Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Μεταβίβαση νομής, Κατάχρηση δικαιώματος.

Παρατήρηση. Στην έφεση αυτή πληρεξούσιος των εκκαλούντων υπήρξε ο διαχειριστής του ιστολογίου. Η κατάχρηση δικαιώματος δεν γίνεται συχνά και εύκολα αποδεκτή στα ελληνικά δικαστήρια. Αν δημοσιεύεται αυτή η απόφαση οφείλεται στο γεγονός της εμπεριστατωμένης -εξαντλητικής θα έλεγα- αιτιολογίας της. Παραθέτω και απόσπασμα από το περιεχόμενο της ένστασης μας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 34/ 2017

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Απόστολο Φωτόπουλο, Εφέτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στα Χανιά, στις 10 Ιανουαρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των Εκκαλούντων: 1) ... 2) ..., 3) ... 4)... 5) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν άπαντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Φραγκούλη.
Της Εφεσίβλητης : ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ... (βάσει δηλώσεως).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την από ...2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή της και ζήτησε τα σε αυτή αναφερόμενα. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμό ... οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή.
Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη  από ...2014  και με αριθμό  έκθεσης κατάθεσης   ... από ...2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2014 έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθμό /17-10-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ) ασκήθηκε παραδεκτά και ιδίως νομότυπα και εμπρόθεσμα, επειδή οι διάδικοι ομολογούν ότι η εκκαλουμένη δεν επιδόθηκε (άρθρα 1,2, 12 παρ. 1,19, 68, 495 παρ. 1 και 4 εδ. α, β και γ, 511, 513 παρ. 1 β εδ. α, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 εδ. α και γ ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά τη διαδικασία που δίκασε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρα 522, 528 και 533 ΚΠολΔ).
Στην από 22-2-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΤ/155/3-6-2011 αγωγή, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ενάγουσα εκθέτει, όπως αυτό εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι έχει δικαίωμα κυριότητας σε (4) ελαιώνες που περιγράφονται στην αγωγή κατά θέση, όρια και έκταση συνολικής αξίας 55.100 ΕΥΡΩ. Ότι απέκτησε το δικαίωμα της αυτό με έκτακτη χρησικτησία, επειδή νέμεται τα ακίνητα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία έως την άσκηση της αγωγής και ότι, τέλος, οι εναγόμενοι την απέβαλαν αυθαίρετα και παράνομα από αυτά προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τη νομή της στα ακίνητα.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας της στα επίδικα και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα.τετραγωνικών μέτρων της κτηματικής περιφέρειας Κουλούκονα Περάματος Ρεθύμνης καταχρηστικά για τους λόγους που αναφέρουν ειδικότερα σε αυτές.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ) και εξέδωσε την εκκαλουμένη υπ' αριθμό ...2014 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την ένσταση που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι ως απάντηση στην αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα κυριότητας σε όλους τους επίδικους αγρούς και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν σε αυτή τη νομή ενός (1) μόνο από τα ακίνητα. Το ίδιο Δικαστήριο, τέλος, καταδίκασε τους εναγομένους στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.
Κατά της παραδοχής της εκκαλουμένης ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα κυριότητας και στα δύο (2) ακίνητα που προαναφέρθηκαν παραπονούνται τώρα οι εναγόμενοι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτούνται να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή εναντίον τους. Ζητούν επίσης να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στη δικαστική τους δαπάνη.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της νομής παραγώγως με ειδική διαδοχή, που συντελείται με απλή παράδοση της νομής είναι: 1) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή 2) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και 3) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή. Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη    και    αν    αφορά    ακίνητο,    μη    υποκείμενη    στον    τύπο  του συμβολαιογβραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι'  αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη. Επομένως με την σωματική παράδοση του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας έστω και αν υποκείμενη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη
Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα  άσκηση  του  δικαιώματος   τείνουσα  στην  ανατροπή  της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του (ΑΠ 143/ 2016).
Από όλα τα αποδεικτικά μέσα που υπάρχουν στη δικογραφία και, ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίαση του και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, από την υπ' αριθμό 14781/4-10-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., την υπ' αριθμό 9.318/19-10-2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ... και την υπ' αριθμό 16.788/22-10-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ... ενώπιον Συμβολαιογράφων, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα μετά προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα εξής: Η ενάγουσα, ... και η πρώτη εναγομένη, ..., είναι αδελφές. Οι δύο διάδικοι έχουν και δύο άλλα αδέλφια, τα οποία δεν μετέχουν στη δίκη. Ο τρίτος εναγόμενος, ... είναι σύζυγος της πρώτης εναγομένης, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος είναι γιος τους. Οι γονείς της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ..., κάτοικοι, όσο ζούσαν Χώνου Ρεθύμνης, το έτος 1953 διένειμαν άτυπα την αρκετά σημαντική ακίνητη περιουσία τους μεταξύ των τέκνων τους. Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα απέκτησε την νομή δώδεκα συνολικά ελαιοχωράφων, τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Κουλούκωνα Περάματος Ρεθύμνης. Οι διάδικοι ερίζουν για δυο από τα ακίνητα αυτά: το πρώτο βρίσκεται στην θέση "Κατσάβρα" της κτηματικής περιφέρειας που προαναφέρθηκε, έχει εμβαδόν 700 περίπου τετραγωνικά μέτρα, περιέχει είκοσι δυο ελαιόδενδρα και δυο μεγάλες καρυδιές και συνορεύει με ιδιοκτησίες .... Ο δεύτερος ελαιώνας βρίσκεται στη θέση "Σόχωρο" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, έχει έκταση 1 περίπου στρέμματος και συνορεύει με ..., έναν κοινοτικό και έναν κεντρικό δρόμο. Η ενάγουσα από το έτος 1953 έως και το τέλος του έτους 1998 νεμόταν τα επίδικα τόσο αυτοπροσώπως, όσο και με αντιπροσώπους. Οι εναγόμενοι ομολογούν το γεγονός. Η ενάγουσα συνεπώς απέκτησε δικαίωμα κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία. Η ενάγουσα όμως από το έτος 1957 έως σήμερα μένει μόνιμα με την οικογένεια της στην Αθήνα. Οργάνωσε εκεί την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική της ζωή. Αντίθετα η εναγομένη αδελφή της παρέμεινε στο χωριό στο Ρέθυμνο και ασχολείται μόνιμα και συστηματικά μαζί με το σύζυγο και τα τέκνα της με τις αγροτικές καλλιέργειες. Οι συγγενείς αυτοί της εναγομένης πράγματι έως και την άνοιξη του έτους 1999 νέμονταν τα επίδικα ακίνητα στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας. Η ενάγουσα... όμως το έτος 1999 μεταβίβασε άτυπα τη νομή των δύο ακινήτων της στην αδελφή της εναγομένη έναντι ποσού 900.000 δραχμών. Το ποσόν, το οποίο ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία των αγρών στην περιοχή, κατέβαλε στην ενάγουσα ο τρίτος εναγόμενος, γαμβρός της, στις 14-5-1999 με κατάθεση στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό που διατηρεί η ενάγουσα στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με διακριτικό τίτλο «... ΒΑΝΚ» και έδρα την Αθήνα (βλ. και το παραστατικό που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση). Η ενάγουσα αρνείται ότι έλαβε το συγκεκριμένο ποσόν ως αντίτιμο για την παράδοση της νομής των ακινήτων της στην αδελφή της. Επικαλείται, συγκεκριμένα, ότι τα χρήματα αυτά αποτελούσαν το ποσόν των επιδοτήσεων, τις οποίες εδικαιούτο να λάβει από το Δημόσιο για προηγούμενες καλλιεργητικές περιόδους και το τίμημα από την πώληση του ελαιολάδου, το οποίο είχε παραχθεί από τους ελαιώνες της. Ο σύζυγος όμως της ενάγουσας... ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια της ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναιρεί τον ισχυρισμό της αυτό, επειδή ομολογεί ότι για τα δυο επίδικα το έτος 1999 η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να λάβει επιδότηση. Ο ίδιος μάλιστα μάρτυρας αναφέρει ότι η ενίσχυση που μπορούσε να απαιτήσει η σύζυγος του για όλα τα υπόλοιπα ακίνητα της περιουσίας της δεν υπερέβαινε το ποσόν των 500 ΕΥΡΩ, δηλαδή εκείνη την εποχή το ποσόν των 170.375 δραχμών. Αποδεικνύεται μάλιστα ότι τα επίδικα ακίνητα έως και το έτος 2005 δεν καλλιεργούντο, οπότε η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε επιδότηση από το Δημόσιο, επειδή δεν ήταν ενεργός γεωργός. Η ενάγουσα επικαλείται επίσης ότι το ποσόν των 900.000 δραχμών που εισέπραξε δεν ήταν δυνατόν να αποτελεί αντίτιμο για τη μεταβίβαση της νομής των επιδίκων στην αδελφή της, επειδή ο σύζυγος της Ευάγγελος Θεοδωράκης, ο οποίος διαχειριζόταν ολόκληρη την περιουσία της, είναι λογιστής και συνεπώς ως μορφωμένος και εξοικειωμένος με τις συναλλαγές άνθρωπος θα είχε απαιτήσει την κατάρτιση είτε προσυμφώνου, είτε οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, αν πράγματι είχε καταβάλει σε αυτή χρήματα για την αιτία που προαναφέρθηκε. Οι διάδικοι όμως δεν αμφισβητούν ότι οι γονείς τους δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας για τα ακίνητα τους. Μια επομένως τυπική δικαιοπραξία είτε για να αναληφθεί υποχρέωση, είτε για να μεταβιβασθεί λόγω πώλησης το δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση να αποκτηθούν τίτλοι κυριότητας και να διανεμηθούν οι αγροί. Η διαδικασία όμως αυτή είναι και χρονοβόρος και δαπανηρή και για το λόγο αυτό οι δύο αδελφές προτίμησαν να την μεταθέσουν για το μέλλον. Οι διάδικοι μάλιστα είναι στενοί συγγενείς και εκείνη την εποχή είχαν πολύ καλές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, έτρεφαν απόλυτη εμπιστοσύνη στα πρόσωπα των αντιδίκων τους και δεν υποψιάζονταν ότι η σχέση τους αυτή θα κλονιζόταν από περιουσιακές διεκδικήσεις μεταξύ τους. Οι διάδικοι τέλος δεν αμφισβητούν ότι ο ... είχε αποκτήσει δικαίωμα άρδευσης αγρών με σύμβαση που είχε καταρτίσει με τον Δήμο της περιοχής. Ο μάρτυρας μάλιστα των εναγομένων καταθέτει ότι τέτοιο δικαίωμα έχει μόνον όποιος έχει πράγματι εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο. Η ενάγουσα επικαλείται βέβαια ότι οι εναγόμενοι πότιζαν άλλα ακίνητα τους στην ίδια περιοχή που απέχουν ένα χιλιόμετρο από τα επίδικα, χωρίς όμως να προσδιορίζει την απόσταση τους από τους άλλος ελαιώνες της αδελφής της. Ο μάρτυρας όμως των εναγομένων, ο οποίος δεν συγγενεύει με τους διαδίκους και έχει προσωπική γνώση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ελαιώνων στην περιοχή, αναφέρει ότι ο ... πότιζε τα επίδικα με την παροχή νερού που είχε λάβει. Η ενάγουσα τέλος στην από ...2003 υπεύθυνη δήλωση της, την οποία υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, για να λάβει οικονομική ενίσχυση ως γεωργός, δεν δηλώνει δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα ακίνητα. Το ίδιο αποδεικνύεται και από την αίτηση που υπέβαλε στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Μυλοποτάμου για μεταβολή στο σύστημα γεωγραφικών μεταβολών ελαιοκομικού μητρώου. Η ενάγουσα όμως δεν είχε λόγο να παραιτηθεί από το δικαίωμα της να λάβει επιδοτήσεις και για τα επίδικα, αν δεν είχε μεταβιβάσει πράγματι τη νομή τους στην αδελφή της. Η ενάγουσα μάλιστα δεν δήλωσε τα επίδικα ως ιδιοκτησίες της στις ενιαίες δηλώσεις εκμετάλλευσης των ετών 2010, 2011 και 2012 (βλ. τις τρεις (3) δηλώσεις που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση). Αποδεικνύεται επίσης ότι οι εναγόμενοι μετά το μήνα Μάιο του έτους 1999 εγκαταστάθηκαν και είχαν στην πλήρη διάθεση τους τα δύο (2) ακίνητα. Από το έτος μάλιστα 2005 και εφεξής, όταν απέκτησαν την οικονομική δυνατότητα, τα καλλιεργούσαν, τα επέβλεπαν, τα φρόντιζαν, τα είχαν περιφράξει και τα δήλωναν ως ιδιοκτησίες τους στις φορολογικές αρχές. Η πρώτη εναγομένη, αλλά και η οικογένεια της, είχαν σχηματίσει στέρεη την πεποίθηση ότι επρόκειτο για ιδιοκτησία τους. Οι εναγόμενοι μάλιστα δαπανούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά και κατέβαλαν μεγάλο κόπο για να τα καλλιεργούν. Αν όμως είχαν έστω την υπόνοια ότι οι ελαιώνες δεν είναι δικοί τους θα απαιτούσαν από την ενάγουσα τα έξοδα όπως και την αμοιβή τους, για την φροντίδα και την ανάπτυξη των ακινήτων. Η ενάγουσα εξάλλου δεν είχε αντιδράσει στην κατάσταση αυτή έως και τον Ιανουάριο του 2010, δηλαδή για χρονικό διάστημα ένδεκα περίπου ετών από τότε που είχε μεταβιβάσει την νομή τους στην αδελφή της. Η ενάγουσα κάλεσε βέβαια τον ίδιο μήνα την πρώτη εναγομένη σε συζήτηση για τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η ενάγουσα όμως ενήργησε με τον τρόπο αυτό, επειδή δεν είχε σαφή αντίληψη για το εμπράγματο καθεστώς των κληρονομιαίων τους στοιχείων. Ακίνητα μάλιστα των γονέων τους στην περιοχή Γαζίου Ηρακλείου Κρήτης είχαν μείνει αδιανέμητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην από 29-1-2010 επιστολή της προς την αδελφή της επικαλείται ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα κυριότητας της σε ακίνητο, το οποίο δεν περιλαμβάνει στην αγωγή της, στην οποία όμως προσθέτει και άλλα ακίνητα σε άλλες περιοχές. Η ενάγουσα μάλιστα είχε πραγματική πρόθεση να μεταβιβάσει τα επίδικα στην αδελφή της έναντι τιμήματος, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιήσει επωφελέστερα, επειδή έμενε μόνιμα με την οικογένεια της στην Αθήνα και η περιουσία της στο Ρέθυμνο έμενε στην πραγματικότητα αναξιοποίητη και απρόσοδη. Αποδεικνύεται επομένως ότι η ενάγουσα ασκεί την εμπράγματη αξίωση της κατά των εναγομένων με τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός της.
Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμό ... οριστική του απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς τα δύο (2) ακίνητα που προαναφέρθηκαν, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα επικαλούνται οι εναγόμενοι με την έφεση τους. Η εκκαλουμένη επομένως απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί ως προς τα κεφάλαια της αυτά. Πρέπει περαιτέρω να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο η από ... και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... ένδικη διεκδικητική αγωγή, η οποία αρμοδίως είχε εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 1, 7,  8,  9, 10, 12 § 1, 13 και 14 §  ΚΠολΔ)  και είναι ορισμένη και νόμιμη, επειδή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1094, 947, 948, 974, 999, 1000, 1042, 1045 ΑΚ, 106, 176 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ και α) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση που προέβαλλαν οι εναγόμενοι από τα άρθρα 262 § 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ για να απαντήσουν σε αυτή και β) στη συνέχεια να απορριφθείη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον ελαιώνα που βρίσκεται στην θέση "Κατσάβρα" εμβαδού 700 περίπου τετραγωνικών μέτρων και ως προς τον ελαιώνα που βρίσκεται στη θέση "Σόχωρο" εμβαδού χιλίων (1.000) περίπου τετραγωνικών μέτρων της κτηματικής περιφέρειας Κουλούκονα Περάματος Ρεθύμνης. Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων-εναγομένων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 524 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ), ενώ το παράβολο της έφεσης πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 175/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την από 22-2-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΤ/15 5/3-6-2011 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ΕΥΡΩ.
Αποφαίνεται ότι πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα το παράβολο της έφεσης που κατατέθηκε με τα υπ' αριθμό 16668836 και 16668837 σειράς Α παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και 153902, 154903 σειράς Α παράβολα του Δημοσίου και με την υπ' αριθμό 30718/2014 συνολικού ποσού διακοσίων (200) ΕΥΡΩ.

Παρατήρηση. Το περιεχόμενο της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (με την μορφή της αποδυνάμωσης) που είχα προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ως εξής:
"§ ii.    Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με τη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος [ΑΚ 281] Α. Σύμφωνα με την νμλγ του Ακυρωτικού μας [ΑΠ Ολομ 62/ 90 Δνη 32 (1991).501], “κατά την έννοια της ΑΚ 281 … Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ'  αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσης καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Περαιτέρω, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος”. Στην αποδυνάμωση δικαιώματος εμπίπτουν όλα  τα δικαιώματα, ακόμη και τα μη υποκείμενα σε παραγραφή [παράδειγμα σε ΑΠ 536/ 1973 ΝοΒ 21.1433]. Κατά δε νεότερη νμλγ του Ακυρωτικού μας [ ΑΠ Ολομ 8/ 01 Δνη 42 [2001].382 επ [εδώ, σελ· 383] και σταθερή, μετέπειτα, νμλγ του Ακυρωτικού μας: ΑΠ 613/ 08 Δνη 2010.63, ΑΠ 1708/ 09 ΝοΒ 2010.725, ΑΠ 674/ 09 ΝοΒ 2010.943, ΑΠ 1413/ 09 ΔΕΝ 2010.13, ΑΠ 269/ 09 Δνη 2010.991], “… δεν είναι απαραίτητο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις”. Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη [ΑΠ 1708/ 09 ΝοΒ 2010.725]. Για το ορισμένο της [ιστορικής βάσης] της σχετικής ένστασης απαιτείται να εκτίθενται τόσον περιστατικά αφορώντα τον δικαιούχο, όσο και αφορώντα τον υπόχρεο, καθώς και ειδικές συνθήκες και περιστάσεις εξ αιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος του εναγόμενου [ενιστάμενου] δυσμενείς συνέπειες ενόψει της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης [ΑΠ 1820/ 08 Δ 2009. 258].  Β) Έχουν κριθεί από την νμλγ του Ακυρωτικού μας ως εμπίπτουσες στην περίπτωση της αποδυνάμωσης δικαιώματος ή κατάχρησης λόγω “μακράς αδράνειας του δικαιούχου” [κατά τη χαρακτηριστική ορολογία του Ακυρωτικού μας]: a. περίπτωση πώλησης ακινήτου με ιδιωτικό έγγραφο, εκμετάλλευση αυτού εν γνώσει του πωλητή–κυρίου από τον αγοραστή, μεταστροφή γνώμης εκ μέρους του πωλητή  μετά από δεκαετία. Κρίθηκε ως απαγορευμένη η άσκηση διεκδικητικής αγωγής απόδοσης του ακινήτου αυτού λόγω αποδυνάμωσης δικαιώματος [ΑΚ281] (ΑΠ 536/ 73 ΝοΒ 21. 1433). b. περίπτωση προφορικής υπόσχεσης μεταξύ αδελφών ότι δε θα αναζητήσουν οικία διανεμηθείσα άτυπα υπέρ του εναχθέντος ο οποίος τις βοήθησε οικονομικά να αποκατασταθούν, μεταστροφή μετά παρέλευση δεκαοκταετίας!  Κρίθηκε απαγορευμένη λόγω καταχρηστικότητας αναιρώντας την απόφαση του Δικαστηρίου ουσίας που αποφάνθηκε αντιθέτως [ΑΠ 1014/ 75 ΝοΒ 24.299]. c) πώληση αστικού ακινήτου [διαμερίσματος σε πολυκατοικία] με ιδιωτικό έγγραφο το 1988 και αναζήτηση του από τους πωλητές με αγωγή το έτος 1995. Δηλαδή σε διάστημα μικρότερο ακόμη και της δεκαετίας!  Κρίθηκε ως καταχρηστικώς ασκηθείσα [ΕφΘες/ κης 2589/ 97 Δνη 39 [1998].622]. d) ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας σε ακίνητο που η αγοραπωλησία του ήταν άκυρη και μη αντίδραση του πωλητή επί δεκαετία [παράδειγμα από την ΑΠ 1482/ 79 ΝοΒ 28.1063 μνημονευόμενο από τον Καθηγητή Απ. Γε-ωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 20023, § 23, πλαγιάριθμο 35, σελ· 281, παράδειγμα υπ’  αριθμό 3, στην αρχή της σελίδας αυτής και παραπομπή στη νμλγ αυτή στην υποσημείωση 69, στην ίδια σελίδα]. Γ. Ποια η πραγματικότητα στα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα; Κατά το μήνα Μάρτιο του 1999 της πρότεινα, ο δεύτερος  εναγόμενος, να μου πωλήσει δυο ακίνητα εξ όσων αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή της. Ειδικότερα: η πρόταση έγινε για τα ακίνητα στις τοποθεσίες "Κατσάβρα ή Γεώτρηση" και "Σόχωρο ή Περαχώρι", όπως ακριβώς περιγράφονται λεπτομερώς στην υπό κρίση αγωγή. Για τα υπόλοιπα δυο ακίνητα της εν λόγω αγωγής ουδεμία αμφισβήτηση προέβαλλε ποτέ οποιοσδήποτε από εμάς τους τρεις, ΟΥΔΕΜΙΑ ! Και είναι απορίας άξιο γιατί μας μέμφεται ότι τάχα αμφισβητούμε οποιοδήποτε δικαίωμα της επ'  αυτών, πλην της δημιουργίας δυσμενών εντυπώσεων σε βάρος μας ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η ενάγουσα συμφώνησε μαζί μας [δηλαδή με τον δεύτερο από εμάς] και έτσι της κατέβαλλα, εγώ ο δεύτερος εναγόμενος, στα πλαίσια άτυπης ιδιωτικής αγοραπωλησίας, ως τίμημα της αγοραπωλησίας των δυο αυτών ακινήτων της, το ποσό των 900.000 δραχμών , ποσό σημαντικό για την αξία των ακινήτων αυτών , εκ των  οποίων το ένα [αυτό στην τοποθεσία "Σόχωρο ή Περαχώρι"] ήταν χέρσο! Για την άτυπη αυτή αγοραπωλησία ουδεμία αναφορά ποιείται στην υπό κρίση αγωγή της. Αμέσως με την αγορά των ακινήτων αυτών άρχισα να καλλιεργώ, υπό τα όμματα της ενάγουσας [όπως ομολογεί η ίδια, στην υπό κρίση αγωγή της, πάντα επέβλεπε τα ακίνητα της αυτά ] τις υπάρχουσες ελιές στο ακίνητο της τοποθεσίας "Κατσάβρα ή Γεώτρηση", αγόρασα παροχή νερού για την εκμετάλλευση τους  το έτος 2001 στη τοποθεσία "Κατσάβρα–Γεώτρηση".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...