Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Τραπεζικό ενέχυρο και απλό ενέχυρο απαίτησης, κατάσχεση σε χέρια τρίτου.

Άρειος Πάγος 1065/ 2009 ΕφΑΔ 2010.108.
Πρόεδρος: Γ. Καλαμίδας, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ν. Λεοντής.

Περίληψη. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου χρηματικών απαιτήσεων εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Προϋποθέσεις και στοιχεία κατασχετηρίου. Δήλωση τρίτου εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Στον κατασχόντα παρέχεται το ειδικό ένδικο βοήθημα να ασκήσει ανακοπή κατά της αρνητικής αυτής δηλώσεως (άρθρο 986 ΚΠολΔ), κύριο αντικείμενο της οποίας είναι η ύπαρξη και η έκταση της έναντι του τρίτου απαίτησης του καθ’ ου η κατάσχεση.
Στοιχεία ορισμένου του δικογράφου της ανακοπής. Σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως. Διαφορές ενεχύρου απαιτήσεως άρθρων 1248 επ. ΑΚ και ειδικού ενεχύρου άρθρων 36 και 39 ΝΔ 17.7./13.8.1923. Σε περίπτωση ενεχυράσεως από Τράπεζα απαιτήσεως του ενεχυραστή κατ’ αυτής από κατάθεση χρημάτων σε τηρούμενο σε αυτή τραπεζικό λογαριασμό, είναι επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως εις χείρας της Τράπεζας, ως τρίτης, από δανειστή του ενεχυραστή. Αν εκδοθεί απόφαση επί ασκηθείσας κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπής, το διατακτικό περιορίζεται στην αναγνώριση της υπάρξεως της απαιτήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση κατά της Τράπεζας, με τη μνεία του υπέρ αυτής ενέχυρου, χωρίς καταψήφιση της κατασχεθείσης απαιτήσεις του καθ’ ού η εκτέλεση, η οποία δεν είναι ακόμα απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη. Μόνο σε περίπτωση μεταγενέστερης αποσβέσεως του ενεχύρου, δικαιολογείται η διατύπωση αιτήματος για καταψήφιση της κατασχεσθείσης απαιτήσεως, εφόσον η Τράπεζα εμμένει στην αρνητική της δήλωση.
Διατάξεις: άρθρα 1247-1250, 1254 ΑΚ, 216, 583 επ., 982, 983, 985-986, 990 ΚΠολΔ, 36, 39 ΝΔ 17.7./13.8.1923

Με την κρινόμενη 327/11.3.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1050/26.2.2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 90472/4809/17.5.2006 δικόγραφο, ο ήδη αναιρεσίβλητος διετείνετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση αυτού, “ότι κατά της εταιρίας «...», δυνάμει εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, έχει απαίτηση 126.152,65 ευρώ. Ότι γι’ αυτήν επέβαλε στην καθής η ανακοπή - εναγομένη (αναιρεσείουσα) «Τράπεζα ...», ως τρίτη, κατάσχεση του ως άνω χρηματικού ποσού (επιδοθέντος σχετικού κατασχετηρίου) για την ικανοποίηση της εν λόγω απαιτήσεώς του από τις καταθέσεις χρημάτων που διατηρεί η οφειλέτιδα στην καθής - εναγομένη. Ότι η τελευταία στη σχετική ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δήλωσή της ανέφερε, ότι η οφειλέτιδα έχει κατάθεση 106,95 ευρώ. Ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, πληροφορηθέντες την επικείμενη δέσμευση των τραπεζικών καταθέσεων της εταιρίας τους, ρευστοποίησαν τους σχετικούς λογαριασμούς, που διατηρούσαν σε άλλες τράπεζες, κι έτσι αυτός δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ικανοποίησή του, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση του πιο πάνω ποσού ζημία”. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, εδιώκετο να αναγνωρισθεί: Α. η ύπαρξη της κατασχεθείσης απαιτήσεως της οφειλέτιδος του ανακόπτοντος κατά της καθής Τράπεζας και η υποχρέωση της τελευταίας καταβολής στον ανακόπτοντα του κατασχεθέντος ποσού των 126.152,65 ευρώ και επιπρόσθετα Β. 126.152,65 ευρώ, προς αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας του ενάγοντος. Επί των σωρευομένων και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων ανακοπής και αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ. Α ανακοπής για το ποσό των 104.000,00 ευρώ και απόρριψη της με στοιχ. Β αγωγής ως μη νόμιμης, η 3237/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις (i) 7483/13.9.2007 και (ii) 7927/1.10.2007, αντίστοιχα, εφέσεις, με πληττόμενα δι’ αυτών τα με στοιχ. (i) Β και (ii) Α, αντίστοιχα, κεφάλαια της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.
Επί των εν λόγω εφέσεων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατ’ αποδοχή τους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι’ αυτών αποφάσεως κατ’ εξέταση κατ’ ουσίαν της υποθέσεως, η 1050/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η με στοιχ. Β αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη και έγινε μερικά δεκτή για το ποσό των 126.152,65 ευρώ η με στοιχ. Α ανακοπή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του με στοιχ. Α κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα - καθής η ανακοπή με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι’ αυτής λόγοι αναιρέσεως, με βάση τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ’ ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: Μετά από αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών του ήδη ανακόπτοντος Ψ κατά της εταιρίας «...» (...), της οποίας αυτός είχε διατελέσει γενικός διευθυντής και μέλος του ΔΣ αυτής, εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης η 4793/2005 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία του επιδικάσθηκε νομιμοτόκως το ποσό των 59.075,56 ευρώ. Στις 10.4.06 ο ανακόπτων επέδωσε στους νομίμους εκπροσώπους της άνω εταιρίας αντίγραφο από εκτελεστό απόγραφο της πιο άνω αποφάσεως με την από 4.4.2006 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 126.152,65 ευρώ (για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα). Προσέτι, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ανακόπτων στις 14.4.2006 