Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Έφεση ερήμην εκκαλούντος, ανακοπή ερημοδικίας.

Περίληψη. Έφεση. Ερημοδικία του εκκαλούντος. Απόρριψη της έφεσης στην ουσία της. Αναιρεσιβαλλόμενη στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Παραδεκτό των λόγων αναίρεσης. Αναφορά στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέτοια πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει όταν ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός. 
 
                                          Άρειος Πάγος,  ΠολΤμήμα Α2, 268/ 2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § § 1, 2 και 4, 576 § §1, 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητο, υπ’ αριθμ. .../16-3-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση τη δικάσιμο που ορίσθηκε και αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (28-9-2015). επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεως της. Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 1385/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε κατ’ ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας της, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 21230/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην, επίσης, αυτής εκδοθείσας, με την οποία, κατ’ αποδοχή της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου. Από τα προσκομιζόμενα α) υπ’ αριθμ..../22-9-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ξ. Α. και β) υπ’ αριθμ. 228/3-9-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 22-9-2011 και ότι κατ’ αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 7-11-2011, η προσβαλλόμενη ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας απόφαση, είχε τελεσιδικήσει και, επομένως, προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Από τη διάταξη του αρθρ. 524 § 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης. Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (αρθρ. 553 § 1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/ 1990). 

Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην. Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεση του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν από το αρθρ. 524§3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο Εφετείο, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράσταση του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση του και αποδέχεται την πρωτοβάθμια απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο της εφέσεως της, με τον οποίο πρόβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου συζύγου της για τους λόγους που ανέφερε στην έφεση. Σύμφωνα, όμως με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι η ένσταση αυτή έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρόκειται δε για ισχυρισμό που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται έλλειψη νόμιμης βάσης διότι οι αιτιολογίες (της πρωτοβάθμιας απόφασης) αναφορικά με το χρόνο ενάρξεως διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, τον οποίο εσφαλμένα προσδιόρισε το δικαστήριο της ουσίας στο έτος 2002 "είναι ανεπαρκείς". Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως μεν, λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου και ειδικότερα ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό το πρόσχημα επικλήσεως της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον εναρκτήριο χρόνο διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Οκτωβρίου 2011 αίτηση της Δ. συζ. Θ. Π. για αναίρεση της 1385/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι γιατί πρέπει σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος να του επιδίδεται η απόφαση για να τελεσιδικήσει, υποτίθεται, αφού είναι βέβαιο ότι, αν κλητεύθηκε ο εκκαλών ή αν επέσπευσε την συζήτηση ο ίδιος, δεν δικαιούται σε άσκηση ανακοπής ερημοδικίας όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 501 ΚΠολΔ. Δηλαδή θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος νικητής διάδικος να επιδώσει την ερήμην εφετειακή, να ασκήσει ο στρεψόδικος διάδικος νέα δίκη με ανακοπή για να διαπιστώσει το εφετείο ότι δεν δικαιούται σε άσκηση ανακοπής ο ερημοδικασθείς λόγηω της ΚΠολΔ 501! Αφού η αδυναμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας προκύπτει από τις αιτιολογίας της ερήμην εφετειακής από τις οποίες αποδεικνύεται σαφώς ότι κλητεύθηκε κλπ ο ερημοδικασθείς, επομένως δεν δικαιούται σε άσκηση ανακοπής κατά ΚΠολΔ 501. Περιτές δαπάνες σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας που καθιστούν απαγορευτική την πρόσβαση στην Δικαιοσύνη.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...