Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής.

Joseph Schumpeter
Joseph Schumpeter/, Καπιταλισμός,  Σοσιαλισμός και Δημοκρατία [έκδοση ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, 2006, μετάφραση Χρήστου Τσαμπρούνη, σελίδες 95-101].

Οι θεωρίες του μονοπωλιακού και του ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού και οι παραλλαγές τους μπορούν να υποστηρίξουν την άποψη ότι η πραγματικότητα του καπιταλισμού στρέφεται εναντίον της μέγιστης επίδοσης στην παραγωγή με δύο τρόπους. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η κατάσταση ήταν πάντοτε έτσι και ότι η παραγωγή κατόρθωσε να μεγεθυνθεί παρά τις όποιες προσπάθειες της άρχουσας αστικής τάξης να τη σαμποτάρει. Οι συνήγοροι της συγκεκριμένης άποψης θα πρέπει να προσκομίσουν στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι ο παρατηρούμενος ρυθμός αύξησης οφείλεται σε μια σειρά διαδοχικών προϋποθέσεων οι οποίες δεν συνδέονται με το μηχανισμό της ιδιωτικής επιχείρησης και είναι αρκετά ισχυρές για να ξεπεράσουν τις αντιστάσεις. Ακριβώς αυτό το ερώτημα θα θέσουμε στο κεφάλαιο IX.
Τουλάχιστον, όσοι υιοθετούν την παραπάνω θεώρηση, αποφεύγουν τα προβλήματα που συνεπάγονται τα ιστορικά τεκμήρια και τα οποία οφείλουν να αντικρούσουν οι συνήγοροι της άλλης θεωρίας. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η καπιταλιστική πραγματικότητα ευνόησε κάποτε τις μέγιστες παραγωγικές επιδόσεις αλλά, εξαιτίας της εξάπλωσης των μονοπωλιακών δομών που σκοτώνουν τον ανταγωνισμό, η τάση αυτή έχει πλέον αναστραφεί.
Καταρχάς, η θεωρία αυτή παραπέμπει σε μια εξ ολοκλήρου φανταστική, χρυσή εποχή του τέλειου ανταγωνισμού, η οποία κάποια στιγμή, με κάποιο τρόπο, μεταμορφώθηκε σε εποχή των μονοπωλίων, ενώ είναι αρκετά σαφές ότι ο τέλειος ανταγωνισμός δεν υπήρξε ποτέ κυρίαρχη πραγματικότητα, περισσότερο από ό,τι είναι σήμερα. Δεύτερον, είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης της παραγωγής δεν μειώθηκε έπειτα από τη δεκαετία του ενενήντα από την οποία χρονολογείται, νομίζω, η κυριαρχία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, τουλάχιστον στον τομέα της μεταποίησης· ότι δεν υπάρχει τίποτα στη συμπεριφορά με τις χρονικές σειρές των στατιστικών μας δεδομένων που να υποδηλώνει κάποια «ασυνέχεια στην τάση» και, το σημαντικότερο από όλα, ότι το σημερινό βιοτικό επίπεδο των μαζών σχηματίστηκε την περίοδο των σχετικά ανεξέλεγκτων «μεγάλων επιχειρήσεων». Αν απαριθμήσουμε τα είδη που προστέθηκαν στο καλάθι του σημερινού εργαζόμενου και παρακολουθήσουμε την πορεία των τιμών τους, από το 1899 και εξής, όχι σε χρήμα αλλά σε όρους εργασιακών ωρών που απαιτούνται για να αγοραστούν -που σημαίνει, οι χρηματικές τιμές κάθε έτους διαιρούμενες με τα ωρομίσθια του ίδιου έτους- αποκλείεται να μην εκπλαγούμε με την πρόοδο που συντελέσθηκε και η οποία, δεδομένης της εντυπωσιακής βελτίωσης στην ποιότητα, φαίνεται τελικά πως δεν έχει προηγούμενο. Αν εμείς οι οικονομολόγοι ήμασταν λιγότερο επιρρεπείς στα ευχολόγια και προσέχαμε περισσότερο τα δεδομένα, θα αμφιβάλλαμε αμέσως για το ρεαλισμό της εν λόγω θεωρίας και θα ήμασταν πιο επιφυλακτικοί με το τελικό της συμπέρασμα. Και δεν είναι μόνον αυτό. Μόλις μπούμε σε λεπτομέρειες και εξετάσουμε τα μεμονωμένα αντικείμενα στα οποία η πρόοδος ήταν ιδιαιτέρως εμφανής, η έρευνα δεν μας οδηγεί στις όχθες των εταιρειών που εργάζονται υπό τις συνθήκες ενός συγκριτικά ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά ακριβώς απέναντι, στις όχθες των μεγάλων ομίλων -στους οποίους, όπως συνέβη στην περίπτωση των αγροτικών μηχανημάτων, οφείλεται ένα μεγάλο μέρος της προόδου του ανταγωνιστικού τομέα- οπότε μας καταλαμβάνει η ανατριχιαστική υποψία ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις συνέβαλαν περισσότερο στη δημιουργία του σύγχρονου βιοτικού επιπέδου και λιγότερο στην αναχαίτιση του.
Τα συμπεράσματα με τα οποία κλείσαμε το προηγούμενο κεφάλαιο είναι στην πραγματικότητα εντελώς εσφαλμένα. Προκύπτουν όμως από παρατηρήσεις και θεωρήματα που είναι σχεδόν εξολοκλήρου αληθινά [Στην πραγματικότητα αυτές οι παρατηρήσεις και τα θεωρήματα δεν είναι απολύτως ικανοποιητικά. Οι συνήθεις εκθέσεις των υποθέσεων του ατελούς ανταγωνισμού παραλείπουν κυρίως να δώσουν την απαιτούμενη προσοχή σε πολλές και σημαντικές περιπτώσεις, στις οποίες, ακόμη και υπό την προοπτική της στατικής θεωρίας, ο ατελής ανταγωνισμός πλησιάζει τα αποτελέσματα του τέλειου ανταγωνισμού. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και ο τέλειος ανταγωνισμός παρέχει αντισταθμίσματα τα οποία, αν και δεν εντάσσονται σε κανένα δείκτη παραγωγής, συμβάλλουν εν τούτοις σε εκείνο που ο συγκεκριμένος δείκτης προορίζεται σε τελική ανάλυση να μετρήσει - τέτοιες περιπτώσεις είναι εκείνες στις οποίες μια επιχείρηση προασπίζει την αγορά της δημιουργώντας, για παράδειγμα, μια φήμη για την ποιότητα και τις υπηρεσίες που παρέχει. Για να απλοποιήσουμε τα πράγματα, ωστόσο, δεν θα έρθουμε σε ρήξη με τη θεωρία αυτή στο έδαφος της]. Οικονομολόγοι και χρονογράφοι βιάστηκαν για άλλη μια φορά να βγάλουν συμπεράσματα από τα θραύσματα της πραγματικότητας που έτυχε να πέσουν στα χέρια τους. Τα ίδια τα αποσπάσματα αυτά τα είδαν ως επί το πλείστον με σωστό μάτι. Τα τυπικά τους γνωρίσματα αναπτύχθηκαν εν πολλοίς με ορθό τρόπο. Από αυτού του είδους την αποσπασματική ανάλυση, όμως, δεν προκύπτει κανένα συμπέρασμα για τον καπιταλισμό στο σύνολο του. Αν διατυπώσουμε κάποιο ανάλογο συμπέρασμα, αυτό θα μπορούσε να είναι μόνο από τύχη σωστό. Αυτό ακριβώς επιχειρήθηκε. Η τύχη όμως δεν ήταν με το μέρος μας.
Το σημαντικό στοιχείο που πρέπει να συγκρατήσει όποιος ασχολείται με τον καπιταλισμό είναι ότι πρόκειται για μια εξελικτική διαδικασία. Φαίνεται περίεργο το ότι ορισμένοι αποτυγχάνουν να δουν ένα τόσο προφανές γεγονός το οποίο, επίσης, είχε εδώ και καιρό τονίσει ο Καρλ Μαρξ. Η αποσπασματική ανάλυση που κυριαρχεί στο πλήθος των υποθέσεων μας για τη λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού εξακολουθεί να το αγνοεί. Ας διευκρινίσουμε το σημείο αυτό και ας δούμε τον τρόπο με τον οποίο επιδρά στο πρόβλημα μας.
Ο καπιταλισμός, υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, είναι από τη φύση του μια μορφή ή μέθοδος οικονομικής αλλαγής και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι, ούτε θα μπορούσε να γίνει, στατικός. Ο εξελικτικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής διαδικασίας δεν οφείλεται μονάχα στο γεγονός ότι ο οικονομικός βίος διεξάγεται στο πλαίσιο ενός κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο αλλάζει και το οποίο λόγω της μεταβολής του μεταλλάσσει τα δεδομένα της οικονομικής δράσης· το γεγονός αυτό είναι σημαντικό και οι αλλαγές του περιβάλλοντος (πόλεμοι, επαναστάσεις και άλλα) συχνά συμμετέχουν στη βιομηχανική αλλαγή, δεν αποτελούν όμως το πρωταρχικό της αίτιο. Ούτε οφείλεται ο εξελικτικός αυτός χαρακτήρας σε μια ημιαυτόματη αύξηση του πληθυσμού και του κεφαλαίου ή στις ιδιοτροπίες των νομισματικών συστημάτων για τα οποία ισχύει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η πρωταρχική ώθηση που θέτει και διατηρεί σε κίνηση τον καπιταλισμό προέρχεται από τα νέα καταναλωτικά προϊόντα, τις νέες μεθόδους παραγωγής ή μεταφοράς, τις νέες αγορές, τις νέες μορφές οργάνωσης της βιομηχανίας που γεννά η καπιταλιστική επιχείρηση.
Όπως είδαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα στοιχεία του προϋπολογισμού του εργάτη δεν αυξήθηκαν απλώς με σταθερό ρυθμό, αλλά υπέστησαν και μια διαδικασία ποιοτικής αλλαγής. Παρομοίως, η ιστορία των γεωργικών εργαλείων ενός συνηθισμένου αγροκτήματος, από τις αρχές της ορθολογικής εναλλαγής των καλλιεργειών, του οργώματος και της λίπανσης μέχρι τις σημερινές μηχανικές καλλιέργειες -μαζί με τα σιλό και το σιδηρόδρομο- είναι μια ιστορία επαναστάσεων. Το ίδιο συνέβη και με την ιστορία της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, από την εποχή του ξυλάνθρακα στην εποχή της υψικαμίνου, ή με την ιστορία των μηχανών παραγωγής ενέργειας από την εποχή του νερόμυλου στην εποχή των σύγχρονων εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρισμού, ή με την ιστορία των μεταφορών από την ταχυδρομική άμαξα μέχρι το αεροπλάνο. Το άνοιγμα καινούργιων αγορών, εγχώριων ή ξένων, και η οργανωσιακή ανάπτυξη από το εργαστήριο και το εργοστάσιο στο σχηματισμό συγκροτημάτων όπως η U.S. Steel, αναπαριστούν την ίδια διαδικασία βιομηχανικής μετάλλαξης -αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο της βιολογίας- η οποία επαναστατικόποιεί διαρκώς [Οι επαναστάσεις αυτές δεν είναι απολύτως συνεχείς· συμβαίνουν με τη μορφή ασταθών κυματισμών ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται περίοδοι σχετικής ηρεμίας. Η διαδικασία ως σύνολο, όμως, λειτουργεί ακατάπαυστα, με την έννοια ότι πάντοτε συμβαίνει είτε μια επανάσταση είτε η απορρόφηση των αποτελεσμάτων μιας επανάστασης, σχηματίζοντας έτσι τους επιχειρηματικούς κύκλους] τη δομή της οικονομίας εκ των έσω, καταστρέφει αδιάκοπα την παλαιά και δημιουργεί συνεχώς τη νέα. Η διαδικασία αυτή της δημιουργικής καταστροφής είναι το θεμελιώδες γεγονός του καπιταλισμού. Σε αυτό συνίσταται ο καπιταλισμός και εντός του πρέπει να ζήσει κάθε καπιταλιστικός σχηματισμός. Το γεγονός αυτό επιδρά στο πρόβλημα μας με δύο τρόπους
Πρώτον, εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία της οποίας κάθε στοιχείο απαιτεί σημαντικό χρόνο για να μας αποκαλύψει τα πραγματικά του χαρακτηριστικά και τα οριστικά του αποτελέσματα, είναι άσκοπη η εκτίμηση των επιδόσεων της εν λόγω διαδικασίας ex visu σε δεδομένο χρονικό σημείο- πρέπει να κρίνουμε την επίδοση της διαχρονικά, καθώς ξετυλίγεται μέσα από τις δεκαετίες ή τους αιώνες. Ένα σύστημα -οποιοδήποτε σύστημα, οικονομικό ή άλλο- το οποίο εκμεταλλεύεται κάθε δεδομένη στιγμή τις δυνατότητες του στο έπακρο, μπορεί μακροχρόνια να είναι υποδεέστερο από ένα σύστημα τα οποίο δεν εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του με την ίδια ένταση, στο μέτρο που η υστέρηση αυτή αποτελεί προϋπόθεση για το επίπεδο ή την ταχύτητα των μακροχρόνιων επιδόσεων του.
Δεύτερον, εφόσον η διαδικασία με την οποία ασχολούμαστε είναι οργανική, η ανάλυση του τι συμβαίνει σε ένα ιδιαίτερο τμήμα της -ας πούμε, σε έναν μεμονωμένο όμιλο ή κλάδο- μπορεί να διευκρινίζει πράγματι κάποιες λεπτομέρειες του μηχανισμού της, αλλά πέραν αυτού δεν είναι σε θέση να οδηγήσει σε γενικότερα συμπεράσματα. Κάθε σκέλος μιας επιχειρηματικής στρατηγικής αποκτά την αληθινή του σημασία εντός της πραγματικότητας και των συνθηκών που η διαδικασία αυτή δημιουργεί. Πρέπει να ιδωθεί στο ρόλο που διαδραματίζει στην αέναη παλίρροια της δημιουργικής καταστροφής· δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από αυτήν ή, πολύ λιγότερο, ως να επρόκειτο για κατάσταση απόλυτης ηρεμίας.
Οι οικονομολόγοι, όμως, που παρακολουθούν ex visu, από δεδομένο χρονικό σημείο, το παράδειγμα της συμπεριφοράς ενός ολιγοπωλίου -ενός κλάδου ο οποίος αποτελείται από λίγες αλλά μεγάλες επιχειρήσεις- στο πλαίσιο του οποίου παρατηρούνται οι γνωστές δράσεις και αντιδράσεις που αποσκοπούν στην αύξηση των τιμών και στον περιορισμό της παραγωγής, υποθέτουν ακριβώς αυτό. Δέχονται τα δεδομένα της παρούσας στιγμής σαν να μην υπήρχε παρελθόν ή μέλλον και πιστεύουν ότι κατανόησαν ό,τι υπήρχε να κατανοήσουν ερμηνεύοντας τη συμπεριφορά των εν λόγω επιχειρήσεων βάσει της αρχής της μεγιστοποίησης των κερδών και αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Οι συνήθεις θεωρητικές εργασίες και οι σχετικές εκθέσεις των κυβερνητικών επιτροπών δεν επιχειρούν ποτέ να δουν τη συμπεριφορά αυτή, αφενός, ως αποτέλεσμα ενός ιστορικού κομματιού του παρελθόντος και, αφετέρου, ως προσπάθεια ενασχόλησης με μια κατάσταση η οποία πρόκειται σίγουρα να αλλάξει συντόμως -ως μια προσπάθεια αυτών των εταιρειών να σταθούν στα πόδια τους, σε ένα έδαφος που διαρκώς μετακινείται. Με άλλα λόγια, προβληματιζόμαστε για τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός διαχειρίζεται τις υπάρχουσες δομές, ενώ στην ουσία το ζήτημα είναι η αδιάκοπη δημιουργία και καταστροφή τους. Όσο καιρό παραγνωρίζει ένας ερευνητής το γεγονός αυτό, ο κόπος του αποδεικνύεται μάταιος. Από τη στιγμή όμως που θα το συνειδητοποιήσει, η γενική ιδέα που έχει για τις καπιταλιστικές πρακτικές και τις κοινωνικές τους συνέπειες αλλάζει σημαντικά [Πρέπει να γίνει σαφές ότι εκείνο που μπορεί να υποστεί αυτού του είδους τη μεταβολή είναι οι εκτιμήσεις μας για τις οικονομικές επιδόσεις και όχι η ηθική μας κρίση. Χάριν της αυτονομίας της, η ηθική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις εκτιμήσεις μας για τα κοινωνικά (ή οποιαδήποτε άλλα) αποτελέσματα, εκτός και αν τυχαίνει να υιοθετήσουμε ένα ηθικό σύστημα όπως του ωφελιμισμού, το οποίο προκαλεί τη σχετική ηθική αποδοχή ή απόρριψη  ex difinitione]
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αλλάξει είναι η παραδεδεγμένη αντίληψη για το modus operandi του ανταγωνισμού. Οι οικονομολόγοι ξεπερνούν επιτέλους τη φάση στην οποία το μόνο που έβλεπαν ήταν ο ανταγωνισμός στις τιμές. Μόλις μπουν στον ιερό χώρο της θεωρίας ο ανταγωνισμός στην ποιότητα και η εξυπηρέτηση του πελάτη, η μεταβλητότητα των τιμών χάνει αμέσως την πρωτοκαθεδρία της. Παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των οικονομολόγων το άκαμπτο εκείνο είδος ανταγωνισμού που αναφέρεται σε αμετάβλητες συνθήκες, μεθόδους παραγωγής και μορφές βιομηχανικής οργάνωσης. Ωστόσο, στην πράξη και σε αντίθεση με την εικόνα που περιγράφουν τα διδακτικά εγχειρίδια, δεν μετρά αυτού του είδους ο ανταγωνισμός, αλλά εκείνος που προέρχεται από τα νέα εμπορεύματα, την καινούργια τεχνολογία, τις νέες πηγές προσφοράς, το νέο τύπο οργάνωσης (οι μονάδες ελέγχου μεγάλης κλίμακας λόγου χάριν) - ο ανταγωνισμός που επιβάλλει ένα κρίσιμο κόστος ή μια ποιοτική αναβάθμιση και ο οποίος δεν επιτίθεται στα οριακά κέρδη και προϊόντα μιας δεδομένης επιχείρησης αλλά στα θεμέλια και την επιβίωση τους. Αυτό το είδος ανταγωνισμού είναι πολύ αποτελεσματικότερο από το προηγούμενο, σαν να συγκρίνεις ποδήλατο με πατίνι, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να γίνεται ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας το αν ο ανταγωνισμός, με την συνηθισμένη έννοια, λειτουργεί περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα- ο πανίσχυρος μοχλός που μακροχρόνια αυξάνει το προϊόν και ελαττώνει τις τιμές φτιάχνεται με διαφορετικά υλικά.
Δεν χρειάζεται να τονίσουμε το γεγονός ότι το είδος του ανταγωνισμού που έχουμε πλέον κατά νου είναι το ίδιο απειλητικό και στις περιπτώσεις που δεν έχει εκδηλωθεί, αλλά αναμένεται. Συμμορφώνει πριν ακόμη επιτεθεί. Ο επιχειρηματίας νιώθει ότι πιέζεται από τον ανταγωνισμό ακόμη και στην περίπτωση που είναι ο μοναδικός πωλητής στην αγορά ή και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεν και άλλοι πωλητές αλλά οι επιθεωρητές του κράτους δεν διαπιστώνουν οποιονδήποτε πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ τους, στο ίδιο ή σε γειτονικό πεδίο· από αυτό συμπεραίνει κανείς ότι οι διαμαρτυρίες των επιχειρηματιών για τα δεινά του ανταγωνισμού αποτελούν απλή φαντασιοπληξία. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, αν και όχι σε όλες, το εν λόγω στοιχείο επιβάλλει μακροπρόθεσμα συμπεριφορές που ταιριάζουν με το μοντέλο του τέλειου ανταγωνισμού.
Αρκετοί θεωρητικοί υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη, η καλύτερη περιγραφή της οποίας δίνεται με το ακόλουθο παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός λιανοπωλητών σε μία γειτονιά, οι οποίοι προσπαθούν να βελτιώσουν τη σχετική τους θέση μέσω των υπηρεσιών και της δημιουργίας «ατμόσφαιρας», αλλά αποφεύγοντας τον ανταγωνισμό στις τιμές και μένοντας προσκολλημένοι στις μεθόδους της τοπικής παράδοσης - η εικόνα μιας επαναλαμβανόμενης ρουτίνας. Καθώς εισχωρούν και άλλοι στην αγορά, η σχετική αυτή ισορροπία ανατρέπεται, αλλά όχι προς όφελος των πελατών. Καθώς ο οικονομικός χώρος γύρω από το κάθε κατάστημα στενεύει, οι έμποροι δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν και προσπαθούν να βελτιώσουν την κατάσταση ανατιμώντας τα είδη τους μέσω μιας σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό θα μειώσει περαιτέρω τις πωλήσεις τους και έτσι, σχηματίζοντας πυραμίδες, θα δημιουργηθεί μια κατάσταση όπου η αύξηση της άδηλης προσφοράς θα ακολουθείται από αύξηση αντί για μείωση των τιμών και από μείωση αντί για αύξηση των πωλήσεων.
Καταστάσεις σαν και αυτήν προκύπτουν και είναι δικαιολογημένη η ενασχόληση μαζί τους. Όπως όμως μας δείχνουν τα δεδομένα της εμπειρίας, αυτές είναι ακραίες περιπτώσεις που εντοπίζονται κυρίως σε κλάδους πολύ απομακρυσμένους από καθετί που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική δραστηριότητα [Αυτό αποδεικνύει και το θεώρημα που τόσο συχνά συναντούμε στις παρουσιάσεις της θεωρίας του ατελούς ανταγωνισμού, δηλαδή το θεώρημα σύμφωνα με το οποίο, υπό συνθήκες ατελούς ανταγωνισμού, οι παραγωγικές ή εμπορικές επιχειρήσεις τείνουν να είναι παράλογα μικρές. Εφόσον ο ατελής ανταγωνισμός θεωρείται την ίδια στιγμή ως εξέχον χαρακτηριστικό της σύγχρονης επιχείρησης, είναι να απορεί κανείς για τον κόσμο στο οποίο ζουν αυτοί οι θεωρητικοί, εκτός και αν, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, το μοναδικό πράγμα που τους απασχολεί είναι οι οριακές περιπτώσεις]. Επιπλέον, είναι από τη φύση τους παροδικές. Στην περίπτωση του λιανικού εμπορίου ο κύριος ανταγωνισμός δεν προέρχεται από την αύξηση των μικρών, παρόμοιου τύπου καταστημάτων, αλλά από το εμπορικό κέντρο, την εμπορική αλυσίδα και το σούπερ μάρκετ, τα οποία αργά ή γρήγορα θα καταστρέψουν τους πυραμιδωτούς σχηματισμούς [Απλώς η απειλή της επικείμενης επίθεσης δεν μπορεί, υπό τις συνθήκες -περιβαλλοντικές και προσωπικές- που χαρακτηρίζουν το λιανικό εμπόριο μικρής κλίμακας, να έχει τη συνηθισμένη πειθαρχική επίδραση, για τον απλούστατο λόγο ότι ο εμποράκος αδυνατεί να ξεπεράσει τα εμπόδια που θέτει η διάρθρωση του κόστους του· συνεπώς, όσο καλά και αν διευθύνει την επιχείρηση του, με δεδομένες τις αναπόφευκτες αδυναμίες του, ποτέ δεν θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις μεθόδους των ανταγωνιστών του, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να πωλούν στην τιμή που εκείνος αγοράζει]. Άρα, η θεωρητική κατασκευή που παραβλέπει το θεμελιώδες αυτό στοιχείο, αγνοεί το κατεξοχήν τυπικό γνώρισμα του καπιταλισμού· μπορεί να είναι λογικά συνεπής και εμπειρικά τεκμηριωμένη, θα έμοιαζε, ωστόσο, με τον Άμλετ του Σαίξπηρ χωρίς το Δανό πρίγκιπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis