Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής. Διδάγματα κοινής πείρας. Ανακριτικό σύστημα εκ. δικαιοδοσίας. Αοριστία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 65/ 2017. 
[Ομοίως και ΑΠ 64/ 2017]


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Προϋποθέσεις. Περιέλευση του οφειλέτη χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη - αναιρεσίβλητου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 2270/2014), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και, συνακόλουθα, του άρθρου 560). 
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 300/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το δικαστήριο αυτό, με το να δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 23-1-2013 αίτηση του παραπάνω πρώτου των αναιρεσιβλήτων Σ. Κ. Π., παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν τροποποιηθεί με τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015, καθόσον από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο πιο πάνω δικαστήριο προέκυπτε εμπορική ιδιότητα και, επομένως, πτωχευτική ικανότητα του οφειλέτη- αιτούντος, ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να μην υπάγεται στη ρύθμιση του νόμου. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο τελευταίος, που ήταν έμπορος ξυλείας, ναι μεν είχε συνταξιοδοτηθεί από την 1η/7/2010 (οπότε και τεκμαίρεται ότι επήλθε η παύση της εμπορίας του και η απώλεια της εμπορικής του ιδιότητας), πλην όμως αυτός, πολύ πριν από τη συνταξιοδότησή του, είχε παύσει τις πληρωμές του, αφού δεν εξυπηρετούσε κανονικά τα χρέη του, οπότε, μη εμπίπτοντας στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, υπόκειται στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και ικανοποιεί τους πιστωτές μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 2 παρ. 3 εδάφ. α’ του Πτωχευτικού Κώδικα - ν. 3588/2007). Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός τούτου, ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις προτάσεις, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, της αναιρεσείουσας, καθώς και από τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης εκείνης, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε απ’ αυτήν τέτοιος ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα. Επίσης, δεν μνημονεύονται τα έγγραφα που, κατά την αναιρεσείουσα, προσκομίστηκαν, σχετικά με το ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων βρέθηκε σε αδυναμία πληρωμών πριν απολέσει την εμπορική του ιδιότητα (που αποτελεί προαπαιτούμενο της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 ή του συστήματος του Πτωχευτικού Κώδικα), ώστε το γεγονός αυτό να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην παρούσα ειδική διαδικασία. Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές αναφορικά με το ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων είχε την εμπορική ιδιότητα κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης ή ότι, μέχρι το χρόνο που απώλεσε την εμπορική του ιδιότητα, είχε παύσει τις πληρωμές του, ώστε να προκύπτει εσφαλμένη υπαγωγή τέτοιων πραγματικών περιστατικών στο νόμο, δηλαδή αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ. 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). 

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/ 2010). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε. 
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το δικαστήριο αυτό, με το να δεχθεί την ένδικη αίτηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του παραπάνω ν. 3869/2010, διότι 1) δεν προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση η μόνιμη αδυναμία του τελευταίου να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, όπως η αναιρεσείουσα είχε προβάλει στο Ειρηνοδικείο, με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου (δεύτερος λόγος) και 2) από τα περιγραφόμενα τέσσερα (4) περιουσιακά στοιχεία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (τρία ακίνητα, κατ’ επικαρπία, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου και δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα) ρευστοποιήθηκε μόνο το ένα (αυτοκίνητο, αξίας 15.000 ευρώ), για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτριών τραπεζών, ήτοι της αναιρεσείουσας και των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (που ανέρχονται στο σημαντικό ποσό, συνολικά, των 629.777, 23 ευρώ), ενώ τα υπόλοιπα εξαιρέθηκαν, με τη διαλαμβανόμενη αιτιολογία, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (πέμπτος λόγος). Οι λόγοι, όμως, αυτοί, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι αυτό δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) ότι υπάρχει μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη -πρώτου των αναιρεσιβλήτων για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις πιο πάνω πιστώτριες τράπεζες και, συνακόλουθα, αυτός μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 (4ο και 5ο φύλλα της απόφασης - 1η όψη αυτών) και β) ότι είναι "πρόσφορη" η εκποίηση μόνο του ενός αυτοκινήτου, με αναφορά στα αρνητικά χαρακτηριστικά των τριών ακινήτων (κατ’ επικαρπία δικαίωμα σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου δύο επ’ αυτών), ενώ για το δεύτερο αυτοκίνητο κρίθηκε ότι είναι απαραίτητο για την κάλυψη των ατομικών και οικογενειακών αναγκών του πρώτου αναιρεσιβλήτου (φύλλο 6ο - 1η όψη της απόφασης), αφού για το αν είναι ή όχι ρευστοποιήσιμη η περιουσία (κυρίως ακίνητη) του οφειλέτη είναι ζήτημα συγκεκριμένης περίπτωσης και, έτσι, πρέπει, κάθε φορά, να ερευνάται το είδος του εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτη, η καθαρότητα των τίτλων του, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου και ειδικότερα αν ο οφειλέτης εμφανίζεται να έχει επ’ αυτού αποκλειστικό δικαίωμα ή δικαίωμα εξ αδιαιρέτου, αν ληφθεί υπόψη ότι συνήθως είναι περιορισμένο το ενδιαφέρον εκείνων που επιθυμούν να αποκτήσουν ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε ακίνητο, καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας ρευστοποίησης που πρέπει να τελούν σε μία αναλογία με το προσδοκώμενο τίμημα. Η προβαλλόμενη, εξάλλου, αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/ 2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α’ του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014). 
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Ειρηνοδικείο Δράμας με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για δόλια περιέλευση του αιτούντος οφειλέτη-πρώτου των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών του, οφειλόμενη, ειδικότερα, σε ενδεχόμενο δόλο του, τον οποίο (ισχυρισμό) είχε παραδεκτά προτείνει, παραβίασε, ευθέως, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ν. 3869/2010, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για να του αποδοθεί ενδεχόμενος δόλος, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεών της, ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, κατά λέξη, τα εξής: "...κατά τη λήψη των δανείων ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) τελούσε σε πλήρη γνώση των εισοδηματικών και περιουσιακών του δυνατοτήτων, και τις πιθανότητες που είχε ώστε να ανταποκριθεί σε αυτές. Ο αιτών είχε πλήρη γνώση των οικονομικών του δυνατοτήτων, παρά δε ταύτα συνέχιζε να αιτείται και να λαμβάνει καταναλωτικά προϊόντα, ο οποίος σημειώνουμε ότι δήλωνε ένα ικανοποιητικό εισόδημα... από το έτος 2008 και έπειτα η πληθώρα ακινήτων που είχε στην κατοχή του ο αιτών μεταβιβάστηκε στα τέκνα του και σε τρίτους, με τελευταία πράξη την πώληση ποσοστού διαμερίσματος... αντικειμενικής αξίας 81.887,00 ευρώ από τον ίδιο και τον γιο του που είναι συνιδιοκτήτης... Το έπραξαν για να αποφύγουν περαιτέρω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από τις πιστώτριες τράπεζες...". Το Ειρηνοδικείο Δράμας απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον ισχυρισμό αυτόν, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...δεν αποδείχθηκε δόλος εκ μέρους του οφειλέτη ως προς την ανάληψη των χρεών, καθόσον μόνη η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, η εξυπηρέτηση των οποίων είναι επισφαλής, δεν αποτελεί στοιχείο δόλου. Ο υπερβολικός δανεισμός, ο οφειλόμενος σε κακό υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του πιστούχου, είναι από τις κυριότερες αιτίες της θεσμοθέτησης του Ν. 3869/2010. Εξάλλου σε κάθε δε περίπτωση οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να πληροφορούνται προηγουμένως μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας που έχουν καθιερώσει, αλλά και από τα στοιχεία που ζητούν από τον επίδοξο πιστούχο, τις δυνατότητες των δανειστών προς αποπληρωμή των δανείων...". Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δόλος του οφειλέτη-πρώτου αναιρεσιβλήτου, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας, ανεξάρτητα από την αοριστία του, τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Η παρεμβολή της πλεοναστικής αιτιολογίας, για τη δυνατότητα των τραπεζών να πληροφορούνται προηγουμένως, πριν χορηγήσουν τις πιστώσεις, τις δυνατότητες των δανειστών για την αποπληρωμή των δανείων, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Ειρηνοδικείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1008/2007). Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. 

Με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη
Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης (για ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή) ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου (κατάσταση περιουσίας και των εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του και κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους) και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 ν. 4161/2013, που ισχύει από 14-6- 2013, σύμφωνα με την οποία η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη (ο αιτών-οφειλέτης) την τελευταία τριετία. Με τη διάταξη αυτή, σε σχέση με την προηγούμενη, που ενδιαφέρουν, αναιρετικά, στην παρούσα υπόθεση, προστέθηκε και ότι η προκείμενη αίτηση συνοδεύεται με την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποκλείεται το απαράδεκτο της αίτησης, έστω και επί τυχόν ελλείψεων της υπεύθυνης δήλωσης, και ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 4161/2013, κατά την οποία "για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος", αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3869/ 2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του ίδιου νόμου. Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης αποφάσεως (ΑΠ 236/ 2015).

Περαιτέρω, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και με την εφαρμογή διατάξεων που δεν έπρεπε να εφαρμοστούν και τη μη εφαρμογή διατάξεων που έπρεπε να εφαρμοστούν. Το ουσιαστικό δε απαράδεκτο ελέγχεται αναιρετικά με το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 236/2015). 
Στην ερευνώμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 24-1-2013 και, συνεπώς, όσον αφορά το παραδεκτό της, εφαρμοστέος κανόνας δικαίου ήταν, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 4161/2013, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 1 ν.4161/2013, κατά την οποία η έγκαιρη προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης του πιο πάνω άρθρου (4 παρ. 2 εδάφ. β’ ), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης, αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της προδικασίας, η οποία, όμως, δεν τηρήθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η σχετική υπεύθυνη δήλωση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων φέρει ημεροχρονολογία υπογραφής προγενέστερη της κατάθεσης της ένδικης αίτησης και συγκεκριμένα 23-1-2013, με συνέπεια αυτή (αίτηση) να είναι απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, ανεξάρτητα από το ότι η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης αποφάσεως, το Ειρηνοδικείο Δράμας, εφαρμόζοντας, όπως όφειλε, κατά το ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία (άρθρο 3 ν. 3869/2010), τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του παραπάνω νόμου (3869/2010), όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 4161/2013, που αποκλείει το απαράδεκτο των αιτήσεων, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 ν. 4161/2013 αναφέρεται στο άρθρο 5 του ν. 3869/2010 που ρυθμίζει την προδικασία και όχι στο άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του ίδιου νόμου, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης του κρινόμενου ένδικου μέσου στις 3- 4-2015 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016), προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004). 
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Κατά συνέπεια, ο έκτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι το Ειρηνοδικείο Δράμας με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την ένδικη αίτηση παραβίασε, κατ’ άρθρα 111 παρ. 2, 118, 216 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι επικαλούμενες "ελλείψεις" του δικογράφου της αίτησης [α) πώς "προκύπτει" η μόνιμη αδυναμία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις, καθώς και το κόστος διαβίωσής του, β) ποίος ο χρόνος ανάληψης των υπό ρύθμιση οφειλών του προς τους πιστωτές, γ) ποίες δόσεις είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει μηνιαίως για την κάθε "δανειακή σύμβαση", δ) ποία γεγονότα τον οδήγησαν στον υπερδανεισμό και ποία στην αδυναμία να ανταποκρίνεται στις ανειλημμένες "δανειακές" υποχρεώσεις του, ε) ποίες οι συγκυρίες που κατέστησαν μόνιμη την αδυναμία πληρωμής, στ) ποίες ήταν οι αποδοχές του κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών του, ζ) αναφέρεται μόνο το σύνολο των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και το υπερβολικό κόστος διαβίωσής του, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες ανάγκες και η) δεν μνημόνευσε και δεν προσκόμισε τα απαραίτητα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική αξία των ακινήτων του] δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω (ορισμένα από τα οποία περιέχονται στην αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της) δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου), και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/3-4-2015 αίτηση της "... .." για αναίρεση της 300/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας.
Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 6/2009, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 539/2003)
. Κατ` ακολουθία αυτών, ο λόγος της αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος της, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ` ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να δεχθεί ότι το αγωγικό κονδύλιο του ποσού του 1.116,82 για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 401 και 387 του ΑΚ (περί αποζημιώσεως λόγω υπαναχώρησης της εναγομένης από τη σύμβαση εργασίας), κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο Εφετείο και δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής στο σύνολό της [Άρειος Πάγος 73/ 2016].

Addthis