Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ζητήματα που ανακύπτουν από το Εργατικό Ατύχημα υπό την έποψη τού Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου.

Γράφει η κ. ΕΛΕΝΗ Δ. ΣΧΙΖΑ, ΔΜΣ Εργατικού Δικαίου. Από το Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 2017.257 επ.   

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ι.          Προσέγγιση τής έννοιας τού εργατικού ατυχήματος
ΙΙ.         Αντιμετώπιση εργατικού ατυχήματος υπό το πρίσμα τού Ποινικού Δικαίου. Πρακτικά ζητήματα
ΙΙΙ.        Συλλογική αυτονομία και εργατικό ατύχημα
ΙV.        Ο Ειδικός Νόμος 551/15
V.         Το εργατικό ατύχημα στο Διοικητικό Δίκαιο
VI.        Νόμιμες αξιώσεις απορρέουσες εξ εργατικού ατυχήματος
 
Ι. Προσέγγιση της έννοιας του εργατικού ατυχήματος.

Οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στην επιχείρηση καθιστούν επιβεβλημένη την ανάγκη προστασίας τής αξιοπρέπειας, τής προσωπικότητας και τής ελευθερίας τών εργαζομένων σ’ αυτήν, η οποία εκφράζεται με την γενικότερη υποχρέωση προνοίας τού εργοδότη, ο οποίος κατά την άσκηση τού διευθυντικού του δικαιώματος, οφείλει να διασφαλίζει την προστασία τόσο τής υγείας και τής σωματικής ακεραιότητας τών εργαζομένων όσο και τής προσωπικότητάς τους (αρθρ. 57 ΑΚ, αρθρ. 5 παρ. 1, αρθρ. 22 παρ. 1 Σύνταγμα, Οδηγία 89/391/ΕΚ). Άλλωστε, μία από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις τής προσωπικότητας τών εργαζομένων είναι η παροχή εργασίας, αυτή καθ’ εαυτή, η οποία όχι μόνον δεν πρέπει να τον βλάπτει, αλλά αντιθέτως πρέπει να συμβάλλει στην ολοκλήρωσή του, με την δημιουργική απασχόλησή του. Αυτό προϋποθέτει και απαιτεί μια διαδικασία δυναμική, σχετικά με την διαμόρφωση τού συνόλου τών συνθηκών παροχής εργασίας και την επιβολή και θετικών υποχρεώσεων στον εργοδότη.(παρ. 3) Υπό το πρίσμα αυτό, ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης τής ζωής και τής υγείας τών εργαζομένων και να παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες εργασίας, συμμορφούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο στην υποχρέωση για την υγιεινή και ασφάλεια τών εργαζομένων στην επιχείρηση, σε συμφωνία και με το αρθρ. 662 ΑΚ, που ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία τού εργαζομένου».
Η εκπλήρωση τής υποχρεώσεως αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 288 ΑΚ). Από την άλλη, παράβαση τής υποχρέωσης προνοίας τού εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ’ αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο τής αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.(παρ. 4) Σε συμμόρφωση όμως με την εν λόγω υποχρέωση προνοίας, ο εργοδότης οφείλει να τηρεί εντός τής επιχειρήσεως το ειδικό βιβλίο ατυχημάτων, στο οποίο γίνεται η περιγραφή και αναγράφονται τα αίτια τού ατυχήματος, κατάλογο τών εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια να προκληθεί σε εργαζόμενο ανικανότητα για παροχή εργασίας μεγαλύτερη τών τριών (3) εργασίμων ημερών,(παρ. 5) ειδικό βιβλίο καταχώρησης τών μετρήσεων και τών αποτελεσμάτων ελέγχου τού εργασιακού περιβάλλοντος και ιατρικών εξετάσεων, καθώς και να εφαρμόζει τις υποδείξεις τών τεχνικών ασφαλείας(παρ. 6) και τών υγειονομικών Επιθεωρητών Εργασίας.
Ως εργατικό ατύχημα θεωρείται η βλάβη που υφίσταται εργαζόμενος (εργάτης ή υπάλληλος) εκ βιαίου, αιφνιδίου και εξωτερικού (δηλαδή περιστατικού ξένου προς την οργανική σύσταση τού παθόντος) συμβάντος που λαμβάνει χώρα κατά την παροχή εργασίας σε επιχείρηση,(παρ. 7) ως άμεση συνέπεια αυτής ή προκαλείται εξ αφορμής αυτής, τελούσης σε σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, με την έννοια ότι η εργασία είναι η αφορμή να εκτεθεί ο εργαζόμενος στις επιδράσεις τού γεγονότος που προκαλεί την βλάβη στην υγεία του και η οποία βλάβη επιφέρει τον θάνατο ή την ανικανότητά του προς εργασία. Το ατύχημα, δηλαδή, δύναται να αποτελεί άμεση συνέπεια τών εκτελούμενων εργασιακών καθηκόντων τού μισθωτού, αλλά και να συνίσταται σε γεγονός προκληθέν εξ αφορμής τής εκτελούμενης εργασίας, κατά την περίπτωση που λόγω τής φύσεως τών εργασιακών καθηκόντων και στο πλαίσιο εκτελέσεως τών συμβατικών υποχρεώσεων τού μισθωτού δημιουργήθηκαν συνθήκες ιδιαίτερες, υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, και οι οποίες κατά την συνήθη πορεία τών πραγμάτων δεν θα δημιουργούντο.
Έχει κριθεί νομολογιακά ότι εργατικό ατύχημα υφίσταται και όταν ο θάνατος ή η ανικανότητα για εργασία τού εργαζομένου οφείλονται σε υπέρμετρη προσπάθεια, που αυτός καταβάλλει για να ανταποκριθεί σε ασυνήθεις όρους εργασίας ή στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εργασθεί για ορισμένο χρόνο υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, καθώς και όταν οι συνθήκες εργασίας επιδείνωσαν την ήδη υπάρχουσα νόσο που επέφερε τα ίδια αποτελέσματα.(παρ. 8) Όμως, δεν χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα ένα βίαιο γεγονός που οφείλεται σε άλλη δραστηριότητα τού εργαζομένου και σε θέματα άσχετα προς τους σκοπούς και τις δραστηριότητες τής επιχείρησης, ή ειδικότερα, όταν πρόκειται για συμβάν που έγινε λόγω τών συνήθως δυσμενών συνθηκών τού επαγγέλματος.(παρ. 9)
Ειδικότερα, ο θάνατος ή η αναπηρία εργαζομένου που προκλήθηκε από βίαιο, αιφνίδιο και εξωτερικό περιστατικό, το οποίο έλαβε χώρα κατά τη μετάβαση τού εργαζομένου από την κατοικία προς τον τόπο εργασίας του ή από τον τόπο εργασίας στην κατοικία του χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τής εργασίας και τού τελεσθέντος ατυχήματος. Ο αιτιώδης σύνδεσμος (τοπικός και χρονικός) ατυχήματος και εργασίας διασπάται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, για τη μετάβασή του στον τόπο εργασίας ή για την επιστροφή στην κατοικία του, δεν ακολούθησε το συνηθισμένο δρομολόγιό του. Συνεπώς, τα ατυχήματα που συμβαίνουν σε περιπτώσεις παρέκκλισης από το συνηθισμένο δρομολόγιο δεν χαρακτηρίζονται ως εργατικά.
Άλλο ζήτημα αφορά στα ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα διαρκούσης απεργίας στην επιχείρηση. Σύμφωνα με τη νομολογία,(παρ. 10) εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια τών ασφαλιστικών διατάξεων τών άρθρων 8 παρ. 4 και 34 παρ. 1 τού ΑΝ 1846/51, αποτελεί και το επισυμβάν σε ασφαλισμένο εργαζόμενο βίαιο γεγονός κατά τη διάρκεια απεργίας, με την προϋπόθεση όμως ότι το γεγονός σχετίζεται με την εντός τών νομίμων πλαισίων άσκηση τού δικαιώματος τής απεργίας, όπως αυτό προστατεύεται και κατοχυρώνεται από τη διάταξη τού άρθρου 23 παρ. 2 τού Συντάγματος, καθώς και από τη σχετική διάταξη τού άρθρου 19 παρ. 1 α´ τού Ν. 1264/82. Κατά τη διάρκεια τής κατ’ αυτόν τον τρόπο ασκουμένης απεργίας εξακολουθεί υφισταμένη η εργασιακή σχέση μεταξύ τού απεργούντος μισθωτού και τού εργοδότη του, αφού με την απεργία επιδιώκεται η βελτίωση και όχι η λύση τής εργασιακής σχέσης, άλλως το αντίστοιχο δικαίωμα σε απεργία δεν θα μπορούσε να ασκηθεί ευχερώς.
Ένα, ακόμη, ζήτημα αφορά στο εάν και κατά πόσο οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος εφαρμόζονται και στο εργασιακό καθεστώς τής τηλεργασίας. Από το άρθρο 8 τής ΕΓΣΣΕ 2006 - 2007 στο οποίο προβλέπεται η ευθύνη τού εργοδότη για την προστασία τής υγείας και τής επαγγελματικής ασφάλειας τών τηλεργαζομένων, συνάγεται ασφαλώς ότι σε περίπτωση παραβίασης τών κανόνων αυτών, στο εξ αυτού τού λόγου επελθόν ατύχημα δύναται να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός τού εργατικού ατυχήματος, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Στο πλαίσιο ευθύνης τού εργοδότη απέναντι στους τηλεργαζομένους του εντάσσεται και η υποχρέωσή του να τους παρέχει πληροφορίες περί τής πολιτικής που εφαρμόζει η επιχείρηση σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια και ιδιαίτερα με τις οθόνες οπτικής απεικόνισης. Προκειμένου δε να ελέγχεται η ορθή εφαρμογή τών διατάξεων περί υγιεινής και ασφάλειας, τόσο ο εργοδότης, οι εκπρόσωποι τών εργαζομένων, όσο και οι αρμόδιες Αρχές δύνανται να έχουν πρόσβαση στο χώρο όπου παρέχεται η τηλεργασία. Σε περίπτωση που ο τηλεργαζόμενος εργάζεται στην οικία του, προηγείται τού επιτοπίου ελέγχου προειδοποίηση και κοινή συμφωνία τών μερών. Ο τηλεργαζόμενος, επίσης, δικαιούται να ζητήσει την διενέργεια επιθεώρησης στον τόπο παροχής τής εργασίας.

ΙΙ. Αντιμετώπιση εργατικού ατυχήματος από την πλευρά τού Ποινικού Δικαίου. Πρακτικά ζητήματα
Πέραν τών αξιώσεων αστικής φύσεως που συνεπάγεται η επέλευση εργατικού ατυχήματος, εάν αυτό προκάλεσε σωματική βλάβη ή θάνατο τού παθόντος, τόσο ο εργοδότης όσο και οι τυχόν άλλοι υπόχρεοι σε αποζημίωση τού εργαζομένου διώκονται ποινικά, τηρουμένης τής αυτοφώρου διαδικασίας, με τον αρμόδιο ανακριτή να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να απαιτείται έγκληση από τον παθόντα, κατά το αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ. Συγκεκριμένα, από την διάταξη τού άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α΄ τού Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι «όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη τής υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών», σε συνδυασμό με τη διάταξη τού άρθρου 28 τού ιδίου κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη τής προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν», καθώς και από την διάταξη τού αρθρ. 315 παρ. 1 εδ. β΄ τού ΠΚ, στο οποίο προβλέπεται ότι «δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος τής πράξης τού άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω τής υπηρεσίας ή τού επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή», συνάγεται ότι η ιδιότητα τού εργοδότη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ιδιαίτερα αυξημένη επιμέλεια και προσοχή, την οποία ο ίδιος οφείλει να επιδεικνύει με το να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή επέλευσης σωματικής κάκωσης ή βλάβης τής υγείας τών εργαζομένων του. Η ιδιαίτερη αυτή επιμέλεια είναι τουλάχιστον εκείνη που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός εργοδότης.
Περαιτέρω, η υποχρέωση αποζημίωσης που υπέχει ο εργοδότης έναντι τού παθόντος από εργατικό ατύχημα εργαζομένου κατά το κοινό δίκαιο (υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που εκτίθενται κατωτέρω) ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ενώ από το συνδυασμό τών διατάξεων τών άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ προκύπτει ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή στα συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος τής αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης τού προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής τού ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα τού δικαίου, υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή τού κινδύνου.(παρ. 11)
Οι ποινικής φύσεως προεκτάσεις που λαμβάνει το εργατικό ατύχημα ξεκινούν από τη στιγμή που ο εργοδότης προβαίνει στην νόμιμη αναγγελία προς τους αρμοδίους Δημοσίους Φορείς (παρατίθενται αναλυτικά κατωτέρω). Μόλις ο κατά τόπον αρμόδιος Πταισματοδίκης λάβει γνώση περί τού εργατικού ατυχήματος, σχηματίζεται ποινική δικογραφία κατά τού ευθυνομένου εργοδότη, τα στοιχεία τής οποίας περιέρχονται εις γνώσιν τού τελευταίου δυνάμει κλήσεως που τού επιδίδεται και με την οποία τάσσεται προθεσμία προκειμένου αυτός να εμφανισθεί ενώπιον τού αρμοδίου Πταισματοδίκη και να απολογηθεί για το συμβάν. Από τη στιγμή που ο εργοδότης λάβει στα χέρια του την κλήση σε προκαταρκτική εξέταση, δύναται να ζητήσει από τον Πταισματοδίκη τόσο την λήψη αντιγράφων τής σχηματισθείσης εις βάρος του δικογραφίας, όσο και την χρονική παράταση τής προθεσμίας παροχής εξηγήσεων για το συμβάν, καθώς και να προχωρήσει σε διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου. Στην ημερομηνία που εν τέλει θα ορισθεί για να παράσχει εξηγήσεις, (είτε στην αρχική που ορίζεται με την κλήση ή στην ορισθείσα μετέπειτα, κατόπιν χορηγήσεως χρονικής παρατάσεως) ο εργοδότης υποχρεούται να εμφανισθεί ενώπιον τού Πταισματοδίκη (εάν επιλέξει να μην εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο) και είτε να εγχειρίσει έγγραφες εξηγήσεις είτε να παράσχει αυτές προφορικά. Μετά το πέρας τής διαδικασίας, ο εργοδότης είτε θα απαλλαχθεί τής ποινικής του ευθύνης, είτε θα παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, επιδιδομένου σ’ αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος. Στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος, τόσο στο κλητήριο θέσπισμα, όσο και στην δικαστική απόφαση πρέπει να γίνεται μνεία τής ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης τού εργοδότη και να προσδιορίζεται ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου ή η ιδιαίτερη σχέση από την οποία πηγάζει η αντίστοιχη νομική υποχρέωσή του.(παρ. 12)

ΙΙΙ. Συλλογική αυτονομία και εργατικό ατύχημα

Με τον Ν. 1767/88 προβλέπεται η συμμετοχική και γνωμοδοτική λειτουργία τών συμβουλίων τών εργαζομένων, που σκοπεί στη βελτίωση τών συνθηκών εργασίας τών εργαζομένων σε συνάρτηση με την ανάπτυξη τής επιχείρησης, ενώ στο άρθρο 12 παρ. 4 περ. ζ θεσπίζεται το δικαίωμα συναπόφασης τού συμβουλίου από κοινού με τον εργοδότη, που καταλαμβάνει μεταξύ άλλων θεμάτων, και την επανένταξη τών αναπήρων από εργατικό ατύχημα που έγινε στην επιχείρηση, σε κατάλληλες γι’ αυτούς θέσεις απασχόλησης. Για όλα τα θέματα επί τών οποίων ο Ν. 1767/88 προβλέπει τη συναπόφαση τού εργοδότη και τών εκπροσώπων τού προσωπικού στην επιχείρηση, καταρτίζεται γραπτή συμφωνία, η οποία ισχύει από την κατάθεσή της στην αρμόδια Υπηρεσία τού Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει κανονιστική ισχύ. Η συμφωνία αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων τού συμβουλίου εργαζομένων, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ εργοδότη και συμβουλίου προβλεπόταν η επίλυση τού ζητήματος από τον διαιτητή μετά από προσφυγή οποιουδήποτε από τα δύο μέρη.(παρ. 13) Μετά την νεώτερη ρύθμιση ως προς την προσφυγή στη διαιτησία, τίθεται το ερώτημα, με ποιον τρόπο, σε περίπτωση διαφωνίας και συνακόλουθης αποτυχίας τών συλλογικών διαπραγματεύσεων θα επιλυθεί το ζήτημα, δεδομένου ότι στο αρθρ. 3 τής υπ’ αριθμ. 6/28-2-2012 ΠΥΣ «η προσφυγή στη διαιτησία […] γίνεται αποκλειστικά με κοινή συμφωνία τών μερών». Συνεπώς, η προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να είναι μόνο εκούσια, αποκλειομένης απολύτως της μονομερούς προσφυγής. Όμως, το αρθρ. 12 παρ. 4 τού Ν. 1767/88 παραπέμπει ρητά, ως προς την επίλυση τής σχετικής διαφοράς, στη διάταξη τού αρθρ. 16 τού Ν. 1876/90, η οποία όμως πλέον αποκλείει την μονομερή προσφυγή στη διαιτησία. Από την άλλη, επιβάλλεται στον εργοδότη που απασχολεί περισσότερους από εβδομήντα (70) εργαζομένους η υποχρέωση να διαθέτει Κανονισμό Εργασίας, κατά το αρθρ. 1 παρ. 1 ΝΔ 3789/57, ώστε να μην μπορεί το ζήτημα να παραμείνει αρρύθμιστο.(παρ. 14) Συνεπώς, η κατάρτιση Κανονισμού εργασίας θα λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις τού ΝΔ 3789/57, δηλαδή μονομερώς από τον εργοδότη και στη συνέχεια με κύρωση τού Κανονισμού από τη Διοίκηση.(παρ. 15)
Επίσης, με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1876/90 ορίζεται ότι περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας αποτελούν ζητήματα σχετικά με τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη τών ατομικών συμβάσεων εργασίας. Από το ότι στη λειτουργία τη σύμβασης εργασίας εντάσσονται ζητήματα που αφορούν στο σύνολο τών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που δημιουργούνται για τον εργοδότη (αξίωση πίστεως από τον μισθωτό, ρήτρες μη ανταγωνισμού, έγκαιρης ενημέρωσης σε περίπτωση απουσίας, δικαίωμα για πρόσθετη εργασία) και τον μισθωτό (μισθοί, ίση μεταχείριση, υποχρέωση πρόνοιας και σεβασμού προσωπικότητας, υποχρέωση πίστεως, όροι υγιεινής και ασφάλειας, καθορισμός ειδικοτήτων και άλλα),(παρ. 16) συνάγεται εμμέσως ότι δύνανται να ρυθμίζονται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ζητήματα σχετικά με τα εργατικά ατυχήματα, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι που θα συμφωνηθούν με τη συλλογική σύμβαση θα είναι ευνοϊκότεροι από τους νομοθετικά προβλεπόμενους στον Ν. 551/15.

ΙV. Ο Ειδικός Νόμος 551/1915

Με τον Ν. 551/15, που κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ τής 24.7/25-8-1920, ρυθμίζεται νομοθετικά το εργατικό ατύχημα και θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη τού εργοδότη, ο οποίος ενέχεται στην καταβολή τής ειδικής αποζημίωσης ανεξαρτήτως από το αν το εργατικό ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα αυτού ή τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων. Οι διατάξεις τού εν λόγω νόμου καταλαμβάνουν και τις συμβάσεις εργασίας που είναι άκυρες, όπως επί παραδείγματι την εργασιακή σχέση που δημιουργείται μεταξύ επιχειρήσεως και αλλοδαπού εργαζομένου, μη νομίμως διαμένοντος στην χώρα, καθώς και τις εν τοις πράγμασι σχέσεις εργασίας.
Ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται στην κατά τον παρόντα νόμο καταβολή αποζημίωσης στον παθόντα εργαζόμενο, το ύψος τής οποίας καθορίζεται κατ’ αποκοπήν και εξαρτάται από το αποτέλεσμα που επέφερε το εργατικό ατύχημα στον εργαζόμενο, ήτοι το θάνατο, την πλήρη ή την μερική ανικανότητά του προς εργασία, τη διάρκεια τού αποτελέσματος, ήτοι τη διαρκή ή πρόσκαιρη ανικανότητα προς εργασία, καθώς και από το ύψος τών αποδοχών που λαμβάνει ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο που επέρχεται το εργατικό ατύχημα. Στην αποζημίωση αυτή υποχρεούται και το Δημόσιο, ως και κάθε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου που απασχολεί εργάτες ή υπαλλήλους σε εργασία ή επιχείρηση εκ τών αναφερομένων στο άρθρο 2 τού εν λόγω νόμου. Η αποζημίωση αυτή δεν συμψηφίζεται με τυχόν απαιτήσεις τού εργοδότη κατά τού παθόντος εργαζομένου, ούτε εκχωρείται.(παρ. 17) Οι αξιώσεις, απορρέουσες από τις διατάξεις τού παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο 17 αυτού, παραγράφονται μετά την παρέλευση τριετίας από την ημερομηνία που επήλθε το εργατικό ατύχημα. Η αντίστοιχη ένσταση παραγραφής είναι σχετική υπέρ τού παθόντος εργαζομένου.
Μείωση τής εν λόγω αποζημίωσης κατά το ήμισυ προβλέπεται μόνο κατά την περίπτωση που ο παθών εργαζόμενος συνέβαλε στην επέλευση τού εργατικού ατυχήματος, επιδεικνύοντας αμέλεια, συνισταμένη στην εκ μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση τών διατάξεων που θεσπίζουν τους όρους ασφαλείας στην εργασία (άρθρο 16 παρ. 4). Ως εκ τούτου λοιπόν, τιθεμένων σε εφαρμογή τών διατάξεων τού παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται η διάταξη τού αρθρ. 300 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «Αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία η την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει κι όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή τού οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει», διότι το ζήτημα ρυθμίζεται από τον ειδικό νόμο 551/15 και η ειδική αμέλεια που απαιτεί ο εν λόγω νόμος, ικανή να επιφέρει μείωση στο ύψος τής αποζημίωσης, ορίζεται περιοριστικά και κατ’ αποκλειστικότητα από τις διατάξεις αυτού. Το δε σχετικό άρθρο τού ΑΚ εφαρμόζεται σε ζημία εξ αδικοπραξίας(παρ. 18) και σε κάθε ζημία ενδοσυμβατική, εξωσυμβατική ή προσυμβατική.(παρ. 19)
Σημειώνεται, τέλος ότι ο ειδικός αυτός νόμος δεν εφαρμόζεται στα εργατικά ατυχήματα τών εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις κοινωνικής ασφάλισης τού ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

V. Το εργατικό ατύχημα στο Διοικητικό Δίκαιο

Από τα άρθρα 8 παρ. 4 και 34 παρ. 1 τού ΑΝ 1846/51 προκύπτει η έννοια τού εργατικού ατυχήματος από πλευράς τού δικαίου κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι, ως εργατικό χαρακτηρίζεται το ατύχημα ασφαλισμένου, που προκλήθηκε από βίαιο περιστατικό, ήτοι ξαφνικό και έκτακτο, μη δυνάμενο να θεωρηθεί ότι εμπίπτει μέσα στον κύκλο τών συνηθισμένων, ανάλογα με την περίπτωση, συνθηκών παροχής εργασίας, κατά την εκτέλεση εργασίας ασφαλιστέας στο ΙΚΑ ή εξαιτίας αυτής, που έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή την αδυναμία για συνέχιση τής εργασίας ή τον θάνατο. Ακόμη όμως και τα ατυχήματα που συμβαίνουν κατά την εκτέλεση εργασίας που δεν ασφαλίζεται στον εν λόγω ασφαλιστικό φορέα χαρακτηρίζονται ως εργατικά. Μνεία γίνεται και στην επαγγελματική ασθένεια, που εκδηλώνεται λόγω δυσμενών συνθηκών εργασίας, οι οποίες δεν είναι συμφυείς προς την εκτελούμενη εργασία. Κατά το δίκαιο τής κοινωνικής ασφάλισης, η επαγγελματική ασθένεια εξομοιώνεται με το εργατικό ατύχημα όσον αφορά στις συνέπειες και την παρεχόμενη ασφαλιστική προστασία.
Από τη στιγμή που θα συμβεί ατύχημα σε εργαζόμενο κατά την εκτέλεση τών εργασιακών καθηκόντων του ή εξ αφορμής τής παρεχομένης εργασίας του, το οποίο θα επιφέρει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή την αδυναμία του για συνέχιση τής εργασίας ή το θάνατο αυτού, ο εργοδότης είναι επιφορτισμένος με τις παρακάτω ενέργειες:

1. Να αναγγείλει το ατύχημα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (ΣΕΠΕ) εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών (εάν πρόκειται για εργατικά ατυχήματα σε οικοδομές και τεχνικά έργα), ή εντός προθεσμίας σαράντα οκτώ (48) ωρών για τις λοιπές περιπτώσεις.
2. Να αναγγείλει(παρ. 20) το ατύχημα εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών στο πλησιέστερο τού τόπου ατυχήματος υποκατάστημα τού ΙΚΑ.(παρ. 21) , (παρ. 22)

Αρμόδιος για το χαρακτηρισμό ενός ατυχήματος ως εργατικού είναι ο διευθυντής τού υποκαταστήματος (τοπικού ή περιφερειακού) ΙΚΑ,(παρ. 23) στην περιφέρεια τού οποίου κατοικεί ή απασχολείται ο ασφαλισμένος, ο οποίος μπορεί να δεχθεί και δηλώσεις ατυχημάτων που έγιναν εκπρόθεσμα, όταν πείθεται ότι λόγοι εντελώς ανεξάρτητοι από τη θέληση τών δηλούντων εμπόδισαν την έγκαιρη δήλωση. Ειδικότερα, όταν η δήλωση ατυχήματος υποβάλλεται στο υποκατάστημα (τοπικό ή περιφερειακό) στην περιοχή τού οποίου απασχολείτο ο ασφαλισμένος κατά την ημέρα τού ατυχήματος, η διαδικασία για την εξακρίβωση τών συνθηκών και ο χαρακτηρισμός του γίνεται από το υποκατάστημα αυτό. Εάν όμως, η δήλωση υποβληθεί στο υποκατάστημα τού τόπου κατοικίας τού ασφαλισμένου, το υποκατάστημα αυτό προβαίνει στο χαρακτηρισμό τού ατυχήματος, εφόσον όμως από τα υπόψη του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει γνώμη για το είδος τού ατυχήματος και επομένως δεν απαιτείται επιτόπια έρευνα για την εξακρίβωση τών συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα (π.χ. ατυχήματα εκτός εργασίας, μικροατυχήματα). Το ίδιο γίνεται σε κάθε περίπτωση που η σχετική με το ατύχημα έρευνα είναι ευχερέστερη από το υποκατάστημα τού τόπου κατοικίας (τροχαία ατυχήματα κ.λπ). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η δήλωση ατυχήματος διαβιβάζεται στο υποκατάστημα τού τόπου απασχόλησης τού παθόντος για τον χαρακτηρισμό. Ως υποκατάστημα τού τόπου απασχόλησης θεωρείται το υποκατάστημα στην περιοχή τού οποίου απασχολείτο κατά την ημέρα τού ατυχήματος ο ασφαλισμένος και όχι το υποκατάστημα στην περιοχή τού οποίου είχε την έδρα της η επιχείρηση με την οποία ο ασφαλισμένος συνδεόταν με σχέση εργασίας. Εάν δε η κατά τόπον αρμοδιότητα κάποιου υποκαταστήματος συντρέχει με την αρμοδιότητα άλλου υποκαταστήματος (τόπου κατοικίας - τόπου έδρας επιχείρησης - τόπου απασχόλησης) επιλαμβάνεται τού χαρακτηρισμού τού ατυχήματος το υποκατάστημα που μπορεί ευχερέστερα να συγκεντρώσει όλα (ή τα περισσότερα) στοιχεία απαραίτητα για το χαρακτηρισμό, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη τού συμφέροντος τού ασφαλισμένου.(παρ. 24)
Σε καμιά περίπτωση, πάντως, η προθεσμία για την αναγγελία τού ατυχήματος δεν παρατείνεται πέραν τών εξήντα (60) ημερών από το ατύχημα και οι δηλώσεις που γίνονται μετά την προθεσμία αυτή απορρίπτονται ως εκπρόθεσμες, εκτός αν πρόκειται για ατυχήματα που είχαν ως συνέπεια την απόλυτη αναπηρία ασφαλισμένου, οπότε η προθεσμία τής αναγγελίας για την λήψη συντάξεως μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα (1) έτος από το ατύχημα ή αν πρόκειται για ατυχήματα που είχαν ως συνέπεια το θάνατο, οπότε η προθεσμία τής αναγγελίας για την λήψη συντάξεως μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο (2) χρόνια. Οι εν λόγω προθεσμίες για την αναγγελία εργατικού ατυχήματος είναι αποκλειστικές,(παρ. 25) συνεπεία δε τούτου η υποβολή δηλώσεως προς αναγγελία εργατικού ατυχήματος μετά την πάροδό τους συνεπάγεται την απόρριψη τής δηλώσεως ως απαράδεκτης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή και η άσκηση τών εξ αυτής δικαιωμάτων τού ασφαλισμένου, ο δε υπολογισμός τών προθεσμιών γίνεται κατά τις οικείες διατάξεις τού Αστικού Κώδικα (αρθρ. 240 επ. ΑΚ).
Η απόφαση τού Διευθυντή υπόκειται σε αίτηση θεραπείας ενώπιον τής οικείας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής τού Ιδρύματος, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τής κοινοποιήσεώς της στον ενδιαφερόμενο. Κατά τής αποφάσεως που εκδίδεται επί τής αιτήσεως θεραπείας ασκείται παραδεκτώς, εντός εξήντα (60) ημερών, το ένδικο βοήθημα τής προσφυγής ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ένσταση στην ΤΔΕ δύναται να αφορά και στο εκπρόθεσμο ή μη τής αναγγελίας τού ατυχήματος και εφόσον η ΤΔΕ συγχωρήσει το εκπρόθεσμο τής υποβληθείσης δηλώσεως, θα εξετασθεί περαιτέρω το αν και κατά πόσο το δηλωθέν ατύχημα χαρακτηρίζεται ως εργατικό ή όχι.
Μετά τον χαρακτηρισμό τού ατυχήματος, ο ασφαλισμένος παραπέμπεται στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (ΑΥΕ) προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τής βλάβης ή πάθησης τού ασφαλισμένου και τού ατυχήματος που συνέβη. Κατά τών αποφάσεων τών Πρωτοβάθμιων Υγειονομικών Επιτροπών χωρεί ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΒΥΕ), προκειμένου να ακολουθήσει δεύτερη αξιολόγηση τής καταστάσεως. Δικαίωμα προσφυγής έχουν οι ασφαλιστικοί φορείς, οι εργοδότες, ο εργαζόμενος και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον. Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση τής απόφασης τής πρωτοβάθμιας επιτροπής, σύμφωνα με το αρθρ.19 τού Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η παραπομπή στην υγειονομική επιτροπή μπορεί να προηγηθεί τής εκδόσεως αποφάσεως χαρακτηρισμού ατυχήματος από τον διευθυντή τού αρμοδίου υποκαταστήματος ΙΚΑ, όταν η κρίση τού υγειονομικού οργάνου είναι απαραίτητη για να σχηματίσει γνώμη ο τελευταίος.
Ωστόσο, παραπομπή στην ανωτέρω επιτροπή δεν γίνεται στις περιπτώσεις που το ατύχημα που αναγγέλθηκε δεν διαπιστώθηκε ή όταν η δήλωση ατυχήματος απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη. Τούτο διότι οι υγειονομικές επιτροπές δεν επιλαμβάνονται τού χαρακτηρισμού τών ατυχημάτων ως εργατικών ή μη, αφού η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικά στον ασφαλιστικό φορέα τού παθόντος, αλλά αποφαίνονται δεσμευτικά για το αν το ατύχημα που συνέβη (ανεξάρτητα από το αν χαρακτηρίστηκε ως εργατικό ή όχι) ήταν αυτό που προκάλεσε την πάθηση ή βλάβη που διαπιστώνεται ότι υπέστη ο ασφαλισμένος εργαζόμενος.
3. Να αναγγείλει το ατύχημα στο πλησιέστερο τού τόπου ατυχήματος Αστυνομικό Τμήμα (εντός 24 ωρών). Το ίδιο οφείλει να κάνει και σε περίπτωση που δεν υπάρχει υποκατάστημα ΙΚΑ πλησίον τού τόπου τού ατυχήματος οπότε η δήλωση αυτή θα διαβιβασθεί υπηρεσιακά προς το αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ.
Στο άρθρο 21 τού Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας τού ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (ΑΥΕ: 57440/38, ΦΕΚ 33 Β΄), όπως αντικαταστάθηκε με την ΑΥΥΠΚΑ Φ.21/21/2712/86 (ΦΕΚ 744 Β΄) ορίζονται τα πρόσωπα που υποχρεούνται σε αναγγελία ατυχήματος. Έτσι, «κάθε ατύχημα που γίνεται κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την εργασία και έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή την αδυναμία για συνέχιση τής εργασίας ή το θάνατο προσώπου που έχει υπαχθεί στην ασφάλιση τού ΙΚΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις τού ΑΝ 1846/51, αναγγέλλεται υποχρεωτικά στο Ίδρυμα από τον εργοδότη ή τον αντιπρόσωπό του, από τον παθόντα ασφαλισμένο και σε περίπτωση αδυναμίας ή θανάτου του, από τα πρόσωπα που από την ασφάλισή του έλκουν δικαιώματα, από το γιατρό(παρ. 26) που κλήθηκε για την παροχή τών πρώτων βοηθειών και κάθε υπάλληλο(παρ. 27) τού ΙΚΑ που λόγω τής υπηρεσίας του έλαβε γνώση τού ατυχήματος.(παρ. 28) Η αναγγελία τού ατυχήματος μπορεί να γίνει και από οποιοδήποτε τρίτο που έλαβε γνώση αυτού».
Αναγγελία εργατικού ατυχήματος θεωρείται και η δήλωση που γίνεται από τον παθόντα ασφαλισμένο ή από τα μέλη τής οικογένειάς του σε γιατρό τού ΙΚΑ ή σε γιατρό, κλινική ή νοσοκομείο που έχουν συμβληθεί με το Ίδρυμα, εφόσον η δήλωση αυτή δεν περιορίζεται σε απλή μνεία τών συμπτωμάτων τής πάθησης ή βλάβης, αλλά περιέχει ταυτόχρονα και περιγραφή τών εξωτερικών στοιχείων και περιστατικών που συνιστούν το ατύχημα ή τις εξαιρετικές και ασυνήθιστες συνθήκες με τις οποίες ο ασφαλισμένος απασχολήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο και οι οποίες αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία που προκάλεσε την αναπηρία ή το θάνατό του.(παρ. 29)
Για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας οφειλομένης σε εργατικό ατύχημα απαιτείται, κατ’ αρχήν, η υποβολή αίτησης εκ μέρους τού ασφαλισμένου. Περαιτέρω, εάν και εφόσον διαπιστώνεται η συνδρομή τών προϋποθέσεων για την παροχή σύνταξης λόγω αναπηρίας που οφείλεται σε εργατικό ατύχημα, η δήλωση περί τού ατυχήματος αυτού που υπογράφεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο ενέχει κατά κύριο λόγο και αίτηση για τη χορήγηση τών αντίστοιχων παροχών. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η δήλωση ατυχήματος επέχει θέση αιτήσεως προς παροχή συντάξεως.(παρ. 30) Αντίστοιχα, αν το εργατικό ατύχημα δεν είχε ως συνέπεια τον θάνατο, την αναπηρία ή την διαρκή ανικανότητα για εργασία τού ασφαλισμένου, αλλά μόνο παροδική (μερική) ανικανότητα αυτού, αντιμετωπιζόμενο, ως εκ τούτου, ως περίπτωση ασθενείας, κατά προνομιακή όμως μεταχείριση έναντι τής απλής ασθενείας, (αφού δεν απαιτείται η πραγματοποίηση ελάχιστου αριθμού ημερών εργασίας και καταβάλλεται το επίδομα ασθενείας από την ημερομηνία αναγγελίας τού ατυχήματος στο ΙΚΑ), τότε η σχετική δήλωση περί τού ατυχήματος που υπογράφεται από τον ασφαλισμένο συμπεριέχει γι’ αυτόν και αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος ασθενείας. Τούτο διότι το επίδομα ασθενείας, στις περιπτώσεις εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας, καταβάλλεται στον εργαζόμενο αμέσως, από την ημερομηνία, δηλαδή, τής αναγγελίας τού ατυχήματος στο ΙΚΑ. Αντίθετα, στις περιπτώσεις κοινής ασθενείας, το επίδομα καταβάλλεται στον εργαζόμενο μετά την παρέλευση τριών (3) εργασίμων ημερών από την αποχή εκ τής εργασίας λόγω ασθενείας.(παρ. 31)

VI. Νόμιμες αξιώσεις απορρέουσες εξ εργατικού ατυχήματος

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος οφείλεται, κατ’ αρχήν, η προβλεπόμενη από το άρθρ. 3 τού Ν. 551/15 ειδική αποζημίωση, για την αξίωση τής οποίας ο εργοδότης(παρ. 32) ευθύνεται αντικειμενικά, δηλαδή ευθύνεται σε καταβολή τής αποζημίωσης αυτής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του ή πταίσματος τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων (922 ΑΚ).(παρ. 33) Η ειδική αυτή αποζημίωση βαρύνει τον υπεργοδότη ή υπεργολάβο αλληλεγγύως με τον κύριο τής επιχείρησης. Επειδή ακριβώς για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, κατά το άρθρο 926 ΑΚ, ενέχονται εις ολόκληρον, δικαιουμένου τού καταβάλλοντος σε αναγωγή κατά τών λοιπών, κατά τις διατάξεις τού αστικού δικαίου (αρθρ. 8 Ν. 551/15). Η αξίωση καταβολής τής ειδικής αυτής αποζημίωσης υπόκειται σε τριετή παραγραφή, που αρχίζει από την ημερομηνία που συνέβη το εργατικό ατύχημα.
Εξάλλου, πλήρης αποζημίωση κατά τις διατάξεις τού κοινού αστικού δικαίου προβλέπεται κατά το άρθρ. 16 παρ. 1 τού Ν. 551/15, σύμφωνα με το οποίο ο παθών εργατικό ατύχημα (ή τα κατά το άρθρο 6 τού νόμου αυτού πρόσωπα) έχει το δικαίωμα να τη ζητήσει μόνο στην περίπτωση που το ατύχημα δύναται να αποδοθεί σε δόλο τού εργοδότη ή τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων, το οποίο επήλθε κατά την παροχή εργασίας, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας τών εργαζομένων και εξ αιτίας τής μη τηρήσεως αυτών. Τέτοιες διατάξεις είναι αυτές που ορίζουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα ατομικής προστασίας και τρόπους προς επίτευξη τής ασφάλειας τών εργαζομένων στην επιχείρηση, μεταξύ τών οποίων εντάσσονται ενδεικτικά:
• Τα άρθρα 7 παρ. 1 και 8 β, 11 παρ. 1 β και 12 παρ. 1, 2 τού ΠΔ 17/96 (Μέτρα ασφαλείας και υγείας τών εργαζομένων που ενσωμάτωσε τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ), κατά τα οποία ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία τών εργαζομένων του κατά την παρεχόμενη εργασία, ενώ ο ίδιος οφείλει, γνωρίζοντας τη φύση τών δραστηριοτήτων τής επιχείρησής του, να λαμβάνει υπόψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας, να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους στην επιχείρηση να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά στους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία τους, στα μέτρα και στις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης που αφορούν είτε στην επιχείρηση εν γένει, είτε σε κάθε είδος θέσης εργασίας ή/και καθηκόντων, ενώ υποχρεούται να εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα τής ασφάλειας και τής υγείας, ιδίως υπό τη μορφή πληροφοριών και οδηγιών. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να προσαρμόζεται στην εξέλιξη τών κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα.
• Τις διατάξεις τού Ν.1568/85 και τού Ν. 3850/10 (Κύρωση τού κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια τών εργαζομένων) περί τής υγιεινής και ασφάλειας τών εργαζομένων, κατά τους οποίους ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τους κινδύνους που συνεπάγονται για την υγεία τών εργαζομένων παράγοντες που χρησιμοποιούνται ή δημιουργούνται στους τόπους εργασίας, έχοντας υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα.
• Τα άρθρα 3 και 10 τού ΠΔ 42/03 περί τής προστασίας τής υγείας τών εργαζομένων που εκτίθενται σε εκρηκτικές ατμόσφαιρες, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 1999/92/ΕΚ.
• Τα άρθρα 6 παρ. 1 και 6 τού ΠΔ 338/01 περί προστασίας τής υγείας εργαζομένων από χημικούς παράγοντες, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης διασφαλίζει ότι ο κίνδυνος από επιβλαβείς χημικές ουσίες για την ασφάλεια και την υγεία τών εργαζομένων κατά την εργασία εξαλείφεται ή μειώνεται στο ελάχιστο, ειδικότερα δε λαμβάνει μέτρα, κατά σειρά προτεραιότητας, για α) την πρόληψη τής παρουσίας στο χώρο εργασίας επικινδύνων συγκεντρώσεων εύφλεκτων ουσιών ή επικινδύνων ποσοτήτων χημικά ασταθών ουσιών ή, στην περίπτωση που το είδος τής εργασίας δεν το επιτρέπει, β) την αποφυγή τής παρουσίας πηγών ανάφλεξης που μπορούν να προκαλέσουν πυρκαγιές και εκρήξεις ή τής ύπαρξης ανεπιθύμητών συνθηκών που μπορούν να ενεργοποιήσουν χημικά ασταθείς ουσίες ή μίγματα ουσιών με επιβλαβή φυσικά αποτελέσματα.
• Οι διατάξεις τού ΠΔ 395/94, περί τών προδιαγραφών εξοπλισμού για την ασφάλεια εργαζομένων, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 89/655/ΕΟΚ, στις οποίες ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση τών εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία τών εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του, καθώς και ότι κατά την επιλογή τού εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ο εργοδότης λαμβάνει υπ’ όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά τής εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία τών εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω τής χρησιμοποιήσεως τού εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και την έγγραφη γνώμη τού τεχνικού ασφάλειας.
• Οι διατάξεις τού ΠΔ 396/94, περί τών προδιαγραφών εξοπλισμών ατομικής προστασίας εργαζομένων, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 89/656/ΕΟΚ, στις οποίες ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι σύμφωνοι προς τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σχετικά με το σχεδιασμό και την κατασκευή τους, από πλευράς ασφάλειας και υγείας, καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι κατάλληλοι, να ανταποκρίνονται στις συνθήκες που επικρατούν στο χώρο εργασίας, να έχουν επιλεγεί με πρόνοια για τις εργονομικές ανάγκες και τις ανάγκες προστασίας τής υγείας τών εργαζομένων και να έχουν υποστεί τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να ταιριάζουν στο χρήστη.
Δεν αρκεί δηλαδή το γεγονός μόνο ότι το ατύχημα επήλθε από παράβαση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, αλλά απαιτείται και να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου.(παρ. 34)
Ωστόσο, μόνη η παραβίαση τής γενικής υποχρέωσης πρόνοιας τού εργοδότη για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής τής εργασίας (άρθρο 662 ΑΚ), με συνέπεια την βλάβη τού σώματος ή τής υγείας τών εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης τού εργαζομένου κατά τις διατάξεις τής αδικοπραξίας (914 ΑΚ),(παρ. 35) καθώς και δικαίωμα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το αρθρ. 932 ΑΚ.(παρ. 36) Στην περίπτωση, όμως, που ελλείπει κάθε είδους πταίσμα τού εργοδότη ή τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων και το ατύχημα οφείλεται σε τυχαίο γεγονός ή αποκλειστικά σε υπαιτιότητα τού παθόντος εργαζομένου, ο εργοδότης δεν ενέχεται σε καταβολή αποζημιώσεως ούτε και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με δεδομένο πλέον ότι κάθε εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση τού ΙΚΑ,(παρ. 37) ο εργοδότης απαλλάσσεται οιασδήποτε υποχρεώσεως για καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο,(παρ. 38) τόσο δηλαδή τής ειδικής αποζημίωσης τού αρθρ. 3 τού Ν. 551/15, όσο και τής αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας κατά τις διατάξεις τού κοινού αστικού δικαίου (αρθρ. 297, 298, 914, 922, 928 ΑΚ). Τούτο διότι την καταβολή αποζημιώσεως στον παθόντα εργαζόμενο αναλαμβάνει ο ασφαλιστικός φορέας (ΙΚΑ) που τον καλύπτει, ενώ ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει από τον εργοδότη χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση τής ηθικής βλάβης που υπέστη, σύμφωνα με το αρθρ. 932 ΑΚ. Άρα, ο παθών από εργατικό ατύχημα που οφείλεται σε πταίσμα, επομένως και σε οποιασδήποτε μορφής αμέλεια τού εργοδότη ή τών προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, έχει το δικαίωμα (σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις τών άρθρων 298, 299, 914, 922, 929 και 932 ΑΚ) να απαιτήσει να τού καταβάλει ο εργοδότης χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση τής ηθικής βλάβης που τού προκάλεσε το ατύχημα, αφού ως προς την αξίωση αυτή τού εργαζομένου, ο εργοδότης δεν καλύπτεται από το ΙΚΑ.(παρ. 39) Αντίθετα, εάν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο τού εργοδότη ή τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων, και μόνο σ’ αυτή την περίπτωση, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 ΑΝ 1846/51 προβλεπόμενη χρηματική διαφορά μεταξύ τού ποσού τής κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και τού ολικού ποσού τών παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.(παρ. 40) Επιπλέον, υποχρεούται να καταβάλει στο Ίδρυμα κάθε δαπάνη στην οποία αυτό υποβλήθηκε εκ τών χορηγουμένων στον παθόντα παροχών συνεπεία εργατικού ατυχήματος (άρθρο 34 παρ. 2 ΑΝ 1846/51).
Ωστόσο, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών υπάγεται στην ασφάλιση τού ΙΚΑ και έχει αυτό αναλάβει την αποκατάσταση τής περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω τού περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.(παρ. 41) Διότι από τη διάταξη τού άρθρου 931 ΑΚ που ορίζει ότι «η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση τής αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του», σε συνδυασμό με τις διατάξεις τών άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου (εκτός από την επίδραση την οποία μπορεί να ασκήσει, τόσο στο ύψος τών χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας τής αυξήσεως τών δαπανών του, όσο και στο ύψος τής χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη) μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του. Ωστόσο η διατύπωση τής διατάξεως τού άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον τού παθόντος που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις τών άρθρων 929 και 932 ΑΚ, οι οποίες και συνθέτουν την ως άνω έννοια τής επίδρασης τής αναπηρίας ή τής παραμορφώσεως στο μέλλον τού παθόντος. Αυτή δε η αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό αποζημιώσεως για μελλοντική περιουσιακή ζημία και μόνον, και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία ουδόλως βρίσκει έρεισμα στη διάταξη τού άρθρου 931 ΑΚ, αφού στην τελευταία γίνεται λόγος για «αποζημίωση».
Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, από τις διατάξεις τών άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 τού ΑΝ 1846/51, καθώς και από τις διατάξεις τού άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 551/15 (κωδικοποιημένου με το ΒΔ τής 24.7/25-8-1920), συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση τού ΙΚΑ και υποστεί ατύχημα κατά την εκτέλεση τής εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς την, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω Ν. 551/15 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο τού εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 τού ΑΝ 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ τού ποσού τής κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και τού ολικού ποσού τών παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά τού εργοδότη και τού προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση τού ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση τής περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ λόγω τού περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτου προσώπου που δεν ταυτίζεται με τον εργοδότη, ο παθών εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει την ειδική αποζημίωση τού αρθρ. 3 τού Ν. 551/15 με σώρευση αιτήματος για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το αρθρ. 932 ΑΚ και, διαζευκτικά, δύναται να αξιώσει την αποζημίωση κατά τις κοινές διατάξεις τού αστικού δικαίου (αρθρ. 297, 298, 914, 922, 928 ΑΚ) με σώρευση αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.(παρ. 42) Δηλαδή, χωρούν παράλληλα και οι δύο αγωγές, η μία κατά τού εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις τού Ν. 551/15, και η άλλη κατά τού αδικοπραγήσαντος τρίτου, κατά τις διατάξεις 914 ΑΚ.
Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί κατά τού εργοδότη ή τών προστηθέντων από αυτόν προσώπων αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (η οποία αποτελεί είδος τής ηθικής βλάβης που αποκαθίσταται με τη μορφή χρηματικής ικανοποίησης), αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση τού ατυχήματος πταίσμα τού εργοδότη ή τών προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια τού άρθρου 914 τού ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση τών όρων ασφαλείας τού άρθρου 16 παρ. 1 τού Ν. 551/15.(παρ. 43) Τούτο διότι η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, κατά τα άρθρα 299 και 932 ΑΚ, δεν παύει να υφίσταται στις περιπτώσεις που ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ούτε καλύπτεται από την ειδική αποζημίωση τού Ν. 551/15, που αφορά σε αξίωση καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα(παρ. 44) και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον εν λόγω νόμο και ως εκ τούτου εφαρμόζονται γι’ αυτήν μόνο οι γενικές διατάξεις.(παρ. 45) Η συγκεκριμένη δε αξίωση υφίσταται και σε περίπτωση άκυρης εργασιακής σύμβασης, καθώς και επί δημιουργηθείσης απλής σχέσεως εργασίας. Πρόκειται, δηλαδή, για αυτοτελή και ανεξάρτητη αξίωση από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και ο παθών δύναται να απαιτήσει είτε τη μία (αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), είτε και τις δύο αθροιστικά. Η παραγραφή τής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι πενταετής, αφότου ο παθών έλαβε γνώση τής ζημίας και τού υποχρέου σε αποζημίωση (αρθρ. 937 ΑΚ). Για τον προσδιορισμό δε τού ύψους τής «εύλογης» χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο τής ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία, όπως τις συνθήκες ατυχήματος, την έκταση τής προκληθείσας σωματικής βλάβης και τις συνέπειες αυτής, την οικονομική κατάσταση τών μερών κ.λπ., και το τυχόν συντρέχον πταίσμα τού παθόντος (αρθρ. 300 ΑΚ), το οποίο συνεκτιμάται(παρ. 46) με τα ως άνω στοιχεία. Για να υπάρχει, όμως, συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη τού ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση τής ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος τής υπαίτιας πράξης τού ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση τής ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη τού ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία τών πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Στο σημείο αυτό δέον να επισημανθεί ότι το άρθρο 300 ΑΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης από τον εργαζόμενο που παρέβη τις από το άρθρο 652 ΑΚ, υποχρεώσεις απέναντί του. Σ’ αυτή την περίπτωση, για να απαλλαγεί τής ευθύνης ο εργαζόμενος ή να μειωθούν οι συνέπειες αυτής, προϋπόθεση είναι να συνετέλεσε στην επέλευση τής ζημίας ή στην έκτασή της ο εργοδότης με δικό του πταίσμα, χωρίς αυτό να προκύπτει από μόνο τον επιχειρηματικό κίνδυνο που έχει αναλάβει ο εργοδότης, ο οποίος μετέρχεται εργασία επιρρεπή σε ζημίες, δεδομένου ότι τέτοια πρόβλεψη δεν υπάρχει ούτε στο άρθρο 652 ΑΚ, ούτε σε κάποια άλλη διάταξη νόμου.(παρ. 47)
Από την επισκόπηση δε τής πρόσφατης νομολογίας, σχετικής προς το ζήτημα τούτο, προκύπτει ότι αναγνωρίζεται η συνυπαιτιότητα τών εργαζομένων στην επέλευση εργατικών ατυχημάτων και περιορίζεται το να θεμελιώνεται η ευθύνη αποκλειστικά στην εργοδοτική πλευρά με μόνο δικαιολογητικό λόγο την ανάληψη τού επιχειρηματικού κινδύνου. Ενδεικτικά, αναφέρεται η υπ’ αριθμ. 729/15 απόφαση τού Αρείου Πάγου, όπου το Δικαστήριο απεφάνθη περί τής ευθύνης εργαζομένου σε πρόκληση ατυχήματος κατά την εκτέλεση τής εργασίας του. Ειδικότερα, στην κριθείσα περίπτωση, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι ο εργαζόμενος ως οδηγός δεν εκτέλεσε την εργασία του με επιμέλεια όπως όφειλε, ως μέσος εκπρόσωπος τού επαγγέλματός του, με βάση την επαγγελματική του ιδιότητα, την εμπειρία και την ικανότητά του, ιδιότητες στις οποίες απέβλεπε ο εργοδότης κατά την ανάθεση σ’ αυτόν τής συγκεκριμένης εργασίας (άρθρο 652 ΑΚ), και ως εκ τούτου έφερε ευθύνη για τη ζημία που προξένησε, από αμέλεια (έστω και ελαφρά) στον εργοδότη του, λόγω συγκρούσεως τού φορτηγού που αυτός οδηγούσε και ανήκε στον τελευταίο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τού εργαζομένου ότι η επελθούσα ζημία έπρεπε να βαρύνει τον εργοδότη του ως εμπίπτουσα στη σφαίρα τού επιχειρηματικού του κινδύνου. Διότι, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, τέτοια πρόβλεψη από μόνο τον επιχειρηματικό κίνδυνο που έχει αναλάβει ο εργοδότης, ο οποίος ασκεί εργασία επιρρεπή σε ζημίες, δεν υπάρχει ούτε στο άρθρο 652 ΑΚ ούτε σε κάποια άλλη διάταξη νόμου. Απορρίπτει, περαιτέρω και την ένσταση τού άρθρου 300 ΑΚ, που προέβαλε ο εργαζόμενος, περί ολικής ή μερικής απαλλαγής τού εργοδότη - οφειλέτη από την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, λόγω συντρέχοντος πταίσματος τού εργαζομένου κατά ποσοστό 99%.
Με την υπ’ αριθμ. 1253/14 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι για την συντέλεση θανάσιμου τραυματισμού εργαζομένου, που επήλθε κατά την εκτέλεση τής εργασίας του λόγω εκτροπής τού οχήματος που οδηγούσε, η παράλειψη τού θανόντος να φορέσει τη ζώνη ασφαλείας, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, θεμελιώνει συνυπαιτιότητά του κατά 40% στη επέλευση τού ατυχήματος και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Τέλος, ο παθών εργαζόμενος δικαιούται, εκτός οιασδήποτε άλλης αποζημιώσεως, το μισθό του κατά τις διατάξεις τών άρθρων 657 και 658 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ανεξάρτητα από το εάν συνέτρεξε ή όχι συνυπαιτιότητα τού εργοδότη στον τραυματισμό του.(παρ. 48) Εάν το ατύχημα τού εργαζομένου δεν χαρακτηρίζεται ως εργατικό και οφείλεται σε υπαιτιότητα τού εργοδότη, ο παθών δικαιούται αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις τού κοινού δικαίου (αρθρ. 297, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ). 
 
Υποσημειώσεις.

(παρ. 3) Κ. Παπαδημητρίου, Η συνταγματική προστασία τής προσωπικότητας τών εργαζομένων, Σύνταγμα και Εργασιακές σχέσεις, Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΔΕΚΑ, 1987, σελ. 99.
(παρ. 4) ΑΠ 888/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 5) Άρθρ.43 παρ. 2 Ν. 3850/10 και αρθρ. 8 παρ. 2 ΠΔ 17/96.
(παρ. 6) Υποχρέωση χρησιμοποίησης τών υπηρεσιών τεχνικού ασφαλείας έχουν όλες οι επιχειρήσεις που απασχολούν έστω και έναν (1) εργαζόμενο, ενώ υποχρέωση χρησιμοποίησης υπηρεσιών ιατρού εργασίας έχουν όλες οι επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από πενήντα (50) εργαζομένους.
(παρ. 7) Στο αρθρ. 2 τού ειδικού Νόμου 551/15 αναφέρονται μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις οικοδομικών και τεχνικών έργων, βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, εργαστήρια, συνεργεία, επιχειρήσεις μεταφοράς, φορτώσεων-εκφορτώσεων, αποθηκεύσεων, ορυχεία, λατομεία, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις στις οποίες κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικές ή τοξικές ύλες, καθώς και οι εν γένει επιχειρήσεις στις οποίες γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων.
(παρ. 8) ΣτΕ 2524/05, ΣτΕ 3728/03, ΣτΕ 3833/01, ΣτΕ 5847/95, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 9) ΣτΕ 5025/97, σύμφωνα με την οποία τα ξενύχτια συνιστούν τις συνήθεις δυσμενείς συνθήκες παροχής εργασίας τού ναυτικού επαγγέλματος, οι οποίες δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση τού ναυτικού εργατικού ατυχήματος.
(παρ. 10) ΣτΕ 3280/92, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 11) ΑΠ 888/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 12) ΑΠ 704/15, ΑΠ 485/15, ΑΠ 174/15, ΑΠ 813/14, ΑΠ 615/11, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 13) Α. Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, τ.1, 2009, σελ. 172 και Γ. Λεβέντης, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 624 επ.
(παρ. 14) Κ. Παπαδημητρίου. Η απώλεια τών σημείων ισορροπίας και η αποδόμηση στις συλλογικές εργασιακές σχέσεις υπό το φως τών ρυθμίσεων τών Ν. 4024/11 και 4046/12, ΕΕργΔ, 2012, σελ. 708.
(παρ. 15) Σύμφωνα με το αρθρ. 8 παρ. 2 εδ. στ΄ ΠΔ 369/89, η γνωμοδότηση για την κύρωση κανονισμού εργασίας επιχειρήσεων (εκτός από εκείνες που υπάγονται στον Δημόσιο Τομέα), η γνωμοδότηση για την έγκριση ή απόρριψη παραπόνων Οργανώσεων κατά διατάξεων τών κανονισμών, καθώς και η κύρωση τού κανονισμού γίνονται κατά τη διαδικασία τού ΝΔ 3789/57, ενώ αίτηση για την κύρωση κανονισμού εργασίας υποβάλλεται ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής Εργασίας.
(παρ. 16) Κουκιάδης Ι. Εργατικό Δίκαιο - Συλλογικές εργασιακές σχέσεις, 2013 σελ. 682.
(παρ. 17) Στο αρθρ. 15 Ν. 551/15 προβλέπεται ότι «οι κατά τον παρόντα νόμο απαιτήσεις ούτε συμψηφίζονται, ούτε κατάσχονται, ούτε εκχωρούνται, πάσα δε κατάσχεση ή εκχώρηση είναι αυτοδικαίως άκυρη». Υπό το φως τών διατάξεων τού ΚΠολΔ, η αξίωση αποζημίωσης τού εργαζομένου κατά τις διατάξεις τού ειδικού αυτού νόμου κατατάσσονται προνομιακά σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τού εργοδότη, στον πίνακα τών δανειστών. Συγκεκριμένα, στο αρθρ. 975 τού ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου από το αρθρ. 1 αρθρ. όγδοο παρ. 2 τού Ν.4335/15 και ισχύει σήμερα, στην τάξη τών γενικών προνομίων κατατάσσονται «οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας…», περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, και τών αποζημιώσεων εξ αδικοπραξίας, τής χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, τών απαιτήσεων τών μελών τής οικογένειας τού θύματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτά υπέστησαν, συνεπεία θανάτου συγγενούς τους, λόγω εργατικού ατυχήματος κατά την έννοια τού Ν. 551/15.
(παρ. 18) ΑΠ 190/60 ΝοΒ 8/ 916.
(παρ. 19) ΑΠ 787/77 ΝοΒ 26/500, 201/59 ΝοΒ 7/715, ΑΠ 205/74 ΝοΒ 22/1156.
(παρ. 20) Με αναγγελία εξομοιούται κάθε αίτηση ή δήλωση που υποβάλλεται σε Υπηρεσία τού ΙΚΑ, εφόσον σ’ αυτήν μνημονεύεται συγκεκριμένο ατύχημα και ταυτόχρονα περιγράφονται τα εξωτερικά στοιχεία και περιστατικά που το συνιστούν.
(παρ. 21) Νομότυπη θεωρείται η αναγγελία τού ατυχήματος σε Ελληνικό Προξενείο, προκειμένου για εργατικά ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό, με την προϋπόθεση όμως ότι η αναγγελία περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να διαβιβασθεί στο αρμόδιο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, δεν αρκεί δε η απλή ειδοποίηση ή αυτεπάγγελτη γνώση τού ατυχήματος από το Προξενείο (υπ’ αριθμ. 45/24-6-2010 εγκύκλιος ΙΚΑ).
(παρ. 22) Σε περίπτωση ναυτικού εργατικού ατυχήματος, ο πλοίαρχος καταχωρεί το συμβάν στο ημερολόγιο τού πλοίου και σε ειδικό έντυπο που χορηγεί το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
(παρ. 23) Βλ. υπ’ αριθμ. 45/24-6-2010 Εγκύκλιο ΙΚΑ (ΔΕΝ 2015 σελ.1245). Ακόμη, στο άρθρο 2 τής υπ’ αριθμ. 57440/1938 απόφασης τού Υπουργού Εργασίας «Περί εγκρίσεως κανονισμού και ασφαλιστικής αρμοδιότητας και διαδικασίας απονομής τών παροχών τού ΙΚΑ» προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις που είτε η νοσηλεία τού παθόντος ασφαλισμένου είτε η προς παροχή επιδόματος ασθένεια παρατείνεται πέραν τών δεκαπέντε (15) ημερών, η απόφαση τού διευθυντή υποβάλλεται στην ΤΔΕ, η οποία αποφαίνεται οριστικά περί τής υπάρξεως ή μη εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας. Η τυχόν απορριπτική απόφαση τής επιτροπής δεν έχει αναδρομική ισχύ.
(παρ. 24) Yπ’ αριθμ. 205392/Φ3/9-4-80 γεν. έγγραφο ΙΚΑ.
(παρ. 25) Μετά την πάροδο τών προθεσμιών αυτών, τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές αρχές περί ανωτέρας βίας, οπότε, σε περίπτωση συνδρομής περιστατικών που επάγονται απόλυτη αδυναμία τού υπόχρεου να υποβάλει, ο ίδιος ή δι’ άλλου προσώπου, τη δήλωση περί ατυχήματος, οι ως άνω προθεσμίες αναστέλλονται (ΣΤΕ 1145/05). Εξάλλου συγχωρείται η, κατά παρέκκλιση από τις ως άνω προθεσμίες, δήλωση εργατικού ατυχήματος, εάν οι εκ τούτου δυσμενείς συνέπειες επί τής υγείας τού ασφαλισμένου εμφανισθούν βραδύτερα και δη μετά την παρέλευση τών προθεσμιών τούτων. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία αναγγελίας τού ατυχήματος αρχίζει από τότε που θα καταστούν εμφανείς οι εκ τούτου δυσμενείς συνέπειες επί τής υγείας τού ασφαλισμένου (ΣΤΕ 196/91).
(παρ. 26) Παράλειψη τού γιατρού να αναγγείλει το εργατικό ατύχημα θεωρείται δεοντολογικό παράπτωμα που συνεπάγεται την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο τού οικείου Ιατρικού Συλλόγου, για την επιβολή κυρώσεων.
(παρ. 27) Παράλειψη τού υπαλλήλου τού ΙΚΑ - ΕΤΑΜ θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα (ΓΕ 172700-8-7-77).
(παρ. 28) Η προθεσμία αναγγελίας για γιατρούς και υπαλλήλους τού ΙΚΑ είναι 24 ωρες από τότε που έλαβαν γνώση.
(παρ. 29) ΤριμΔιοικΠρωτΑθηνών 1448/11, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 30) ΣΤΕ 1411/76, ΣΤΕ 514, 515/72 και υπ’ αριθμ. 98/09 γνωμοδότηση τού ΝΣΚ.
(παρ. 31) Βλ. αρθρ. 35 παρ. 1 περ. δ΄ Ν. 1846/51.
(παρ. 32) Κατά τις διατάξεις τού αρθ. 8 παρ. 5 ΑΝ 1846/51, εργοδότες θεωρούνται κατ’ αρχήν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου) για λογαριασμό τών οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση τού ΙΚΑ πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους (περ. α΄). Ειδικά, όμως, για οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται με μεσολάβηση τρίτων προσώπων (μηχανικών, εργολάβων, υπεργολάβων) ως εργοδότες θεωρούνται, για μεν την καταβολή τών προς το ΙΚΑ οφειλομένων εισφορών (εργοδοτικών) οι κύριοι τών κτισμάτων που ανεγείρονται, συμπληρώνονται, μεταρρυθμίζονται ή κατεδαφίζονται, για δε την εφαρμογή τής παρ. 9 τού αρθρ. 26 (εφοδιασμός με ασφαλιστική ταυτότητα, τήρηση καταστάσεων κ.λπ.) και οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι με τους οποίους οι εργαζόμενοι έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών, ως εργοδότης, από την άποψη τής εφαρμογής τών διατάξεων τού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, θεωρείται τόσο ο κύριος τού έργου (πλασματικός εργοδότης) όσο και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (μηχανικός, εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο (ΑΠ 182/15). Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 3 και 5 τού Ν. 1396/83, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος τού έργου, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τμήμα του. Ως εκ τούτου ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση τού έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για τη λήψη και τήρηση τών μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως τού τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή ακόμη και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη τού τμήματος αυτού. Τούτο διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις τού Ν. 1396/83, για τη λήψη και τήρηση τών μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση τής εκτελέσεως τμήματος τού έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου τού υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση τών παραπάνω μέτρων (ΑΠ 1210/06), δεδομένου ότι οι οικείες διατάξεις τού ΠΔ 778/80 (Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα) και τού Ν. 1396/83 (Μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών) είναι δημοσίας τάξεως και κάθε συμφωνία περί απαλλαγής από τής ευθύνης τών υπευθύνων για την τήρηση τών καθοριζομένων από αυτές μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών είναι άκυρη. Περαιτέρω, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 τού ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς τού εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επεφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη τής εκτελέσεως τού έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 876/14, 797/14, 179/15).
(παρ. 33) Κατά την έννοια τής διατάξεως τού άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση τής υπηρεσίας που τού ανέθεσε. Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση τού τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση τής υπό διεκπεραίωση υποθέσεως τού προστήσαντος. Αν με τη βούληση τού προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση τής υποθέσεως τού προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες τών υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές γι’ αυτούς (ΑΠ 797/14, ΑΠ 1021/12).
(παρ. 34) ΑΠ 888/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 35) Σύμφωνα με τη διάταξη τού άρθρου 914 ΑΚ, προϋποθέσεις τής ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα τού υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση τής αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο τής πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ τής πράξης ή τής παράλειψης και τής επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι τού ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη τού ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία τών πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 179/15).
(παρ. 36) Αγωγές με τις οποίες διώκεται αποζημίωση εργαζομένου από εργατικό ατύχημα δεν υποβάλλονται σε τέλος δικαστικού ενσήμου. Το ίδιο εφαρμόζεται για την ταυτότητα τού νομικού λόγου και στις αξιώσεις επί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, Λεβέντης - Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό δίκαιο 2011, σελ. 822 - 823.
(παρ. 37) Με τον Ν. 1305/83 επεκτάθηκε η ασφάλιση τού ΙΚΑ σε όλες τις περιοχές τής Χώρας. Ήδη το ΙΚΑ έχει ενσωματωθή στο ΕΦΚΑ (Ν. 4387/16 - ΔΕΝ 2016 σ. 578 επ.).
(παρ. 38) Σύμφωνα με τις διατάξεις τών αρθρ. 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 ΑΝ 1846/51 σε συνδυασμό με το αρθρ. 16 παρ. 1 Ν. 551/15.
(παρ. 39) ΑΠ 182/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 40) ΑΠ 888/15, ΑΠ 1778/12, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 41) ΑΠ 18/08, ΑΠ 1778/12, ΑΠ 888/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 42) Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΚ 914, 922 και 932 ΑΚ), δηλ. απαιτείται πταίσμα τού εργοδότη ή τών προστηθέντων του, που μπορεί να συνίσταται και σε οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο στην μη τήρηση τών κανονισμών ασφαλείας.
(παρ. 43) ΑΠ 876/14, ΑΠ 19/14, ΑΠ 412/08, ΑΠ 80/16, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 44) ΑΠ 1117/86, ΑΠ 139/14, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 45) ΑΠ 1117/86, ΑΠ 876/14, ΑΠ 938/13, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
(παρ. 46) Το συντρέχον πταίσμα τού εργαζομένου λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για τον καθορισμό τού ποσού τής χρηματικής ικανοποίησης ανεξαρτήτως τής συνδρομής τών προϋποθέσεων τού αρθρ. 16 Ν. 551/15, οι οποίες αναφέρονται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία. Το αρθρ. 300 ΑΚ εφαρμόζεται και στην περίπτωση ζημίας από αδικοπραξία (914 ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της. Έτσι, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, το ίδιο δε ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του (ΑΠ 1515/07), Γ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ, σελ. 1841 - 1842.
(παρ. 47) ΑΠ 729/15, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 300 ΑΚ παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια, αξιολογώντας τις συνθήκες εκάστης περιπτώσεως, είτε να παράσχει πλήρη αποζημίωση στον ζημιωθέντα εργοδότη, όταν η ζημία προκλήθηκε από δόλο τού εργαζομένου, είτε να επιμερίσει τη ζημία, είτε και να απαλλάξει πλήρως τον εργαζόμενο από την ευθύνη, αν η ζημία οφείλεται σε ελαφρά ή ιδιαίτερα ελαφρά αμέλεια.
(παρ. 48) Λεβέντης - Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό δίκαιο 2011, σελ. 817 και ΕφΑθ 6261/98, ΕΕργΔ 1999,78. Βλ. και ΔΕΝ 2014, τεύχος 1653 σ. 1105 επ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...