επέδωσε στην καθής η ανακοπή Τράπεζα ..., ως τρίτη (κατ’ άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ), το από 14.4.2006 κατασχετήριο έγγραφο για την επιβληθείσα στα χέρια της (ως τρίτης) αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας από το ΜΠρΑθηνών (με την καταστάσα τελεσίδικη ανωτέρω απόφασή του) χρηματικής απαιτήσεώς του από καταθέσεις της οφειλέτριας εταιρίας («...»), που κατά τον κατασχόντα (νυν ανακόπτοντα) υπήρχαν διαθέσιμες στην καθής το κατασχετήριο τράπεζα. Το κατασχετήριο αυτό είχε επιδώσει στις 18.4.2006 και στους νόμιμους εκπροσώπους της οφειλέτριας εταιρίας και δη στον ΑΑ και στον ΒΒ. Η Τράπεζα ... με την ... δήλωσή της (κατ’ άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωσε εγγράφως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ότι σε αυτήν η παραπάνω οφειλέτρια του κατάσχοντος διατηρούσε σε λογαριασμό εμπορικό και ταμιευτηρίου ποσό 106,95 ευρώ, «το οποίο δεν επαρκεί για την κάλυψη της απαίτησης, έχει όμως δεσμευθεί υπέρ του κατασχόντος». Ο τελευταίος υπέλαβε, ότι η εν λόγω δήλωση της τράπεζας δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα. Μετά ταύτα, άσκησε την υπό κρίση (κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ) ανακοπή, με την οποία ισχυρίζεται, ότι στην καθής Τράπεζα υπάρχει προθεσμιακή κατάθεση άνω των 100.000 ευρώ, στοχεύοντας στην εκταμίευσή του για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαιτήσεώς του. Εξ ετέρου, η καθής η ανακοπή Τράπεζα (...), στην οφειλέτρια του κατασχόντος (ανακόπτοντος) είχε χορηγήσει εγγυητική επιστολή, εκδόσεώς της, και δη την ... αορίστου χρόνου και σε πρώτη ζήτηση ποσού (100.000.000 δρχ. ή ευρώ 293.470,29), κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ανωτέρω ΑΕΒΕ ως μέλους της κοινοπραξίας με την επωνυμία «...» προς το .... Με αυτήν δε (εγγυητική επιστολή), η εκδότρια της τράπεζα είχε παραιτηθεί από την ένσταση «του ευεργετήματος της διαιρέσεως και διζήσεως ...». Για την εξασφάλισή της από την παραπάνω αιτία, η Τράπεζα συνήψε με την οφειλέτρια εταιρία «...» (εκπροσωπηθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπό της ΒΒ) την από 3.2.2003 σύμβαση ενεχύρου, δυνάμει των όρων της οποίας συστήθηκε (στα πλαίσια και της κατ’ άρθρο 361 ΑΚ αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως) ενέχυρο επί της απαιτήσεως που απορρέει από την κατάθεση ποσού 114.800 ευρώ (και επί των τόκων αυτού), που ήταν κατατεθειμένο στον ... προθεσμιακό λογαριασμό για την υπέρ ής η εγγυητική επιστολή ΑΕΒΕ. Κατά τους όρους δε της συμβάσεως, η ενεχυρασθείσα απαίτηση εκχωρήθηκε στην ενεχυρούχο τράπεζα. Η τελευταία (ως προνομιούχος δανείστρια) μπορούσε βεβαίως να εισπράξει (γεγονός που εν προκειμένω δεν προκύπτει) την εν λόγω «πλασματικώς» εκχωρηθείσα - ενεχυρασμένη σε αυτήν απαίτηση. Πλην όμως, δικαιούχος αυτής (σύμφωνα με την οικεία μείζονα σκέψη) εξακολούθησε να παραμένει ο ενεχυραστής, δηλαδή η ανωτέρω ΑΕΒΕ - υπέρ ής η εγγυητική επιστολή. Ο δε νυν ανακόπτων, ως δανειστής της τελευταίας, επιτρεπτώς, κατά τα ως άνω, επέβαλε στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης την κατ’ άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ κατάσχεση της απαιτήσεως από την πιο πάνω προθεσμιακή κατάθεση. Η τράπεζα στη δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη έπρεπε να συμπεριλάβει και το ποσό της προθεσμιακής καταθέσεως (με τη μνεία της προμνησθείσας βαρύνσεως της επ’ αυτής απαιτήσεως). Παρέπεται ότι, αφού δεν έκανε αναφορά και του προθεσμιακού ποσού, η σχετική δήλωσή της πάσχει ανακρίβεια και ανειλικρίνεια και καλώς επέσυρε ως συνέπεια την κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ κρινόμενη ανακοπή”.

Ειδικότερα: 
Ι.- Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983 και 985 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν στα χέρια τρίτου και χρηματικές απαιτήσεις κατ’ αυτού του καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και μέσα σε οκτώ ημέρες στον καθ’ ου η εκτέλεση επί ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης, εγγράφου (κατασχετηρίου), που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ, και ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον, κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου Ειρηνοδικείου ή στην έδρα του Πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δεν κατοικεί στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. Ο τρίτος οφείλει, μέσα σε οκτώ μέρες, αφότου επιδόθηκε το κατασχετήριο, να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Η δήλωση αυτή γίνεται προφορικά στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας εκείνου που δηλώνει και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται σε αποζημίωση εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 986 του ίδιου Κώδικα, μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985, όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιόν του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. δικαστηρίου.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στον κατασχόντα παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο μπορεί αυτός να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική δήλωση του τρίτου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούν, όταν αυτά εκτίθενται στη δήλωση, και να επιδιώξει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την παράδοση του κατασχεμένου πράγματος, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου (άρθρο 990 ΚΠολΔ). Έτσι, μεταξύ κατάσχοντος και τρίτου δημιουργείται δίκη, στην οποία κατ’ ουσίαν εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ’ ου η κατάσχεση, που αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της δίκης. Γι’ αυτό, πρέπει στο δικόγραφο της ανακοπής, η οποία αποτελεί μία μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, να περιγράφεται, εκτός των άλλων, η κατασχεθείσα απαίτηση κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (άρθρο 216 ΚΠολΔ), να αναφέρεται, δηλαδή, η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ου η κατάσχεση, όταν μάλιστα πρόκειται για ενοχική απαίτηση, αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως του κατασχεμένου δικαιώματος, διαφορετικά η ανακοπή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές για το ορισμένο ανακοπής κατά της αρνητικής δηλώσεως της τράπεζας για την χρηματική κατάθεση του καθού η κατάσχεση, στην ύπαρξη της οποίας περιορίζεται το αντικείμενο της δίκης, δεν απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προσδιορίζεται το είδος αυτής και τα περαιτέρω στοιχεία της, όπως υποστηρίζεται με τον τρίτο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι’ αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την ανακοπή ως αόριστη και απαράδεκτη, η οποία, έχουσα το διαλαμβανόμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο, ορθά αξιολογήθηκε ως ορισμένη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ Ολ 7/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 και 1254 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως γίνεται με συμφωνία μεταξύ ενεχυράζοντος και δανειστού, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στον δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ και, ακολούθως, με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ. Το τελευταίο τούτο ενέχυρο διαφέρει του πρώτου κατά το ότι: α) Το περί της συστάσεώς του έγγραφο μπορεί να είναι απλό, τουτέστιν να μην φέρει βεβαία χρονολογία, β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, γ) η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυριάσεως ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό, και δ) από της επιδόσεως του ως άνω αντιγράφου επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στον δανειστή.
Κατά τη γενική δε ρύθμιση του Αστικού Κώδικα, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση δεν είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, τυγχάνει δε να είναι χρηματική, όπως συμβαίνει όταν η απαίτηση αυτή είναι του ενεχυραστή, κατά της τράπεζας από τη σύμβαση καταθέσεως από εκείνον εις αυτήν χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό, το δε ασφαλιζόμενο χρέος έχει λήξει, η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση, αλλά μόνο για το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή της, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει η τράπεζα να αποδώσει στον ενεχυραστή. Ως εκ τούτου η εκ του νόμου εκχώρηση αυτή, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι φθάνει και μέχρι το σημείο να υπερακοντίζει το σκοπό για τον οποίο συνομολογείται η ενεχύραση απαιτήσεως του οφειλέτη κατά τρίτου, που είναι η εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας, και με την έννοια αυτή δεν συνεπάγεται μια τέλεια απόλυτη και οριστική διάθεση της απαιτήσεως προς την πιστώτρια, αλλά «περιορισμένη», που τα αποτελέσματά της ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το ενεχυριακό δίκαιο (ειδικό και συμπληρωματικά και το γενικό), επικουρικά δε εφόσον δεν αντιτίθενται σ’ αυτό, από τις γενικές για την εκχώρηση απαιτήσεων διατάξεις. Επομένως, σε περίπτωση ενεχυράσεως από την τράπεζα απαιτήσεως του ενεχυραστή κατ’ αυτής από κατάθεση χρημάτων σε τηρούμενο εις εκείνη τραπεζικό λογαριασμό, είναι επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως εις χείρας της Τράπεζας, ως τρίτης, από δανειστή του ενεχυραστή, πλην το διατακτικό της αποφάσεως επί της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ περιορίζεται στην αναγνώριση της υπάρξεως της απαιτήσεως του καθού η εκτέλεση κατά της Τράπεζας, με την μνεία του υπέρ αυτής ενέχυρου, χωρίς καταψήφιση της κατασχεθείσης απαιτήσεις του καθού η εκτέλεση, η οποία δεν είναι ακόμα απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη. Σε περίπτωση μεταγενέστερης αποσβέσεως του ενεχύρου, δικαιολογείται η διατύπωση αιτήματος για καταψήφιση της κατασχεσθείσης απαιτήσεως, εφόσον η τράπεζα εμμένει στην αρνητική της δήλωση.
Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος, για την κοινοποίηση αξιώσεως αυτού, ποσού 126.152,65 ευρώ, κατά της οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία «...» κατάσχεσε αναγκαστικώς εις χείρας της αναιρεσείουσας τράπεζας, ως τρίτης, απαίτηση της καθής η εκτέλεση οφειλέτιδάς του, απορρέουσα από χρηματική αυτής κατάθεση σε τηρούμενο εις εκείνη τραπεζικό λογαριασμό του, ποσού 114.800,00 ευρώ, η οποία όμως βαρυνόταν με ενέχυρο υπέρ της αναιρεσείουσας τράπεζας και ότι η δήλωση της τελευταίας ότι ο τηρούμενος λογαριασμός της καθής η εκτέλεση ανερχόταν στο ποσό των 106,95 ευρώ δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Με βάση την περί των πραγμάτων αυτών κρίση της, αναγνώρισε κατά παραδοχή της με στοιχ. Α ανακοπής, την ύπαρξη απαιτήσεως της καθής η εκτέλεση ποσού 126.152,65 ευρώ, κατά της αναιρεσείουσας τράπεζας, απορρέουσας από την χρηματική κατάθεση αυτής στον τηρούμενο εις εκείνη τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς αναφορά στο βάρος του ενέχυρου υπέρ της αναιρεσείουσας, και παράλληλα την υποχρέωση της τελευταίας σε καταβολή του εν λόγω ποσού. Έτσι όμως που έκρινε ευθέως παραβίασε τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αρνητικά αξιολογείται η προσβαλλόμενη υπό την αυτή ρύθμιση (δεύτερος σκέλος) αναιρετική αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 1, 2 ΝΔ 1059/1971, 24 Ν 2915/2001, εφόσον επιτρεπτώς κατασχέθηκε εις χείρας της αναιρεσείουσας, ως τρίτης, χρηματική κατάθεση της οφειλέτιδας του αναιρεσιβλήτου σε τηρούμενο εις εκείνη τραπεζικό λογαριασμό, περίπτωση που δικαιολογεί κατά τις εν λόγω διατάξεις την άρση του απορρήτου για την κατασχεθείσα χρηματική κατάθεση, το οποίο (απόρρητο) ισχύει στις σχέσεις μεταξύ τράπεζας και τρίτων και όχι στις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας και του καταθέτη, ώστε στην προστασία αυτού να προηγείται η σύσταση του ενέχυρου μεταξύ της αναιρεσείουσας και του καθού η εκτέλεση.

ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 536 ΚΠολΔ, η απαγόρευση της χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος δεν ισχύει μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, οπότε το Εφετείο υποκαθίσταται στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάζει την αγωγή. Η εξουσία αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περιορίζεται στα όρια του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, που οριοθετείται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Έτσι στην περίπτωση που το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο Εφετείο, γι’ αυτό και μπορεί να ασκηθεί αντέφεση από τον ενάγοντα για το μέρος της αξιώσεως που απορρίφθηκε, το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο στο μέρος κατά το οποίο πλήττεται με έφεση ή και παράλληλα με αντέφεση. Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής λόγου εφέσεως του εναγομένου, χωρίς την άσκηση αντεφέσεως από τον ενάγοντα, η εξαφάνιση της αποφάσεως θα είναι μερική, αποκλειομένης της επιδικάσεως στον εφεσίβλητο εναγόμενο του μέρους του κεφαλαίου της απαιτήσεως του τελευταίου που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς την άσκηση εκ μέρους του εφέσεως ή αντεφέσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όπως προαναφέρθηκε, με την 3237/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η με στοιχ. Α ανακοπή έγινε μερικά δεκτή για το ποσό των 104.000,00 ευρώ έναντι του αιτουμένου δι’ αυτής ποσού των 126.152,65 ευρώ, κεφάλαιο αυτής το οποίο προσβλήθηκε μόνο με τη με στοιχ. (ii) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Παρά ταύτα με την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω ανακοπή έγινε δεκτή για το ποσό των 126.152,65 ευρώ, χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως κατά του κεφαλαίου αυτού από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, με παράλληλη απόρριψη ως αόριστης της με στοιχ. Β αγωγής αποζημιώσεως, κρίση της την οποία στήριζε στην αιτιολογία ότι η ενεχυρασθείσα απαίτηση της καθής η εκτέλεση ανήρχετο στο ποσό των 114.800,00 ευρώ και κατά τη δήλωση της αναιρεσείουσας σε εκείνο των 106,95 ευρώ, χωρίς το συνυπολογισμό εκείνης που βαρυνόταν με το ενέχυρο, δεχόμενη παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι κατασχέθηκε αναγκαστικώς το ποσό των 126.152,65 ευρώ, κατά το οποίο έγινε δεκτή και η με στοιχ. Α ανακοπή, με άμεση δικονομική συνέπεια να στοιχειοθετούνται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμοί 9 και 19 ΚΠολΔ, που βασίμως προβάλλονται με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτού και του δεύτερου λόγου, της ένδικης αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι’ αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183). [...]

Παρατηρήσεις: Παντελεήμων Ρεντούλης, Δικηγόρος, ΔΜΣ Πολιτικής Δικονομίας, ΔΜΣ Εξειδικευμένου Δημοσίου Δικαίου, M2R

Α. Εισαγωγή.

1. Η σχολιαζόμενη απόφαση ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατασχέσεως εις χείρας τράπεζας, ως τρίτης, απαιτήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση, η οποία, όμως, απαίτηση ήταν, κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως, βεβαρημένη με ενέχυρο του άρθρου 39 ΝΔ 17.07/13.08.1923 με ενεχυρούχο δανείστρια την τράπεζα εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση.
2. Όπως θα γίνει αντιληπτό και από το περιεχόμενο της σχολιαζομένης αποφάσεως (ενότ. Β), η διαπραγμάτευση του συγκεκριμένου θέματος απαιτεί σε πρώτο επίπεδο να αποσαφηνιστεί η μεταχείριση της κατά τον άνω τρόπο ενεχυριασμένης απαιτήσεως εξ απόψεως αστικού ουσιαστικού δικαίου (ενότ. Γ) και σε δεύτερο επίπεδο να διαπιστωθεί το πώς η ουσιαστικού δικαίου διάσταση του ζητήματος επηρεάζει τη δικονομική διευθέτησή του στα πλαίσια του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως (ενότ. Δ).

Β. Περιεχόμενο της σχολιαζομένης αποφάσεως

3. Η σχολιαζόμενη απόφαση έκρινε ότι η σύσταση του ενεχύρου του άρθρου 39 ΝΔ 17.07/13.08.1923 δεν συνεπάγεται το δίχως άλλο την οριστική διάθεση της ενεχυριασμένης απαιτήσεως, αλλά την περιορισμένη δέσμευσή της, στο μέτρο που η ενεχυρούχος τράπεζα, κατά τη λήξη του ασφαλιζόμενου χρέους, από τη μία έχει το δικαίωμα να εισπράξει την ενεχυριασμένη απαίτηση μόνο μέχρι του ποσού που απαιτείται για την ικανοποίησή της, και από την άλλη έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον ενεχυραστή το τυχόν μετά την ικανοποίησή της υφιστάμενο υπόλοιπο.
4. Κατόπιν τούτων, απεφάνθη ότι η κατάσχεση εις χείρας της τράπεζας, ως τρίτης, μίας τέτοιας ενεχυριασμένης απαιτήσεως είναι επιτρεπτή, πλην, όμως, το δικαιοδοτικό όργανο που δικάζει την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ πρέπει με την απόφαση που εκδίδει να περιορίζεται στην αναγνώριση της υπάρξεως της απαιτήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση κατά της τράπεζας με μνεία του υπέρ αυτής ενεχύρου και να μην φθάνει μέχρι την καταψήφισή της στον ανακόπτοντα, η οποία μπορεί να ζητηθεί μόνο μετά την απόσβεση του ενεχύρου, εφόσον η τράπεζα εμμένει στην αρνητική δήλωσή της.

Γ. Η ουσιαστικού δικαίου διάσταση [60]

5. Σχετικά με τα αποτελέσματα της ενεχυριάσεως απαιτήσεως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 39 ΝΔ 17.07/13.08.1923, δεν υπάρχει ομοφωνία ούτε στη θεωρία ούτε στη νομολογία. Οι απόψεις που υποστηρίζονται για τη νομική φύση της προκείμενης ενεχυριάσεως είναι (α) ότι αποτελεί ένα είδος καταπιστευτικής εξασφαλιστικής εκχωρήσεως [61] , με αποτέλεσμα η ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα να καθίσταται, μετά την τήρηση των προβλεπόμενων στο νόμο διατυπώσεων, μοναδικός και πραγματικός δικαιούχος της ενεχυριασμένης απαιτήσεως, σε περίπτωση δε αποσβέσεως του ασφαλιζόμενου χρέους ο ενεχυραστής έχει απλώς δικαίωμα να αξιώσει την επαναμεταβίβαση της απαιτήσεως, (β) ότι αποτελεί κατ’ αρχήν εκχώρηση απαιτήσεως, η οποία γίνεται, όμως, λόγω ενεχύρου και για το λόγο αυτόν από τη μία αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ ενεχυραστή και οφειλέτη της απαιτήσεως και από την άλλη οι τρίτοι δανειστές του ενεχυραστή δεν μπορούν να την κατάσχουν, σε περίπτωση δε αποσβέσεως του ασφαλιζόμενου χρέους, αποσβέννυται παρεπομένως και το ενέχυρο και η ενεχυριασμένη απαίτηση επανέρχεται αυτοδικαίως στον ενεχυραστή και (γ) ότι αποτελεί κατ’ αρχήν ειδική μορφή ενεχυριάσεως απαιτήσεως, η οποία διαφέρει μόνο ως προς την πραγμάτωση του ενεχύρου και συγκεκριμένα ως προς την εξουσία που έχει η ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα, για την είσπραξη κατά τη λήξη του ασφαλιζόμενου χρέους, μόνο εκείνου του ποσού που απαιτείται για την ικανοποίησή του, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι τρίτοι δανειστές του ενεχυραστή να μπορούν να κατάσχουν την ενεχυριασμένη απαίτηση και να ικανοποιηθούν από αυτήν μετά την προνομιακή ικανοποίηση της ενεχυρούχου δανείστριας.
6. Εκ των ανωτέρω τριών απόψεων εκείνη που ανταποκρίνεται καλύτερα στο σκοπό του νόμου και συμβιβάζει αρτιότερα τα αντιτιθέμενα συμφέροντα όλων των μερών είναι ασφαλώς η τρίτη. Κατ’ αρχάς, η σύσταση του ενεχύρου καθιστά την τράπεζα ενεχυρούχο δανείστρια. Στη συνέχεια, η τύχη της ενεχυριασμένης απαιτήσεως κρίνεται κατά λογική και νομική αναγκαιότητα από τη διαζευκτική πλήρωση δύο αιρέσεων, είτε αυτής της λήξεως του ασφαλιζόμενου χρέους είτε αυτής της αποσβέσεως του ενεχύρου. Στη μεν πρώτη περίπτωση της λήξεως του ασφαλιζόμενου χρέους η ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα έχει, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη της ενεχυριασμένης απαιτήσεως κατά το μέρος εκείνο που είναι αναγκαίο για την ικανοποίησή της και την υποχρέωση να επιστρέψει το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο στον ενεχυριαστή. Στη δε δεύτερη περίπτωση της αποσβέσεως του ενεχύρου, η απαίτηση απελευθερώνεται από το συγκεκριμένο βάρος.

Δ. Η δικονομικού δικαίου διάσταση

7. Εκ των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η σχολιαζόμενη απόφαση κινήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση κατά το μέρος που έκρινε ότι η κατάσχεση μίας τέτοιας απαιτήσεως εις χείρας της τράπεζας ως τρίτης είναι επιτρεπτή. Το επιτρεπτό της κατά τα άνω κατασχέσεως διαμορφώνει τα πράγματα, σε δικονομικό πλέον επίπεδο και πιο συγκεκριμένα σε επίπεδο δικαίου αναγκαστικής εκτελέσεως, ως εξής.
8. Η τράπεζα εις χείρας της οποίας επιβάλλεται η κατάσχεση της ενεχυριασμένης απαιτήσεως οφείλει στη δήλωσή της του άρθρου 985 ΚΠολΔ να περιλάβει και τη συγκεκριμένη απαίτηση, κάνοντας μνεία του συσταθέντος επ’ αυτής ενεχύρου. Μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας από την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση, ο κατασχών καθίσταται δικαιούχος της ενεχυριασμένης απαιτήσεως, η οποία, ωστόσο, εξακολουθεί να βαρύνεται με το ενέχυρο και συνεπώς μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτήν μόνο μετά την πλήρωση της αιρέσεως της αποσβέσεως του ενεχύρου, σε περίπτωση δε που, αντί για την απόσβεση του ενεχύρου, πληρωθεί η αίρεση της λήξεως του ασφαλιζόμενου χρέους η τράπεζα εξακολουθεί να διατηρεί το δικαίωμα να εισπράξει την ενεχυριασμένη απαίτηση κατά το μέρος που είναι απαραίτητο για την ικανοποίησή της, πλην, όμως, έχει πλέον υποχρέωση να αποδώσει το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο όχι στον ενεχυριαστή, αλλά στον κατασχόντα εις χείρας της την ενεχυριασμένη απαίτηση.
9. Αν, αντιθέτως, η ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα δεν περιλάβει στη δήλωσή της την κατά τα άνω ενεχυριασμένη απαίτηση, τότε ο κατασχών έχει δικαίωμα να την ανακόψει κατ’ άρθρον 986 ΚΠολΔ, το δε δικαιοδοτικό όργανο που θα επιληφθεί της υποθέσεως οφείλει, όπως το έκρινε άλλωστε και η σχολιαζόμενη απόφαση, να αναγνωρίσει την ύπαρξη της ενεχυριασμένης απαιτήσεως. Εκτός, όμως, της ανωτέρω αναγνωρίσεως και αναλόγως του υποβληθέντος αιτήματος, το δικάζον την ανακοπή δικαιοδοτικό όργανο μπορεί στα πλαίσια της προληπτικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. ε΄ ΚΠολΔ και να την καταψηφίσει στον ανακόπτοντα για την περίπτωση που ήθελε πληρωθεί η αίρεση της αποσβέσεως του ενεχύρου, η οποία απόσβεση, όπως καθίσταται αντιληπτό, θα ταχθεί στην περίπτωση αυτή ως όρος της εκτελέσεως της επί της ανακοπής αποφάσεως.

Υποσημειώσεις.

*. Βλ. σχετικά και Δ’ Πρακτική Εφαρμογή (επιμ. Κ. Βούλγαρη), σελ. 124.

[ 60 ]. Βλ. Απ. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1985, τόμος VI, άρθ. 1248, αριθ. 79-81, σελ. 383-384. Για τους τρόπους ικανοποιήσεως της δανείστριας τράπεζας, βλ. Απ. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο, ό.π., άρθ. 1254, αριθ. 19-22, σελ. 403.
[ 61 ]. Βλ. αναλυτικότερα γι’ αυτήν, Απ. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο, ό.π., Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήναι 1979, τόμος ΙΙ, άρθ. 455, αριθ. 65-72, σελ. 584-586.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis