Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ως ανεπίτρεπτη προσβολή κοινωνικοασφαλιστικών σκοπών.

Γνωμοδότηση ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ, καθηγητού Νομικής Σχολής ΑΠΘ.
Στο σπουδαίο περιοδικό Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας (στο οποίο είμαι συνδρομητής) 2017. 337 επ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο ασκεί κοινωνική ασφάλιση
2. Το ΤΑΠΓΤΕ θα πρέπει να είναι βιώσιμο
3. Η μείωση προσωπικού μέσω προγράμματος εθελουσίας εξόδου
3.1. Η νομική φύση του προγράμματος εθελουσίας εξόδου
3.2. Ο «εθελούσιος» χαρακτήρας της εξόδου
3.3. Ο «συλλογικός» χαρακτήρας της εξόδου
4 Οι κοινωνικοασφαλιστικές συνέπειες του προγράμματος εθελουσίας εξόδου
5. Η επιβάρυνση των πιστωτικών ιδρυμάτων με το κόστος των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου
6. Η εφαρμογή του προγράμματος, χωρίς κάλυψη των κοινωνικοασφαλιστικών
            συνεπειών συνιστά καταχρηστική άσκηση της οικονομικής ελευθερίας

Μετά από το άρθρο 65 παρ. 1 τού Ν. 3863/10, το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας (ΤΑΠΓΤΕ - ΝΠΙΔ) περιορίστηκε στη χορήγηση εφάπαξ παροχής στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις. Τα τελευταία έτη, η αναλογιστική του βάση ανετράπη εκ θεμελίων, συνεπεία αθρόων αποχωρήσεων μελών του που παραιτήθηκαν από τις θέσεις εργασίας τους στη Γενική Τράπεζα τής Ελλάδος ΑΕ (ήδη, κατά διαδοχή, Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ), εξαιτίας τής συμμετοχής τους σε ομαδικό πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού τής Τράπεζας (2013). Με βάση το εν λόγω πρόγραμμα παρείχετο από τη Γενική Τράπεζα ως κίνητρο για την αποχώρηση τού προσωπικού της αυξημένη αποζημίωση, η οποία αποτελείτο από το άθροισμα τής νόμιμης αποζημίωσης και ενός επιπλέον ποσού. Μάλιστα, το επιπλέον ποσό συναρτάτο με το αν οι εργαζόμενοι θεμελίωναν δικαίωμα συνταξιοδότησης έως 31-12-2013. Όσοι θεμελίωναν δικαίωμα σε σύνταξη, λάμβαναν μικρότερο ποσό. Δηλαδή, η δυνατότητα συνταξιοδότησης, ακόμη και με τη συμπλήρωση τών ελάχιστων προϋποθέσεων, αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο τού ύψους τής αποζημίωσης.
Ενόψει τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου, τίθεται το εξής ερώτημα: αν η παράλειψη τής Τράπεζας να καλύψει τη δαπάνη που προκλήθηκε στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο (ΤΑΠΓΤΕ) από την εφαρμογή τού προγράμματος, μπορεί να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη (άρθρο 914 ΑΚ). Επικουρικώς, ερωτάται αν η Γενική Τράπεζα (ήδη κατά διαδοχή, Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ) έχει υποχρέωση απόδοσης στο ΤΑΠΓΤΕ τών ποσών κατά τα οποία αυτή ωφελήθηκε άνευ νομίμου αιτίας (άρθρο 904 ΑΚ), λόγω παροτρύνσεως μεγάλου αριθμού υπαλλήλων της να αποχωρήσουν αξιώνοντας από το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή.

1. Το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο ασκεί κοινωνική ασφάλιση, υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον

Μπορεί ένα ΝΠΙΔ (αλληλοβοηθητικό ταμείο) να αποτελέσει ασφαλιστικό φορέα; Σύμφωνα με την Ολομ. ΣτΕ 5024/87, η υποχρεωτική δημόσια (κύρια και επικουρική) ασφάλιση έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Στη συνέχεια, το ΣτΕ προσέδωσε στην έννοια τού ασφαλιστικού φορέα και μια λειτουργική διάσταση, χωρίς να εγκαταλείψει την οργανική του προσέγγιση. Ειδικότερα, σημασία δεν έχει μόνο η νομική φύση τού οργανισμού ως ΝΠΔΔ, αλλά και το γεγονός ότι ενεργεί κατά νόμο ως οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή εκπληρώνει κοινωνικοασφαλιστικούς σκοπούς.(παρ. 1) Στις περιπτώσεις στις οποίες θεωρήθηκε νομολογιακά ανεκτή η παροχή δημόσιας επικουρικής ασφάλισης από ΝΠΙΔ, ανήκει ο ΕΔΟΕΑΠ (Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως) που συνεστήθη με τον ΑΝ 248/67 (άρθρο 2). Το ΑΕΔ με την 5/02 έκρινε ότι το εν λόγω ΝΠΙΔ αποτελεί ιδιόρρυθμο ασφαλιστικό οργανισμό. Πρόκειται για ΝΠΙΔ στο οποίο ο νομοθέτης έχει αναθέσει την άσκηση δημόσιας (επικουρικής) ασφάλισης.(παρ. 2)
Τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία και συγκεκριμένα οι ιδιωτικοί ασφαλιστικοί φορείς τών τραπεζοϋπαλλήλων αντιμετωπίστηκαν από το νομοθέτη ως ασφαλιστικοί οργανισμοί, ομόλογοι προς τους φορείς δημόσιας ασφάλισης. Αν και ο νομοθέτης δεν ανήγαγε τους φορείς αυτούς σε ΝΠΔΔ, τους αντιμετώπισε ωστόσο ως τέτοια, παραχωρώντας τους μια θέση στο δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Από την πλευρά της, η νομολογία έκρινε, κατά τρόπο σταθερό, ότι οι φορείς τών τραπεζοϋπαλλήλων υποκαθιστούσαν τους αντίστοιχους δημόσιους φορείς στο χώρο τής κοινωνικής ασφάλισης.(παρ. 3) Άλλωστε, μεταξύ τών παροχών που κατατείνουν σε κοινωνικοασφαλιστικούς σκοπούς δεν είναι μόνο οι περιοδικές παροχές (συντάξεις, μερίσματα), αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά τη συνταξιοδότηση, οι οποίες, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι κοινωνικοασφαλιστικές παροχές (ΑΕΔ 3,4,5/07, ΣτΕ 121/ 12) υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας τού άρθρου 22, παρ. 5 τού Συντ/τος.(παρ. 4)
Η λειτουργία τού ΤΑΠΓΤΕ εξυπηρετεί κοινωνικοασφαλιστικούς σκοπούς τού άρθρου 22, παρ. 5 Συντ/τος. Λόγω τής φύσεως τού Αλληλοβοηθητικού Ταμείου, όπως ορίστηκε ανωτέρω, οι παροχές του δεν έχουν αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν ασφαλιστικές παροχές ρυθμιζόμενες και από το νόμο. Η εφάπαξ παροχή διέπεται από το Καταστατικό τού Ταμείου μόνο στο μέτρο που αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις.(παρ. 5)

2. Το ΤΑΠΓΤΕ θα πρέπει να είναι βιώσιμο και να διατηρεί υγιή την αναλογιστική του βάση, προκειμένου να εκπληρώνει τους σκοπούς του

Το Σύνταγμα εγγυάται με το άρθρο 22 παρ. 5 το θεσμό τής κοινωνικής ασφαλίσεως τών εργαζομένων. Ο θεσμός αυτός διασφαλίζεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίοι απαιτείται να είναι οικονομικά εύρωστοι για να μπορούν να ανταποκρίνονται στην κατά το Σύνταγμα αποστολή τους.(παρ. 6) Ειδικότερα, όλη η κοινωνική ασφάλιση εξαρτάται από μια μακρόπνοη πρόγνωση τών όρων βιωσιμότητας τού θεσμού, κάτι που εξυπηρετεί και την ασφάλεια δικαίου. Οι κλασσικοί ασφαλιστικοί κίνδυνοι είναι προβλέψιμα γεγονότα (ενός κύκλου ζωής), η πιθανότητα επέλευσης τών οποίων μπορεί να υπολογιστεί. Με την κάλυψη τού κόστους από την επέλευση τών κινδύνων μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα τού θεσμού, καθώς και η διατήρηση τού ασφαλιστικού κεφαλαίου τού Ταμείου.
Μέριμνα για τη διατήρηση τού ασφαλιστικού κεφαλαίου δεν σημαίνει μόνο λήψη από το ίδιο Ταμείο πρόσφορων μέτρων, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος τής οικονομικής του κατάρρευσης. Σημαίνει εξίσου ότι θα πρέπει να αποφεύγονται από το Κράτος, όπως και από τρίτους, εκείνα τα μέτρα που είναι ικανά να θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία τού Ταμείου και κατ’ επέκταση την εκπλήρωση τών κοινωνικοασφαλιστικών σκοπών του. Με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου που εφάρμοσε η Τράπεζα, υπονομεύτηκε το ασφαλιστικό κεφάλαιο που είχε σχηματισθεί από εισφορές τών ασφαλισμένων τού ΤΑΠΓΤΕ και ανατράπηκε η αναλογιστική του ισορροπία, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η συνέχιση καταβολής εφάπαξ παροχών.

3. Η μείωση προσωπικού μέσω προγράμματος εθελουσίας εξόδου ως έκφανση τής οικονομικής (επιχειρηματικής) ελευθερίας

Η Τράπεζα μπορεί, κατ’ αρχήν, ελεύθερα να καταρτίζει προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου στοχεύουν, στο πλαίσιο διαδικασίας οικονομικής εξυγίανσης και οργανωτικής αναδιάρθρωσης τής επιχείρησης, στη μείωση τού προσωπικού. Ειδικότερα, ως καταργητικές συμβάσεις, οι συμφωνημένες απολύσεις εμπίπτουν στην έννοια τής ελευθερίας τών συμβάσεων. Η ελευθερία τών συμβάσεων (άρθρο 5, παρ. 1 τού Συντ/τος, άρθρο 361 ΑΚ) περιλαμβάνει όχι μόνο την ελευθερία συνάψεως μιας σύμβασης, αλλά και τη δυνατότητα συναινετικής κατάργησής της.
Τα κίνητρα ή τα πρόσθετα ανταλλάγματα που όσο πιο ελκυστικά είναι τόσο πιο αποτελεσματικά μπορούν να κάμψουν την αντίθετη βούληση τών εργαζομένων, θα πρέπει να επιβαρύνουν μόνο τον εργοδότη, αφού μόνο αυτός επωφελείται από την εθελούσια έξοδο. Θα ήταν συνταγματικά ανεπίτρεπτο το να επιβαρύνεται το κοινωνικό σύνολο με το κόστος τής εθελούσιας εξόδου. Λόγοι ισότητας (άρθρο 4, παρ. 1 Συντ/τος) απαγορεύουν κάθε ευνοϊκή μεταχείριση ιδιώτη, χωρίς νόμιμη αιτιολογία.
Συγχρόνως, η ανέξοδη για την Τράπεζα χρήση τών πλεονεκτημάτων τής κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί κρατική ενίσχυση προς αυτήν, ασύμβατη προς το ενωσιακό δίκαιο τού ανταγωνισμού (άρθρο 107, παρ. 1 ΣΛΕΕ, πρώην 87 ΣΕΚ).(παρ. 7) Όταν ο εργοδότης αξιοποιεί τις παροχές τού Αλληλοβοηθητικού Ταμείου προς ίδιον συμφέρον, χωρίς καμία επιβάρυνση, νοθεύεται ο ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός. Ως γνωστόν, στις ανεπίτρεπτες κρατικές ενισχύσεις ανήκουν και οι έμμεσες ή αποθετικές ενισχύσεις, δηλαδή οι απαλλαγές ―ανάμεσά τους και κάθε αποφυγή τού κόστους αποζημίωσης τού Ταμείου― που στοχεύουν στη βελτίωση τής θέσης τής επιχείρησης στην αγορά, μέσω τής οικονομικής της ελάφρυνσης (μείωση προσωπικού). Σύμφωνα με τη νομολογία τού ΔΕΕ, όταν το μέτρο (ή η μη λήψη μέτρου) αποτελεί εξαίρεση από το ισχύον γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και συγχρόνως δεν δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία τού συστήματος, τότε εμπίπτει στην έννοια τής ανεπίτρεπτης κρατικής ενίσχυσης.(παρ. 8) Κατά συνέπεια, για την εγκαθίδρυση όρων ισοτιμίας μεταξύ τών πιστωτικών ιδρυμάτων και αποφυγή τού μεταξύ αυτών αθέμιτου ανταγωνισμού, θα πρέπει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα να επιβαρύνονται με το πλήρες ασφαλιστικό κόστος τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, όπως προβλέπει άλλωστε και το άρθρο 69 Ν. 3371/05.

3.1. Η νομική φύση τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου

Η εθελουσία έξοδος πηγάζει από τη συμφωνία τών μερών. Με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου ο εργοδότης απευθύνει σε (απροσδιόριστο) μεγάλο αριθμό μισθωτών του πρόταση να αποχωρήσουν οικειοθελώς με προσφορά πρόσθετων ανταλλαγμάτων (άρθρα 185, 189, 192 ΑΚ). Η εθελουσία έξοδος αποτελεί καταργητική σύμβαση (άρθρο 361ΑΚ) με την οποία καταργείται υφιστάμενη σύμβαση εργασίας.(παρ. 9) Δεν εξομοιώνεται, όμως, με καταγγελία, αφού η τελευταία αποτελεί δικαίωμα που ασκείται μονομερώς με απευθυντέα δήλωση τής βουλήσεως.
Αν η πρόταση για την κατάρτιση καταργητικής σύμβασης (συμφωνημένη απόλυση) διατυπωθεί ανεπιφύλακτα, τότε ο εργοδότης δεσμεύεται σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή με δήλωση τού εργαζομένου. Η λύση επέρχεται μετά από τη δήλωση τού εργαζομένου ότι αποδέχεται το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.(παρ. 10) Αν αντίθετα ο εργοδότης επιφυλαχθεί ως προς τη δυνατότητα να αρνηθεί την υπαγωγή στην εθελουσία έξοδο, τότε θα πρόκειται για απλή πρόσκληση (εκδήλωση ενδιαφέροντος) για υποβολή σχετικής προτάσεως από την πλευρά τού εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή δεν είναι ικανή να αναιρέσει τον εθελούσιο χαρακτήρα τής αποχώρησης τού μισθωτού.
Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου δεν εντάσσονται, όπως προαναφέραμε, στις απολύσεις,(παρ. 11) αφού όσοι εργαζόμενοι αρνούνται την προσφορά, δεν απολύονται, αλλά μπορούν να συνεχίσουν την απασχόλησή τους, χωρίς άμεση απειλή καταγγελίας τής σχέσης εργασίας τους. Οι εθελούσιες έξοδοι εξομοιώνονται με τις «συμφωνημένες απολύσεις» μετά από πρωτοβουλία τού εργοδότη και εκκινούν από την ανάγκη μειώσεως τού προσωπικού. Γίνονται για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι για λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο τού εργαζομένου. Σε περίπτωση μη εφαρμογής τους, είναι πιθανόν ο εργοδότης να αναγκαστεί να προβεί σε απολύσεις. Σε περίπτωση εθελουσίων εξόδων όσων συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, η νομολογία δέχεται ότι διατηρείται το δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ άρθρο 8 τού Ν. 3198/55.(παρ. 12) Η μη καταβολή τής αυξημένης αποζημίωσης επιφέρει την ακυρότητα.(παρ. 13)

3.2. Ο «εθελούσιος» χαρακτήρας τής εξόδου

Η προγραμματισμένη από τον εργοδότη έξοδος είναι «εθελουσία», όταν οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορά, δεν είχαν σκοπό να εξέλθουν από μόνοι τους από την επιχείρηση με παραίτηση. Η απλή παραίτηση μπορεί να είναι κι αυτή ηθελημένη, «εθελουσία», αλλά εδώ η θέληση τού εργαζομένου δεν υποκινείται από τον εργοδότη, όπως στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Δεν έχουμε εθελουσία έξοδο, όταν ο αποχωρών σκόπευε να συνταξιοδοτηθεί, γιατί η συμπλήρωση τών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης δεν δημιουργεί υποχρέωση τού μισθωτού να αποχωρήσει ούτε υποχρέωση τού εργοδότη να απομακρύνει το μισθωτό.(παρ. 14) Ας υπενθυμίσουμε ότι το άρθρο 8 εδ. β’ Ν. 3198/55 παρέχει απλώς τη δυνατότητα στον εργοδότη να απομακρύνει το μισθωτό, χωρίς τη συγκατάθεση τού τελευταίου, εφόσον στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
Η επιλογή τής συγκεκριμένης στιγμής συνταξιοδότησης αποτελεί δικαίωμα τού ασφαλισμένου. Η κτήση τού ασφαλιστικού δικαιώματος που επέρχεται αυτοδικαίως άμα τη συνδρομή τών τασσομένων υπό τού νόμου προϋποθέσεων, διακρίνεται τής ενασκήσεως αυτού, η οποία απαιτεί θετική ενέργεια τού ασφαλισμένου. Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται με τη συνδρομή τών προϋποθέσεων, άσχετα από το αν η έναρξη καταβολής τής σύνταξης συμπίπτει με μεταγενέστερο χρονικό σημείο, όταν δηλαδή θα ασκηθεί το δικαίωμα με την υποβολή τής σχετικής αίτησης. Το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου επιταχύνει συλλογικά αυτήν τη στιγμή υποβολής τής αίτησης συνταξιοδότησης. Ένας εργαζόμενος που δεν είχε σκοπό να ασκήσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, ενδεχομένως υπό την «πίεση» (ελκυστική πρόταση) τού προγράμματος να υποβάλει σχετική αίτηση.

3.3. Ο «συλλογικός» χαρακτήρας τής εξόδου

Πέρα από τον εθελούσιο χαρακτήρα, τα εξεταζόμενα προγράμματα έχουν μια συλλογική διάσταση. Σχεδιάζονται και έχουν νόημα όταν απευθύνονται σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων τής επιχείρησης. Χαρακτηριστικό τών εθελουσίων εξόδων είναι η αναδιάρθρωση τών επιχειρήσεων με μείωση τού προσωπικού τους. Επομένως, οι συνέπειές τους θα πρέπει να αποτιμηθούν σε συλλογικό επίπεδο. Η μαζική φύση τών προγραμμάτων είναι εκείνη που είναι ικανή να ανατρέψει την αναλογιστική βάση τού Ταμείου.
Λόγω τής μαζικής φύσεώς τους, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου εξομοιώνονται με ομαδικές απολύσεις. Η σημασία τής σχετικής διερεύνησης οφείλεται στο φόβο μήπως παρακάμπτεται ο προστατευτικός μηχανισμός τών ομαδικών απολύσεων. Γενικά, γίνεται δεκτό ότι οι «συμφωνημένες απολύσεις» που γίνονται ενόψει τής εφαρμογής ενός προγράμματος εθελουσίας εξόδου, δεν υπάγονται στην εφαρμογή τού Ν. 1387/83.(παρ. 15) Η θέση αυτή καταλήγει να μη συναριθμούνται με τις άλλες απολύσεις, για να εξευρεθεί ο αριθμός τών επιτρεπομένων κατά το νόμο απολύσεων.
Συμφωνούμε με την άποψη ότι τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου και οι ομαδικές απολύσεις έχουν κοινή αφετηρία, τη βούληση δηλαδή τού εργοδότη να μειώσει το προσωπικό του για οικονομοτεχνικούς λόγους, για «λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο τού εργαζομένου».(παρ. 16) Απλώς, στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου οι συνέπειες αντιμετωπίζονται συναινετικά, με τον εργοδότη να αναλαμβάνει όλο το κόστος τής συναινετικής κατάληξης. Στο κόστος θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η επιβάρυνση τών Ταμείων. Το γεγονός ότι τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου δεν έχουν τις επώδυνες συνέπειες τών ομαδικών απολύσεων, οφείλεται στην απόσβεση τών κραδασμών από την κοινωνική ασφάλιση, από την «πρόωρη», με την έννοια τής αξιοποίησης τών ελαχίστων προϋποθέσεων, προσφυγή στη δυνατότητα συνταξιοδότησης. Γι’ αυτό στο σχεδιασμό τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου θα πρέπει να συμμετέχουν και τα εμπλεκόμενα Ταμεία, αφού οι συνέπειες αφορούν αμέσως και αυτά (το επίπεδο βιωσιμότητάς τους).

4. Οι κοινωνικοασφαλιστικές συνέπειες τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου

Το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο (ΤΑΠΓΤΕ) εξαρτάται άμεσα από την Τράπεζα. Οι εργαζόμενοι τής τελευταίας είναι οι αποκλειστικοί ασφαλισμένοι τού Ταμείου. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 1 τού Καταστατικού, μέλη τού Ταμείου είναι μισθωτοί τής Γενικής Τράπεζας. Η χρηματοδότηση τού Ταμείου αντλείται από εισφορές τών εργαζομένων και τής Τράπεζας. Κατά το άρθρο 3, προβλέπεται μηνιαία εισφορά 8% (3% εισφορά μελών και 5% εισφορά Τράπεζας) επί τών αποδοχών, όπως ορίζονται από το ίδιο άρθρο τού Καταστατικού.
Το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο (ΤΑΠΓΤΕ), υλοποιώντας κοινωνικούς στόχους, λειτουργεί με το διανεμητικό σύστημα χρηματοδότησης κι όχι με βάση ατομικούς λογαριασμούς. Απόρροια αυτού είναι η ύπαρξη καθορισμένων παροχών και όχι καθορισμένων εισφορών.(παρ. 17) Σύμφωνα με το άρθρο 14 τού Καταστατικού, ολόκληρη η εφάπαξ παροχή ισούται με το γινόμενο τού συντάξιμου μισθού (μέσος μηνιαίος μισθός) επί το χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο (δηλαδή το χρόνο πραγματικής συμμετοχής στο Ταμείο και το χρόνο τυχόν εξαγοράς τής υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας). Αν αντίθετα υπήρχε κεφάλαιο στο οποίο ο συνεισφέρων κατείχε ένα τμήμα το οποίο μπορούσε να εκτιμηθεί ανά πάσα στιγμή (κεφαλαιοποιητικό σύστημα - ατομικοί λογαριασμοί), τότε δεν θα υπήρχε υποχρέωση τής Τράπεζας να καλύψει τη ζημία τού Ταμείου από την εφαρμογή τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου. Οι ασφαλισμένοι θα λάμβαναν ό,τι θα είχαν συγκεντρώσει στους ατομικούς τους λογαριασμούς και η βιωσιμότητα τού Ταμείου δεν θα απειλείτο.
Η Τράπεζα γνώριζε ότι μια μαζική αποχώρηση υπαλλήλων που παράλληλα ήταν μέλη και δικαιούχοι τού ΤΑΠΓΤΕ, θα προκαλούσε σ’ αυτό δυσμενέστατες συνέπειες μέχρι και διακινδύνευση τής υπόστασής του. Η Τράπεζα όχι μόνο γνώριζε τις συνέπειες, αλλά αξιοποίησε τη δυνατότητα λήψης τού εφάπαξ βοηθήματος ως μέσον για την αποσυμφόρηση από το πλεονάζον προσωπικό και την αποκατάσταση τής κερδοφορίας της. Μάλιστα, αν ληφθούν υπόψη οι ευνοϊκοί όροι πρόσβασης στην εφάπαξ παροχή (άρθρο 14, παρ. 2 Καταστατικού), μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί το μέγεθος τής ζημίας που προκλήθηκε, λόγω τής ωθήσεως που δόθηκε στις αποχωρήσεις με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου τής Τράπεζας.
Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου που κατά βάση απευθύνονται σε όσους συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, έχουν άμεσες επιπτώσεις στο επίπεδο βιωσιμότητας τών Ταμείων και κατ’ επέκταση στην κοινωνική ασφάλιση. Η οικονομική ελευθερία τού εργοδότη δεν μπορεί να ασκείται με διαβρωτικό τρόπο για την κοινωνική ασφάλιση. Το πρόγραμμα καθιστά χείρονα ή επισφαλή τη θέση τών ασφαλισμένων. Το βάρος τής εθελουσίας εξόδου δεν μπορεί να μετατεθεί στο σχηματισθέν κεφάλαιο από τις εισφορές τών ασφαλισμένων. Ο εργοδότης που με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου τέμνει το κοινωνικοασφαλιστικό έργο τού Ταμείου, οφείλει να χορηγεί ανταλλάγματα για την πρόωρη λήξη τών εργασιακών σχέσεων.(παρ. 18) Δεν πρέπει να μετατραπεί η κοινωνική ασφάλιση σε ανέξοδο όχημα τής εθελουσίας εξόδου και κατ’ επέκταση τών εργοδοτικών συμφερόντων.
Οι κίνδυνοι ενός προγράμματος εθελουσίας εξόδου για την κοινωνική ασφάλιση αποτελούν τη δικαιολογητική βάση τού άρθρου 26 Ν. 3863/10. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο πλασματικός χρόνος που προβλέπεται σε προγράμματα επιχειρήσεων τού ευρύτερου Δημόσιου Τομέα,(παρ. 19) όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις τής παρ. 6 τού άρθρου 1 τού Ν. 1256/82, για εθελούσια αποχώρηση τού προσωπικού τους, που καταρτίζονται μετά την έναρξη ισχύος τού νόμου αυτού, δεν αναγνωρίζεται από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας τού Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξηση τού ποσού τής σύνταξης. Μάλιστα, η παρ. 3 τού άρθρου 26 επιχειρεί να δυσχεράνει την τροποποίησή του. Κατά τη διάταξη αυτή, τροποποίηση τού άρθρου αυτού προϋποθέτει προηγούμενη εκπόνηση σχετικής αναλογιστικής μελέτης από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, γνώμη τής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης τής Βουλής, στο βαθμό που ο Κανονισμός τής Βουλής τής απονέμει την αρμοδιότητα αυτή και γνώμη τής Επιτροπής Ανταγωνισμού.(παρ. 20) Η εν λόγω διάταξη που θέτει διαδικαστικού τύπου προσκόμματα για την τροποποίησή της δεν αποτελεί απλή ευχή, αφού εκφράζει ένα συνταγματικό προαπαιτούμενο. Η σύνταξη ειδικής (αναλογιστικής) ή γενικότερα επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης για κάθε επιβάρυνση φορέα, λόγω τής εφαρμογής ενός προγράμματος εθελουσίας εξόδου επιβάλλεται από την ίδια τη διάταξη τού άρθρου 22, παρ. 5 τού Συντ/τος. Κάθε μέτρο που απειλεί τη βιωσιμότητα ενός φορέα κοινωνικής ασφάλισης, πρέπει να συνοδεύεται από πρόβλεψη τού τρόπου κάλυψης τής δαπάνης του.(παρ. 21)
Εξάλλου, τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου έρχονται σε αντίθεση με την ίδια την ευρωπαϊκή στρατηγική συντάξεων που μια πτυχή της είναι η ενεργός γήρανση. Κυρίως, βρίσκονται σε ευθεία δυσαρμονία με την κοινοτική επιλογή για «ενεργά γηρατειά», όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στην ευρωπαϊκή πολιτική απασχόλησης (στρατηγική τής Λισαβόνας 2000), καθώς και με την ανάπτυξη τής Ανοικτής Μεθόδου Συντονισμού στο πεδίο τών συντάξεων (Συμβούλιο Κορυφής τού Λάακεν 2001). Κάθε μέτρο που συμβάλλει στην πρόωρη απόσυρση τών εργαζομένων από την αγορά εργασίας είναι αντίθετο με την ενθάρρυνση τής απασχόλησης τών μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων.
Ας μη λησμονούμε ότι η εφαρμογή προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, χωρίς επιβάρυνση τής Τράπεζας, αποτελεί καταστρατήγηση τών διατάξεων για την εφάπαξ παροχή. Η εφάπαξ παροχή δεν αποβλέπει στο να διευκολύνει τις αποχωρήσεις τών εργαζομένων, δηλαδή δεν τίθεται στην υπηρεσία τής αναδιάρθρωσης τών επιχειρήσεων. Ο σκοπός τής εφάπαξ παροχής συνίσταται στην άμβλυνση τών συνεπειών τής μετάβασης από τον ενεργό επαγγελματικό βίο στη συνταξιοδοτική αργία.(παρ. 22) Στην ίδια την τελολογική προοπτική, δεν επιτρέπεται η άσκηση τής οικονομικής ελευθερίας για σκοπούς ξένους προς το κύριο νόημά της,(παρ. 23) όπως είναι η εξώθηση στις ασφαλιστικές παροχές.

5. Η επιβάρυνση τών πιστωτικών ιδρυμάτων με το κόστος τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου

Στο ανωτέρω πνεύμα, το άρθρο 69 τού Ν. 3371/05 ορίζει ότι σε περίπτωση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου με το κόστος τής δαπάνης αυτής. Το άρθρο 69 διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο τού άρθρου 146 Ν. 3655/08, καθώς και με την παρ. 4 άρθρου 15 Ν. 3863/10. Κατά το άρθρο 10, παρ. 6 τού Ν. 3620/07, η αληθής έννοια τής διατάξεως τής παρ. 1 τού άρθρου 69 Ν. 3371/05 είναι ότι τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου, συμπληρωματικά προς τα ποσά τών εισφορών που προκύπτουν από τις μελέτες τών άρθρων 59 περ. γ’ και 63 περ. α’ τού νόμου αυτού και με το κόστος τής δαπάνης οποιασδήποτε εθελουσίας εξόδου ή πρόωρης συνταξιοδότησης που δεν καλύπτεται από τις διατάξεις τού νόμου αυτού και δεν έχει προβλεφθεί στις μελέτες τών άνω άρθρων.
Με τη διάταξη αυτή επιδιώχθηκε η άρση μιας παθογένειας τού συστήματος τής κοινωνικής ασφάλισης τών τραπεζοϋπαλλήλων, που συνίστατο στην αναδιάρθρωση τού τραπεζικού κλάδου «δαπάναις» τών ασφαλιστικών τους φορέων. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το κόστος τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου επιβαρύνει εξ ολοκλήρου (αποκλειστικά) τα πιστωτικά ιδρύματα. Η διάταξη τού άρθρου 69, λόγω τής αδιαστίκτου διατυπώσεως αυτής (επιχείρημα «τού νόμου μη διακρίνοντος»), ως προς τη φύση τού πιστωτικού ιδρύματος και τού οικείου Ταμείου, αφορά όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως και όλους τους φορείς, ακόμη και εκείνους που είναι ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), αλλά υποτάσσονται στην κοινωνική λειτουργία τής κοινωνικής ασφάλισης. Ακόμη, η θεσμοθετηθείσα υποχρέωση δεν περιορίζεται στις συντάξεις, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές και μεταξύ αυτών και στην εφάπαξ παροχή.
Η διάταξη τού άρθρου 69, παρ. 1 τού Ν. 3371/05 δεν αποτελεί απλή ευχή, αλλά είναι πλήρως δεσμευτική, αφού παράγει αμέσως έννομα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, εισάγει σε βάρος τών Τραπεζών υποχρέωση να καλύψουν εξ ολοκλήρου το ασφαλιστικό κόστος τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου ή πρόωρης συνταξιοδότησης. Μάλιστα, η υποχρέωση είναι συμπληρωματική εκείνης τών άρθρων 59 και 63 τού ίδιου νόμου. Ως προς τα τελευταία άρθρα, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η αποδέσμευση τών τραπεζών από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο ΕΤΕΑΜ και το ΕΤΑΤ έγινε με οικονομική τους επιβάρυνση (άρθρο 63 Ν. 3371/05). Έτσι, στους πόρους τού ΕΤΑΤ συμπεριλήφθηκε το ποσό εισφοράς κάθε πιστωτικού ιδρύματος, το προσωπικό τού οποίου μεταφέρθηκε στο ΕΤΑΤ. Το ποσό αυτό που ορίστηκε μετά από ειδική οικονομική μελέτη, συνίστατο στη διασφάλιση τής βιωσιμότητας τής λύσης που είχε επιλεγεί (απαλλαγή τών Τραπεζών από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στα Ταμεία τών τραπεζοϋπαλλήλων).
Η μη προηγούμενη εκπόνηση οικονομικής μελέτης δεν καθιστά τη διάταξη ανενεργό. Η αποτίμηση τής δαπάνης τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου για το Ταμείο είναι παρεπόμενη τής ίδιας τής υποχρέωσης. Το άρθρο 69, παρ. 1 ορίζει το πόθεν οι ασφαλιστικοί οργανισμοί θα προσπορίζονται τους αναγκαίους πόρους για την κάλυψη τών συνεπειών από την εφαρμογή τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου, χωρίς να απαιτεί τη σύνταξη ειδικής οικονομικής μελέτης, με ανάθεση από το Υπουργείο Οικονομικών, όπως προβλέφθηκε για την κάλυψη τής δαπάνης που προκλήθηκε από την ένταξη τών συνταξιούχων και ασφαλισμένων τών ταμείων επικουρικής ασφάλισης τών τραπεζοϋπαλλήλων στο ΕΤΕΑΜ και το ΕΤΑΤ (άρθρα 59 περ. γ’ και 63 περ. α’ τού Ν. 3371/ 05).
Το γεγονός ότι το άρθρο 10 παρ. 6 Ν. 3620/07 αναφέρει ότι η επιβάρυνση από τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου ή πρόωρης συνταξιοδότησης είναι συμπληρωματική προς τα ποσά που προκύπτουν από την ένταξη στο ΕΤΑΤ, δεν σημαίνει ότι θα ακολουθηθεί και η αντίστοιχη διαδικασία καθορισμού τής οφειλής τών Τραπεζών. Άλλως, η σημαντική αυτή υποχρέωση, ζωτική για τη διασφάλιση τής βιωσιμότητας τών οικείων Ταμείων, θα παρέμενε ανεφάρμοστη. Σε περίπτωση απουσίας σχετικής μελέτης, η εκτίμηση τής δαπάνης μπορεί να γίνει με κάθε μέσο ακόμη και με πραγματογνωμοσύνη. Κατ’ άρθρο 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Στο πλαίσιο τής όλης ερμηνευτικής μας προσπάθειας, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η διάταξη τού άρθρου 69, παρ. 1 Ν. 3371/05, αν και ειδική, αφού αναφέρεται μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα, έχει γενικότερη εφαρμογή σε όλο το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να επιβαρύνει την κοινωνική ασφάλιση για δικούς της σκοπούς. Δεν υπάρχει λόγος να περιοριστεί το άρθρο 69, παρ. 1 μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα. Ένας τέτοιος περιορισμός θα ήταν αντίθετος και στην αρχή τής ισότητας. Το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου είναι ένα «εργαλείο» στα χέρια τού εργοδότη και πρέπει να τον επιβαρύνει αποκλειστικά, αφού εκείνος είναι που επωφελείται κυρίως από αυτό.

6. Η εφαρμογή προγράμματος εθελουσίας εξόδου χωρίς κάλυψη τών κοινωνικοασφαλιστικών συνεπειών συνιστά καταχρηστική άσκηση τής οικονομικής ελευθερίας

Στο πλαίσιο τής αναδιάρθρωσης τής επιχείρησης, που ανάγεται στην οικονομική ελευθερία τού εργοδότη, η Τράπεζα μπορεί να καταρτίσει ένα πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Όπως αναφέραμε, το πρόγραμμα αποβλέπει στη μείωση τού προσωπικού, για να καταστεί η Τράπεζα πιο ανταγωνιστική και κερδοφόρος. Ωστόσο, η έκφανση αυτή τής επιχειρηματικής ελευθερίας δεν είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος τού γενικού συμφέροντος και πιο συγκεκριμένα σε βάρος τής κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22, παρ. 5 Συντ/τος). Δεν μπορεί η Τράπεζα με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου να υπονομεύσει τη λειτουργία ενός φορέα κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο ΤΑΠΓΤΕ.
Το Σύνταγμα έχει προσδώσει οιονεί λειτουργικό χαρακτήρα στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Απαγορεύεται ο ασκών την οικονομική του ελευθερία να κινηθεί εκτός τού Συντ/τος και ειδικότερα εκτός τών ορίων που διαγράφονται από τα δικαιώματα τρίτων, το συμφέρον τού κοινωνικού συνόλου και τήν διασφάλιση τής έννομης τάξης που εγκαθιδρύει (λ.χ. το άρθρο 5, παρ. 1).(παρ. 24) Ειδικότερα, το άρθρο 25, παρ. 3 Συντ/τος, σε σύνδεση με το άρθρο 281 ΑΚ,(παρ. 25) ορίζει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται. Το άρθρο 25, παρ. 3 που δεν έχει χαρακτήρα lex perfecta, τείνει να συμπληρώσει το νόημα και την ερμηνεία τού άρθρου 5 παρ. 1 τού Συντ/τος.(παρ. 26) Πράγματι, το άρθρο 25, παρ. 3, μη διαθέτοντας αυθύπαρκτο περιεχόμενο, αντλεί νόημα από τους περιορισμούς τής οικονομικής ελευθερίας.(παρ. 27) Ειδικότερα, το Σύνταγμα κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία, «εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα τών άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».(παρ. 28) «Δικαιώματα τών άλλων» δεν είναι μόνο τα ατομικά δικαιώματα, αλλά και όλα τα κοινωνικά δικαιώματα, μεταξύ αυτών δε και το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση. Το «Σύνταγμα» το οποίο δεν επιτρέπεται να παραβιάζει η οικονομική ελευθερία, περιέχει και άλλες συνταγματικές διατάξεις, πέραν τών άρθρων 106, παρ. 2 και 17, παρ. 1, όπως εκείνη τού άρθρου 22, παρ. 5.(παρ. 29) Η λειτουργική αλληλεξάρτηση τής οικονομικής ελευθερίας και τών κοινωνικών δικαιωμάτων είναι πηγή συνταγματικού περιορισμού τής ελευθερίας αυτής.
Η άσκηση τού δικαιώματος για τις παροχές τού Ταμείου ενθαρρύνθηκε από την Τράπεζα. Η αποχώρηση ήταν υποβοηθούμενη, αφού συνοδεύτηκε με σοβαρά κίνητρα από την πλευρά τής Τράπεζας. Η προσβολή δε τών συμφερόντων τού Ταμείου είναι δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος τής Τράπεζας. Με βάση την αρχή τής αναλογικότητας (άρθρο 25, παρ. 1 Συντ/τος), αν το επιβαλλόμενο μέτρο είναι τέτοιας έντασης και διάρκειας που υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνεπάγεται δηλαδή μειονεκτήματα που είναι δυσανάλογα προς τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την εξυπηρέτηση τού επιδιωκόμενου σκοπού, αντίκειται στην εν λόγω συνταγματική αρχή. Η εφαρμογή τού προγράμματος εθελουσίας εξόδου για τη βελτίωση τής οικονομικής θέσης τής Τράπεζας (δικαιολογητική βάση) είναι δυσανάλογη σε σχέση με τη βαρύτητα τής προσβολής, δηλαδή τής επελθούσης σοβαρής βλάβης στη βιωσιμότητα τού Ταμείου και κατ’ επέκταση στην ικανότητά του να εκπληρώσει τους κοινωνικοασφαλιστικούς σκοπούς του.
Η επιλογή τού επαχθέστερου για το Ταμείο μέσου, καθώς και η προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στην ωφέλεια που προσπορίζει στην Τράπεζα η εφαρμογή ενός προγράμματος εθελουσίας εξόδου και στη ζημία που προκαλεί στο Ταμείο αποτελούν τυπικές περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης τού δικαιώματος.(παρ. 30) Στο πλαίσιο τής σταθμίσεως κόστους - οφέλους, θα εμφανιζόταν ως ηπιότερο μέτρο η καταβολή αποζημίωσης από την πλευρά τής Τράπεζας, η οποία θα κάλυπτε τις απώλειες τών εσόδων τού Ταμείου και θα αποκαθιστούσε με αυτό τον τρόπο την πληγωμένη βιωσιμότητά του.
Για να μην κριθεί ότι το δικαίωμα τού εργοδότη να αναδιαρθρώσει την επιχείρησή του μέσω προγράμματος εθελουσίας εξόδου ασκείται κατά τρόπο πρόδηλα καταχρηστικό, είναι αναγκαία η άμβλυνση τών συνεπειών του από την άποψη τής κοινωνικής ασφάλισης. Όπως η νομοθεσία περί ομαδικών απολύσεων τείνει να προστατεύσει τις συνέπειες ως προς την απασχόληση, έτσι απαιτείται ανάλογη αντιμετώπιση τών κοινωνικοασφαλιστικών συνεπειών. Λόγοι που αφορούν το κοινωνικό σύνολο υπαγορεύουν τη μέριμνα τού (εθνικού και κοινοτικού) νομοθέτη για τις οικονομοτεχνικές απολύσεις που προσλαμβάνουν μεγάλη έκταση.(παρ. 31) Ομοίως, η ίδια πρόνοια για διατήρηση τής αναλογιστικής βάσης τού Ταμείου αλώβητης επιβάλλει τη συμμετοχή τού εργοδότη στο κοινωνικοασφαλιστικό κόστος ενός προγράμματος εθελουσίας εξόδου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η Γενική Τράπεζα θα μπορούσε να οργανώσει ένα πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, συμμετέχοντας, όμως, στην κάλυψη τής δαπάνης που αυτό προκάλεσε στο Ταμείο (ΤΑΠΓΤΕ). Διαφορετικά, η παράλειψη τής Τράπεζας να καλύψει τη δαπάνη που προκλήθηκε στο ΤΑΠΓΤΕ από την εφαρμογή τού προγράμματος οδηγεί στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (914 ΑΚ). Η συμπεριφορά τής Τράπεζας είναι παράνομη, γιατί είχε νόμιμη υποχρέωση να προβεί, κατ’ άρθρο 69, παρ. 1 Ν. 3371/05, σε αποκατάσταση τής δαπάνης που προκλήθηκε στο ΤΑΠΓΤΕ από το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.(παρ. 32) Ακόμη, η παράλειψη τής Τράπεζας, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, εμφανίζεται αντίθετη στα άρθρα 25, παρ. 3 Συντ/τος και 281 ΑΚ.
Επικουρικώς, η Γενική Τράπεζα (νυν Τράπεζα Πειραιώς) έχει υποχρέωση απόδοσης στο ΤΑΠΓΤΕ τών ποσών κατά τα οποία ωφελήθηκε άνευ νομίμου αιτίας (άρθρο 904 ΑΚ), λόγω παρότρυνσης μεγάλου αριθμού υπαλλήλων να αποχωρήσουν αξιώνοντας από το Ταμείο την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή. Η Τράπεζα έγινε πλουσιότερη με σοβαρή μείωση τού ενεργητικού τού Ταμείου, αφού εξοικονόμησε τη δαπάνη που θα έπρεπε να καλύψει βάσει τού άρθρου 69 τού Ν. 3371/05 και τής συμμόρφωσης προς το άρθρο 22, παρ. 5 Συντ/τος.  

Υποσημειώσεις.
(παρ. 1) Βλ. ΑΕΔ 5/02, ΕΔΚΑ 2003, σελ. 516, Γ. Λεβέντη, Τα αλληλοβοηθητικά ταμεία ως φορείς ασφαλίσεως και η δέσμευσή τους από τους κανόνες που έχει θεσπίσει η πολιτεία για την αναμόρφωση τής κοινωνικής ασφαλίσεως, ΔΕΝ 2016, σελ. 721 επ.
(παρ. 2) Βλ. ΣτΕ 3872/09, ΣτΕ 2260/13 Ολομ., ΕΔΚΑ 2013, σελ. 404.
(παρ. 3) Πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2199/10, ΣτΕ 240/06 Πρακτικό Συνεδρίασης και Γνωμοδότηση Ολομ., ΕΔΚΑ 2006, σελ. 599.
(παρ. 4) Βλ. ΣτΕ Ολομ. 734/16, αρ. 11, ΕΔΚΑ 2016, σελ. 94.
(παρ. 5) Βλ. ΕιρΑθ 1201/15, ΔΕΝ 2016, σελ. 745.
(παρ. 6) Βλ. ΣτΕ Ολομ. 2199/10.
(παρ. 7) Πρβλ. Α. Καζάκος - Α. Μανιτάκης - Δ. Τραυλός - Τζανετάτος, Η επικουρική ασφάλιση τών τραπεζοϋπαλλήλων. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας (Ν. 3371/05), Αθήνα - Κομοτηνή, 2006, σελ. 133.
(παρ. 8) Βλ. ΔΕΚ, αποφ. 14-7-1983, Επιτροπή/Ιταλίας, υπόθ. 203/82, Συλλ. 1983, σελ. 2533 (μείωση εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών για τις επιχειρήσεις μόνο ενός βιομηχανικού κλάδου). Βλ. αντί άλλων Γ. Καρύδη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Συναλλαγών, Αθήνα, 2012, σελ. 412 και 413.
(παρ. 9) Βλ. Α. Πούλλος, Εθελούσιες έξοδοι και ζητήματα θέσπισης στον δημόσιο τομέα (άρθρο 26 Ν. 3863/10), ΕΕργΔ 2012, σελ. 1496 - 1497. Συχνά, τα προγράμματα αποτελούν αντικείμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας.
(παρ. 10) Βλ. Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο. Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Αθήνα - Κομοτηνή, 2015, σελ. 1117.
(παρ. 11) Βλ. Ι. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο. Ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο τής ευελιξίας τής εργασίας, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 853.
(παρ. 12) Βλ. ΑΠ 1208/09, ΕΕργΔ 2010, σελ. 42.
(παρ. 13) Βλ. Ι. Κουκιάδη, ό.π., σελ. 797, ΑΠ 527/04, ΔΕΝ 60, σελ. 1593.
(παρ. 14) ΑΠ 1101/13, ΔΕΝ 2014, σ. 430. Βλ. και ΕφΠειρ 611/15, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
(παρ. 15) Βλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., σελ. 1116, Χ. Σεβαστίδη, Ομαδικές απολύσεις. Στο ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 50 επ.
(παρ. 16) Βλ. Κ. Μπακόπουλου, Η πρόσφατη τροπολογία περί ομαδικών απολύσεων - Καμία βελτίωση τής προβληματικής κατάστασης, ΔΕΝ 62, σελ. 1266.
(παρ. 17) Βλ. Α. Στεργίου, Δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, β’ εκδ., 2014, σελ. 421.
(παρ. 18) Πρβλ. Κ. Κρεμαλή, Γνωμοδοτήσεις κοινωνικού δικαίου (1989 - 1999), Αθήνα, 2000, σελ. 338.
(παρ. 19) Η εφαρμογή τών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου στις επιχειρήσεις τού δημόσιου τομέα γίνεται με νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως τα άρθρα 74 Ν. 3371/05 και 34 Ν. 3762/09 για τον ΟΤΕ, ο Ν. 3717/08 για Ολυμπιακή Αεροπορία, κ.α. Ωστόσο, αναγνωρίζονται οι δυσμενείς συνέπειες για τα ασφαλιστικά Ταμεία και λαμβάνεται μέριμνα για τη μείωσή τους.
(παρ. 20) Βλ. Α. Πούλλος, ό.π., σελ. 1495. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, με το άρθρο αυτό επιδιώχθηκε να καταστεί «πολιτικώς λίαν επώδυνη» η τροποποίηση τής εν λόγω διάταξης.
(παρ. 21) Βλ. Α. Στεργίου, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, ό.π., σελ. 24.
(παρ. 22) Βλ. Γ. Ψηλού, Το εφ’ άπαξ βοήθημα ως ασφαλιστική παροχή, ΔΕΝ 2000, σελ. 545.
(παρ. 23) Μια τέτοια χρήση θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 25, παρ. 3 Συντ/τος. Βλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ’, Αθήνα - Κομοτηνή, 1988, σελ. 283.
(παρ. 24) Βλ. Δ. Τσάτσου, ό.π., σελ. 280.
(παρ. 25) Δεν απουσιάζουν από τη νομολογία περιπτώσεις εφαρμογής τού άρθρου 25, παρ. 3 τού Συντ/τος σε συσχετισμό με το άρθρο 281 ΑΚ. Λ.χ. με αφορμή την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου σε χώρο όπου λειτουργεί ήδη ομοειδές σωματείο, ασκείται δικαστικός έλεγχος τής κατάχρησης τού δικαιώματος τού συνεταιρίζεσθαι με παράθεση δίπλα στο άρθρο 281 ΑΚ τών άρθρων 12 παρ. 1 και 25 παρ. 3 τού Συντ/τος. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1374/05, ΕλλΔνη 2008, σελ. 806, ΑΠ 764/05, ΕλλΔνη 2005, σελ. 1125, ΑΠ 1839/84, ΝοΒ 1985, σελ. 1140 επ., Ι. Ληξουριώτη, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 2η εκδ., Αθήνα, 2015, σελ. 40 και 41. Ομοίως, κατά τον έλεγχο τής καταχρηστικής άσκησης τού δικαιώματος τής απεργίας, στη μείζονα πρόταση τού δικανικού συλλογισμού πολλών δικαστικών αποφάσεων καταλαμβάνουν συχνά θέση τα άρθρα 22, παρ. 3 και 25, παρ. 3 τού Συντ/τος σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ. Για αντιρρήσεις ως προς την αναλογική επίκληση τού άρθρου 281 ΑΚ, βλ. Α. Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, Θεσσαλονίκη, 1979, σελ. 88.
(παρ. 26) Βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 3η εκδ., Αθήνα, 2006, σελ. 72.
(παρ. 27) Βλ. Χ. Ανθόπουλου, Το πρόβλημα τής λειτουργικής δέσμευσης τών θεμελιωδών δικαιωμάτων εν όψει το’υ άρθρου 25, παρ. 2, 3 και 4 τού Συντάγματος, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ. 241 επ.
(παρ. 28) Βλ. Α. Μάνεση, ό.π., σελ. 89 και 157, Κ. Χρυσόγονου, ό.π., σελ. 70 επ.
(παρ. 29) Βλ. Π. Δαγτόλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά Δικαιώματα, τ. Β’, Αθήνα - Κομοτηνή, 2005, σελ. 1175.
(παρ. 30) Για την αρχή τής αναλογικότητας ως κριτήριο ελέγχου τής καταχρηστικής άσκησης ιδιωτικού δικαίου δικαιωμάτων, βλ. Δ. Ζερδελή, Η απόλυση ως ultima ratio, Θεσσαλονίκη, 1991, σελ. 181 επ.
(παρ. 31) Βλ. Εισηγητική Έκθεση Ν. 1387/83.
(παρ. 32) Βλ. αντί άλλων Α. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο. Γενικό Μέρος, 2η εκδ., 2015, σελ. 655, Α.Π. 363/12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...