ η εγγυήτρια διατήρησε απλώς την εργασιακή της σχέση. Προφανώς, εκείνη ήταν το αδύναμο διαπραγματευτικά συμβαλλόμενο μέρος κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου και εγγύησης με την τράπεζα, διότι ούτε ειδικές γνώσεις διέθετε από νομικής και οικονομικής απόψεως ούτε είχε ιδιαίτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης έναντι της καθ’ ης ή και έναντι της πρωτοφειλέτριας εργοδότη της. Κατ’ ουσίαν, αποδέχθηκε το κείμενο της σύμβασης με τους όρους που συνήψαν και διαμόρφωσαν η τράπεζα και η πιστούχος, για λογαριασμό και εκείνης. Η ίδια ως εγγυήτρια στερούταν της εμπορικής ιδιότητας, αλλά και του σκοπού σύναψης ή παροχής εγγυοδοσίας υπέρ της πρωτοφειλέτριας, προς εξασφάλιση της τράπεζας για τη λήψη του εν λόγω δανείου. Δεν συμβλήθηκε για δική της επιχειρηματική ή επαγγελματική της δραστηριότητα, αλλά μόνο προς υποστήριξη της επαγγελματικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας της εργοδότριάς της, πρώτης ανακόπτουσας, που ήταν και η τελική αποδέκτης του ποσού του δανείου (ΟλΑΠ 13/2015 Νόμος). Η πρωτοφειλέτρια έπρεπε, για να λάβει το δάνειο από την τράπεζα, να την εξασφαλίσει, ως προς την εξυπηρέτηση των όρων του, με την παροχή ασφάλειας (εγγύησης) από έναν τρίτον, οπότε η περίπτωση της συγκεκριμένης εργαζομένης στην επιχείρησή της ήταν διαθέσιμη και πρόσφορη, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν σε κάθε περίπτωση, εν αγνοία της σοβαρότητας των επαχθών συνεπειών που μπορούσαν να επέλθουν σε βάρος της εγγυήτριας, δεδομένης και της παραίτησής της ως άνω από τις ενστάσεις διζήσεως και ελευθερώσεως έναντι της καθ’ ης τράπεζας, που αποτελούν ευεργετήματα για την περίπτωση του εγγυητή, χωρίς όμως να προκύπτει η ειδική ενημέρωση προς τη δεύτερη ανακόπτουσα και τις αρνητικές συνέπειές ταυτών εκ μέρους της τράπεζας, ως όφειλε εκ του νόμου να είχε πράξει, σύμφωνα και με την αρχή της καλής πίστης και της διαφάνειας των συμβατικών όρων, διότι η εξέλιξη αυτή, υπό τις παρούσες συνθήκες, ήταν ιδιαίτερα δυσανάλογη σε βάρος της εγγυήτριας σε σχέση με τη μηδενική παροχή που η ίδια έλαβε από τη σύμβαση δανείου, ενώ παράλληλα αναλάμβανε ολόκληρη την ευθύνη εξόφλησης του, με υπεγγυότητα της ακίνητης περιουσίας της, όπως η πρωτοφειλέτρια, χωρίς όμως να απολαμβάνει για λόγους ισορροπίας την ωφέλεια από την εκταμίευση και χρήση του δανείου, η οποία περιερχόταν αποκλειστικά στην πιστούχο. Αυτά ήταν γνωστά, τόσο στην πρωτοφειλέτρια, όσο και στην ίδια την τράπεζα, η οποία ως υπεύθυνος πιστωτικός φορέας όφειλε να προβεί πριν από την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης σε ειδική διαφωτιστική, αναλυτική και σφαιρική υπόμνηση προς το ασθενές μέρος, που ήταν η δεύτερη ανακόπτουσα, για τους σοβαρούς κινδύνους που αντιμετώπιζε σε περίπτωση μη εξυπηρέτησης της πίστωσης εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας, όπως και έγινε στην πράξη, η δε υποχρέωση αυτή της τράπεζας για διαφώτιση και αλήθεια προς την εγγυήτρια πηγάζει από την αρχή της καλής πίστης, λόγω της διαπραγματευτικής της υπεροπλίας, της τήρησης ειδικών κανόνων δεοντολογίας ως πιστωτικού ιδρύματος και της σημασίας των παρεχόμενων εργασιών για την εθνική οικονομία, τα οποία δημιουργούν ευθύνη της που δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων με την επιβληθείσα παραίτηση της εγγυήτριας εκ των δικαιωμάτων της (ΑΚ 288 - ΠολΠρΑθ 7241/1999 ΝοΒ 2000.1146). Η τράπεζα υποχρεούταν σε παροχή ενημέρωσης, πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση της εγγυήτριας, και μάλιστα φέρει την ευθύνη να απαντά αληθώς στις ερωτήσεις του εγγυητή, να τον διαφωτίζει αυτεπάγγελτα όταν είναι σαφές από την εμπειρία της ότι δεν έχει αντιληφθεί το αντικείμενο της κύριας συναλλαγής (πίστωσης), για τον κίνδυνο που προκαλείται από την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη και τη μη εξυπηρέτηση του δανείου εκ μέρους του και να μην υποβαθμίζει εν γνώσει της τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής παρουσιάζοντας πλασματικά την ανάληψη της εγγύησης εκ μέρους του ως «απλώς τυπικό στοιχείο» (βλ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2001, σελ.42). Παράβαση της υποχρέωσης αληθείας συνιστά και η παροχή προς τον εγγυητή ελλιπών πληροφοριών που τον οδηγούν σε εσφαλμένη εκτίμηση των συνθηκών κατάρτισης της σύμβασης. Η εσφαλμένη παροχή πληροφοριών επηρεάζει δυσμενώς τη θέση του εγγυητή, καθώς του δημιουργεί εσφαλμένες εικόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εγγυητικής του ευθύνης και με τη δυνατότητα αποτελεσματικής αναγωγής του σε βάρος του πρωτοφειλέτη, σε περίπτωση ενεργοποίησης της ευθύνης του. Δεν αίρεται δε η ευθύνη της τράπεζας από αντίστοιχη υποχρέωση του εγγυητή να ελέγξει ο ίδιος την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη και την προοπτική εξέλιξης της τραπεζικής απαιτήσεως, καθώς η υποχρέωση αληθείας και διαφώτισης εκ μέρους του δανειστή είναι απόλυτη και αυτοτελής έναντι του εγγυητή και δεν συνδέεται με τις υποχρεώσεις του εγγυητή στο μέτρο που αυτός δεν γνώριζε την πραγματική περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών από τον τράπεζα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων αποτελεί παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης, συνεπεία δε τούτου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί απαίτησή της σε βάρος της εγγυήτριας από τη σύμβαση εγγύησης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 42 του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας, σε περίπτωση που η πιστοδότηση καλύπτεται με εγγύηση τρίτου συμβαλλομένου προσώπου, η τράπεζα οφείλει να πληροφορήσει τον εγγυητή σχετικά με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών και να του παρέχει όλη τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση που δίδει και στον πιστοδοτούμενο. Στο πλαίσιο αυτής της πληροφόρησης, πρέπει να επισημαίνεται στον εγγυητή σαφώς η φύση και η έκταση των υποχρεώσεων και κινδύνων που αναλαμβάνει και να του γνωστοποιείται η τυχόν επέλευση στο μέλλον των κινδύνων αυτών, ειδάλλως, η τράπεζα θα έχει εκπληρώσει πλημμελώς τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση εγγύησης έναντι του εγγυητή, οι οποίες απορρέουν ευθέως από την αρχή της καλής πίστης (βλ. Τουντόπουλου Β., Καθηγητή Πανεπιστημίου Αιγαίου-Δικηγόρου, Υποχρέωση του δανειστή προς ενημέρωση του εγγυητή, Μελέτη, ΔΕΕ 2008, σελ.513- 520, Γεωργιάδη Στ., Η ευθύνη της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την παροχή επενδυτικών συμβουλών, 2003, σελ.214, ΑΠ 555/1968 ΝοΒ 1969.162). Βάσει δε τούτων, κρίνεται ότι η συμβατική συμπεριφορά της τράπεζας ήταν αθέμιτη και καταπλεονεκτική σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας και δεν μπορούν οι όροι της να συγχωρεθούν και δικαιολογηθούν αποκλειστικά και μόνο προς όφελος της πιστούχου και της τράπεζας, διότι διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την έννομη σχέση του δανείου σε σχέση με τις τρεις εμπλεκόμενες πλευρές, προδήλως δε καταχρηστικά, δυσανάλογα και αντίθετα στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταπλεονεκτικά και άδικα σε βάρος της εγγυήτριας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αφεθεί ανυπεράσπιστη ως το πλέον αδύναμο μέρος της σύμβασης πίστωσης, στο έλεος των συμφερόντων και των αποφάσεων των άλλων συμβαλλομένων. Πέραν δε του ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις εγείρεται εκ μέρους της εγγυήτριας ζήτημα με την εγκυρότητα της εκ των προτέρων παραίτησής της από τις ενστάσεις απόκρουσης της τράπεζας (διζήσεως και ελευθερώσεως), ρήτρα που προσομοιάζει σε άκυρους ΓΟΣ (ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ 2014.623, ΕφΑθ 5253/2003 Νόμος) υπό το πρίσμα και της ρύθμισης των άρθρων 334, 281, 288, 288 ΑΚ, δημιουργείται μία εξαιρετικά επαχθής ανισορροπία κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης σε βάρος της, που καταλύει ριζικά και ανεπίτρεπτα τη σχέση και την ισορροπία της συμβατικής ελευθερίας, σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από το Δίκαιο, ακόμη και υπό το καθεστώς της ΑΚ 361, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν βασικές αρχές και προδιαγραφές της, σε βάρος της εγγυήτριας και επ’ ωφελεία της τράπεζας, τα συμφέροντα της οποίας και μόνο προστατεύθηκαν κατά τρόπο καταδυναστευτικό και δυσανάλογο, με καταπίεση της συμβατικής ελευθερίας της δεύτερης ανακόπτουσας, εκμεταλλευόμενη την αδύναμη θέση της, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και επιβάλλοντας μονομερώς τους υπέρμετρα δεσμευτικούς και ανισοβαρείς αυτούς όρους. Πολλώ δε μάλλον, που η τράπεζα δεν φρόντισε τουλάχιστον να παρέχει ειδική ενημέρωση στην εγγυήτρια για το «τι μέλλει γενέσθαι» σε βάρος της σε περίπτωση μη εξυπηρέτησης του δανείου από την πρωτοφειλέτρια (βλ. Τουντόπουλου Β., Υποχρέωση του δανειστή προς ενημέρωση του εγγυητή, Μελέτη, ΔΕΕ 2008, σελ.513-520, ΠολΠρΑθ 7241/1999 ΝοΒ 2000.1146 με παρατηρήσεις Χριστακάκου Καλ.), αφού στην εγγυήτρια μετακυλίστηκαν όλες οι επιβαρυντικές συνέπειες από την ανώμαλη εξέλιξη της δανειακής σχέσης, η οποία αποδίδεται σε υπαιτιότητα της πρωτοφειλέτριας. Τούτο έγινε αντιληπτό εκ των υστέρων από την εγγυήτρια, η οποία τότε μόνο (Ιούνιος 2011) ανέλαβε πρωτοβουλία με την άσκηση δικών της ανακοπών και αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης, όταν άρχισαν να της επιδίδονται έγγραφα της τράπεζας που κατήγγειλαν τη σύμβαση πίστωσης λόγω μη εξυπηρέτησης του δανείου από την πρωτοφειλέτρια και της γνωστοποίησαν, το πρώτον, τον κίνδυνο να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση για το χρεωστικό κατάλοιπο του δανειακού λογαριασμού σε βάρος της μοναδικής της ακίνητης περιουσίας, που ήταν η κατοικία της, ενώ η πρωτοφειλέτρια δεν έδειχνε σοβαρή διάθεση να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις ούτε και ηθικά στην ευθύνη που είχε έναντι της εγγυήτριας, για το γεγονός ότι την ενέπλεξε και την παρέσυρε στη σύναψη της σύμβασης δανείου -με μοναδικό όφελος υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας και μόνο βάρη και συμβατικές ευθύνες για την αδύναμη οικονομικά και συμβατικά δεύτερη ανακόπτουσα- και μετά την εγκατέλειψε αβοήθητη, χωρίς να επιχειρήσει να την απελευθερώσει και να αποσοβήσει την αναγκαστική εκτέλεση της τράπεζας σε βάρος της μοναδικής ακίνητης περιουσίας της. Η εξέλιξη αυτή είναι αφόρητα επαχθής για την εγγυήτρια, η οποία δεσμευόταν υπέρμετρα πέρα από κάθε έννοια συμβατικής ελευθερίας και λογικής, χωρίς να έχει ως αντιστάθμισμα οποιοδήποτε συμφέρον ή ενδιαφέρον από τη σύμβαση πίστωσης υπέρ της πρωτοφειλέτριας, από την οποία οφέλη είχαν μόνο η τράπεζα και η πιστούχος, είναι δε προφανής η δυσαναλογία παροχής- αντιπαροχής μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση πίστωσης-εγγύησης. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη δικαιοπραξία ήταν αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη σε βάρος της εγγυήτριας, διότι συνομολογήθηκαν εν αγνοία της όροι δυσανάλογα επιβαρυντικοί και αθέμιτοι σε βάρος της, χωρίς να έχει το αναγκαίο μορφωτικό και κοινωνικό υπόβαθρο για να τους κατανοήσει, επεξεργαστεί και προβλέψει την έκταση και τη βαρύτητα των συμβατικών υποχρεώσεων, που αναλάμβανε με τη σύμβαση εγγύησης έναντι της τράπεζας, προς υποστήριξη της πρωτοφειλέτριας, αλλά και στερούμενη τη διαπραγματευτική δύναμη και την ελευθερία βούλησης κατά τον χρόνο σύναψής της, προκειμένου να ελέγξει και διαφοροποιηθεί ως προς τους επαχθείς συμβατικούς όρους που αποδέχθηκε, χωρίς πλήρη και ειδική ενημέρωση και διαφώτισή της εκ μέρους της τράπεζας, με ευθύνη αυτής. Πλην όμως, οι όροι που συνομολόγησε η εγγυήτρια με παραίτηση από τις ενστάσεις διζήσεως και ελευθερώσεως και όλα τα ευεργετήματα που προβλέπει ο νόμος υπέρ της τελούσαν κατά τον χρόνο της σύναψης του δανείου, όπως και μεταγενέστερα αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις προδιαλαμβανόμενες περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία αντιπαροχής προς την παροχή του δανείου που μόνο την πιστούχο εξυπηρετούσε και ουδόλως καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εγγυήτρια, η οποία εξωθήθηκε στην υπογραφή της σύμβασης με μονομερείς δεσμεύσεις σε βάρος της, χωρίς αντίστοιχη παροχή-ωφέλεια για την ίδια, με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας και της απειρίας της από την τράπεζα, αλλά και την πρωτοφειλέτρια, οι οποίες πέτυχαν τη λήψη ωφελημάτων για λογαριασμό τους και μόνον από την εκταμίευση και χρήση του εν λόγω δανείου. Τούτο υπερβαίνει το μέτρο που είναι φυσικό και επιτρεπτό κατά τη συναλλακτική καλή πίστη και η συμβατική ελευθερία της εγγυήτριας δεσμεύτηκε υπέρμετρα (ΕφΑθ 1275/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011.1061). Συνακόλουθα, κρίνεται ότι συντρέχουν όλοι οι όροι των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και πρέπει να θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εγγύησης, ως αισχροκερδής και καταπλεονεκτική σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας, η οποία δεν πρέπει να επωμιστεί αποκλειστικά την ευθύνη από την ανώμαλη εξέλιξη της επίδικης σύμβασης τραπεζικού δανείου (ΑΠ 1349/2009, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1527/2008, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 936/2007, ΑΠ 1244/2005 Νόμος, ΑΠ 1272/2004 ΕλλΔνη 48.793, ΑΠ 492/2004 Νόμος, ΕφΑθ 1275/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011.1061, ΕφΘεσ 1027/2010 Αρμ 2012.577). Ως εκ τούτου, ο πρόσθετος αυτός λόγος ανακοπής τυγχάνει βάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 178-179 ΑΚ για την κήρυξη ως άκυρης της μεταξύ της τράπεζας και της δεύτερης ανακόπτουσας σύμβασης εγγύησης, που υπεγράφη κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πίστωσης μεταξύ της τράπεζας και της πρωτοφειλέτριας, πρώτης ανακόπτουσας, προκειμένου για την απαλλαγή της εγγυήτριας από τη σχετική ευθύνη της έναντι της καθ’ ης η ανακοπή, τράπεζας.

Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται η βασιμότητα αυτού του πρόσθετου λόγου ανακοπής, οι κρινόμενες ανακοπές πρέπει να γίνουν δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες στο πρόσωπο της δεύτερης ανακόπτουσας και να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου (άρθρο 633 §1β΄ ΚΠολΔ) μετά της κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής από 6-6- 2011 επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση και διατάσσεται να καταβάλει στην καθ’ ης, τράπεζα το ποσό που αναγράφεται σε αυτές, και τέλος, να καταδικασθεί η καθ’ ης η ανακοπή στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης ανακόπτουσας, λόγω της ήττας της και της αντίστοιχης νίκης αυτής στην παρούσα δίκη (άρθρα 176, 191 §2, 585 §1 ΚΠολΔ, 63 §1, 65, 68§1, 84 του Ν.4194/2013-ΚωδΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης ανακόπτουσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων:

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν τις σωρευόμενες στο από 27-6-2011 και υπ’ αριθ. καταθέσεως 1019/Τ.Μ.Αν./89/27-6-2011 δικόγραφο ανακοπές των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ και 933-934 ΚΠολΔ, ως προς την πρώτη ανακόπτουσα.

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και την από 6-6-2011 επιταγή προς πληρωμή της καθ’ ης τράπεζας προς την πρώτη ανακόπτουσα κάτωθι κοινοποιηθέντος αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται από την καθ’ ης σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας αναγκαστική εκτέλεση και επιτάσσεται να της καταβάλει τα ειδικότερα αναγραφόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τις σωρευόμενες ανακοπές των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ και 933-934 ΚΠολΔ, ως προς τη δεύτερη ανακόπτουσα.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθ. 46/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και την από 6-6-2011 επιταγή προς πληρωμή της καθ’ ης προς τη δεύτερη ανακόπτουσα κάτωθι κοινοποιηθέντος αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται από την καθ’ ης σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας αναγκαστική εκτέλεση και επιτάσσεται να της καταβάλει τα ειδικότερα αναγραφόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει σε ποσό χιλίων εξακοσίων πενήντα ευρώ (1.650 €).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis