Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Προσωπικά δεδομένα, εισπρακτικές εταιρείες, αντισυνταγματικότητα ν. 4038/ 2012.

Ειρηνοδικείο Αθηνών 52/ 2017, ΕφΑΔ 2017.139 επ.
Πρόεδρος: Ν. Σακκάς, Ειρηνοδίκης.

Περίληψη. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δια- βίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τράπεζα σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών του Ν 3758/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4038/2012, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν 2472/1997. Η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά της υπαιτιότητάς της πραγματικά περιστατικά. Η νομοθέτηση κεφαλαιουχικών εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών για την έναντι χρηματικής αμοιβής άσκηση πίεσης στους οφειλέτες, διέπεται από τις αρχές του άρθρου 4 του Ν 3758/2009, οι οποίες όμως δεν διασφαλίζουν τα ατομικά δικαιώματα των υποκειμένων, κατοχυρωμένα σε θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του νόμου που έρχονται σε αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα του βασικού Ν 2472/1997 και των συνταγματικών αρχών για την εγγύηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές.

Διατάξεις: άρθρα 57, 932 ΑΚ, 11 [παρ. 3] Ν. 2472/1997, 4 Ν. 3758/ 2009.

Με το Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν 2068/1992) και την 95/46/EK Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» - ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής», στο άρθρο 2, ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ... γ) «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί ... δ) «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία») κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση …, ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός … η) «Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας. ι) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή, όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του …Στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) …, γ) Στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του …Με το άρθρο 11 παρ. 1 ορίζεται ότι «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) ... β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων» και με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως, για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου ...», ενώ με την παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Με το άρθρο 23 παρ. 1 ορίζεται ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Aν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». 
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρύθμιση του Ν 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του ΑΚ κ.λπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται κατ’ αρχήν απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48,1-19). Έτσι, ο Ν 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισ. έκθεση Ν 2472/1997 στο ΝοΒ 1997,505). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει - μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους σε τρίτους - να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες - τρίτους. Εξάλλου, ο τρίτος - αποδέκτης, ο οποίος κατά το Ν 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε 1η επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20.1.2000 και 109/31.3.1999 Αποφάσεις της Αρχής).
Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του Ν 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ' ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (ΕφΑθ 3833/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ευθύνη εξάλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν 2472/1997 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης, και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1923/2006, ΕφΑθ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, οι διατάξεις του Ν. 3758/2009, «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τραπεζών κι άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 36 του Ν 4038/2012, που αφορά τη νομιμοποίηση νομικών προσώπων κεφαλαιουχικών εταιρειών, που κατά κύριο λόγο αποτελούν θυγατρικές ξένων εταιριών, εγκαθίστανται στην ελληνική επικράτεια έχοντας ως έργο, έναντι αμοιβής εκ των δανειστών, με τους οποίους συμβάλλονται, την άσκηση πίεσης στους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων οφειλών, προς καταβολή ή ρύθμιση των χρεών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αν κι εφόσον έρχονται σε αντίθεση και με το νόμο πλαίσιο (2472/1997), αλλά και με την συνταγματική ισχύουσα τάξη και τα θεμελιώδη και προστατευόμενα δικαιώματα των πολιτών, τα οποία ανατρέπονται ή συρρικνώνονται ανεπίτρεπτα και χωρίς ειδικό λόγο.
Συγκεκριμένα, οι παραπάνω εταιρείες, που αποκαλούνται «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις», με σκοπό την ενημέρωση των οφειλετών, σύμφωνα με το άρθρ. 4 του νόμου λειτουργούν με βάση τις αρχές της «συμβατικής» και «οικονομικής ελευθερίας». Συμβάλλονται, όμως με τους δανειστές - Τράπεζες και όχι με τα φυσικά πρόσωπα - οφειλέτες, των οποίων τα προσωπικά δεδομένα επεξεργάζονται. Συνεπώς, οποιαδήποτε διάταξη και όρος, που τίθεται στο νόμο, δεν μπορεί, αφενός να υποχρεώσει τους οφειλέτες «μη συμβαλλόμενους» με αυτές, να χρησιμεύσει αφετέρου προς απεμπόλιση, δικών τους προστατευόμενων δικαιωμάτων και όσων διαγράφονται με βάση το νόμο πλαίσιο 2472/1997. Επιπλέον οι αρχές, κάτω από τις οποίες δηλώνεται, ότι λειτουργούν, δεν διασφαλίζουν επ’ ουδενί τα δικαιώματα των οφειλετών, που δεν μπορούν κι εξ αυτού να θιγούν. Σύμφωνα με το άρθρ. 6 παρ. 7 του νόμου, που προστέθηκε με το άρθρ. 36 του Ν. 4038/ 2012, οι εταιρείες αυτές ορίζονται ως «υπεύθυνοι επεξεργασίας» των προσωπικών δεδομένων των οφειλετών και απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης στους οφειλέτες, που προβλέπεται κατ’ άρθ. 6 του Ν 2472/1997, πριν προβούν σε επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Ο όρος αυτός, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ισχυρός έναντι των οφειλετών και υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, των οποίων γίνεται η επεξεργασία. Κι αυτό διότι, έρχεται σε αντίθεση με το βασικό νόμο. Ο Ν 2472/1997 ορίζει στο άρθρο 6, ότι ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι υπόχρεος, να δηλώσει στην Αρχή, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου, που είναι ο φορέας ελέγχου κι εξασφαλίζει, στο υποκείμενο της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, το μίνιμουμ της προστασίας. Παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρ. 11 του βασικού νόμου, παρ. 1, «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει», κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να «ενημερώνει», με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο, για την ταυτότητα και την ταυτότητα του εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες και την κατηγορία αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. Εφόσον, λοιπόν, ο ίδιος ο νόμος θεωρεί τις παραπάνω εταιρείες «υπεύθυνους επεξεργασίας», έπεται, ότι υπέχουν και ευθύνη και υποχρέωση, που δεν γίνεται, να μη φέρουν. Οι εταιρείες, όπως και οι δανείστριες τράπεζες υπέχουν ευθύνη και υποχρέωση, να γνωστοποιήσουν πριν από κάθε διεργασία, στον οφειλέτη και υποκείμενο της διαδικασίας επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, όλα όσα ορίζονται στο νόμο πλαίσιο. Η ρύθμιση, που περιλαμβάνεται στο νόμο αυτό, έρχεται σε αντίθεση και με το γράμμα και με το πνεύμα του βασικού νόμου, αλλά και με θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, που προστατεύουν τα ατομικά δικαιώματα των υποκειμένων. Παράλληλα, κατά τον τρόπο αυτό διευρύνεται μη νόμιμα ο κύκλος των ασχολούμενων με την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου, χωρίς να έχει προηγηθεί η πληροφόρησή του και η δική του συναίνεση και εντελώς παράνομα το υποκείμενο αποκλείεται από την όλη διαδικασία, ενώ το απόρρητο δεν διασφαλίζεται και τελικά τα προσωπικά δεδομένα του καταλήγουν, να μεταβαίνουν σε απλούς εργαζόμενους των εταιρειών. Εφόσον, δε, με βάση το νόμο, όλα αυτά, για τα οποία έχουν υποχρέωση να εξασφαλίσουν οι ίδιες οι εταιρείες, αφέθηκαν στην απόλυτη κρίση τους κατ’ αρχή, πρέπει εν τέλει, να αποδείξουν, ότι τηρήθηκαν. Όλα αυτά, τέλος, συμβαίνουν προς εξυπηρέτηση απλού «οικονομικού συμφέροντος», που δεν εμφανίζει καμία αναλογικότητα με τα δικαιώματα των υποκειμένων της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, εφόσον θίγονται. Συνεπώς ο Ν 3758/2009, όπως και ο Ν 4038/2012, που τον τροποποίησε, περιλαμβάνουν διατάξεις καταχρηστικές, που δεν μπορούν να θεωρηθούν ισχυρές και σύννομες, με βάση την ελληνική έννομη τάξη και τις συνταγματικές αρχές, που εγγυώνται και προστατεύουν τις βασικές θεμελιώδεις αρχές, ως ατομικά δικαιώματα, που απεμπολούνται κατά τους παραπάνω νόμους. Σύμφωνα με συνταγματικές επιταγές, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του, το απόρρητο των προσωπικών του δεδομένων, τελούν υπό την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του δεν μπορεί να περιορίζεται, όχι μόνο με τη μη καταδίκη και καταδίωξή του, αλλά και με τον καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο περιορισμό της (άρθρ. 2, 5, 19 του Συντάγματος). Τα δικαιώματα των πολιτών τέλος, που ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τελούν υπό την εγγύηση του κράτους και οι κάθε είδους περιορισμοί σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ δεν επιτρέπεται κατά κανένα τρόπο η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθρ. 25 του Συντάγματος). Υπό το φως των παραπάνω συνταγματικών επιταγών και του νόμου πλαισίου, οι ρυθμίσεις, που επιβλήθηκαν με το Ν 3758/2009 κι αποτελούν παραβίαση θεμελιωδών αρχών, αποτελούν αντισυνταγματική ρύθμιση και θεωρούνται μη ισχυροί (ΕιρΑθ 3277/ 2014).

Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή εκθέτει ότι η εναγομένη, τραπεζική εταιρία προέβη σε παράνομη επεξεργασία των συλλεγέντων από αυτήν -κατά την κατάρτιση δανειακής συμβάσεως- προσωπικών δεδομένων της, με τη διαβίβαση προς τρίτη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων των αναφερόμενων στοιχείων προσωπικών δεδομένων. Η διαβίβαση αυτή των προσωπικών δεδομένων από την εναγομένη χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί γι’ αυτό, της προκάλεσε μεγάλη ψυχική αναστάτωση και θυμό, καθώς είχαν διαρρεύσει τα προσωπικά της δεδομένα. Εξ’ αυτών δε των παρανόμων κι υπαιτίων πράξεων υπέστη ηθική βλάβη. Ζητά δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση για την ηθική της βλάβη, που θεωρεί εύλογο, δίκαιο και ανάλογο των περιστάσεων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνη.
Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου άρθρα 14 παρ. 1α, 25 ΚΠολΔ κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ (αρθ. 23 παρ. 3 Ν 2472/1997), είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και σ' αυτές των άρθρων 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της αγωγής για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο γιατί στο δικόγραφο δεν αναφέρονται οι εξαιρετικοί λόγοι κατ' αρθρ. 908 ΚΠολΔ για τους οποίους πρέπει να γίνει αυτό (βλ. Βαθρακοκοίλης Ερμ, ΚΠολΔ, αρθ. 907 αρθ. 12 σελ. 155 τομ. Ε΄, Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεση, αρθ. 907. Κατά τα λοιπά πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή περαιτέρω για να κριθεί αν είναι και από ουσιαστική άποψη βάσιμη, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ Τ.Ν., ΤΑΧΔΙΚ (βλ. …, …/2016 αγωγόσημα).

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης της ενάγουσας που εξετάστηκε στο ακροατήριο και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εναγόμενη Τράπεζα … σε συνέχεια της από 19/12/2005 αίτησης χορήγησης πιστωτικής κάρτας της ενάγουσας εξέδωσε την 20/12/2005 την πιστωτική κάρτα … , διεπόμενη από τους όρους που περιλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση/σύμβαση. Η άνω πιστωτική κάρτα μετά την αρχική της λήξη 12/2007, ανανεώθηκε διαδοχικά κατά τα έτη 2007 (με νέα λήξη τον 12/2009), το 2009 (με νέα λήξη τον 12/2011) και το 2011 (με νέα λήξη τον 12/2014). Κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων η εναγόμενη συνέλεξε από την ίδια την ενάγουσα τα απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου, επάγγελμα, ΑΦΜ. Την 25.02.2013 η ενάγουσα υπέβαλε τηλεφωνικά αίτημα ακύρωσης της πιστωτικής κάρτας λόγω απώλειας. Η οφειλή της ενάγουσας αμέσως μετά την ακύρωσης της κάρτας στις 25.2.2013 ανερχόταν σε ποσό 7.134,71 ευρώ, όπως προκύπτει από τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ως λογαριασμό εκδόσεως στις 14/3/2013. Κατά το χρονικό διάστημα από την ακύρωση της κάρτας μέχρι τον Μάιο του 2016 είχε προβεί σε μερική εξόφληση αυτού, υπολειπομένου σύμφωνα με την εναγόμενη ποσού 5276,12 € (βλ. …/4.7.2016 έγγραφο της εναγομένης). Όμως η ενάγουσα με την από 22.1.2016 ηλεκτρονική επιστολή προς τον Επικεφαλής Εξυπηρέτησης Πελατών της εναγομένης, …, αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής που προέκυπτε από τον εκδοθέντα στις 14.1.16 λογαριασμό και ζήτησε τη διαγραφή μέρους εκ 3.238 ευρώ. Λόγω αυτής της αμφισβήτησης η εναγομένη διαβίβασε σε τρίτο (εταιρία ενημέρωσης οφειλών «…») τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής της χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει αυτήν (ενάγουσα) για τη διαβίβαση αυτή και του ανέθεσε να οχλήσει την ενάγουσα για την οφειλή της. Το γεγονός αυτό ομολογεί εξώδικα (ΑΠ 6/1974 ΝοΒ 22, 781) η εναγόμενη στην …/4.7.2016 επιστολή της αντιδίκου, όπου αναφέρει ότι διαβίβασε την 1η.4.2016 τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας στην εταιρεία «…», αρ. μητρώου 8 αρ. 7 Ν 3758/2009.
Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας και προκάλεσαν σ' αυτην σημαντική ηθική βλάβη, προκαλώντας της μεγάλη ψυχική αναστάτωση και στεναχώρια (βλ. εξέταση της ενάγουσας), από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον ως άνω νόμο προσωπικά της δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμία απολύτως ενημέρωση της σε τρίτους. Ενώ τα όργανα της εναγόμενης, κατά την διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή της, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (2.000.000 δρχ. το ελάχιστα κατά τον ως άνω νόμο).
Τέλος ο ισχυρισμός της ενάγουσας για διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στις 7.6.2016 από την εναγόμενη σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι στις κ. … και … δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι οι ανωτέρω είναι υπάλληλοι της εναγόμενής και όχι τρίτα πρόσωπα με την έννοια των διατάξεων του Ν 2472/1997 (βλ. κατάθεση ενάγουσας).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων οχτακοσίων εξήντα εννιά ευρώ και σαράντα λεπτών 5.869,40 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, κατ’ αρθρ. 176 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται, ειδικότερα στο διατακτικό. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis