Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Ελβετικό φράγκο, καταναλωτής, καθήκον ενημέρωσης, ΓΟΣ, πλάνη, απάτη, μερική ακυρότητα, δικαιοπρακτικό θεμέλιο, δωσιδικία συνάφειας.

Περίληψη. Κατάρτιση συμβάσεων τοκοχρεωλυτικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αδυναμία των εναγόντων δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις λόγω της αύξησης των μηνιαίων δόσεών τους από τη διολίσθηση της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Προστασία καταναλωτή. ΓΟΣ. Κριτήρια για την κατάφαση της καταχρηστικότητας αυτών. Καταπλεονεκτική δικαιοπραξία. Ολική και μερική ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Προϋποθέσεις για την επέκταση της ακυρότητας του μέρους της δικαιοπραξίας σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία. Ακυρώσιμη δικαιοπραξία λόγω πλάνης ή απάτης. Παρέλευση της 2ετούς αποσβεστικής προθεσμίας για την ακύρωση των ένδικων συμβάσεων. Αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο προσήκον μέτρο ή λύση ολόκληρης της ανεκτέλεστης σύμβασης κατ’ άρθ. 388 ΑΚ. Προϋποθέσεις. Έννοια του «κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου». Συσχετισμός με τη διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ. Πολιτική δικονομία. Δωσιδικία της συνάφειας. 

Παρατήρηση: Άλλη μια σπουδαία απόφαση που ασχολήθηκε με πληθώρα νομικών ζητημάτων

                                       Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1637/ 2016.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Χαρίκλεια Τσαγγαρού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελευθέριο Αγγελίδη, Πρωτοδίκη, και Σταυρούλα Δεδικούση, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια,

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, δάνειο είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (δανειστής) μεταβιβάζει στον άλλο συμβαλλόμενο (οφειλέτη) αντικαταστατά πράγματα κατά κυριότητα, ο δε οφειλέτης υποχρεούται να επιστρέφει πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Αναγκαίο στοιχείο του δανείου είναι, εκτός του να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185 -195 ΑΚ, η παράδοση και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 992/2010, ΕφΘεσ 2.253/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, η σύμβαση δανείου είναι ενοχική, διαρκής, άτυπη σύμβαση και, κατά την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, παραδοτική σύμβαση, με την έννοια ότι, για την κατάρτισή της, απαιτείται μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων από το δανειστή στον οφειλέτη (ΑΠ 1.417/2007, ΕφΑΘ 1,1152/1996, ΕφΑΘ 1.295/1996, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η παράδοση του πράγματος μπορεί να γίνει και «βραχεία χειρί δ’ αντιφωνήσεως», και με μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό (τράπεζας), οπότε, κατά την άποψη αυτή, το δάνειο καταρτίζεται από της αναγγελίας της τράπεζας στον οφειλέτη (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Γ, ημίτομος Γ, άρθρο 806, αριθ. 20). 
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 α.ν. 362 της 04/04.06.1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), «πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική, εξ’ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήν τιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντος εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς. Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι` ης, παρά την διάταξιν της προηγούμενης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα ή εις δραχμάς μεν, ων, όμως, το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος. Εν τη περιπτώσει ταύτη, το αρμόδιον Δικαστήριον προσδιορίζει, κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός, την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις, όμως, δε δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος, επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών, κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της, δικαιοπραξίας, εφ` όσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον». Οι διατάξεις αυτές έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία, εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως και σε σύμβαση δανείου, ως και σε περίπτωση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. Μερική απόκλιση του ως άνω αναφερόμενου απαγορευτικού κανόνα, αποβλέποντας στην προστασία του εθνικού νομίσματος, αποτέλεσε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 7 της 267/09.04.1953 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με το ν. 2.415/1953, στην οποία ορίζεται ότι «από της ισχύος της παρούσης επιτρέπεται η μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, πλην των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων, συνομολόγησις δανείων με την ρήτρα δολαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος, εξαιρέσει των χρυσών νομισμάτων. Νοείται ότι η πληρωμή των εκ των δανείωντούτων υποχρεώσεων ενεργείται διά της καταβολής του οφειλομένου ποσού επί τη βάσει της επισήμου τιμής του ξένου συναλλάγματος, κατά την ημέραν της εξοφλήσεως». Έτσι με τη διάταξη αυτή, επιτράπηκε, κατ’ εξαίρεση και μόνο προκειμένου περί συμβάσεων δανείου, η συνομολόγηση της ρήτρας σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα), πλην χρυσού, κατά την οποία συμφωνείται η αυτούσια καταβολή ορισμένης ποσότητας ξένων νομισμάτων. Η ρήτρα αυτή διαφοροποιείται από τη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταβολή γίνεται σε δραχμές και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές και πάλι, αλλά, κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα, κατά το χρόνο της πληρωμής (ΟλΑΠ 21/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τη με αριθμό 142/13.11.1978 ΠΥΣ εγκρίθηκε η, κατά τη με αριθμό 187/19.10.1978 συνεδρίαση της Νομισματικής Επιτροπής (Υποεπιτροπής Πιστώσεων), ληφθείσα απόφαση, με την οποία επιτράπηκε εκ μέρους των τραπεζών, χορήγηση πόσης φύσης δανείων ή πιστώσεων σε ξένο νόμισμα, σε ημεδαπές ή αλλοδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις και επακολούθησε η έκδοση της με αριθμό 1976 της 19/25.09.1991 ΠΔΤΕ - στον οποίο, ας σημειωθεί, είχαν μεταβιβαστεί οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της (άρθρο 1 ν. 1.266/1982) - με την οποία επιτράπηκε ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων. Επίσης, με τη με αριθμό 537/1993 ΠΔΤΕ, η οποία συμπλήρωσε την ΠΔΤΕ 1976/19.09.1991, διευκρινίστηκε ότι επιτρεπόταν ο δανεισμός σε συνάλλαγμα φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου από τις εμπορικές και κτηματικές τράπεζες, στο πλαίσιο της ως άνω Πράξης, για την κατασκευή, επισκευή και αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, που προορίζονταν για ιδιόχρηση ως κατοικίες ή εκμετάλλευση, ενώ με τη με αριθμό 2.325 της 2/11.08.1994 ΠΔΤΕ, όπως τροποποιήθηκε με τη με αριθμό 2.342 της 24/29.11,1994 Πράξη του ίδιου και εκδόθηκε στο πλαίσιο του π.δ/τος 96/1993 «περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας με αριθμό 88/361/ΕΟΚ και της οδηγίες με αριθμό 92/122/ΕΟΚ, σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων», περιορίστηκε ακόμη περισσότερο η αρχή της απαγόρευσης σύναψης τραπεζικών δανείων σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα, με την ως άνω αναφερόμενη ΠΔΤΕ, επιτράπηκε χωρίς περιορισμούς, η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα, φυσικών και νομικών προσώπων. Μάλιστα, στο άρθρο 1 του πρώτου κεφαλαίου αυτής, ορίζεται ότι «η διάρκεια, η τυχόν περίοδος ανανέωσης ή παράτασης των δανείων, που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος της παρούσας Πράξης, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι, καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών» (ΑΠ 2.196/2009, ΕφΑΘ 91/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στη συνέχεια, με το ν. 2842/2000, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης την εντεύθεν ομαλοποίηση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, καταργήθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού, η προϊσχύουσα εξαιρετική νομοθεσία και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα (ΑΠ 2.196/2009, ό.π.). Επιπλέον, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 5.422/1932, ορίζεται ότι: «1. Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί, αι πληρωτέαι εν Ελλάδι, εξοφλούνται εις δραχμάς επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη θύτη τιμή αποδίδονται και οι εις συνάλλαγμα παρά τραπέζης καταθέσεις, πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντος εν τη αλλοδαπή, προ της ισχύος, να αποδίδωνται εις αυτούσιον συνάλλαγμα». Από την ως άνω διάταξη, που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 291 και 292 ΑΚ, συνάγεται ότι, όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής, ενασκώντας με την αγωγή την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος, κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή. Με την αντικατάσταση δε της δραχμής ως εθνικού νομίσματος από το ευρώ, Οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος, κατά την ημέρα της εξόφλησης. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχουν εφαρμογή στις περιτπώσεις των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο (ΑΠ 678/2010, ΑΠ 698/2006, ΑΠ 1.349/1997, ΕφΠειρ 145/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, μετά το ν. 2.842/2000, την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος, την κατάργηση των νομισματικών περιορισμών και των λοιπών μέτρων ελέγχου συναλλάγματος και την ελεύθερη πλέον συνομολόγηση σε ξένο νόμισμα, επί μεν οικειοθελούς εκπλήρωσης της ενοχής, ενόψει και της διαζευκτικής ευχέρειας, που παρέχει η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 5.422/1932 έχει ενδοτικό χαρακτήρα και δε διαφέρει πλέον ουσιωδώς από την 291 ΑΚ, με την έννοια ότι ο οφειλέτης, αν δε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, καταβάλλει είτε σε ημεδαπό είτε σε αλλοδαπό νόμισμα, επί δε άσκησης της αξίωσης του δανειστή και επιδίκασης συγκεκριμένης οφειλής, το Δικαστήριο, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, δε θα επιδικάσει αλλοδαπό νόμισμα, αλλά το ισάξιό του σε ευρώ, κατά την ημέρα της πραγματικής πληρωμής (βλ. σχετ. Γ. Ιατράκη, Η εκπλήρωση της χρηματικής παροχής με ξένο νόμισμα, ΧρΙΔ 2011, σ. 566). 
Εξάλλου, με τη με αριθμό 2.501/2002 ΠΔΤΕ (ΦΕΚ Α`, 277/2002) - η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 ν. 2.076/1992 και, άρα, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου - τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές, που θεσπίζονται στην παράγραφο A της οικείας ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσομένους, για τη σύμβαση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και γενικά για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς και να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που σποσκοπεί να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της αυτής ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κ.λπ.). Αναφορικά, ειδικότερα, με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος δάνεια, θεσπίζεται υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενο διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. Β αριθ. 2 περιπτ. χ`). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται περαιτέρω στην ως άνω πράξη, η απαίτηση, όμως, αυτή δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά πρέπει να οδηγεί το δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι` αυτόν. Ειδικότερα, η ως άνω διάταξη, που θεσπίζει την υποχρέωση ενημέρωσης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, βάσει της οποίας, όπως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1352/2011, ΕφΑΘ 1.403/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι τράπεζες έχουν αυξημένη ευθύνη, κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της, η πιστωτική σχέση, ως έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες, πρέπει δε να εξειδικευθεί, ως προς το ειδικότερο περιεχόμενό της, βάσει των όσων ορίζονται στην ίδια ως άνω ΠΔΤΕ, στην παρ. Β αριθ. 1 {ίη fine, αναφορικά με τις τραπεζικές καταθέσεις). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκεί οριζόμενα, «Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται, βάσει στοιχείων και δεικτών, και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση, κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, (και) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων, που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων, με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κ.λπ.), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα». Και ναι μεν, η οικεία διάταξη αναφέρεται στην ενημέρωση των συναλλασσόμενων με την τράπεζα, οι οποίοι επιλέγουν ένα καταθετικό προϊόν, το οποίο έχει ένα βαθμό ρίσκου και γι` αυτό προσιδιάζει (χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3.606/2007), στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, άξιο, ωστόσο, ανάλογης προστασίας είναι και το συμφέρον των δανειοληπτών, που επιλέγουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, το οποίο, ως εκ του πράγματος και δεδομένης της μακράς διάρκειας των δανείων (ιδίως αυτών της στεγαστικής πίστης), ενέχει υψηλό ρίσκο. Μάλιστα, δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι το συμφέρον των τελευταίων χρήζει ακόμη μεγαλύτερης προστασίας, έναντι αυτού των καταθετών, στους οποίους, κατά το γράμμα της, αναφέρεται η διάταξη της παρ. Β αριθ. 1 (in fine), καθώς οι δανειολήπτες, επειδή είναι αυτοί που «ζητούν χρήμα», βρίσκονται σε οικονομικά ασθενέστερη θέση, έναντι αυτών που επενδύουν χρήμα, και, άρα, είναι πιθανότερο να παρασυρθούν ευκολότερα σε επιλογές χωρίς, προηγουμένως, να έχουν αντιληφθεί - ή έστω εκτιμήσει - τις οικονομικές συνέπειες που μπορεί να συνεπάγονται γι` αυτούς (ΠΠρΠειρ 619/2016, ΠΠρΑΘ 3.789/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, τα δάνεια σε συνάλλαγμα, που δεν είναι ασυνήθη πλέον και επιτρέπονται στις τραπεζικές συναλλαγές, δεν αποτελούν σύνθετα προϊόντα, που προσομοιάζουν με προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου και, συνακόλουθα, δεν απαιτείται οι υπάλληλοι, που παρέχουν τη σχετική με αυτά ενημέρωση, να έχουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 ν. 3.371/2005 (βλ. C- 312/14 απόφαση ΔΕΕ, υπόθεση Banif Plus Bank Zrt κατά Marion Lantos - Martonne Lantos). 

II. Με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5, 6 και 7 ν. 2.251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» (ΦΕΚ Α΄191) ορίζεται ότι: «5. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας, ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 6. Γενικοί όροι των συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψή της, και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται. 7. Καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: α) ... ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή». Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 05.04.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές», στη διάταξη της του άρθρου 3 παρ 1 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών τα απορρέοντα από τη σύμβαση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της αυτής Οδηγίας «τα κράτη - μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη συνθήκη για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή». Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ) είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει αυτού, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Επομένως, καταχρηστικός και άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη, δηλαδή η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί, με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου, για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα η ρύθμιση ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Βέβαια, η οικεία διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων», πράγμα που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 της οικείας Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών». Η ανάγκη δε σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» να ερμηνευθεί συσταλτικά ως «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την «υπέρμετρη διατάραξη» και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγουμένης διατύπωσης του ν. 2.251/1994. Για τους ίδιους ως άνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης με τη διαληφθείσα, η ως άνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη» με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 24 ν. 2.741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2.251/1994, με τη νέα διατύπωση της, πρέπει να ερμηνεύεται, μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της «ουσιώδους διατάραξης» της συμβατικής ισορροπίας. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της κατάχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει να ερευνάται, αν υπάρχει τυπική διατάραξη, ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και, στη συνέχεια, ο βαθμός έντασης αυτής της απόκλισης, δηλαδή αν η αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Τέλος, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 ν. 2.251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίτπωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται, κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΟλΑΠ 15/2007, ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1.987/2006. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, οι ΓΟΣ, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, πρέπει, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή {ΑΠ 652/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ’ αρχήν, δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ. Εντούτοις, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας {ΟλΑΠ 15/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, στις καταναλωτικές συμβάσεις ο ν. 2.251/1994 (άρθρο 2 παρ. 7 περιπτ.ια`) αξιώνει τα κριτήρια, με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο νόμος δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος, παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικά καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 1.219/2001, ΑΠ 1.030/2001, ΕφΑΘ 5.101/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των ΓΟΣ δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό τους χαρακτήρα, από τυπική και γραμματική άποψη, αλλά ανσφέρεται και στη λειτουργία τους, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι` αυτόν (βλ. σχετ. C-26/13 απόφαση ΔΕΕ, υπόθεση Arpad Kasier, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά OTP Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 - 75). H παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για τον λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δε διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς, λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2.251/1994. Για το λόγο αυτό και οι ΓΟΣ, υπακούοντας στην ως άνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η ακυρότητα ενός ΓΟΣ δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σε αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Στο σημείο δε αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 ν. 2.251/1994, δεν αναγνωρίζεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξ αντιδιαστολής, έτσι, συνάγεται ότι ο καταναλωτής δεν εμποδίζεται να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον, βέβαια, συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 181. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ, ολική είναι η ακυρότητα, όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας πλήπει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή, όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή, όταν πρόκειται για ενιαία εξωτερικά δικαιοπραξία, αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, τελούν σε συνεξάρτηση και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μίας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές, να καθιστά μη θελημένη την ενιαία δικαιοπραξία. Για να επεκταθεί η ακυρότητα του μέρους σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών, κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, θα ήταν να μην ισχύσει η δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας. Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση της σχετικής υποθετικής βούλησης των συμβαλλομένων γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλομένων, κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κ.λπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας. σκοπός της κ.λπ,), με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 772/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η ακύρωση της σύμβασης στο σύνολό της μπορεί να συνεπάγεται ιδιαίτερα επιζήμιες συνέπειες για τον καταναλωτή, αφού, μία τέτοια ακύρωση, συνεπάγεται, κατά κανόνα, το απαιτητό του συνόλου του οφειλόμενου ποσού του δανείου, συνέπεια η οποία ενδέχεται να υπερβαίνει τις οικονομικές δυνατότητες του καταναλωτή και, ως εκ τούτου, να λειτουργεί περισσότερο προς τιμωρία του ίδιου παρά του δανειστή, ο οποίος, δεδομένης της εν λόγω συνέπειας, δεν θα είχε κίνητρο να αποφεύγει την εισαγωγή καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις του (βλ. σχετ. C-26/13 απόφαση ΔΕΕ, υπόθεση Arpad Kasler, Hajnaika Kaslerne Rabai κατά OTP Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 83 - 84). Τέλος, ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, αυτό καλύπτεται, καταρχήν, και εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/2013, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ως άνω απόφαση του ΔΕΕ, σκέψεις 80 - 82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, με βάση, δηλαδή, την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ 1.471/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), Έτσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ως άνω, όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 εδ. β` ΑΚ, παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (ΠΠρΠειρ 619/2016, ΠΠρΞανθ 23/2014, ΠΠρΑΘ 5.257/2013, ΠΠρΑΘ 3.990/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, «Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται απά το περιεχόμενό της και το σύνολο των συνθηκών και των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα από την αιτία, που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ (το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίτττωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου), άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και έτσι πετυχαίνει να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή». Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλόμενους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρώπινα φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών (ΑΠ 151/2015, ΑΠ 820/2014, ΑΠ 2.139/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας, λόγω πλάνης, απάτης και απειλής, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 εδ. α` ΑΚ), στην περίπτωση, όμως, που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η αποσβεστική προθεσμία των δύο (2) ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης συμβαλλόμενου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι μετά την πάροδο διετίας (2ετίας) από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας. Το αντίθετο δεν προκύτπει από τη διάταξη του άρθρου 273 ΑΚ. που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, διότι η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, αφού δε συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας. Ανεξάρτητα δε από αυτό, η ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 273 ΑΚ αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας, σε κάθε περίπτωση, γιατί η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και οι ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το διαπλαστικό δικαίωμα προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξίωσης και πολύ περισσότερο ένστασης, που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (ΑΠ 1.408/1980, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 280 ΑΚ, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα αποσβεστική προθεσμία, που τάσσει ο νόμος. Κατά συνέπεια, εφόσον από το περιεχόμενο της αγωγής, στοιχείο της βάσης της οποίας αποτελεί η τήρηση της αποσβεστικής προθεσμίας (Εφθεσ 1.225/2008, ΕφΑΘ 9.153/2006, ΠΠρΒολ 8/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, και χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου, απορρίπτεται η αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί, ως απαράδεκτη {ΑΠ 654/2011, ΑΠ 194/2012, ΑΠ 1.447/2010. ΕφΛαρ 164/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

V. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής, στο μέτρο που αρμόζει, ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία, κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ) από την μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι αυτά που δεν επέρχονται, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, και προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ. (ΑΠ 1.171/2004, ΕφΑΘ 7.313/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, αν η σύμβαση έχει εξ ολοκλήρου και εκπληρωθεί και από τους δύο συμβαλλομένους, δεν υπάρχουν περιθώρια εφαρμογής της ΑΚ 388, καθώς η αναδρομική λύση ή αναπροσαρμογή της σύμβασης δε θα είναι συνήθως σύμφωνη με την καλή πίστη. Η προϋπόθεση αυτή δε συντρέχει, αν ο οφειλέτης της υπέρμετρα επαχθούς παροχής την εκπλήρωσε, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, που πηγάζουν από την ΑΚ 388, καθώς και αν η σύμβαση έχει εκπληρωθεί μόνο μερικά ή μόνο από τον ένα συμβαλλόμενο (ΕφΘεσ 373/1979, Αρμ 1979, σ, 665, ΠΠρΠειρ 619/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η μεταβολή των συνθηκών πρέπει να αφορά περιστατικά, στα οποία τα μέρη, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στήριξαν κυρίως τη σύναψη της σύμβασης, θα πρόκειται, δηλαδή για πραγματικά ή νομικά γεγονότα, που αποτέλεσαν κοινό θεμέλιο της σύμβασης. Συνεπώς, πρέπει και τα δύο μέρη, όχι μόνο το ένα, να το έθεσαν σιωπηρά (και όχι με τη μορφή αίρεσης) ως όρο ισχύος της μεταξύ τους σύμβασης, με την έννοια ότι δε θα προέβαιναν σε αυτή, αν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει. Όσα περιστατικά αποτέλεσαν θεμέλιο μόνο του ενός μέρους αποτελούν απλά γεγονότα που ώθησαν το μέρος αυτό στη σύναψη της σύμβασης (παραγωγικά αίτια) και άρα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 388. Άλλωστε τα παραγωγικά αίτια της βούλησης θεωρούνται, κατά κανόνα, επουσιώδη (ΑΚ 143) και δε συνδέονται, κατ’ αρχήν, με έννομες συνέπειες, εκτός αν ειδικά σε διάταξη νόμου ορίζεται διαφορετικά. Αντίθετα καθαρά προσωπικές επιδιώξεις, με την προοτττική των οποίων τα μέρη συνήψαν τη σύμβαση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά, στα οποία βασίσθηκε η σύμβαση (ΠΠρΠειρ 619/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, τα περιστατικά που λαμβάνουν υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης καθεαυτά δεν είναι κρίσιμα (ΑΚ 143) και από αυτά η ΑΚ 388 αποχωρίζει ορισμένα, που μπορεί να αποκτήσουν σημασία, δηλαδή εκείνα στα οποία κυρίως στηρίχθηκαν οι συμβαλλόμενοι και αποτέλεσαν κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο γι` αυτούς. Επιθυμίες ή παραστάσεις του ενός συμβαλλομένου, που δεν έγιναν ή δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον αντισυμβαλλόμενό του, οσοδήποτε και αν είναι ουσιώδεις για τον πρώτο, δεν αποτελούν κοινό θεμέλιο. Η διατύπωση της διάταξης («στήριξαν») φαίνεται, μάλιστα, ακόμα στενότερη, ότι απαιτεί, δηλαδή, να έγιναν, και όχι απλά να μπορούσαν να γίνουν, αντιληπτά τα περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε ο ένας από τον άλλο. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση ότι τα μέρη, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά στα οποία, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης, γιατί απέβλεψαν σ’ αυτά και αποτέλεσαν το βάθρο της. Στη συνέχεια, όμως, απαιτείται τα περιστατικά αυτά, σε μεταγενέστερο χρόνο, να μεταβλήθηκαν, τα δε γεγονότα, τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο, μη δυνάμενα να προβλεφθούν (ΑΠ 1.171/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δε συντρέχει, από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη»,προβλέπει τη δυνατότητα διαμόρφωσης της έννομης σχέσης, με βάση τα ως άνω κριτήρια και εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα αν απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή πηγάζει από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ειδική προστασία ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 850/2010, ΑΠ 103/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ παρέχει στο Δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, ώστε να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1.325/2013, ΑΠ 988/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών, που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ’ εφαρμογή της ως άνω διάταξης, ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην άλλων, και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής. Η δε η διεργασία του Δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά, δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει, αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Στη συνέχεια, και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, η αναπροσαρμογή δε θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δε θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί η παροχή στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1.325/2013, ό.π.).Το δικαίωμα δε αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αποτέλεσμα δε τούτου είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοσης της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα (ΟλΑΠ 3/ 2014, ΑΠ 2.022/ 2014). 

VI. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραπομένη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 ΑΚ γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς τον άλλο υπαίτια. Δηλαδή, η αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης αποτελεί πράξη παράνομη ή άδικη, όμως δε συνιστά αδικοπραξία και, επομένως, οι έννομες συνέπειές της ρυθμίζονται από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση) και όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Υπάρχουν, βέβαια, περιπτώσεις, που το ίδιο βιοτικό γεγονός αποτελεί παράλληλα αθέτηση σύμβασης και αδικοπραξία, υπάρχει δηλαδή συνδρομή αδικοπρακτικής και δικαιοπρακτικής ευθύνης, οπότε υφίστανται δύο αξιώσεις, που μπορούν να ασκηθούν και να κριθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, κατά την επιλογή του δανειστή, αλλά η ικανοποίηση της μίας επιφέρει την απόσβεση της άλλης, εκτός αν η τελευταία έχει μεγαλύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται για το επιπλέον (ΟλΑΠ 967/1973, NoB 22, σ. 505, ΑΠ 555/1999, ΕφΠατρ 330/2006, ΕφΑΘ 520/2002, ΕφΑΘ 6.026/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, οφείλεται μόνο σε περίπτωση αδικοπραξίας και, επομένως, για την ψυχική στενοχώρια και ταλαιπωρία, που δοκιμάζει ο συμβαλλόμενος, εξαιτίας της αθέτησης σύμβασης από αντισυμβαλλόμενό του, δεν είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, εκτός αν η αθέτηση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και αδικοπραξία (ΕφΑΘ 2.875/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

VII. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 ΚΠολΔ, δίκες που έχουν μεταξύ τους σχέση κυρίου και παρεπόμενου, ιδίως οι παρεμπίπτουσες αγωγές, οι αγωγές για εγγύηση, οι παρεμβάσεις, και άλλες όμοιες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κύριας δίκης (παρ. 1), ενώ στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει την κύρια δίκη, υπάγονται οι παρεπόμενες υποθέσεις της αρμοδιότητος του Μονομελούς και του Ειρηνοδικείου και στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει την κύρια δίκη, υπάγονται οι παρεπόμενες υποθέσεις της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (παρ. 2). Αν πρόκειται για κύριες δίκες, που είναι συναφείς μεταξύ τους, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το Δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο και εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη της παραγράφου 2 (παρ. 3). Η ως άνω διάταξη - καθιερώνει τη δωσιδικία της συνάφειας, με την οποία σκοπείται η οικονομία της δίκης, ίδια σε συνδυασμό προς τη ρύθμιση του άρθρου 246 ΚΠολΔ περί συνεκδίκασης περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου δικών, και. περαιτέρω, η αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Η δωσιδικία της συνάφειας, ως καθοριστική της κατά τόπο αρμοδιότητας, καλύπτει, κατ` αρχήν, μόνο αυτή, όχι δε και την έλλειψη της καθ’ ύλην αρμοδιότητας. Κατ’ εξαίρεση, ωστόσο, της αρχής αυτής, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠολΔ εγκαθιδρύει καθ’ ύλην αρμοδιότητα λόγω συνάφειας, ενώ εκείνη της παρ. 3 καθορίζει τη δωσιδικία συναφών κύριων δικών. Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, ως συναφείς αγωγές μπορούν να θεωρηθούν οι απορρέουσες από την ίδια αιτία ή οι αναγόμενες στην ίδια έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η δωσιδικία της συνάφειας, αποτελούσα το κυριότερο είδος της παρακολουθηματικής αρμοδιότητας, είναι αποκλειστική - υπερισχύει δε έναντι των άλλων αποκλειστικών δωσιδικιών - και επηρεάζει και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, εφόσον η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι ειδικότερη εκείνης του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην περίπτωση κύριων συναφών δικών, αποκλειστικά αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο είναι το Δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο, δηλαδή όχι υπό την έννοια έναρξης της συζήτησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΚΠολΔ, αλλά του ορισμού προηγούμενης δικασίμου και εκφώνησης της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ή της οικείας σειράς, αν δεν απαιτείται η εγγραφή σε πινάκιο, και, εφόσον οι συναφείς δίκες θα υπάγονταν αυτοτελώς στα ίδια καθ’ ύλην αρμόδια Δικαστήρια, το ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο, αν οι συναφείς κύριες δίκες θα υπάγονταν αυτοτελώς σε διάφορα καθ’ ύλην αρμόδια Δικαστήρια του ίδιου είτε διάφορου τόπου (ΕφΑΘ 7.997/1999, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

VIII. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν, κατά νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικά ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη, για να υπάρχει η δυνατότητα το μεν Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 359/2012, ΑΠ 780/2011, ΑΠ 953/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, γι` αυτό και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1.185/2012, ΑΠ 1.635/2008, ΑΠ 467/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), συνεπαγόμενη το απαράδεκτο της αγωγής, ενώ η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β` ΚΠολΔ, παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης, η ατελής έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί, όμως, να αναπληρωθεί η νομική αοριστία της, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού του περιστατικού που απαιτείται, κατά το νόμο, για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1.363/1997, ΑΠ 1.374/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, με σκοπό να καλύψουν στεγαστικές τους ανάγκες, σύνηψαν με την εναγόμενη τις με αριθμούς .../02.05.2007 και .../11.04.2008 συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, με τις πρόσθετες πράξεις αυτών, η μεν πρώτη ποσού ενενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων εννέα (97.409) ελβετικών φράγκων (CHF) ή πενήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (58.740,28 €), με ανερχόμενη, κατά το χρόνο χορήγησης, ισοτιμία, σε 1,6583 ευρώ/CHF, η δε δεύτερη (ποσού) εκατόν πενήντα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων (158.800) ελβετικών φράγκων (CHF) ή ενενήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και τριάντα λεπτών (98.462,30 €), με ανερχόμενη, κατά το χρόνο χορήγησης, ισοτιμία σε 1,6128 ευρώ/CHF. Ότι, μεταξύ των ειδικότερων αναφερόμενων στις οικείες συμβάσεις και αναλυτικά εκτιθέμενων στην αγωγή όρων, συμφωνήθηκε και η αποπληρωμή των δανείων είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Ότι δεν είχαν κανένα λόγο να επιλέξουν τη συναλλαγή σε ελβετικό φράγκο, αφού δε χρειάζονταν συνάλλαγμα, οι προστηθέντες δε της εναγομένης υπάλληλοι τους παρέστησαν ως επωφελή γι’ αυτούς τη λύση του δανείου σε ελβετικό φράγκο, τονίζοντάς τους μόνο το χαμηλό επιτόκιο και αποκρύτποντας οποιαδήποτε άλλη παράμετρο ή κίνδυνο, ενώ, λόγω του ιδιότυπου χαρακτήρα των συμβάσεων ως επενδυτικών προϊόντων, έπρεπε οι υπάλληλοι, που προέβησαν στην πληροφόρησή τους και υπέγραψαν από κοινού τις ένδικες συμβάσεις, να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό τύπου Β1 επαγγελματικής επάρκειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 ν. 3.371/2005. Ότι, μέχρι τα μέσα του έτους 2012, εξυπηρετούσαν τα ένδικα δάνεια χωρίς καμία καθυστέρηση, πιστεύοντας ότι, όπως απομειώνεται σταδιακά το άληκτο κεφάλαιο αυτών σε ελβετικά φράγκα (γεγονός που διαπίστωναν από τα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα που λάμβαναν από την εναγομένη) απομειώνεται και το αντίστοιχο ισάξιο τους σε ευρώ. Ότι οι προστηθέντες της εναγομένης υπάλληλοι ουδέποτε τους διασαφήνισαν ότι η οφειλή τους θα προσδιοριζόταν σε συνάλλαγμα ούτε τους εξέθεσαν τον ενδεχόμενο κίνδυνο ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, κατά τα επόμενα τριάντα (30) έτη, και τις επιπτώσεις μίας τέτοιας ανατροπής τόσο στις δόσεις όσο και το υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου των ένδικων δανείων, ενώ στα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα, που λάμβαναν, έλειπε οποιαδήποτε αναφορά στην εκάστοτε τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία και το εκάστοτε υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου τους σε ευρώ, με αποτέλεσμα να μη δύνανται να αντιληφθούν ότι, κατά τη διάρκεια της εξυπηρέτησης των δανείων τους, είχε εμφιλοχωρήσει σημαντικού μεγέθους ανατροπή στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων με δυσμενείς και αβάστακτες γι` αυτούς συνέπειες. Ότι, εξαιτίας των ως άνω περιγραφόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων των προστηθέντων της εναγομένης υπαλλήλων, που υπερβαίνουν, περαιτέρω, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη, αφενός, παρασύρθηκαν να συνάψουν τις ένδικες συμβάσεις, που διέφεραν ουσιωδώς από τις συμβάσεις στεγαστικών δανείων, που επιθυμούσαν, αφού, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για επενδυτικές ενέργειες με αυξημένο κίνδυνο, και, αφετέρου, δεν αντιλήφθηκαν τις επιπτώσεις που είχε η υπογραφή αυτών (των συμβάσεων) στην περιουσία τους, με αποτέλεσμα να υποστούν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη. Ότι, συγκεκριμένα, μέχρι την 05.02.2014, κατέβαλαν στην εναγομένη για τοκοχρεολύσια των ένδικων δανείων το συνολικό ποσό των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων είκοσι (78.720) ελβετικών φράγκων (CHF) ή πενήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων (58.400) ευρώ, ωστόσο το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής ανερχόταν, κατά την αυτή ημεροχρονολογία, στο ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (185.740,48 €), ενώ οι δόσεις τους έβαιναν διαρκώς αυξανόμενες. Ότι περιορίστηκε κατάφωρα η οικονομική τους ελευθερία, καθιστάμενοι έρμαια συναλλαγματικών ισοτιμιών, και προκλήθηκε σε αυτούς αίσθημα ανασφάλειας και πίεση, λόγω του μεταβλητού της οφειλής τους, καθώς και δυσβάσταχτο ψυχικό άχθος. Ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι: α) ανυπόστατες, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, διότι ουδέποτε παραδόθηκαν re σε αυτούς τα ποσά των ενενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων εννέα (97.409) και εκατόν πενήντα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων (158.800) ελβετικών φράγκων (CHF) αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μη γεννάται σε βάρος τους ουδεμία οφειλή προς επιστροφή των οικείων δανείων, υπολογιζόμενων σε ελβετικά φράγκα, και β) άκυρες: i) κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 ΑΚ και κεφαλαίου Β’ παρ. 1 ΠΔΤΕ 1.955/1991 «Κανόνες χορήγησης δανείων από πιστωτικά ιδρύματα», διότι η χορήγηση στεγαστικών δανείων σε συνάλλαγμα μετέτρεψε παράνομα αυτά (δάνεια) σε χρηματοδότηση επενδυτικού χαρακτήρα, με τη χρήση χρηματοπιστωτικών παραγώγων, ii) κατά τη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, διότι το ποσό που θα υποχρεώνονταν να επιστρέφουν, κατά τη λήξη των ένδικων δανείων, δεν ήταν δυνατό να προκαθοριστεί, αλλά εναπόκειτο στην απόλυτη κρίση της εναγόμενης να προσδιορίσει το ύψος της οφειλής, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία και την τιμή, που η τελευταία όριζε μονομερώς ως τιμή πώλησης συναλλάγματος, γεγονός που συνεπάγεται την υπέρμετρη δέσμευσή τους, iii) κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 περιπτ, ε` και ια` ν. 2.251/1994 «περί προστασίας του καταναλωτή», λόγω καταχρηστικότητας, διότι περιέχουν αδιαφανείς και ασαφείς γενικούς όρους συναλλαγών (ΓΟΣ), που αφορούν, αφενός, τη διαμόρφωση της παροχής, κατά τρόπο μονομερή από την εναγομένη, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία, που η τελευταία διαμόρφωνε, χωρίς να καθίστανται γνωστά σε αυτούς τα οικεία κριτήρια, και, αφετέρου, τον υπολογισμό του τόκου, με βάση το έτος των τριακοσίων εξήντα (360) ημερών, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο - της ακυρότητας δε του μέρους επιφέροντας ακυρότητα και του συνόλου των ένδικων συμβάσεων, iv) κατά τις διατάξεις των άρθρων178 και 179 ΑΚ, επικουρικά δε, 281 ΑΚ, λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και αισχροκέρδειας, διότι οι προστηθέντες της εναγομένης υπάλληλοι εκμεταλλεύτηκαν την απειρία τους, την έλλειψη του ανάλογου μορφωτικού επιπέδου και της επάρκειας γνώσης της ελληνικής γλώσσας - μη δυνάμενοι (οι ενάγοντες), ως εκ τούτου, να κατανοήσουν με επάρκεια τους όρους των ένδικων συμβάσεων - με αποτέλεσμα να επιρριφθεί σε αυτούς ο συναλλαγματικός κίνδυνος, να αυξηθεί υπέρμετρα η οφειλή τους και, κατ` ακολουθία, να αυξηθεί το καθαρό κέρδος της εναγομένης, δυσανάλογα σε σχέση με τις ένδικες παροχές [δηλαδή η συνολική παροχή των εκατόν πενήντα επτά χιλιάδων διακοσίων δύο ευρώ και πενήντα οκτώ λετπών (157.202,58 €), παρά τις γενόμενες καταβολές συνολικού ποσού σαράντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (46.924,40 €), εμφανίζει υπόλοιπο, κατά την 14.09.2015, συνολικού ποσού διακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων εκατόν ενενήντα ενός ευρώ και τριών λεπτών (225.191,03 €)] - γεγονός που οδήγησε στον απόλυτο εγκλωβισμό τους στις αρνητικές επιπτώσεις των ένδικων συμβάσεων και την υπέρμετρη δέσμευσή τους, διαταρσσσόμενη, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ισορροπία των συμβατικών παροχών και καθιστάμενες οι ένδικες συμβάσεις ανήθικες, και v) κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω καταχρηστικότητας, διότι η εναγομένη παράνομα επέρριψε το συναλλαγματικό κίνδυνο σε αυτούς, υπολογίζοντας μεν τις δόσεις αποπληρωμής των ένδικων δανείων σε ελβετικά φράγκα, με βάση τα ισχύοντα επιτόκια, προβαίνοντας, όμως, σε αποπληρωμή αυτών, με χρέωση του συνδεδεμένου με τα ένδικα δάνεια λογαριασμού καταθέσεών τους, κατά το ισόποσο σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος, κατά την ημέρα πληρωμής της δόσης, και απαγορεύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη φυσική αντιστάθμιση του κινδύνου, που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πληρωμή του υπόλοιπου άληκτου κεφαλαίου σε ελβετικά φράγκα, γεγονός που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Ότι, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικότερων συνθηκών σύναψης των ένδικων συμβάσεων (παραπλάνηση εκ μέρους της εναγομένης, οικονομική και γνωστική υπεροχή της εναγομένης, υποχρέωση για διαφάνεια στις συναλλαγές και προστασία του καταναλωτή) οριοθετείται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ. Για τους λόγους αυτούς, οι ενάγοντες ζητούν: α) κυρίως, να αναγνωριστεί ότι οι ένδικες συμβάσεις και οι πρόσθετες πράξεις αυτών είναι ανύπαρκτες και ανενεργείς, επικουρικά δε: β) να αναγνωριστεί ότι οι ένδικες συμβάσεις και οι πρόσθετες πράξεις αυτών, είναι άκυρες, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ: i) λόγω αντίθεσης στις διατάξεις της ΠΔΤΕ 1.955/1991 και του άρθρου 806 ΑΚ, ii) λόγω αντίθεσης στις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2.325/1994, iii) λόγω αοριστίας της παροχής, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, ίν) λόγω καταχρηστικότητας των αναφερόμενων στο ιστορικό της υπό κρίση αγωγής επιμέρους όρων (των συμβάσεων), κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 ν. 2.251/1994, που συνεπιφέρει ακυρότητα του συνόλου των όρων των συμβάσεων, v) λόγω καταχρηστικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2.251/1994, vi) λόγω καταχρηστικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, νii) λόγω ανηθικότητας και αισχροκέρδειας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, και viii) λόγω καταπλεονεκτικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γ) να κηρυχθεί η ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων και των πρόσθετων αυτών πράξεων: i) λόγω απάτης, κατά τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, επικουρικά δε: ii) λόγω πλάνης, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, και iii) λόγω εικονικότητας, δ) να απαγγελθεί η ακυρότητα της επίρριψης σε αυτούς (τους ενάγοντες) του συναλλαγματικού κινδύνου, καθώς και των όρων των ένδικων συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2.325/1994, και να υποχρεωθεί η εναγομένη στη μη εφαρμογή τους, ε) να αναπροσαρμοστεί η ληξιπρόθεσμη οφειλή, κατά την 14.09.2015, στο προσήκον μέτρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, επικουρικά δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δηλαδή στο ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (110.278,18 €), στ) να αναγνωριστεί ότι τα ποσά των πενήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (58.740,28€) και ενενήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και τριάντα λεπτών (98.462,30 €), εκταμιευθέντα την 04.05.2007 και την 11.04.2008 αντίστοιχα, αποτελούν τα μοναδικά κεφάλαια δανείων, που οφείλουν να επιστρέφουν στην εναγόμενη, και οι ένδικες συμβάσεις και οι πρόσθετες πράξεις αυτών λειτουργούν ως συμβάσεις στεγαστικών δανείων, ζ) να αναγνωριστεί ότι έχουνε καταβάλει στην εναγομένη, έως την 14,09.2015, το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (46.924,40 €), προς εξόφληση κεφαλαίου δανείων, συνολικού ποσού εκατόν πενήντα επτά χιλιάδων διακοσίων δύο ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (157.202,58 €), ενώ το άληκτο κεφάλαιο των δανείων ανέρχεται, κατά την 14.09.2015, στο ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (110.278,18 €), η) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να απέχει στο μέλλον από τον παράνομο τοκισμό της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε ελβετικά φράγκα, (κυρίως, επίσης, ζητούν) θ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο αυτών το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, καθώς και να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή - στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύονται περισσότερες, αφενός, αξιώσεις (218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αφετέρου, νομικές βάσεις (219 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) - αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 7,8, 9 εδ. α’, γ` και δ`, 10, 14, 15, 16, 17 - εξ αντιδ.-18, 25 παρ. 2, 31 παρ. 2 και 3, 33 εδ. α` και 35 ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται ως άνω στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, με την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 270 επ. ΚΠολΔ). 

Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται ως άνω στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού: α) λόγω παρέλευσης της, τασσόμενης στη διάταξη του άρθρου 157 εδ. α` ΑΚ, διετούς (2ετούς) αποσβεστικής προθεσμίας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α` ΑΚ και 221 παρ. 1 (in fine) ΚΠολΔ, καθ’ ο μέρος αποπειράται να στηριχθεί στις διατάξεις των άρθρων 140 επ. και 147 επ. ΑΚ, καθώς οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν την πλάνη (/προερχόμενη δε και από απάτη των προστηθέντων της εναγομένης), μόλις την 05.02,2014, οπότε και έλαβαν τη βεβαίωση της τράπεζας ότι η οφειλή τους ανέρχεται στο ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (185.740,48 €), ενώ η υπο κρίση αγωγή κατατέθηκε την 11.01.2016, επιδόθηκε δε στην εναγομένη, μόλις την 10.02.2016 (βλ. τη με αριθμό 94.055/10.02.2016 έκθεση επίδοσης της διορισμένης στο Εφετείο Πειραιά δικαστικής επιμελήτριας ...). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο προβαλλόμενος με την προσθήκη των προτάσεων των εναγόντων ισχυρισμός περί γνώσης των απατηλών περιστατικών, μόλις την 14.09.2014, όταν έλαβαν αναλυτική βεβαίωση οφειλών από την εναγόμενη τράπεζα, δε δύναται να αξιολογηθεί ως βάσιμος, καθώς, αφενός στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται επανειλημμένα η ημεροχρονολογία 14.09.2015 (το ορθό της οποίας προκύπτει, σε κάθε περίτπωση, και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων), και, αφετέρου, κατά ομολογία των ίδιων των εναγόντων, ήδη την 10.06.2015, είχαν αποστείλει εξώδικη διαμαρτυρία στην εναγομένη, για την εκτίναξη της οφειλής τους, την οποία, μάλιστα, αρνούνταν, επικαλούμενοι το παράνομο αυτής, β) (Κρίνεται απαράδεκτη) λόγω αοριστίας: i) ως προς το με στοιχείο β` ν επικουρικό αναγνωριστικό αίτημα της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2.251/1994, διότι περιέχουν ΓΟΣ, χωρίς, όμως, να προσδιορίζουν τους συγκεκριμένους όρους, ώστε να καταστούν διαγνωστικό αντικείμενο της παρούσας δίκης, και ii) ως προς τα (με στοιχεία στ` και ζ`) επικουρικά διαπλαστικά - καθ’ ορθή εκτίμηση - αιτήματα μετατροπής των ένδικων συμβάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, διότι οι ενάγοντες παραλείπουν να επικαλεστούν ότι η μετατροπή των άκυρων συνομολογηθεισών σε ελβετικά φράγμα δικαιοπραξιών σε αντίστοιχες συνομολογούμενες σε ευρώ ανταποκρίνεται στη βούληση αμφότερων των μερών (δηλαδή, αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα των συμβάσεων, θα ήθελαν να ισχύσουν, κατά μετατροπή, ως άλλες), με αποτέλεσμα, στην προκειμένη περίπτωση, να μη δύναται το παρόν Δικαστήριο να υποκαταστήσει την υποθετική βούληση των μερών. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, θεμελιωτικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πραγματικά περιστατικά για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση, κρίνεται, ωστόσο, απορριπτέα ως μη νόμιμη στο σύνολό της, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται ως άνω στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, και συγκεκριμένα: α) ως προς τα με στοιχεία α` και β` i και ii αναγνωριστικά αιτήματα, κυρίως, του ανυπόστατου, επικουρικά δε, της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων, διότι, αφενός, αυτές (οι συμβάσεις) έφεραν όλα τα ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, που είναι η μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από το δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους από τον τελευταίο και συμφωνία των μερών για την απόδοση άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας και, αφετέρου, τα δάνεια σε συνάλλαγμα δεν είναι ασυνήθη και επιτρέπονται στις τραπεζικές συναλλαγές. Η τυχόν δε παραβίαση των τιθέμενων στις με αριθμούς 1.955/1991 και 2.325/1994 ΠΔΤΕ κανόνων δεν προκαλεί την ακυρότητα των χορηγηθέντων δανείων, καθώς ούτε από τις αυτές ΠΔΤΕ - που επικαλούνται οι ενάγοντες - ούτε από κάποια άλλη διάταξη νόμου τίθεται, ως νόμιμη προϋπόθεση της εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης σε συνάλλαγμα, η συνδρομή πραγματικής ανάγκης εκ μέρους του δανειολήπτη για χορήγηση συναλλάγματος. Περαιτέρω, η περιέλευση του δανείσματος από την περιουσία του δανειοδότη σε αυτή του δανειολήπτη δύναται να λαμβάνει χώρα με οποιονδήποτε ισοδύναμο προς τη μεταβίβαση της κυριότητας οικονομικό τρόπο, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με τη μετατροπή του δανείσματος από ελεβετικά φράγκα σε ευρώ και την απόδοση, στη συνέχεια, του ποσού αυτού σε ευρώ (βλ. σχετ. Γιοβανόπουλο, Προστασία δανειολήπτη στα δάνεια σε αλλοδαπό νόμισμα, ΕπισκΕμπΔ 2015, σ. 647), ενώ δεν είναι αναγκαίο να συνδέονται οι οικείες συμβάσεις με πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά δύναται να χορηγείται αυτό από την τράπεζα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προερχόμενου είτε από άντληση κεφαλαίων στο οικείο νόμισμα από τη χρηματαγορά είτε από δανεισμό της τράπεζας από το διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου, δεδομένου ότι δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί στη σύναψη δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα (άρθρα 63 επ. ΣΛΕΕ, 5 παρ. 1 ν. 2.842/2000, ΠΔΤΕ 2.325/1994). Εξάλλου, η χορήγηση των ένδικων δανείων δε δύναται να χαρaκτηρισθεί ως επενδυτική υπηρεσία, αφού σκοπός αυτών (των συμβάσεων) - όπως οι ενάγοντες ομολογούν - ήταν η λήψη των δανείων σε ξένο νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας, κατά τρόπο, που, στην προκείμενη περίπtωση, οι σχετικές συναλλαγματικές δραστηριότητες ήταν αμιγώς παρεπόμενες της χορήγησης και της αποπληρωμής των ένδικων δανείων σε ξένο νόμισμα, χωρίς να υφίσταται πράξη προθεσμιακής πώλησης συναλλάγματος, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι δε γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή δέσμευσης κεφαλαίων, με σκοπό την επερχόμενη αύξηση αυτών και εισροή νέων, αλλά αντίθετα εκτίθενται περιστατικά εκταμίευσης ορισμένων ποσών, προορισμένων για την αγορά οικοπέδου και ανέγερση κατοικίας από τους ενάγοντες, με την επ’ ωφελεία αυτών εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου Libor, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, χωρίς τη δημιουργία μεταξύ των διαδίκων ταμειακών ροών ή πραγματικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, αφού το ευρώ ήταν το μοναδικό νόμισμα πληρωμής, ενώ το ελβετικό φράγκο χρησίμευε ως λογιστική μονάδα, με αποτέλεσμα να μην προσδοκάται περαιτέρω οικονομικό κέρδος, προερχόμενο από την κατά οποιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του δανείσματος. β) Ως προς το με στοιχείο β` iii επικουρικό αναγνωριστικό αίτημα της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων, λόγω αοριστίας της παροχής, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, διότι, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης - όπως παρατίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της - η αποπληρωμή των δόσεων των ένδικων δανείων μπορούσε να γίνει είτε με αυτούσιο συνάλλαγμα, δηλαδή σε ορισμένη μηνιαία ποσότητα ελβετικών φράγκων, και, επομένως, η παροχή προσδιορίστηκε επακριβώς, είτε με το σε ευρώ ισάξιο του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων, υπολογιζόμενο την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος, όπως αυτή θα προέκυπτε από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, και, επομένως, σε αυτή την περίπτωση, η παροχή είναι και πάλι ορισμένη, αφού δύναται να διαγνωστεί με αντικειμενικά κριτήρια και απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, γ) Ως προς το με στοιχείο β` iν επικουρικό αναγνωριστικό αίτημα της ακυρότητας των όρων των ένδικων συμβάσεων, λόγω καταχρηστικότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2.251/1994, αφενός, κατά το σκέλος που αφορά τον υπολογισμό του επιτοκίου, διότι, όπως προκύτττει από την επισκόπηση του με αριθμό 3.2 όρου των ένδικων συμβάσεων - που ενσωματώνονται στην υπό κρίση αγωγή - η αναφορά σε LIBOR - CHF 360 ημερών αφορά το είδος του επιτοκίου και όχι τον υπολογισμό των τόκων, που συμφωνήθηκε να γίνεται, με βάση έτος τριακοσίων εξήντα πέντε (365) ημερών, όπως, εξάλλου, διευκρινίζεται και προκύπτει με ενάργεια στον όρο 1 (in fine) των με αριθμούς .../11.04.2013 και .../04.04.2013 οικείων πρόσθετων πράξεων, και, αφετέρου, κατά το σκέλος, που οι ένδικες συμβάσεις περιέχουν (γενικά και αόριστα) αδιαφανείς και ασαφείς ΓΟΣ, ως προς τη διαμόρφωση της παροχής, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία, διότι οι οικείοι όροι, που αφορούν τον καθορισμό του ύψους της εκάστοτε καταβλητέας δόσης, με βάση την ισχύουσα, κατά το χρόνο καταβολής, συναλλαγματική ισοτιμία εντάσσονται στους δηλωτικούς όρους (naturalia negotii) της σύμβασης, αφού επαναλαμβάνουν τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγουν απόκλιση από αυτήν και να τη συμπληρώνουν με πρόσθετες ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μη δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/2013 (βλ. 13π σκέψη του Προοιμίου και άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας). Αξίζει δε να σημειωθεί και obiter dicta ότι οι οικείοι όροι της σύμβασης δε φέρουν καταχρηστικό χαρακτήρα ούτε πάσχουν αοριστίας, κατά το περιεχόμενό τους - όπως αναφέρθηκε και ως άνω - ενόψει του ότι η παροχή (μηνιαία δόση) προσδιορίζεται με επάρκεια και η ακριβής καταγραφή της ανάγεται σε απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, δεδομένου ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστικό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσόμενων και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη δε ημερήσια από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα, δ) Ως προς το με στοιχείο β`νί επικουρικό αναγνωριστικό αίτημα της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων, λόγω κατάχρησηκότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος, που έφεραν οι ενάγοντες, αποτέλεσε φυσικό επακόλουθο της επιλογής αυτών, στα πλαίσια της συμβατικής τους ελευθερίας, να αποπληρώσουν τις δόσεις των ένδικων δανείων σε ευρώ, διατηρώντας δε αυτοί, σε κάθε περίπτωση - σύμφωνα με τον όρο 4.1. των συμβάσεων - το διαζευκτικό δικαίωμα να αποπληρώσουν τις εκάστοτε δόσεις σε αυτούσιο συνάλλαγμα (ελβετικά φράγκα), αντισταθμίζοντας φυσικά τον κίνδυνο, ε) Ως προς τα με στοιχεία β` νii και νiii επικουρικά αναγνωριστικά αιτήματα της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων, λόγω ανηθικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, και καταπλεονεκτικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρου 179 και 281 ΑΚ, διότι, αφενός, η ρήτρα ξένου νομίσματος δεν προσκρούει a priori στα χρηστά ήθη, αλλά ανάγεται στην ίδια τη συμβατική ελευθερία η επιλογή εκ μέρους των συμβαλλόμενων μερών του νομίσματος εκπλήρωσης της δανειακής υποχρέωσης, και, αφετέρου, δεν υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, καθώς η χορήγηση και αποπληρωμή των ένδικων δανείων σε ξένο νόμισμα δεν ήταν εξαρχής και per definitionem (εξ ορισμού) σε βάρος των εναγόντων - όπως, εξάλλου, οι ίδιοι ομολογούν στην αγωγή τους - αλλά η αύξηση της οφειλόμενης δόσης επήλθε, μετά την ανατροπή της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου, λαμβανομένου, βέβαια, υπόψη ότι κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανηθικότητα δεν ήταν ο χρόνος άσκησης ή εκδίκασης της αγωγής, αλλά ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, ώστε να είναι αδιάφορη η μεταγενέστερη μεταβολή είτε των συνθηκών είτε των περί χρηστών ηθών αντιλήψεων, όπως, στην προκείμενη περίτπωση, η ως άνω επικαλούμενη ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, στ) Ως προς το με στοιχείο γ iii επικουρικό αναγνωριστικό - κατ’ ορθή εκτίμηση - αίτημα της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων, λόγω εικονικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, διότι η εικονικότητα στις συμβάσεις πρέπει να είναι διμερής, δηλαδή άπαντα τα διάδικα συμβληθέντα μέρη να επιθυμούσαν την κατάρτιση της σύμβασης σε ευρώ, γεγονός, ωστόσο, που δεν επικαλούνται οι ενάγοντες, αλλά αντίθετα επικαλούνται ότι η εναγόμενη, με κάθε καταβολή δόσης σε ευρώ, προέβαινε εν αγνοία τους και για λογαριασμό τους, σε εικονική πράξη συναλλάγματος ελβετικών φράγκων, ισόποσου με το ύψος της εκάστοτε δόσης και, στη συνέχεια, προέβαινε σε εικονική καταβολή αυτού του ποσού στον άγνωστο γι’ αυτούς λογαριασμό τους σε ελβετικά φράγκα, χωρίς ουδέποτε να μεταβιβαστεί κατά κυριότητα σ` αυτούς ποσότητα ελβετικών φράγκων. Σε κάθε δε περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι η επικουρική αυτή βάση αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς - αληθούς υποτιθέμενης της εικονικότητας - η κατά την αληθή βούληση των μερών υποκρυπτόμενη συναλλαγή θα ήταν σύμβαση δανείου με ρήτρα ελβετικού φράγκου, ώστε η εναγόμενη τράπεζα να δύναται να χορηγεί ευρώ, διασφαλίζοντας και τα ευνοϊκότερα επιτόκια του ελβετικού φράγκου, στα οποία, εξάλλου, απέβλεψαν οι ενάγοντες, όπως οι ίδιοι ομολογούν στην υπό κρίση αγωγή, ζ) Ως προς το με στοιχείο δ’ επικουρικό αίτημα ακύρωσης, αφενός, των όρων των ένδικων συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της 2.325/1994 ΠΔΤΕ, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ως άνω, περί μη παραβίασης των επικαλούμενων διατάξεων, και, αφετέρου, της επίρριψης του συναλλαγματικού κινδύνου στους ενάγοντες, καθώς απλά πραγματικά περιστατικά, έστω και αν έχουν κάποια έννομη σημασία δε δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διαπλαστικής αγωγής, αφού η μέσω δικαστικής επέμβασης διάπλαση αποτελεί εξαίρεση και περιορίζεται, ως εκ τούτου, μόνο στις περιπτώσεις, που ορίζει ο νόμος. Είναι δυνατή δε η προσφυγή στη δικαιοδοτική κρίση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων άσκησης διαπλαστικών δικαιωμάτων, που πραγματώνονται, όμως, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου (π.χ. καταγγελία, ανάκληση δωρεάς), αλλά τότε ο χαρακτήρας της αγωγής είναι αναγνωριστικός (βλ. σχετ. Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος 1, έκδοση 2000, άρθρο 71, αριθ. 2). η) Ως προς το με στοιχείο ε` επικουρικό διαπλαστικό αίτημα αναπροσαρμογής της ληξιπρόθεσμης οφειλής των εναγόντων, καθ’ ο μέρος αποπειράται να στηριχθεί τόσο, κυρίως, στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, όσο, και επικουρικά, στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, διότι, αν η σύμβαση τροποποιηθεί, κατά αυτόν τον τρόπο, σαν το δάνειο, δηλαδή, να είχε συνομολογηθεί σε ευρώ και, αφού ληφθούν υπόψη οι καταβολές που έχουν γίνει (με την τρέχουσα τιμή πώλησης), η τροποποίηση αυτή ενεργεί και αναδρομικά και όχι μόνο μελλοντικά, για το, μετά την επίδοση της αγωγής, χρόνο, θ) Ως προς το με στοιχείο η` αίτημα μελλοντικής αποχής της εναγόμενης από τον παράνομο τοκισμό σε ελβετικά φράγκα, καθώς δε δύναται να αποτελέσει αίτημα διαπλαστικής αγωγής για τους λόγους που εκτέθηκαν ως άνω. Και ι), ως προς το με στοιχείο θ` κύριο καταψηφιστικό αίτημα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, διότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά έτερα ή βαρύτερα της αθέτησης της υποχρέωσης των προστιθέμενων της εναγομένης υπαλλήλων να τους παράσχουν ακριβείς πληροφορίες, ως προς τo συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβαναν με τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων, δυνάμενα να αξιολογηθούν ως αδικοπραξία, κατά τους όρους των κανόνων δικαίου 914 ή 919 ΑΚ, ή στοιχειοθετούντα το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 386 ΠΚ, με την αναφορά, περαιτέρω, και του στοιχείου της επιδίωξης παράνομου περιουσιακού οφέλους, εκ μέρους της εναγόμενης, από τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων, μη νομιμοποιούμενοι, ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση τις ως άνω σκέψεις, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. 
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, εξαιτίας της ιδιαίτερα δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 in fine).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis