Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Έφεση, μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, αναίρεση, παραβίαση κανόνα δικαίου, διδάγματα κοινής πείρας, ερμηνευτικοί κανόνες, αιτιολογία, αδίκαστη αίτηση, αποδεικτικά μέσα, παραμόρφωση εγγράφου.

Περίληψη. Πώληση σκάφους αναψυχής. Πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος. Επιδίκαση αποζημίωσης στον αγοραστή λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας της γεννήτριας του πωληθέντος σκάφους. Υποχρέωση της αναιρεσίβλητης πωλήτριας προς καταβολή των νομίμων τόκων επιδικίας επί του επιδικασθέντος ποσού. Έφεση. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγόμενου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθ. 769/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει.
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 431/ 2016.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης. Ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στο αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού, μετά την παραδοχή εν όλω ή εν μέρει του κυρίου αιτήματος, επί του παρεπομένου αιτήματος τόκων (ΑΠ 1665/ 2008). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-6-2010 αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κατάρτιση συμβάσεως, δυνάμει της οποίας η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, της πώλησε το σ’ αυτή περιγραφόμενο σκάφος, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί, η τελευταία, να της καταβάλει, το ποσό των 5000 ευρώ, λόγω μείωσης της εμπορικής του αξίας, συνεπεία της εξ’ αρχής δυσλειτουργίας της εντός αυτού τοποθετημένης γεννήτριας. Με τις ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου από 6-12-2011 προτάσεις της, η ενάγουσα, συμπληρώνοντας το πιο πάνω αίτημα, ζήτησε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το άνω ποσό, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα και την αγωγή στο σύνολό της. Μετά από άσκηση έφεσης από την ενάγουσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε αντιθέτως, ότι έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτό, ως βάσιμο στην ουσία του το αίτημα αυτό και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιδίκασε στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) 3000 ευρώ για την άνω αιτία, άτοκα, ελλείψει σχετικού αιτήματος, όπως εκθέτει. Λαμβανομένου, όμως, υπόψη, ότι υφίστατο το σχετικό αίτημα, εφόσον η αναιρεσείουσα, το ζήτησε, με τις προτάσεις της πρίν περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, κατά τα άνω, ως παρεπόμενο του κυρίου αντικειμένου της αγωγής της, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ (ΑΠ 137/ 1994), το Εφετείο, παραλείποντας να αποφανθεί επ’ αυτού, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/ 1999). Ο ως άνω λόγος προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2 και 12/2000)
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ενόλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 279/ 2015). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. δηλαδή), όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/ 1997). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προαναφερόμενη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (3663/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 5.000 ευρώ λόγω μείωσης του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του σκάφους, συνεπεία του επικαλούμενου ελαττώματος του ανεπαρκούς εξαερισμού της τουαλέτας του, κατ’ αποδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής, από το άρθρο 554 ΑΚ. Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 11-6-2013 έφεση, με την οποία η τελευταία παρεπονείτο για την απόρριψη και του άνω κονδυλίου και επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως στο Εφετείο μεταβιβάστηκε το σχετικό προσβληθέν κεφάλαιο ως σύνολο, ήτοι και ως προς την άνω ένσταση, χωρίς να απαιτείτο να επαναφερθεί, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, από την αναιρεσίβλητη, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, από 15-1- 2014 προτάσεις της η εν λόγω ένσταση επαναφέρθηκε από την τελευταία ως εκ περισσού. Συνεπώς, το Εφετείο που την έλαβε υπόψη, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/ 2006). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια του κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 10/2005). 
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/ 2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια,. Εξάλλου, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 AK) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε, παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόστηκαν κατά τρόπο που να μη καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης. Επίσης, παραβιάζονται εκ πλαγίου, όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ852/2015).  
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: Τον Απρίλιο του 2007 ο Π. Μ. απευθύνθηκε στην εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την αγορά προς μεταπώληση σκαφών αναψυχής και είναι αντιπρόσωπος στην Ελλάδα αλλοδαπών εταιρειών κατασκευής, προκειμένου να αγοράσει ένα σκάφος αναψυχής τύπου ..., κατασκευής του .... ναυπηγείου .... Όταν ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Δ. Σ. του εξήγησε ότι, λόγω της περιορισμένης παραγωγής του συγκεκριμένου ναυπηγείου και της ιδιαιτέρως μεγάλης ζήτησης των ως άνω σκαφών, θα έπρεπε να αναμείνει τουλάχιστον 18 μήνες για την παράδοση ενός τέτοιου σκάφους, ζήτησε από την εναγομένη να παραγγείλει, για λογαριασμό του, ένα σκάφος αναψυχής ..., το οποίο προόριζε για θαλάσσιες περιηγήσεις του ιδίου και της οικογένειάς του, αλλά και για ερασιτεχνικό ψάρεμα. Στις 31-5-2007 υπογράφηκε το σχετικό συμφωνητικό παραγγελίας του σκάφους, στο οποίο περιγραφόταν το σκάφος και ο επιπλέον εξοπλισμός αυτού, τον οποίο επιθυμούσε ο ως άνω, καθώς και το συνολικό κόστος του. Σύμφωνα δε με αυτό, συμφωνήθηκε η αγορά ενός καινούργιου σκάφους, κατασκευής ., τύπου 31 Open, μοντέλο έτους 2007, εξοπλισμένο με 2 μηχανές Yannmar (Τ- 6LPA-STP) 315 HP, με πρόωση αξόνων και τον περιγραφόμενο ειδικότερα επιπλέον εξοπλισμό (γεννήτρια 5Kw Kohler/Diesel w/Sound Shield, κλιματισμό 10Κ BTU, πάγκο κόριαν, άξονα, περίβλημα τριών όψεων, περίβλημα οπίσθιου σκέπαστρου, εσωτερικό σύστημα αποστράγγισης, υδραυλικό τιμόνι, λαμπτήρες και πλατφόρμα), αντί συνολικού τιμήματος 279.854 δολλαρίων Η.Π.Α.... Το παραγγελθέν σκάφος μεταβιβάσθηκε και παραδόθηκε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής του Ν. 3182/2003, η οποία, δυνάμει του από 11.6.2007 καταστατικού, συστάθηκε, για φορολογικούς λόγους, από τον Π. Μ. και Ά. Γ., με αποκλειστικό σκοπό την κτήση της κυριότητας του ως άνω σκάφους, στις 17.7.2007 όπως προκύπτει από τη διασάφηση εισαγωγής ... το υπ’ αριθμ. .... τιμολόγιο πώλησης το οποίο εξέδωσε η εναγομένη και το από 16-7-2007 πωλητήριο συμβόλαιο ....Νηολογήθηκε δε στον Πειραιά με το όνομα "..." και αριθμό νηολογίου ..., ως Ε/Γ-Τ/Ρ, χωρητικότητας σε κόρους ολικής 13,40 και καθαρής 8,60, μήκους ολικού 9,50 μ., πλάτους νηολόγησης 3,65 μ. και βάθους νηολόγησης 1,80 μ....Κατά τον έλεγχο του σκάφους, των μηχανών και των εξαρτημάτων του, που πραγματοποιήθηκε στις 8.8.2007 από τον ιδρυτή και νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Π. Μ. και την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου, σημειώθηκαν από τον προαναφερθέντα οι ακόλουθες παρατηρήσεις: 1) ότι δεν είχε τοποθετηθεί σωστά το υλικό sykaflex στον ανεμοθώρακα και χρειαζόταν επανατοποθέτηση, 2) ότι υπήρχε μικρή ρωγμή στη γωνία του ανώφλιου και 3) ότι η βάση της μηχανής και του υποστηρίγματος ήταν μικρότερη και ο σειριακός αριθμός λανθασμένος. Ισχυρίζεται η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ότι στο σκάφος τοποθετήθηκαν διαφορετικές, από τις προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή των μηχανών, βάσεις στήριξης αυτών, επικαλούμενη και την απάντηση του αντιπροσώπου των συγκεκριμένων μηχανών στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα στις 25.4.2010, μετά από 200 ώρες λειτουργίας των μηχανών, οι βάσεις να υποχωρήσουν και να προκαλέσουν ζημία στα "κουζινέτα" και ότι το πραγματικό ελάττωμα αυτό, ως ουσιώδες, επιφέρει μείωση της αξίας του πωληθέντος σκάφους....Ως προς την αιτίαση αυτή της ενάγουσας, αφενός μεν από το από....ηλεκτρονικό απαντητικό μήνυμα της κατασκευάστριας του σκάφους εταιρείας προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες βάσεις μηχανών, ανεξάρτητα από το σειριακό αριθμό τους, είναι κατάλληλες για το συγκεκριμένο τύπο μηχανών, ότι επιλέχθηκαν διότι έχουν μικρότερη διάμετρο και δεν χρειάστηκε είτε να τρυπηθούν είτε να τροποποιηθούν οι μηχανές, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ακεραιότητά τους, ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή είναι παραπάνω από τα ελάχιστα χαρακτηριστικά των προβλεπόμενων βάσεων και ότι η διαφορά στο μέγεθος των βάσεων δεν επηρεάζει τις συνθήκες φόρτωσης, αφετέρου δε δεν προέκυψε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι βάσεις έχουν υποχωρήσει και έχουν προκαλέσει περαιτέρω ζημία, ....Το γεγονός, επομένως, ότι επί τόσα χρόνια μετά την παράδοση του σκάφους στην ενάγουσα και τη χρησιμοποίηση αυτού δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα, που να οφείλεται στις επιλεγείσες βάσεις, αποδεικνύει ότι η τοποθέτηση διαφορετικών βάσεων στις μηχανές δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα....Εξάλλου, και από την.... απάντηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", αντιπροσώπου στην Ελλάδα των συγκεκριμένων μηχανών, προς την ενάγουσα δεν προκύπτει ότι η τοποθέτηση των συγκεκριμένων βάσεων δύναται να επιφέρει κάποια βλάβη. Περαιτέρω, σχετικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας, που επηρεάζει την αξία του πωληθέντος πράγματος, διότι, αν και συμφωνήθηκε να τοποθετηθούν επί του σκάφους δύο δεξαμενές καυσίμων, τοποθετήθηκε μόνο μία, δεν προέκυψε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων πως το παραγγελθέν σκάφος θα έφερε δύο δεξαμενές καυσίμων..... Το συγκεκριμένο δε εγχειρίδιο, που παραδόθηκε στην ενάγουσα με το σκάφος και ανέγραφε ότι έφερε δύο δεξαμενές, αφενός μεν εκ παραδρομής ετέθη με το επίδικο σκάφος, καθόσον επρόκειτο για εγχειρίδιο που συνόδευε παλαιότερη έκδοση και όχι τη νεότερη, που απέκτησε η ενάγουσα, αφετέρου δε ρητά αναγραφόταν σε αυτό ότι οι προδιαγραφές μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση της κατασκευάστριας εταιρείας, όπως άλλαξαν και εν συνεχεία....... όταν, αντί αξόνων, που τοποθετήθηκαν στο επίδικο, τοποθετούνται στα σκάφη IPS, που επιτρέπουν την τοποθέτηση δύο δεξαμενών. Η τοποθέτηση, εξάλλου, μίας ενιαίας δεξαμενής καυσίμων, η οποία έχει και μεγαλύτερη χωρητικότητα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, 1.100 Lt, αντί των 1.000 Lt συνολικά, που χωρούσαν οι δύο δεξαμενές, οι οποίες εγκαθίσταντο στην παλαιότερη έκδοση, δεν επηρεάζει την ασφάλεια του σκάφους, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθώς οι ίδιες αυστηρές προδιαγραφές εγκατάστασης και μόνωσης ακολουθούνται είτε πρόκειται για δύο είτε για μία δεξαμενή καυσίμων και σε σκάφη παρομοίου, περιορισμένου μεγέθους, όπως το επίδικο, ο κανόνας είναι η εγκατάσταση μίας ενιαίας δεξαμενής καυσίμων, για την εξοικονόμηση χώρου στο μηχανοστάσιο και στο χώρο των επιβαινόντων.... Σχετικά με την αιτίαση της ενάγουσας περί μη επίστρωσης του δαπέδου από ξύλο teak, όπως είχε συμφωνηθεί, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο πως είχε ρητά συμφωνηθεί ότι το σκάφος θα έφερε δάπεδο από ξύλο teak. Στο υπογραφέν συμφωνητικό δεν αναγράφεται τίποτε και σε κανένα σημείο των προδιαγραφών και του βασικού εξοπλισμού του εν λόγω σκάφους δεν αναφέρεται ότι το δάπεδο του χώρου των επιβαινόντων επιστρώνεται με ξύλο teak, αλλά αντιθέτως αναφέρεται το υλικό everware teak, το οποίο είναι συνθετικό. Αλλά και κατά την παραλαβή του σκάφους στις 8.8.2007 και την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου δεν αναγράφηκε από τον Π. Μ. καμία επισήμανση ως προς το ζήτημα αυτό, αν και ήταν εύκολα αντιληπτό, ενώ επισημάνθηκαν ήσσονος, σε σύγκριση με αυτό, σημασίας θέματα, όπως η μη σωστή τοποθέτηση του υλικού sykaflex στον ανεμοθώρακα και η ύπαρξη μικρής ρωγμής στη γωνία του ανώφλιου, όπως προειπώθηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ως προς τα ζητήματα αυτά η σύμβαση δεν παρουσιάζει κενό ούτε γεννάται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, ώστε το Δικαστήριο να οφείλει να αναζητήσει την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων βάσει των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ...Περαιτέρω, ως προς το θέμα της μη επίτευξης της συμφωνηθείσας ως ανώτατης ταχύτητας των 29,1 κόμβων και ως ταχύτητας ταξιδιού των 25,6 κόμβων, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της θαλάσσιας δοκιμής στις 8.8.2007, πριν την παραλαβή του σκάφους, δεν προέβη σε κάποια παρατήρηση περί αυτού και ο επιθεωρητής της ενάγουσας Γ. Μ. στην από 23-4-2008 έκθεση του αναφέρει ρητώς ότι η μέγιστη ταχύτητα που επιτεύχθηκε, κατά τη θαλάσσια δοκιμή του σκάφους, εμφόρτου με 550 λίτρα καυσίμου, 50 λίτρα νερού και τρεις επιβαίνοντες και καλές καιρικές συνθήκες (σχεδόν 3 μποφόρ), ήταν 26 με 27 κόμβοι, η οποία θεωρήθηκε ικανοποιητική. Πέραν αυτών, η ταχύτητα, που αναπτύσσει ένα σκάφος, εξαρτάται από πλήθος εξωγενών και ευμετάβλητων παραγόντων, όπως οι καιρικές συνθήκες, ο κυματισμός της θάλασσας, το βάρος του σκάφους, το φορτίο που φέρει και η θέση αυτού, η θερμοκρασία της θάλασσας, η κατάσταση του κύτους (αν είναι λείο, καθαρό κ.λπ.) και στην προκειμένη περίπτωση η ταχύτητα που το ένδικο σκάφος μπορούσε να επιτύχει ασφαλώς μειώθηκε από την τοποθέτηση στο κύτος αυτού ενός εξαρτήματος (βυθόμετρο και σόναρ εντοπισμού ψαριών), όπως συνομολογείται και από τον Π. Μ. στο προσκομισθέν από την ενάγουσα σχετικό υπό στοιχεία 26ε, αν και δεν προβλέπεται από την υδροδυναμική μελέτη του σκάφους, το οποίο δημιουργεί σημαντική αντίσταση στο νερό. Η μείωση δε αυτή, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, Δ. Σ., πωλητή της εναγομένης.... υπολογίζεται σε δύο με τρεις κόμβους, λόγω της μεγαλύτερης αντίστασης στο νερό, εξαιτίας του μεγέθους του. Ως προς την αιτίαση της ενάγουσας περί μη ύπαρξης εξαερισμού στην τουαλέτα του σκάφους.... δεν προβλέπεται η τοποθέτηση παραθύρου στην τουαλέτα, καθόσον το συγκεκριμένο σκάφος ανήκει στην κατηγορία των ψαράδικων..... Πλην όμως, εφόσον η ενάγουσα το αγόρασε ως σκάφος αναψυχής και η εναγομένη το γνώριζε, η έλλειψη αυτή συνιστά πραγματικό ελάττωμα.... όμως, αποδεικνύεται η διαδρομή, χωρίς διακοπή, του χρόνου της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, καθόσον από το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή (8.8.2007) έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (8.7.2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών, με αποτέλεσμα το σχετικό δικαίωμα της ενάγουσας να έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ. Η εκκαλούσα - ενάγουσα επικαλείται, καθ’ υποφοράν με την αγωγή της, κατ’ αντένσταση, ότι η εφεσίβλητος - εναγομένη, κατά το χρόνο παράδοσης του σκάφους, ήταν σε γνώση του ως άνω ελαττώματος και το απέκρυψε δολίως, προκειμένου να την παραπλανήσει και να την πείσει να το παραλάβει. Πλην όμως, από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η εναγομένη, όχι μόνο δεν απέκρυψε τη συγκεκριμένη έλλειψη εξαερισμού στην τουαλέτα του σκάφους κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, εφόσον... αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του σκάφους που παρέδωσε στην ενάγουσα, αλλά και κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα δεν θα μπορούσε να την αποκρύψει δολίως, όπως ισχυρίζεται η τελευταία, εφόσον ήταν εμφανής και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Π. Μ., κατά την παραλαβή του σκάφους και την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου, θα μπορούσε να την αντιληφθεί και να την επισημάνει. Ο τελευταίος δε, όχι μόνο δεν προέβη σε καμία επισήμανση περί της έλλειψης αυτής, αλλά το Νοέμβριο του ίδιου έτους και ενώ είχε διαπιστώσει τη συγκεκριμένη έλλειψη εξαερισμού απευθύνθηκε εκ νέου στην εναγομένη για την αγορά ενός σκάφους αναψυχής τύπου Fjord... Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ’ όσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέκρυψε δολίως από την ενάγουσα την ύπαρξη του πιο πάνω ελαττώματος, κατά την παράδοση του πωληθέντος σκάφους, η αξίωση της ενάγουσας κατά της εναγομένης υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 554 και 555 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 3043/2002, διετή παραγραφή, γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της ένστασης παραγραφής, που η εναγομένη παραδεκτώς υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτώς..... επανέφερε με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Σχετικά με το ζήτημα της ηλεκτρογεννήτριας KOHLER, τέλος, η ενάγουσα ανέφερε για πρώτη φορά ότι εμφανίζει πρόβλημα στις αρχές του 2009, ενώ ήδη είχε συμπληρώσει 64 ώρες λειτουργίας και η πρώτη συντήρησή της (service) είχε εκτελεστεί από μη εξουσιοδοτημένο τεχνικό. Η εναγομένη ειδοποίησε την εταιρεία με την επωνυμία "....", αντιπρόσωπο των ηλεκτρογεννητριών τύπου KOHLER στην Ελλάδα και εξουσιοδοτημένο επισκευαστή αυτών, καθώς η ηλεκτρογεννήτρια βρισκόταν εντός της προβλεπόμενης από το εργοστάσιο παραγωγής εγγύησης, προκειμένου αρμόδιος τεχνικός αυτής να επιθεωρήσει την ηλεκτρογεννήτρια και να επισκευάσει το τυχόν πρόβλημα. Στις 10.4.2009 αποκαταστάθηκε η δυσλειτουργία της γεννήτριας, με την αντικατάσταση του προφίλτρου πετρελαίου και την εξαέρωση του κυκλώματος πετρελαίου, ενώ δεν διαπιστώθηκε, κατά την επίσκεψη αυτή, δυσλειτουργία του συστήματος τροφοδοσίας της ηλεκτρογεννήτριας. Εν συνεχεία κλήθηκε και πάλι τεχνικός της "...." τον Ιούνιο του ιδίου έτους και διαπιστώθηκε ότι δεν επρόκειτο για ηλεκτρικό πρόβλημα, αλλά μηχανικό, καθόσον η ηλεκτρογεννήτρια έδειχνε "κολλημένη", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην με ημερομηνία 5.8.2009 απάντηση του Ν. Π., υπευθύνου της "....", προς την εναγομένη, η οποία κοινοποιήθηκε και στην ενάγουσα. Στις 26.6.2009 δύο τεχνικοί της ως άνω εταιρείας επισκέφθηκαν το επίδικο σκάφος και, κατόπιν ελέγχου, διαπίστωσαν παρουσία θαλασσινού νερού στους θαλάμους καύσης των κυλίνδρων 1 και 2 του κινητήρα, το οποίο αφαίρεσαν και έθεσαν σε λειτουργία την ηλεκτρογεννήτρια. Παράλληλα ενημέρωσαν τον Π. Μ. ότι η τοποθέτηση της γεννήτριας δεν ήταν σύμφωνη με τις οδηγίες εγκατάστασης της "..." και συγκεκριμένα ότι η απόσταση της εμφόρτου ισάλου γραμμής με το άνω σημείο της αντισιφωνικής βαλβίδας, που υπάρχει για να αποτρέπει την είσοδο θαλασσινού νερού στον κινητήρα, ήταν μικρότερη από την προδιαγραφόμενη και συγκεκριμένα ότι ήταν μικρότερη από 1 πόδι (30,5 εκατοστά του μέτρου), καθόσον μετρήθηκε σε 24 εκατοστά σε ήρεμη θάλασσα και ακόμη λιγότερο σε συνθήκες λειτουργίας, συνέστησαν δε την επιδιόρθωση, ώστε να αποφευχθεί η εκ νέου είσοδος υδάτων εντός του κινητήρα. Μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών, η "...." έλαβε νέα κλήση από τον Π. Μ., ότι η γεννήτρια δεν εκκινεί και χρήζει αποκατάστασης. Κατόπιν νέας επίσκεψης στο σκάφος στις 23 Ιουλίου και παρουσία του Π. Μ., διαπιστώθηκε ότι δεν είχε γίνει ακόμη η απαραίτητη μετατροπή στο σύστημα της αντισιφωνικής βαλβίδας και ότι η γεννήτρια εκκινούσε με κάποια δυσκολία, αλλά η λειτουργία της ήταν ομαλή. Τον Οκτώβριο του 2009 η "...." υπέβαλε προσφορά στην ενάγουσα για την επιδιόρθωση της μηχανής (γενική επισκευή του κινητήρα) και η τελευταία την αποδέχθηκε και, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2009 έως τον Ιανουάριο του 2010, η γεννήτρια απομακρύνθηκε από το σκάφος και επιδιορθώθηκε στο κατάστημα της "....", εν συνεχεία δε συναρμολογήθηκε στο σκάφος και έγινε ο σχετικός έλεγχος. Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι κατέβαλε για την επιδιόρθωση της γεννήτριας το ποσό των 1.680,00 ευρώ, πλην όμως, δεν προσκομίζει παραδεκτώς κάποια απόδειξη καταβολής του ποσού αυτού.... και ο μάρτυρας απόδειξης αναφέρει μεν ότι η ενάγουσα κατέβαλε για την πρώτη, όπως την προσδιορίζει, επιδιόρθωση το ποσό των 1.600,00 με 1.700,0 ευρώ, πλην όμως η κατάθεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερθείσα απάντηση του Ν. Π., όπου ρητά αναφέρεται ότι για τις ως άνω επισκέψεις τεχνικών στο σκάφος και τις διενεργηθείσες εργασίες η ενάγουσα δεν επιβαρύνθηκε με κάποιο χρηματικό ποσό, λόγω της καλής συνεργασίας της εταιρείας "..." με την εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτά συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της προκειμένης απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε. Μετά τις ως άνω εργασίες και παρά την επιμελημένη επισκευή της γεννήτριας σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο, εξαιτίας της φύσης και της έκτασης των ανωτέρω ζημιών, που υπέστη, μειώθηκε η, κατά το χρόνο εκείνο, αγοραστική της αξία, τόσο κατά την έννοια της εμπορικής υπαξίας, που συνίσταται στη μείωση της αξίας πώλησής της, λόγω της παρατηρούμενης στις συναλλαγές απροθυμίας για την αγορά γεννητριών που έχουν πάθει παρόμοιες βλάβες και ειδικότερα λόγω της υποψίας ως προς την ύπαρξη κρυφών ελαττωμάτων, δυναμένων να εμφανιστούν αργότερα κατά τη χρησιμοποίησή της, όσο και κατά την έννοια της τεχνικής υπαξίας, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν σε αυτήν, οι οποίες μπορούν να διαπιστωθούν με ευχέρεια από οποιονδήποτε έμπειρο αγοραστή, κατά το ποσό των 3.000,00 ευρώ, το οποίο πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα. Εσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της κρινομένης έφεσης της ενάγουσας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας της γεννήτριας του σκάφους, και στη συνέχεια, για την ενότητα της απόφασης, εξαφάνισε στο σύνολο την απόφαση του άνω Δικαστηρίου και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, στην οποία επεδίκασε το ανωτέρω ποσό των 3.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 535, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, με το νόμο 3043/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ορθή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις διατάξεις αυτές, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα: 1) Το Εφετείο, κρίνοντας επί του αγωγικού αιτήματος μείωσης του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του σκάφους "λόγω ελαττώματος των βάσεων των μηχανών, συνεπεία του οποίου αυτές "καθήσανε" δηλαδή υποχώρησαν και προκάλεσαν ζημία και στα "κουζινέτα", δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι οι συγκεκριμένες βάσεις, ανεξάρτητα από τον σειριακό αριθμό τους, είναι κατάλληλες για το συγκεκριμένο τύπο μηχανών, ότι επιλέχθηκαν διότι έχουν μικρότερη διάμετρο.... ότι η διαφορά στο μέγεθος δεν επηρεάζει τις συνθήκες φόρτωσης, ενώ δεν προέκυψε ότι οι βάσεις έχουν υποχωρήσει και έχουν προκαλέσει περαιτέρω ζημία και ότι το γεγονός ότι επί τόσα χρόνια μετά την παράδοση του σκάφους στην αναιρεσείουσα και τη χρησιμοποίηση αυτού δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα που να οφείλεται στις επιλεγείσες βάσεις, αποδεικνύει ότι η τοποθέτηση διαφορετικών βάσεων στις μηχανές δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα". Με τις παραδοχές αυτές δικαιολογείται η απόρριψη του σχετικού κονδυλίου της επικαλούμενης μείωσης του τιμήματος. Εξάλλου, η παραδοχή της απόφασης ότι, οι κραδασμοί που παράγονταν από τις μηχανές, δεν απορροφούνταν, δεν αντιφάσκει με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει περί μη απόδειξης σχετικού ελαττώματος. Κι’ αυτό γιατί, η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή της, ως μόνη αρνητική επίδραση στην αξία και χρησιμότητα του αγορασθέντος σκάφους, συνεπεία του άνω, κατ’ αυτήν ελαττώματος, επεκαλείτο την υποχώρηση των βάσεων και τη πρόκληση ζημιών και στα κουζινέτα. Δεν δημιουργεί εξάλλου αντίφαση η παραδοχή περί μη απόδειξης "περαιτέρω" ζημίας, αφού με τη χρήση της λέξης περαιτέρω, δεν σημαίνει ότι έγινε δεκτή η ύπαρξη ζημιών, αλλά είναι φανερό ότι η λέξη αυτή αναφερόταν κατ’ εξοχήν στα κουζινέτα και σε οιαδήποτε τυχόν άλλη ζημία. Ούτε μπορούσε το Εφετείο να κρίνει αυτεπαγγέλτως, ότι το κατά την αναιρεσείουσα ελάττωμα ήταν και έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας, όπως ισχυρίζεται, αφού δεν επεκαλείτο με την αγωγή της ότι υπήρχε σχετική συμφωνία, περί τοποθέτησης συγκεκριμένων διαφορετικών βάσεων. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη ότι πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού (ΑΠ267/2015), η παραδοχή του Εφετείου ότι η διαφοροποίηση των βάσεων και η μη απορρόφηση των κραδασμών δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσαν την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, αλλά και οιαδήποτε άλλη βλάβη στο σκάφος, δικαιολογεί την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 2) Με τις ανωτέρω, εξάλλου, παραδοχές του Εφετείου, περί μη απόδειξης σχετικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τοποθέτηση δύο, αντί για μιάς που τοποθετήθηκε, δεξαμενών καυσίμων, δεν παρεβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες και δεν προσέφυγε, αφού δεν δέχθηκε ούτε και ευθέως, ούτε εμμέσως, ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στη συμφωνία τους. Η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι δεν προέκυψε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων πως το παραγγελθέν σκάφος θα έφερε δύο δεξαμενές... Η τοποθέτηση, εξάλλου, μίας ενιαίας δεξαμενής καυσίμων, η οποία έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα .... δεν επηρεάζει την ασφάλεια του σκάφους....καθώς οι ίδιες αυστηρές προδιαγραφές εγκατάστασης και μόνωσης ακολουθούνται είτε πρόκειται για δύο είτε για μία δεξαμενή ...και σε σκάφη παρόμοιου, περιορισμένου μεγέθους, όπως το επίδικο, ο κανόνας είναι η εγκατάσταση μιάς ενιαίας δεξαμενής....σύμφωνα με την προαναφερθείσα τεχνική έκθεση .., δεν συνιστά έμμεση παραδοχή του Εφετείου ασάφειας στη σχετική συμφωνία, ούτε αναζήτηση στοιχείων εκτός αυτής, για την ερμηνεία της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής της. Αντίθετα, με τις άνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν συμφωνήθηκε να τοποθετηθούν δύο δεξαμενές στο παραγγελθέν σκάφος και στη συνέχεια αιτιολόγησε γιατί η μία που τοποθετήθηκε αρκούσε για την ασφάλειά του. Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, 3) Ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για μη απόδειξη συμφωνίας τοποθέτησης δύο δεξαμενών στο σκάφος, περί της εκ παραδρομής θέσης άλλου εγχειριδίου, περί της χωρητικότητας της μιάς δεξαμενής και περί της ασφαλείας του επίδικου σκάφους, είναι απαράδεκτος, εφόσον ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, 4) Οσον αφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης για την επίστρωση του δαπέδου του σκάφους και ειδικότερα, ως προς την μη απόδειξη συμφωνίας για σχετική επίστρωση από ξύλο teak, δεν υφίσταται εσφαλμένη μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Κι’ αυτό γιατί, το Εφετείο δεν προσέφυγε σ’ αυτούς, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη, σχετικώς κρίση του, δέχθηκε ότι αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων δεν γεννάται, ούτε από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι προέβη σε ερμηνευτικούς συλλογισμούς και συμπεράσματα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Ούτε, εξάλλου, η αρχική αναφορά στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι, στο υπογραφέν συμφωνητικό δεν αναγράφεται τίποτε.. έρχεται σε αντίφαση, με το αναφερόμενο στη συνέχεια, ...η σύμβαση δεν παρουσιάζει κενό..... Επομένως, οι ένατος και δέκατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, η αναιρεσείουσα, με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι. 5) Το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, σχετικά, με την μη επίτευξη της συμφωνηθείσας ως ανωτάτης ταχύτητας των 29,1 κόμβων και ως ταχύτητας ταξιδιού των 25,6 κόμβων, είναι σαφές, ότι ναι μεν κατά τη θαλάσσια δοκιμή του σκάφους, εμφόρτου με 550 λίτρα καυσίμου, 50 λίτρα νερού, τρείς επιβαίνοντες και καλές συνθήκες καιρού, ήταν 26 με 27 κόμβοι, πλην όμως αυτό οφείλεται στο ότι, η ταχύτητα που το ένδικο σκάφος μπορούσε να επιτύχει, μειώθηκε από την τοποθέτηση στο κύτος αυτού ενός εξαρτήματος (βυθόμετρο και σόναρ εντοπισμού ψαριών) αν και δεν προβλέπεται από την υδροδυναμική του σκάφους, που δημιουργεί σημαντική αντίσταση στο νερό, η οποία υπολογίζεται σε δύο με τρεις κόμβους. Οι επικαλούμενες δε με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, ελλείψεις, ως προς το βάρος του βυθόμετρου, το μέγεθος και το είδος των εξαρτημάτων, την ακριβή αντίσταση του νερού, την μη αναφορά της αντίστασης του νερού, πρό και μετά την τοποθέτηση του εξαρτήματος, αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος, 6) Αλλά και ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης χρησιμοποίησης των διδαγμάτων κοινής πείρας, από το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αμέσως προηγούμενο αποδεικτικό πόρισμα (της αποδειχθείσας δηλαδή μείωσης της ταχύτητας του σκάφους λόγω της τοποθέτησης στο κύτος του βυθομέτρου και σόναρ εντοπισμού ψαριών), πέραν του ότι δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων κοινής πείρας έγινε για την διαπίστωση πραγματικών περιστατικών, 7) Από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, ...στην προκειμένη περίπτωση η ταχύτητα που το ένδικο σκάφος μπορούσε να επιτύχει ασφαλώς μειώθηκε από την τοποθέτηση στο κύτος αυτού ενός εξαρτήματος (βυθόμετρο και σόναρ εντοπισμού ψαριών), όπως συνομολογείται και από τον Π. Μ. στο προσκομισθέν από την ενάγουσα σχετικό υπό στοιχεία 26ε, αν και δεν προβλέπεται από την υδροδυναμική μελέτη του σκάφους, το οποίο δημιουργεί σημαντική αντίσταση στο νερό..., ουδόλως προκύπτει ότι συνήγαγε ομολογία δικαστική (διότι ο ανωτέρω Π.Μ., είναι νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας), περί της μείωσης της ταχύτητας του σκάφους λόγω της τοποθέτησης εντός αυτού των προαναφερθέντων οργάνων, αφού είναι απολύτως σαφές, ότι αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι συνομολογείται, με την προσκόμιση του άνω σχετικού (φωτογραφίας δηλαδή του σκάφους), είναι η τοποθέτηση των εν λόγω οργάνων εντός του κύτους του. Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, με την έννοια της, λόγω εσφαλμένης αποδοχής δικαστικής ομολογίας από την προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενης σ’ αυτή αποκλειστικά παραδοχής ως προς την μείωση της ταχύτητας του σκάφους, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, 8) Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις παραδοχές του ως προς την απόρριψη της αντένστασης της αναιρεσείουσας, περί αποσιώπησης ή με δόλο απόκρυψης της έλλειψης εξαερισμού στην τουαλέτα του σκάφους, σύμφωνα με τις οποίες, ......προκύπτει ότι η εναγομένη, όχι μόνο δεν απέκρυψε τη συγκεκριμένη έλλειψη εξαερισμού στην τουαλέτα του σκάφους κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, εφόσον...αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του σκάφους που παρέδωσε στην ενάγουσα, αλλά και κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα δεν θα μπορούσε να την αποκρύψει δολίως...εφόσον ήταν εμφανής και ο νόμιμος εκπρόσωπός της...κατά την παραλαβή του σκάφους και την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου θα μπορούσε να την αντιληφθεί και να την επισημάνει...., δικαιολογημένα έκρινε ότι δεν ήταν εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 557 AK, εφόσον είναι φανερό από τις άνω παραδοχές ότι το αποδεικτικό πόρισμα περί μη δόλιας απόκρυψης του εν λόγω ελαττώματος, εμπεριέχει και την έννοια της μη αποσιώπησης του από την αναιρεσίβλητη. Καμμία αντίφαση εξάλλου δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι στο σχεδιάγραμμα του σκάφους δεν προβλέπεται τοποθέτηση παραθύρου και εκείνης ότι η εναγομένη δεν απέκρυψε τη συγκεκριμένη έλλειψη, εφόσον αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του σκάφους, ούτε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά περί αποτυπώσεως στο σχεδιάγραμμα ή η διαπίστωση εξ αυτού άλλου συστήματος εξαερισμού. Η επίκληση επίσης των διδαγμάτων κοινής πείρας για τον αναιρετικό έλεγχο του άνω αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το σύστημα εξαερισμού, είναι απαράδεκτη, εφόσον και πάλι με αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Ενόψει αυτών το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά τον περί δόλιας αποσιώπησης προβληθέντα κατ’ αντένσταση ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο δέκατος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 9) Περαιτέρω, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή των 1.680 ευρώ για την επιδιόρθωση της γεννήτριας, είναι απολύτως σαφές, ενώ η αρχική παραδοχή του, ότι δεν προσκομίζει παραδεκτώς κάποια απόδειξη καταβολής του ποσού αυτού, ουδεμία αντίφαση δημιουργεί με τις επόμενες παραδοχές, βάσει των οποίων, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή του ανωτέρω ποσού. Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δέκατος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (και όχι και 1) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες περιέχονται στον ίδιο λόγο και με τις οποίες η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ευθέως για εσφαλμένη σχετικώς με το άνω απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής της εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, εφόσον πλήττουν την αναιρετικός ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ1/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι, η τοποθέτηση μίας ενιαίας δεξαμενής καυσίμων, η οποία έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα...1.100 It συνολικά, που χωρούσαν οι δύο δεξαμενές, οι οποίες εγκαθίσταντο στην παλαιότερη έκδοση, δεν επηρεάζει την ασφάλεια του σκάφους, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον η άνω παραδοχή του Εφετείου δεν αφορούσε σε πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε αιτιολογημένη άρνηση και επιχείρημα της αναιρεσίβλητης στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας της τοποθέτησης δύο δεξαμενών καυσίμων στο σκάφος, πέραν του ότι είναι και αβάσιμος, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να δεχθεί το ανωτέρω έλαβε υπόψη όλα τα ρητώς αναφερόμενα σ’ αυτή αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη φωτογραφίες που αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και στις οποίες απεικονίζονταν η ζημία των κουζινέτων του σκάφους. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, αλλά και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις παραπάνω φωτογραφίες.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρίθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους όγδοο (επικουρικό του έβδομου) και δέκατο τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα, 1) το περιεχόμενο του εγχειριδίου του σκάφους, και 2) τη φωτογραφία με αρ.26ε που απεικόνιζε το σκάφος με τον επ’ αυτής εξοπλισμό ((βυθομετρητή και σόναρ εξοπλισμού ψαριών), διότι δέχθηκε, α) (όσον αφορά την εσφαλμένη ανάγνωση του εγχειριδίου), ότι ...η τοποθέτηση μίας ενιαίας δεξαμενής καυσίμων, η οποία έχει και μεγαλύτερη χωρητικότητα, ...1.100Lt, αντί των 1.000 It συνολικά, που χωρούσαν οι δύο δεξαμενές, οι οποίες εγκαθίσταντο στην παλαιότερη έκδοση,..... , ενώ το εγχειρίδιο που συνόδευε το πωληθέν σκάφος, διελάμβανε, επί λέξει, ότι, το ... που έχετε είναι εξοπλισμένο με δύο χώρους αποθήκευσης (ντεπόζιτα) καυσίμων, που έχουν χωρητικότητα 300 γαλόνια... δηλαδή 1.136 lt και β) όσον αφορά την εσφαλμένη ανάγνωση της φωτογραφίας, ότι συνομολογείτο με αυτή από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας ότι η μείωση της ταχύτητας του σκάφους οφειλόταν στον εξοπλισμό του, κάτι που δεν περιλαμβανόταν στο έγγραφο αυτό. Οπως, όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, εκτός του ότι δεν περιέλαβε σαφή αντίθετη από το άνω εγχειρίδιο παραδοχή, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την χωρητικότητα της μιάς δεξαμενής σε σχέση με αυτή των δύο, ουδόλως εξήρε το συγκεκριμένο έγγραφο (εγχειρίδιο),αλλά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και άλλα αποδεικτικά μέσα, ιδία δε την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, την οποία και επικαλείται ρητώς στη σχετική παραδοχή. Τη φωτογραφία δε του σκάφους, ουδόλως την ανέγνωσε εσφαλμένα, εφόσον είναι σαφές, ότι δεν συνήγαγε από την σχετική απεικόνιση σ’ αυτή του σκάφους, ότι υφίσταται ομολογία περί μειωμένης ταχύτητάς του, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει η τελευταία. Επομένως και οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ812/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο έβδομο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει στο σκεπτικό της αντιφατικές διατάξεις και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ως βάσιμο μόνο ένα λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, και κατά τα λοιπά επικυρώνει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες του κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, κρίνει ότι πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της η απόφαση, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει συνολικά την αγωγή της και στη συνέχεια αφού την δίκασε, την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς το προαναφερόμενο ποσό. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά σε αντίφαση του διατακτικού αυτής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ασάφεια υφίσταται μεταξύ του αιτιολογικού της με το οποίο επεκύρωσε τη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες του και του διατακτικού της, με το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας μόνο ως προς ένα κονδύλιο το οποίο και επεδίκασε. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου περί ασάφειας υποστηρίζει η αναιρεσείουσα που με τον ίδιο λόγο αναίρεσης επικαλείται επικουρικά την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα όπως και η επικουρική αιτίασή της
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι "αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά τη κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, συνάγεται, ότι όταν μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο της δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 1162/ 2013). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, κατά το αναιρεθέν τμήμα της και αφού γίνει δεκτό το περί καταβολής τόκων νόμιμο αίτημα (άρθρ. 346 ΑΚ), να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει τους νόμιμους τόκους επιδικίας επί του επιδικασθέντος ποσού, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει, α)να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου σ’ αυτήν (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και β) να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 769/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 11 Ιουνίου 2013 έφεσης της αναιρεσείουσας.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα-εκκαλούσα τους νόμιμους τόκους επί του επιδικασθέντος με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση (769/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς) ποσού, από την επίδοση της από 11 Ιουνίου 2010 αγωγής της αναιρεσείουσας μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ’ αυτήν παραβόλου.
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...