Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Ακατάσχετο συντάξεων, μισθών, τράπεζες, φωτοτυπίες.

Περίληψη. Αγωγή αδικοπραξίας καταθέτη κατά Τράπεζας, που υπεξαίρεσε από λογαριασμό του το σύνολο του ποσού, προερχόμενο από συντάξεις και επιδόματα. Κατά τα ισχύοντα στους λογαριασμούς καταθέσεων (830, 827 ΑΚ) και τα οριζόμενα στο άρθ. 375 ΠΚ η τράπεζα δεν διαπράττει ποινικό αδίκημα «υπεξαίρεσης», διαπράττει, όμως αδικοπραξία κατά τις γενικές διατάξεις (914 ΑΚ) και τις ειδικές (αρθ. 6,4, 8 Ν. 2251/1994). Ενστάσεις τράπεζας, ότι προέβη σε συμψηφισμό απαίτησής της, από δάνειο, ο λογαριασμός δεν ήταν ακατάσχετος, επιτρεπόταν συμψηφισμός πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 3714/2008 και τη θέσπιση της παρ. 3 του άρθρ. 982 ΚΠολΔ κι ο ενάγων είχε εκχωρήσει το δικαίωμα. Ακατάσχετες και ανεκχώρητες απαιτήσεις για τις οποίες δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατ΄άρθ. 451, 464 ΑΚ. Κανόνες δημόσιας τάξης, που δεν ανατρέπονται με τη «συναίνεση» του οφειλέτη κι ισχύουν σε κάθε δικαιοπραξία που επιφέρει παρόμοιο αποτέλεσμα. Ακυρότητα πράξεων.

Συμψηφισμός και δήλωση βούλησης. Τα ισχύοντα πριν την θέση σε ισχύ της παρ.3 του αρθ. 982 ΚΠολΔ για «χρηματικές τραπεζικές καταθέσεις», και δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης. Ανταγωγή της Τράπεζας με τις προτάσεις, για απαίτησή της από δάνειο, εξοφλητέο μέχρι αρχές 1997, με συγκεκριμένες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Το δάνειο, που εξοφλείται με «τοκοχρεωλυτικές δόσεις» (άρθ. 806 ΑΚ) δεν είναι άνοιγμα πίστωσης και «αλληλόχρεος λογαριασμός», παρακολουθείται από απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, που δεν είναι νόμιμο να αντιμετωπίζεται, όπως ο αλληλόχρεος, γιατί προκύπτουν έμμεσα μη νόμιμα ωφελήματα για την τράπεζα. Ο δικαιολογητικός λόγος και σκοπός της ρύθμισης του άρθ. 12 του Ν. 2601/98. Οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείου, πριν την καταγγελία της σύμβασης είναι «αυτοτελείς», παραγράφονται μετά 5ετια (250, 253 ΑΚ), όπως και οι ανάλογοι τόκοι. Το δάνειο καθίσταται εξ ολοκλήρου απαιτητό σε περίπτωση λήξης και καταγγελίας της σύμβασης. Μη νόμιμα οι αυτοτελείς τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αντιμετωπίζονται ενιαία, ως να είναι κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, ανατοκίζονται ομού και προστίθενται στο κεφάλαιο. Η φωτοτυπία δεν αποτελεί «εκτύπωση» βιβλίων τράπεζας, που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Δεν προκύπτει τήρηση και παρακολούθηση του λογαριασμού και η οφειλή. Δέχεται αγωγή, επιδικάζει «εύλογη» κατά την κρίση του αποζημίωση για ηθική βλάβη. Απορρίπτει ανταγωγή και συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη αυτής εν όλω κατ΄άρθ. 178 §1, 2, διότι δεν έδωσε αφορμή σε επαύξηση εξόδων δίκης. 

                                                Ειρηνοδικείο Αθηνών  582/ 2015
 Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 298, 330 εδ.β, 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη σε αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (δόλο ή αμέλεια), επέλευση ζημίας, περιουσιακής ή και ηθικής και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου (πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια) μεταξύ συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 263/1996, ΕλλΔνη 37, 1453- 574/1984, ΕλλΔνη 36, 828). Για την έννοια του παρανόμου δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένων απαγορευτικών ή επιτακτικών κανόνων δικαίου, αλλά αρκεί αντίθεση πράξεων του δράστη στο γενικότερο πνεύμα δικαίου, τις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλουν την υποχρέωση, να μη εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια, που προσδιορίζονται και από τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1879/1999, ΕλλΔνη 41, 1304 - 81/1991, ΝοΒ 92, 716 - ΕφΑθ 1642/2000, ΕλλΔνη 42, 173). Αιτιώδης συνάφεια «ζημιογόνου γεγονότος» - «ζημίας» υπάρχει, όταν η πράξη/ παράλειψη του ευθυνόμενου, κατά τα διδάγματα κοινής πείρας ή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, που επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 23/1998, ΕλλΔνη 41, 967 - 719/1988, ΕλλΔνη 30, 764 - ΕφΑθ 1642/2000 ο.π). Σύμφωνα, εξάλλου, με το αρθρ. 932 Α.Κ εξαιτίας αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί, να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (μη κατ` αρχή αποτιμητή σε χρήμα ζημία) που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή μη περιουσιακών αγαθών του (τιμή, υγεία κ.α). Όσον αφορά, εξάλλου, τον καθορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο κρίνει, ποιο είναι το επιδικαστέο ποσό, κατά τις αρχές της εύλογης αποζημίωσης, λαμβάνοντας ως κριτήρια, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως, τη βαρύτητα του πταίσματος, τη περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, τις λοιπές σχέσεις των μερών. 
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 375 Π.Κ «Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται…». Κινητό πράγμα, κατά την παραπάνω διάταξη αποτελούν και τα χρήματα, μερίσματα, μετοχές, χρηματόγραφα και οποιοδήποτε κινητό ενσωματώνει χρηματική αξία. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται, ότι για να τελεσθεί το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης απαιτείται μεταξύ άλλων το πράγμα, που ιδιοποιήθηκε ο δράστης, να μη ανήκει στον ίδιο, αλλά σε τρίτο, να πρόκειται, δηλαδή, για «ξένο πράγμα». Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το αρθρ. 830 παρ.1 Α.Κ, έχουν εφαρμογή αφενός οι διατάξεις του αρθρ. 806 ΑΚ, περί δανείου, σύμφωνα με τις οποίες η Τράπεζα, όπου έγινε η παρακατάθεση των χρημάτων από τον καταθέτη, έχει την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου η διάταξη του αρθρ. 827 ΑΚ. Σύμφωνα με την τελευταία ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα (κι εφόσον πρόκειται για χρήματα, άλλα ίσης αξίας) στον παρακαταθέτη, όταν ο τελευταίος ζητήσει αυτό, ακόμη και αν δεν παρήλθε η προθεσμία για τη φύλαξή του. Εξ αυτών παρέπεται, ότι η τράπεζα, στην οποία τηρείται καταθετικός λογαριασμός του πελάτη της, δεν δύναται να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της «υπεξαίρεσης», μη αποδίδοντας τα χρήματα της κατάθεσης, που ζητάει ο παρακαταθέτης, εφόσον τα τελευταία ανήκουν ήδη, από την κατάθεση, στην κυριότητά της (ΑΠ 632/2014, 759/2014, 980/ 2014). 
Σύμφωνα με τη διάταξη § 2δ του αρθρ. 982 ΚΠολΔ οι απαιτήσεις μισθών, συμπεριλαμβανόμενων του δώρου εορτών, ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών είναι ακατάσχετοι. Ο λόγος της ρυθμίσεως είναι να εξασφαλίζονται στους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας, τα μέσα επιβίωσής τους. Οι διατάξεις του ως άνω άρθρου είναι δημόσιας τάξης, θεσπίστηκαν χάριν γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και αυτό συνεπάγεται την αδυναμία αποκλεισμού εφαρμογής τους με ιδιωτική βούληση (ΕφΑΘ 6710/1979 ΝοΒ 28,808, ΕφΑΘ 9347/1990 ΕΕμπΔ 1991,125, ΜΠΠατρ 2112/2009, 5704/2008 ΝΟΜΟΣ). Η κατάσχεση απαίτησης ακατάσχετης είναι άκυρη. Κατά δε την § 3 του άρθρου, που προστέθηκε με το άρθ.3 Ν.3714/2008 (ΦΕΚ A 231/7.9.2008) η εξαίρεση από την κατάσχεση των συντάξεων και των μισθών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης. Σύμφωνα με το αρθ. 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός αξίωσης με απαίτηση που δεν μπορεί να κατασχεθεί. Συμψηφισμό αποτελεί η κατάσταση κατά την οποία οι αμοιβαίες απαιτήσεις δύο προσώπων αποσβεννύονται, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, καλύπτονται (για όσο μέρος καλύπτονται) και συνυπήρξαν κι ο ένας επικαλεστεί, με δήλωσή του προς τον άλλο, τη βούληση του να χωρήσει συμψηφισμός και αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων (αρθ.440, 441 ΑΚ). Κατά τον Α.Κ η πρόταση συμψηφισμού (με δήλωση) επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, από τότε που συνυπήρξαν. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του αρθρ. 167 ΑΚ η δήλωση της βούλησης επιφέρει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, στο οποίο απαιτείται, να απευθυνθεί. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι ο αστικός κώδικας έχει υιοθετήσει την θεωρία της παραλαβής ή λήψεως της δήλωσης βούλησης. Κατ αυτή η δήλωση βουλήσεως θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει νόμιμη ενέργεια, όχι από τότε που εκδηλώθηκε στην πράξη, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της, αλλά από την παραλαβή της δήλωσης βούλησης, από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται. Πριν τη «γνωστοποίηση» η άσκηση βούλησης δεν μπορεί να επιφέρει «έννομα αποτελέσματα στον άλλο». Η παραλαβή θεωρείται κατά το νόμο ότι συντελείται, όταν διαβιβάστηκε σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται, με τρόπο κατά τον οποίο ο τελευταίος μπορούσε να λάβει γνώση, άσχετα αν, από λόγους, που αφορούν τον ίδιο, καθυστέρησε (ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1579/2008, ΑΠ 1251/2007, ΑΠ 1250/2001, Νόμος - ΑΠ 1263/1996 ΕλλΔνη 1997, 1800 - ΕφΠατ 382/2009, Νόμος - ΕφΑθ 644/2005, ΕλλΔνη 2006, 217 - ΕιρΑθ 966/2013, Νόμος). Η νόμιμη δήλωση βουλήσεως εκ μέρους του προτείναντα, εφόσον αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε εκείνον που απευθύνεται, αποσβένει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, που πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες και έγκυρες (γεγονός που συνάγεται εξαιτίας της αμοιβαιότητας των απαιτήσεων. ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254). Επιπλέον, στο άρθρο 464 Α.Κ. ορίζεται ότι: «Οι ακατάσχετες απαιτήσεις είναι και ανεκχώρητες». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων προκύπτει ότι εξαιρείται και από την εκχώρηση ή τον συμψηφισμό το ποσό της σύνταξης και τα λοιπά επιδόματα. Η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά παράβαση του άρθρου 464 Α.Κ. είναι απολύτως άκυρη (Α.Κ. 174). Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μεταξύ των οποίων και ο οφειλέτης της απαίτησης, που εκχωρήθηκε. Η συναίνεση του οφειλέτη, στην περίπτωση αυτή είναι χωρίς έννομα αποτελέσματα, εφόσον με ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να απεμποληθούν κανόνες δημόσιας τάξης, που θεσπίστηκαν χάριν γενικότερου συμφέροντος. Ενώ, η ακυρότητα εξετάζεται σε περίπτωση αμφισβήτησης και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου Κ. κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος 11. σ. 618). Πρέπει, να θεωρηθεί ότι αυτά ισχύουν για κάθε δικαιοπραξία, που επιφέρει παρόμοιο αποτέλεσμα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η «εντολή είσπραξης», που παρέχει ο οφειλέτης στη δανείστρια τράπεζα, με τη δανειακή σύμβαση. Ο σκοπός που επιδιώκεται από το νομοθέτη να προστατευθεί είναι ο ίδιος και συνίσταται στην διατήρηση της απαίτησης και τη δυνατότητα είσπραξής της από τον οφειλέτη εργαζόμενο, που θα ματαιωνόταν, αν ο δανειστής μπορούσε να προεξοφλεί την απαίτησή του, με τη μεταβίβαση σε αυτόν της εξουσίας για είσπραξή της, όταν αυτή γίνει απαιτητή (βλ Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ΕρμΑΚ, τόμος ΙΙ, υπ αρθ. 464, σημ 4 - 10,σελ. 617 - 618). Στις περιπτώσεις αυτές και εφόσον η δανείστρια τράπεζα γνωρίζει (ανάγεται στον κύκλο εργασιών της) την προέλευση των χρημάτων, διαπράττει αδικοπραξία, όταν εν γνώσει της ασκεί δικαίωμα, που της παρέχει η δανειακή σύμβαση (ο δανειοδοτούμενος εξουσιοδοτεί την τράπεζα να εισπράξει το ποσό του δανείου, από όποιο λογαριασμό του διατηρεί στην παραπάνω δανείστρια τράπεζα) και λαμβάνει σε συμψηφισμό απαίτησής της χρήματα του δανειοδοτούμενου, που προέρχονται από μισθούς και συντάξεις ή επιδόματα, όπως αναφέρθηκαν, χωρίς μάλιστα να ειδοποιήσει τον τελευταίο, ότι προτίθεται να ασκήσει το κατά τη σύμβαση δικαίωμά της. Διότι, ο δανειοδοτούμενος σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται, ότι με τη χορήγηση εξουσιοδότησης στην τράπεζα, προς άσκηση του δικαιώματός της συμψηφισμού, απεμπόλησε και το ελάχιστο του δικαιώματός, που κατά το νόμο έχει, να πληροφορείται την ενάσκηση της βούλησης της τράπεζας κατά το χρόνο που ασκεί το δικαίωμά της «συμψηφισμού». Πέραν των παραπάνω θεωρείται ότι τέτοια συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας, όταν μάλιστα λαμβάνει χώρα μετά παρέλευση πολλών ετών, από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, για την μη καταβολή των δόσεων, για την οποία δεν ενημέρωσε όλα αυτά τα χρόνια τον δανειοδοτούμενο, στον οποίο χρέωνε τόκους, χωρίς να κλείσει το λογαριασμό και να καταγγείλει τη σύμβαση, συνιστά αδικοπραξία και κατά τις διατάξεις του Ν. 2251/1997, που προβλέπει ειδική ευθύνη εξ αδικοπραξίας του παρέχοντος υπηρεσίες, που ρυθμίζεται από τα αρθ. 6 και 8 του νόμου αυτού, που έχει ενσωματώσει την υπ αριθ. 85/374/25.07.85 οδηγία της Ε.Ο.Κ, «για την προσέγγιση νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, σε θέματα ευθύνης, λόγω ελαττωματικών προϊόντων», ή παροχής υπηρεσιών, όπως οι διατάξεις του παραπάνω αρθρ. αντικαταστάθηκαν από το αρθρ. 7 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚΑ 152/10.07.07). Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΕφΑθ 442/1993, ΕλλΔνη 1993, 409- 647/1994, ΝοΒ 43, 395 - ΕφΛαρ 226/2005, Νόμος, ΑΠ 81/1991 ΕλλΔνη32, 1215- ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006, 1467 - ΕφΘεσσαλ 1126/2004 ΕπισκΕμπΔ 2004, 729-ΕφΑθ2319/1999 ΔΕΕ 1999, 1175 ΠΠρΘεσσαλ 19932/2009 ΕφΑΔ 2009, 803), ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (αρθρ. 14 παρ.5 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με το ν. 3587/07 και ν 3714/2008), ή πρόκειται για θέματα, που δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής «αδικοπραξίας» και της ευθύνης και ειδικής ρύθμισης του αρθρ. 8 του παραπάνω νόμου, ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία, που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία, στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο ζημιωθείς υποχρεούται, να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παροχής υπηρεσίας και ζημίας κι ο παρέχων την έλλειψη υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του αρθρ. 1 παρ.3 και 4 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, που μπορεί να είναι και οι Τράπεζες, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από την προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος υπηρεσίες και ζημιωθέντος καταναλωτή. Η θεμελίωση της ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες τεκμαίρεται, εισάγεται νόθος αντικειμενική ευθύνη (ΟλΑΠ 18/1999 ΕλλΔνη 40, 1290) και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της (αντιστροφή του βάρους). Ως κριτήρια αναφέρονται η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, μερικές από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρονται. Κατά τα λοιπά η ζημία και η αιτιώδης συνάφεια προσομοιάζουν με των γενικών διατάξεων. Διαφοροποιείται μόνο το πραγματικό του κανόνα δικαίου (η παράνομη συμπεριφορά δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσης του παρέχοντα υπηρεσίες, αλλά την έλλειψη ασφάλειας υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών), το βάρος απόδειξης και τη χρηματική ικανοποίηση του θιγόμενου καταναλωτή, που κρίνεται όπως προσδιορίζεται από το αρθ. 10 § 9β του Ν, που έχει πρώτιστα αποκαταστατικό χαρακτήρα, της ισορροπίας πλέγματος σύγχρονων κοινωνικών και ηθικών αξιών, που διαταράχθηκε από παράνομη ενέργεια του παραβάτη και επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή, όμως έχει και κυρωτικό χαρακτήρα, με σκοπό την προληπτική κατ ουσία προστασία της ολότητας, έναντι κινδύνων, που δημιουργεί, για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο η αθέτηση κανόνων συμπεριφοράς ιδιωτικού δικαίου, που απορρέουν από τη γενική αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών ή προκύπτουν από ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Το δικαστήριο, τέλος, δεν δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό, που έδωσε ο διάδικος στα γεγονότα, που έλαβαν χώρα κι εκτίθενται στο δικόγραφο (αρθρ. 106, 111 § 2, 216 § 1, 335, 337, 338 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζει τους ορθούς κανόνες δικαίου, στους οποίους εμπίπτουν όσα γεγονότα έλαβαν χώρα κι εκτίθενται. Ενώ, η διάταξη του αρθρ. 288 ΑΚ, κατά την οποία καθιερώνεται η αντικειμενική καλή πίστη στις συναλλαγές και η δημιουργία παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεων (πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσόμενων) μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εφόσον αποδεικνύεται η συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκαν οι διάδικοι κι ότι δεν τηρήθηκε από τον οφειλέτη η επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα των συναλλαγών (Σταθόπουλος σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, αρθρ. 288, σελ. 42 - 43 - ΑΠ 291/1985 ΝοΒ 34, 71).

 Με την προκείμενη αγωγή, εκθέτει ο ενάγων ότι επί σειρά ετών διατηρεί καταθετικό λογαριασμό στην εναγομένη τράπεζα, όπως προσδιορίζεται ειδικά στην αγωγή, όπου κατατίθεται η μισθοδοσία του και στη συνέχεια η σύνταξή του. Ότι με την εναγομένη δεν τον συνδέει καμία άλλη σύμβαση και δη δανειακή ή λήψης πιστωτικής κάρτας. Από σειρά ετών, όντας συνταξιοδοτούμενος είναι μόνιμος κάτοικος Βουκουρεστίου, η δε εναγομένη γνωρίζει την διεύθυνσή του. Τον Ιούνιο 2008, ερχόμενος στην Ελλάδα με τη σύζυγό του και τον ανήλικο γιο του, για να περάσει τις διακοπές του στη Χαλκίδα, μετέβη στις 5/7/08 στο υποκατάστημα της εναγομένης, που διατηρεί στην περιοχή. Έκπληκτος διαπίστωσε, ότι την προηγούμενη μέρα η τελευταία παρακράτησε τα χρήματα του λογαριασμού του και δη ποσό 1.819,00€, που προερχόταν αποκλειστικά από την καταβολή σύνταξής του και επιδομάτων του, από τον συνταξιοδοτικό του φορέα. Από ότι τον πληροφόρησε υπάλληλος της εναγομένης, αυτό έγινε εξαιτίας οφειλής του από δάνειο, που είχε λάβει από την τελευταία. Ότι, όμως, ο ίδιος δεν είχε λάβει κανένα δάνειο ή πιστωτική κάρτα από αυτήν και ο υπάλληλος στον οποίο το ανέφερε και του ζήτησε πληροφορίες, τον απέπεμψε. Μετά από αυτά κατέθεσε μήνυση κατά του διευθυντή της εναγομένης. Λίγες μέρες αργότερα παρέλαβε επιστολή εταιρείας με την επωνυμία «...», που τον ενημέρωνε, ότι ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης και ότι η αφαίρεση του παραπάνω ποσού από το λογαριασμό του έγινε προς τακτοποίηση οφειλής του από δάνειο, που δεν είχε εξοφλήσει. Στη συνέχεια ο ίδιος απέστειλε επιστολή, όπου ενημέρωνε ότι δεν είχε συνάψει δάνειο με την εναγομένη και ζητούσε πληροφορίες περί αυτού, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Άσκησε μήνυση κατά της εναγομένης, που η συμπεριφορά της είναι παράνομη. Διότι, υπεξαίρεσε από το λογαριασμό του το παραπάνω ποσό διαπράττοντας αδίκημα ποινικό και αδικοπραξία εφόσον τα χρήματα από τη σύνταξή του δεν μπορούσε να συμψηφίσει η ενάγουσα με υποτιθέμενη οφειλή του, την οποία και ουδέποτε του γνωστοποίησε. Ότι εξ αυτής της παράνομης κι υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη σοβαρότατη βλάβη. Αναγκάστηκε να ματαιώσει τις διακοπές του, μένοντας χωρίς καθόλου χρήματα, δοκίμασε στενοχώρια και κατανάλωσε χρόνο προσπαθώντας να ανακαλύψει, τι συνέβαινε. Επιδιώκει, τέλος, με την προκείμενη αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέψει το ποσό των 1.819,00€, που παράνομα έλαβε από το λογαριασμό του, να του καταβάλλει ποσό 5.000,00€, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη, που είναι εύλογο κι ανάλογο των περιστάσεων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Έτσι έχουσα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο δικαστήριο αυτό (αρθ. 7, 8, 9, 14, 25 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, είναι βάσιμη κατά τις διατάξεις των αρθρ. 288, 297, 298, 300, 330 εδ.β, 830, 827, 174, 180, 914, 932, 57, 59, 345, 346 ΑΚ, τις διατάξεις αρθρ. 6, 4, 8 του Ν. 2251/1994 και τις διατάξεις των αρθρ. 907, 908, 176, 192 §2 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί και στην ουσία της, εφόσον καταβλήθηκε και το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, όπως αναφέρεται στα τυπικά στοιχεία της παρούσας απόφασης. Η εναγομένη, που ομολογεί την είσπραξη του ποσού των 1.819,59€ από το λογαριασμό του ενάγοντα, από την ίδια, αρνούμενη το παράνομο της πράξης της, προβάλλει τις ενστάσεις: α) αοριστίας της αγωγής, εφόσον δεν ορίζεται το ύψος της σύνταξης, που καταβάλλεται, κάθε πότε καταβαλλόταν και πιστωνόταν και από ποιόν, ώστε να διαπιστωθεί αν τα χρήματα προέρχονται από συντάξεις, β)πριν από την εισαγωγή της παρ.3 του αρθ. 982 ΚΠολΔ, που θεσπίστηκε με Ν. 3714/2008, που άρχισε να ισχύει από τις 7/11/08, οπότε και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ επιτρεπόταν η κατάσχεση τραπεζικών καταθέσεων ακόμη κι αν προερχόταν από μισθούς και ότι η ίδια ανέλαβε τα χρήματα από το λογαριασμό του ενάγοντα πριν την παραπάνω ημερομηνία ισχύος του νόμου. Συνεπώς, δεν υπέπεσε σε παράβαση, γ) δεν υπάρχει καμία υπεξαίρεση χρημάτων από το λογαριασμό του ενάγοντα, εφόσον τα χρήματα της ανήκαν κατά κυριότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 830 ΑΚ, δ) ο ενάγων της όφειλε από δάνειο, όπως αναφέρεται ειδικά, και το παραπάνω ποσό έλαβε βάσει όρου της δανειακής σύμβασης, που της παρείχε δικαίωμα, να χρεώνει οποιοδήποτε λογαριασμό του τηρείται στην ίδια, προς συμψηφισμό της απαίτησής της από το δάνειο, ε)ο λογαριασμός δεν λειτουργούσε ως λογαριασμός μισθοδοσίας, ενώ ο ενάγων διατηρεί 4 καταθετικούς λογαριασμούς από τους οποίους μπορεί να εξυπηρετηθεί το δάνειο, και 2 πιστοδοτικούς λογαριασμούς και 2 τοκοχρεολυτικά δάνεια. Περαιτέρω, η εναγομένη δήλωσε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση, η δήλωσή της, δε, καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά, ότι ασκεί ανταγωγή κατά του ενάγοντα, διότι έχει απαίτηση εναντίον του, που προκύπτει από δανειακή σύμβαση, μεταξύ του ενάγοντα και της τράπεζας ..., που συνάφθηκε στις 20/3/95 με την αριθ. ... σύμβαση χορήγησης προσωπικού δανείου στον ενάγοντα κι αντεναγόμενο, ύψους 1.000.000 δρχ, της οποίας η ίδια είναι καθολική διάδοχος, εφόσον η παραπάνω τράπεζα απορροφήθηκε από την Τράπεζα ... το 1997 κι η ίδια απορρόφησε, στις 12/3/99, λόγω συγχώνευσης, την τράπεζα ... Η απαίτησή της από κεφάλαιο και τόκους ανήλθε στα 7.968,47€ και μετά την αφαίρεση του ποσού των 1.819,59€ από το λογαριασμό του ενάγοντα/αντεναγομένου, προς συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων δόσεων, το υπόλοιπο, οφειλόμενο από τον παραπάνω, ποσό, ανέρχεται στα έξη χιλιάδες εκατόν σαράντα οκτώ ευρώ και 88 λεπτών (6.148,88€), όπως αναλύεται το ποσό αυτό στις προτάσεις της. Επιδιώκει, τέλος, να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος να της καταβάλλει το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως με νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, από 5/7/08, άλλως από την άσκηση της ανταγωγής και μέχρι εξοφλήσεως και να καταδικαστεί ο αντεναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Έτσι έχουσες οι ενστάσεις είναι απορριπτέες είτε ως αβάσιμες, είτε ως αόριστες κατ αρθ. 262 ΚΠολΔ, εκτός της υπό στοιχείο γ που είναι βάσιμη και γίνεται δεκτή. Συγκεκριμένα αβάσιμη είναι η υπό στοιχείο α, εφόσον τα περιστατικά που αναφέρει δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου και δεν υπάρχει αοριστία της αγωγής. Ενώ, αντικείμενο απόδειξης είναι αν τα χρήματα προερχόταν εξ ολοκλήρου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, από συντάξεις. Ως προς την υπό στοιχείο β. εξίσου αβάσιμη, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η εξαίρεση από την κατάσχεση απαιτήσεων οφειλέτη, που προερχόταν από μισθούς και συντάξεις ίσχυε πριν την εισαγωγή του αρθρ. 3 του Ν. 3714/08, που άρχισε να ισχύει από τις 7/9/08 (ΦΕΚ Α 231/7.9.08) και όχι από τις 7/11/08. Το εδ. 2δ του αρθρ. 982 ΚΠολΔ, που προέβλεπε εξαίρεση από την κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ανάλογων επιδομάτων, ίσχυε από παλαιότερα και τροποποιήθηκε με το αρθ. 50 Ν. 1329/83, διότι επιδιώχθηκε διπλασιασμός του ποσού, που θα μπορούσε να κατασχεθεί από το 1/4 στο 1/2. Πριν από την πρόσθεση της παρ.3 στο αρθ. 982 ΚΠολΔ, όχι μόνο δεν επιτρεπόταν η κατάσχεση χρηματικών καταθέσεων, αλλά αντίθετα «απαγορευόταν». Η κατάσχεση στα χέρια Τράπεζας «ως τρίτης» είχε ρυθμιστεί με τα αρθρ. 87 - 94 του ν.δ 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 52 αρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, ενώ παράλληλα ίσχυε και το ν.δ 1059/71 «περί απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων» (όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το Ν. 1868/99 και Ν. 2214/94). Ως αποτέλεσμα οι χρηματικές τραπεζικές καταθέσεις ήταν «ακατάσχετες» σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν τα χρήματα δεν προερχόταν από μισθούς, επιδόματα και συντάξεις (ΟλΑΠ 1224/1975, ΝοΒ 1976, 188 - ΕφΠειρ 534/1987, ΕλλΔνη 1988,368- ΜΠρΘεσσαλ2696/1991, Αρμ 1994, 1165). Τα τραπεζικά ιδρύματα αρνούμενα να προβούν σε δήλωση κατ αρθ. 985 ΚΠολΔ περί της ύπαρξης στα χέρια τους χρηματικής κατάθεσης, έναντι του κατασχόντα, δεν υπέπιπταν σε παράβαση και μη εκπλήρωση υποχρέωσής τους. Η άρση του απορρήτου συντελέστηκε με το αρθ. 24 του Ν. 2915/2001, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 29/5/01, ενώ και προηγούμενα είχαν εκφραστεί ζωηρές αντιρρήσεις, αν το απόρρητο, που καθιερώθηκε για χρηματικές τραπεζικές καταθέσεις, που αποσκοπούσε στην αύξηση εισροής των αποταμιεύσεων στο τραπεζικό σύστημα, σήμαινε σε κάθε περίπτωση και παντελή αδυναμία κατάσχεσης τους (βλ ΟλΑΠ 3/1993, ΕλλΔνη 1993, 1459). Η άρση αυτή του απορρήτου, μόνο μέχρι του ύψους της απαίτησης του κατασχόντα δήλωνε και την αυτοδίκαια άρση της απαγόρευσης κατάσχεσης των καταθέσεων ως προς την απαίτηση του καταχόντα. Η παρ.3 τέθηκε, όχι διότι προηγούμενα ίσχυε η κατάσχεση ακατάσχετων χρηματικών τραπεζικών καταθέσεων, αλλά προς διασφάλιση των οφειλετών, εφόσον από την απαίτηση του κατασχόντα, για την οποία αίρεται το απόρρητο και θεωρείται, ότι υπάρχει αναγκαστική εκχώρηση στον κατασχόντα, μέχρι το ύψος της κατασχεθείσας απαίτησής του, υφίστανται εξαιρέσεις, που αναγράφηκαν στην παρ.3 του αρθ.982 ΚΠολΔ, που έλαβε υπόψη της και θέλησε να ρυθμίσει σύγχρονες ανάγκες. Άλλωστε και με βάση τα αρθρ. 464 ΑΚ, 982 § 2 εδ. ΚΠολΔ, αρθ.31 ΚΕΔΕ, αρθ.62 του Ν.2214/94, αρθ.19 Ν. 2322/95, αρθ. 1 Ν.1453/38, 52§20 ΕισΝΚΠολΔ, δεν επιτρεπόταν εκχώρηση μέρους του μισθού «υπαλλήλων», ακόμη και με συμφωνία τους, σε κανένα δανειοδοτικό οργανισμό, για εξασφάλιση του δανείου, με εξαίρεση το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και Ταχ.Ταμιευτήριο, μόνο εφόσον αφορούσαν δάνειο για Α κατοικία. Ως προς το μισθό και τις συντάξεις, στο μέτρο που ίσχυαν οι εξαιρέσεις, δεν μπορούσε να γίνει κατάσχεση και πριν την πρόσθεση της § 3 (βλ. ΑΠ 358/2004, ΕφΛαρ 379/2003, ΕφΠατρ 135/2003, ΜΠρΡοδ2059/06). Η υπό στοιχείο δ ένσταση, είναι αβάσιμη κι αόριστη.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ανταγωγή, που υπάγεται στην καθ` ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού και τη διαδικασία κατά την οποία εισάγεται η αγωγή, νόμιμα ασκείται με τις προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όπου η διαδικασία είναι προφορική και η κατάθεση προτάσεων μη υποχρεωτική, η ανταγωγή ασκείται με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, περιλαμβανόμενη στα πρακτικά και εξειδικεύεται με τις προτάσεις, που κατατίθενται στην έδρα την ημέρα της συζήτησης (αρθρ. 34 και 268 § 4, όπως αντικαταστάθηκε με αρθρ. 26 του Ν. 3994/11, ΚΠολΔ), είναι βάσιμη κατά το νόμο (αρθ. 361, 806, 807, 346, 296 ΑΚ και 176, 191 §2 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την αγωγή, εφόσον για τη συζήτησή της καταβλήθηκε το αναλογούν δικαστικό τέλος που προσήκει στο καταψηφιστικό αίτημα της, όπως αναφέρεται στο τυπικό μέρος της παρούσας. Ο ενάγων αρνείται την ανταγωγή υποστηρίζοντας ότι δεν οφείλει στην εναγομένη και αντενάγουσα κανένα ποσό. Το δάνειο με την τράπεζα «..........» το είχε εξοφλήσει, αλλά δεν μπορεί να διατηρεί μετά από πάροδο τόσων ετών τις αποδείξεις, ενώ η αντενάγουσα από την οποία ζήτησε να του προσκομίσει όλα τα έγγραφα δεν το έπραξε. Προβάλλει δε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της εναγομένης/αντενάγουσας κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ αρθρ. 281 ΑΚ, κατά την οποία η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, νόμιμα προβάλλεται και θα πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της. Ενώ η άρνηση της αγωγής, που πρέπει να είναι αιτιολογημένη και όχι αόριστη, όπως και η ένσταση εξόφλησης είναι απορριπτέες. 

Από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη, που καθίστανται κοινά, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες τους, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής: Ο ενάγων είναι συνταξιούχος καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, που συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό διευθυντή και διατηρεί στην εναγομένη τράπεζα τον αριθ. ... λογαριασμό, που ανοίχτηκε στις 2/12/99 κι αναφέρεται ότι είναι λογαριασμός μισθοδοσίας/σύνταξης. Δικαιούχοι του παραπάνω λογαριασμού είναι ο ενάγων και η σύζυγός του ..... Όπως προκύπτει από την κίνηση του λογαριασμού αυτού, την οποία έλαβε ο ενάγων από την εναγομένη και προσκόμισε, ο λογαριασμός εμφάνιζε πριν τις 19/5/08 υπόλοιπο ποσού 0,52€. Στις 19/5/08 κατατέθηκε στο λογαριασμό η σύνταξη του, ποσού 882,00 και το υπόλοιπο ανήλθε στα 882,52€. Στις 9/6/08 ο ενάγων ανέλαβε ποσό 160,00€ και ο λογαριασμός ανήλθε στα 722,52€. Στις 17/6/08 ενεγράφη η ανάληψη από 110,00€ και το υπόλοιπο διαμορφώθηκε στα 612,52€. Στις 20/6/08 κατατέθηκε η σύνταξη του ενάγοντα από 1.272,00€ και το υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στα 1.884,52. Στις 26/6/08 έγινε ανάληψη ποσού 280,00€ και το υπόλοιπο διαμορφώθηκε στα 1.604,22€, Στις 27/6/08 κατατέθηκε το επίδομα Μ.Τ.Π.Υ από 493,35€ και το υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στα 2.097,87€. Στις 1/7/08 πιστώθηκαν οι τόκοι από 1,91€ και το υπόλοιπο ανήλθε στα 2.099,78€. Στη συνέχεια έγινε η φορολόγηση τόκων και το υπόλοιπο ανήλθε στα 2.099,59€. Στις 2/7/08 έγινε ανάληψη από τους δικαιούχους ποσού 280,00€ και το υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στα 1.819,59€. Στις 4/7/08 η εναγομένη αφαίρεσε από το λογαριασμό αυτό το σύνολο του ποσού κι έτσι μηδενίστηκε το υπόλοιπο του. Από ό,τι αποδεικνύεται το σύνολο του ποσού, που αφαίρεσε, εκτός από 0,52€, προερχόταν από συντάξεις και επιδόματα, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη. Αφού, η αιτία κατάθεσης γνωστοποιείται κι αναφέρεται στην κατάσταση της εναγομένης. Ως συνέπεια, η τελευταία δεν μπορούσε να αναλάβει το παραπάνω ποσό από το λογαριασμό του ενάγοντα, ακόμη και αν, όπως υποστηρίζει, είχε απαίτηση κατά αυτού προερχόμενη από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και ο τελευταίος της είχε παράσχει το δικαίωμα, να συμψηφίζει απαιτήσεις της με καταθέσεις από κάθε λογαριασμό του. Διότι, αυτό δεν μπορεί να περιλάβει και ακατάσχετες κι ανεκχώρητες απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και λοιπά ανάλογα επιδόματα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εναγομένη ουδέποτε ειδοποίησε τον ενάγοντα ούτε για την οφειλή του, ούτε για την πρόθεσή της να ασκήσει το δικαίωμά της αυτό. Συνεπώς, η εναγομένη εν γνώσει της προέβη σε αφαίρεση του παραπάνω ποσού από το λογαριασμό του ενάγοντα, πράττοντας μη νόμιμα κι υπαίτια, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες, που θα επέρχονταν στον ενάγοντα. Εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς της δε, που ήταν παράνομη κι υπαίτια, επήλθε και ηθική βλάβη στον ενάγοντα, που δοκίμασε στενοχώρια, ματαίωσε τις διακοπές του, προσπαθώντας να βρει τι συνέβη, ξόδεψε το χρόνο του μεταξύ του υποκαταστήματος της εναγομένης και του αστυνομικού τμήματος, χωρίς να βρει λύση στο πρόβλημα, που εμφανίστηκε. Η εναγομένη, όχι μόνο έπραξε παράνομα, αλλά δεν προέβη ούτε στην στοιχειωδώς ασφαλή εκείνη συμπεριφορά, ώστε αφενός να ενημερώσει με ευκρίνεια τον ενάγοντα, για το τι συνέβη και να του παράσχει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, αφετέρου να τον αντιμετωπίσει με τους στοιχειώδεις κανόνες, που πρέπει να διακρίνουν τη συμπεριφορά της έναντι των πελατών της, που εμβάλλει σε περιπέτειες, μη μετριάζοντας τους κινδύνους και μη προσπαθώντας να οικοδομήσει έστω και κατ ελάχιστο την σχέση εμπιστοσύνης, που απαιτείται να υπάρχει, ενώ παρείχε μη ασφαλείς υπηρεσίες, που δεν αναμένεται να παρέχει εταιρεία του ύψους της εναγομένης, με δεδομένο τον κύκλο εργασιών της, το μέγεθός της και το μερίδιο, που κατέχει στην παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών στην αγορά. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να επιστρέψει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, που αιτείται, των χιλίων οκτακοσίων δεκαεννέα ευρώ (1.819,00€) και να του καταβάλλει ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, το ποσό των 3.500,00€, που αποτελεί «δίκαιο», «εύλογο» και «ανάλογο των περιστάσεων», που έλαβαν χώρα, ποσό. Ενώ για τον προσδιορισμό της ζημίας πρέπει να ληφθεί υπόψη και το μέγεθος της εναγομένης, η οποία διαθέτει 500 υποκαταστήματα στην Ελληνική αγορά, έχει απορροφήσει αρκετές άλλες εταιρείες του είδους, μεταξύ αυτών και τμήμα του Ελληνικού Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, διαθέτει 820 ΑΤΜ, υποκαταστήματα στο εξωτερικό και είχε τζίρο 243 δισεκατομμύρια ευρώ. Έτσι γίνεται εν μέρει δεκτή και ως προς το ποσό αυτό. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο χρόνος λήψης του ποσού από την εναγομένη, δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, που δεν έχουμε «κατάσχεση στα χέρια της» ως τρίτης, αλλά μονομερή βούλησή της, χωρίς γνωστοποίηση στον ενάγοντα, για συμψηφισμό απαίτησής της, με το σύνολο του ποσού της κατάθεσης, που προέρχεται εξ ολοκλήρου από συντάξεις και αντίστοιχα επιδόματα και με βάση το νόμο δεν μπορούσε να εκχωρηθεί από τον ενάγοντα, εφόσον απαγορεύεται με δημοσίας τάξης κανόνες δικαίου.

Περαιτέρω και ως προς την ανταγωγή αποδείχτηκαν τα εξής: Ο αντεναγόμενος είχε συνάψει στις 20/3/95 με την τράπεζα «......» την αριθ ...... σύμβαση χορήγησης προσωπικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 1.000.000 δρχ, όπως αποδεικνύεται από τα αρθρ. 1, 3 του αντιγράφου της σύμβασης, που προσκομίζει η αντενάγουσα, με ονομαστικό επιτόκιο 32% και πραγματικό 35,53%. Στο αρθρ. 2 της σύμβασης αυτής προβλέπεται, ότι η εκταμίευση του δανείου από την Τράπεζα και η είσπραξή του, από τον οφειλέτη, θα συντελείται με την πίστωση του ποσού δανείου στο λογαριασμό, με αριθ. .... «Maxi Cash», του οφειλέτη και θα αποδεικνύεται από τα βιβλία της τράπεζας, που εμφανίζουν τη σχετική πιστωτική εγγραφή ή από τη χρέωση του δανειακού λογαριασμού του οφειλέτη. Το δάνειο, σύμφωνα με το αρθ. 3, έπρεπε να αποπληρωθεί σε 24 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με λήξη 28/3/97. Σύμφωνα με το αρθ. 5, το κεφάλαιο του δανείου θα εκτοκίζεται από την ημερομηνία εκταμίευσης και ανάληψής του από τον Οφειλέτη μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του με το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο, που αναγράφεται, με βάση έτος 365 ημερών. Κατά το αρθρ. 7, αν οποιαδήποτε δόση ή άλλο ποσό, που οφείλεται από τον Οφειλέτη στην Τράπεζα (π.χ φόρος, έξοδα) δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα, τότε ο οφειλέτης με μόνη την παρέλευση της ημέρας κατά την οποία το σχετικό ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο κι απαιτητό θα καθίσταται υπερήμερος αυτοδικαίως και χωρίς καμία όχληση, με συνέπεια την χρέωση τόκων υπερημερίας, που θα υπολογίζονται με ετήσιο επιτόκιο ίσο προς τέσσερες (4) εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο και θα είναι αμέσως απαιτητό, αλλιώς θα ανατοκίζονται κάθε μήνα. Κατά το αρθ. 9, η τράπεζα θα έχει δικαίωμα, χωρίς προειδοποίηση, να καταγγείλει εγγράφως, ολικά ή μερικά τη σύμβαση δανείου, αν συντρέχει έστω και ένα από τα ακόλουθα γεγονότα: α) Η μη εμπρόθεσμη καταβολή στην Τράπεζα από τον οφειλέτη οποιασδήποτε δόσης ή άλλου οφειλόμενου ποσού, με βάση την παρούσα, β) η παραβίαση ή υπερημερία του Οφειλέτη ή Εγγυητή στην εκπλήρωση οποιασδήποτε άλλης σπουδαίας συμβατικής υποχρέωσής του, γ)ο θάνατος ή η κήρυξη του Οφειλέτη σε δικαστική ή νόμιμη απαγόρευση. Με την καταγγελία το σύνολο του δανείου κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις θα καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα φέρει τόκο μέχρι την ημέρα της ολοσχερούς εξόφλησής του με το επιτόκιο, που αναφέρεται στο αρθρ. 7. Στο αρθρ. 12, ότι Ο οφειλέτης και ο Εγγυητής εξουσιοδοτούν ανέκκλητα την Τράπεζα, να χρεώνει με τα οφειλόμενα ποσά οποιοδήποτε λογαριασμό τους στην Τράπεζα, ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρούνται και ενδεικτικά το λογαριασμό Maxi Cash…κι έχει ανοιχθεί για την διευκόλυνση της αποπληρωμής του δανείου. Η τράπεζα έχει σε κάθε περίπτωση δικαίωμα μονομερούς συμψηφισμού των απαιτήσεών της προς οποιαδήποτε, ληξιπρόθεσμη ή μη ανταπαίτηση του Οφειλέτη ή του Εγγυητή έναντι της Τράπεζας. Εδώ, ξέχωρα από τους προβλεπόμενους όρους της σύμβασης, πρέπει να αναφερθούν, για να γίνει αντιληπτή η πραγματικότητα, τα εξής: Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τη δανειακή σύμβαση δεν έχουμε ανοικτό λογαριασμό πίστωσης και «αλληλόχρεο λογαριασμό» τήρησής της, αλλά απλό δάνειο και λογιστική παρακολούθησή του δανείου, με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, χρεώσεων και πιστώσεων, όπου οι δόσεις του δανείου και τα χρεώλυτρα παραμένουν αυτόνομα και αυτοτελή, δεν χάνουν την αυτοτέλειά τους, ενώ παραγράφονται, όπως και οι εξ αυτών τόκοι των δόσεων, με βάση το αρθρ. 250 και 253 ΑΚ μέσα σε 5 έτη από το έτος που γεννήθηκαν, σε αντίθεση με το δάνειο, που η παραγραφή του είναι 20ετής. Σε περίπτωση δε, μη καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, όπου καθίσταται απαιτητό το σύνολο του κεφαλαίου και των δόσεων, δεν απόλλυται και η αυτοτέλειά τους. Στην περίπτωση αυτή αφενός δεν ισχύουν οι όροι και διατάξεις του νόμου, που αφορούν τον αλληλόχρεο λογαριασμό (874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμΝ, 64 - 67 ΝΔ 17-7/13-8-9), όπου αναζητείται μόνο το κατάλοιπο αυτού του λογαριασμού, ούτε είναι δίκαιο και εύλογο να υπάρχει ανατοκισμός του συνόλου των τόκων των ληξιπρόθεσμων δόσεων, αφού κάθε τοκοχρεωλυτική δόση δανείου περιέχει ήδη και άληκτους τόκους, που δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται. Κάθε, δε, προς την οδό αυτή συμφωνία ή «εν τοις πράγμασι» λειτουργία δεν παρίσταται νόμιμη, διότι συνεπάγεται «έμμεσα» και ανεπίτρεπτα ωφελήματα τραπεζικών ιδρυμάτων, που προβλέπονται μόνο για αλληλόχρεο λογαριασμό (π.χ 3μηνος ανατοκισμός), όπου συνήθως είναι και μακρύτερος ο χρόνος απόδοσης του δανείου, αλλά και υψηλότερο το ποσό του δανείσματος, που ενέχει μεγαλύτερο κίνδυνο. Περαιτέρω, ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης, που επιδιώχθηκε με το Ν. 2601/1998, με βάση αρθ. 12 αυτού που προέβλεπε ανατοκισμό (ΦΕΚ Α 81/15.4.98) και κατάργηση § 6 του Ν. 1083/1980, ήταν η ενίσχυση τραπεζικών ιδρυμάτων, προκειμένου να γίνουν ιδιωτικές επενδύσεις και επιχειρηματικά σχέδια, που θα βοηθούσαν και την Οικονομική και Περιφερειακή Ανάπτυξη της χώρας. Κάτω από τον ίδιο λόγο θεσπίστηκαν κι οι επόμενοι νόμοι και δη Ν. 3299/04, 3908/11, 4013/11, 4098/12, μόνο που η οικονομική περιφερειακή ανάπτυξη δεν επήλθε. Με βάση, δηλαδή, το αρθ. 12 του Ν. 2601/1998 προβλέφτηκε στην παρ.1 αυτού ότι: 1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα, σε καθυστέρηση τόκοι, ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ`ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ. Εξ αυτού συνάγεται, ότι η ρύθμιση αναφέρεται σε δανειακή σύμβαση, που έχει καταγγελθεί και ή αλληλόχρεο λογαριασμό, που έχει κλειστεί. Ενώ, από ότι προκύπτει και από τις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου προεξάρχουσες σε κάθε περίπτωση είναι οι «συμφωνίες» των συμβαλλομένων, που κατισχύουν. Μιλώντας, βέβαια, για συμφωνίες ο νόμος μάλλον δεν αναφέρεται σε «μονομερείς όρους» και επιβαλλόμενες ρυθμίσεις, που είναι προεξάρχουσες στις συμβάσεις του είδους αυτού. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται η δανειακή σύμβαση του ενάγοντα/αντεναγομένου με την παραπάνω Τραπεζική εταιρεία. Δεν αποδεικνύεται, όμως, τίποτε πέραν αυτού. Η αρχική εταιρεία, δηλαδή, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ, συγχωνεύτηκε με απορρόφηση στην εταιρεία «Τράπεζα ...» και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών η με αριθ. Κ2 9312/10.10.97 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 4224 τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ 10.10.97). Περαιτέρω η παραπάνω προκύψασα εταιρεία συγχωνεύτηκε δια απορροφήσεως από την εταιρεία «ΤΡΑΠΕΖΑ ...», ενώ εγκρίθηκε και η τροποποίηση του καταστατικού της και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών η με αριθ. Κ2 - 30005/12.3.99 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία ιδρύεται ανώνυμη τραπεζική Εταιρεία, με την επωνυμία «Τράπεζα .....» και δ.τ. «...» (ΦΕΚ 1503 τευχ. ΑΕ & ΕΠΕ 17.3.99). Στη συνέχεια η παραπάνω εταιρεία απορρόφησε την «Τράπεζα ...» και καταχωρήθηκε στα Μητρώα η με αριθ. Κ2-11540/7.9.00 απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 8391 της 13/9/00). Έτσι προέκυψε η αντενάγουσα/εναγομένη εταιρεία. Γεγονότα τα οποία, η παραπάνω ουδέποτε γνωστοποίησε στον οφειλέτη της. Εκτός, όμως, από τη δανειακή σύμβαση, η οποία και ενώ είναι καθαρή στις πρώτες σελίδες, δεν διαβάζεται, όσον αφορά το τμήμα που αναφέρει τις τοκοχρεωλύσιες δόσεις του δανείου, δεν προσκομίζεται τίποτε πέραν αυτού, που να αφορά το λογαριασμό «Maxi Cash» του αντεναγόμενου/ενάγοντα οφειλέτη. Πως αυτός τηρήθηκε και λογιστικά παρακολουθήθηκε όλα αυτά τα έτη, από την αρχική εταιρεία, μέχρι να φθάσουμε στο θέρος του 2008 και την ενέργεια της προκύψασας αντενάγουσας εταιρείας κατά το χρόνο αναλήψεως του παραπάνω ποσού των 1.819,59€, από άλλο καταθετικό λογαριασμό του, που φέρει τον τίτλο «λογαριασμός καταθέσεως μισθών/συντάξεων», που ανοίχτηκε από τον παραπάνω οφειλέτη το 1999, όπως αναφέρθηκε. Οι ενοποιημένες καταστάσεις του παραπάνω λογαριασμού του οφειλέτη, όμως, θα πρέπει να υπήρξαν, να περάστηκαν στα βιβλία και να συνεχίστηκαν, κατά την παρακολούθηση του λογαριασμού από την αντενάγουσα τράπεζα. Χαρακτηριστικό των όσων αναφέρονται είναι και το εξής: Προσκομίζεται μια εκτύπωση από τα βιβλία της εταιρείας υποτίθεται, όπου αναφέρεται η τήρηση και λογιστική παρακολούθηση του λογαριασμού του οφειλέτη «Maxi Cash» μόνο μέχρι τις 29/12/95. Στη συνέχεια, προς ενημέρωση του οφειλέτη, που διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη ενέργεια της, όπισθεν της από 22/7/08 επιστολής, που του αποστέλλεται, που προσκομίζει η εταιρεία, αναγράφεται η κίνηση του λογαριασμού από τις 26/1/99 υποτίθεται, όπου αναφέρεται ότι το κεφάλαιο από 2.493,07€ μεταφέρεται σε οριστική καθυστέρηση. Στη συνέχεια η επόμενη εγγραφή αναφέρεται στο έτος 2008 και ημερομηνία 4/7, όταν η εταιρεία έλαβε από το λογαριασμό του οφειλέτη της το ποσό των 1.819,59€. Λείπουν, όμως, έτσι 4 έτη. Ενώ, απουσιάζει και η μετατροπή του δανείου από δρχ σε ευρώ. Από την άλλη η κατάσταση του λογαριασμού, από όπου έλαβε η αντενάγουσα το παραπάνω ποσό, παρότι αναγράφεται στο κάτω μέρος, με σφραγίδα, που δεν διαβάζεται, ότι αποτελεί απόσπασμα από τα βιβλία της τράπεζας και εκτύπωση, στην πραγματικότητα δεν είναι εκτύπωση, αλλά κακή φωτοτυπία, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, περί εκτύπωσης από τα εμπορικά της βιβλία, που τηρούνται ηλεκτρονικά και βεβαίωσης των αρμοδίων υπαλλήλων. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει καμία σαφής εικόνα, για το τι συνέβη με την οφειλή του αντεναγομένου οφειλέτη. Πέραν τούτου, οι υπολογισμοί, που κάνει σε πίνακα, με τις προτάσεις της, η αντενάγουσα, από όπου προκύπτει ότι μεταχειρίζεται όλες τις ληξιπρόθεσμες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ενιαία, ως να αποτελούσαν κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που ανατοκίζονται ομού και προστίθενται στο κεφάλαιο, χωρίς να έχει κλείσει το λογαριασμό, ούτε να έχει καταγγείλει τη σύμβαση (σε χρόνο από το 1998 και εντεύθεν), δεν υποστηρίζονται από καμία κατάσταση, που να προσκομίζεται από τα βιβλία της, που υποτίθεται ότι τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, που απλά δεν προσάγεται. Συνεπώς, έχουμε μεν μια δανειακή σύμβαση για ποσό δανείου 1.000.000δρχ, που έπρεπε να αποπληρωθεί με τοκοχρεωλυτικές δόσεις μέχρι τις αρχές του 1997, αλλά δεν γνωρίζουμε τι συνέβη στη συνέχεια. Πρέπει, δε, να απορριφθεί η ανταγωγή της αντενάγουσας, ως αναπόδεικτη και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη ως προς την ανταγωγή, που δεν προκάλεσε ιδιαίτερα έξοδα στον αντεναγόμενο/ενάγοντα, ούτε επαύξησε τα έξοδα της δίκης, ενώ παρέλκει η εξέταση της κατάχρησης δικαιώματος. 
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, συνεκδικάζοντας αγωγή και ανταγωγή, δέχεται εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνει την εναγομένη, να καταβάλλει στον ενάγοντα αφενός το ποσό των χιλίων οκτακοσίων δεκαεννέα ευρώ (1819,00€), που έλαβε από το λογαριασμό του παράνομα, αφετέρου ποσό τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (3.500,00€) ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, νομιμοτόκως και για τα δύο ποσά από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή και καταδικάζει την εναγομένη στην καταβολή των 4/5 της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντα κατ αρθρ. 176, 191 § 2 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικά στο διατακτικό της παρούσας. Απορρίπτει την ανταγωγή και συμψηφίζει εν όλω τη δικαστική δαπάνη αυτής, κατ αρθρ. 178 § 1,2 εδ. α, η οποία και δεν προκάλεσε επαύξηση των εξόδων της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων. 
Συνεκδικάζει αγωγή και ανταγωγή. 
Δέχεται την αγωγή. 
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα αφενός το ποσό των χιλίων οκτακοσίων δεκαεννέα ευρώ (1.819,00€), αφετέρου το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (3.500,00 €), νομιμοτόκως το καθένα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. 
Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή 
Καταδικάζει την εναγομένη στην καταβολή των 4/5 της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντα, την οποία ορίζει στα διακόσια σαράντα ευρώ (240,00€) 
Απορρίπτει ανταγωγή. 
Συμψηφίζει εν όλω τη δικαστική δαπάνη αυτής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...