Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Χρέη σε Δ.Ο.Υ, υπερχρεωμένα φυσ. πρόσωπα. Αοριστία. Ανειλικρινής δήλωση περιουσίας. Περίοδος χάριτος.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Αντισυνταγματικότητα υπαγωγής των οφειλών προς την Δ.Ο.Υ. στις διατάξεις του Ν.3869/2010, λόγω αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 Ν.3869/2010, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.4336/2015, καθώς εισάγει ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του πολίτη από φόρους τους οποίους υποχρεούται να καταβάλλει, την ιδιότητα του αιτούντος την απαλλαγή από τον φόρο ως οφειλέτη προς ιδιώτη πιστωτή και, πιο συγκεκριμένα, ως οφειλέτη έναντι τραπεζικής εταιρείας.

Η ως άνω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ισότητας του φόρου, καθώς δεν επιβάλλει ενιαία φορολογική μεταχείριση σε πολίτες, οι οποίοι βρίσκονται στην αυτή προσωπική, οικογενειακή και εισοδηματική κατάσταση, αλλά θέτει αδικαιολόγητα όσους υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη σε οικονομική κατάσταση ευνοϊκότερη από αυτήν των άλλων φορολογουμένων. Εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη. Εφόσον η ύπαρξη αυτού ευκρινώς προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον οφειλέτη λοιπά έγγραφα που καταθέτει στην γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, ή αν η παράλειψή του αυτή δεν είναι ικανή να μειώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, τότε η αίτησή του δεν κρίνεται απορριπτέα λόγω παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. 
  
Ειρηνοδικείο Πειραιά 120/ 2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας) Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Ιάκωβο Γ. Απέργη.

Από την γενική αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρ. 4 παρ. 1 Συντ., αντλούνται τρία διακριτά κανονιστικά προτάγματα: α) η αξίωση για ισονομία, δηλαδή η ίση εφαρμογή των Νόμων σε όλους, β) η αξίωση για ρύθμιση γενική και αφηρημένη και γ) η αξίωση για ίση μεταχείριση όλων των όμοιων περιπτώσεων από το Νομοθέτη. Συνεπώς, η αρχή της ισότητας δεσμεύει και τον ίδιο το Νομοθέτη, η μη συμμόρφωση του οποίου ελέγχεται δικαστικά, καθώς με το άρθρ. 4 παρ. 1 Συντ. θεμελιώνεται όχι μόνον η ισότητα των πολιτών απέναντι στο Νόμο, αλλά και η ισότητα του Νόμου απέναντι στους πολίτες. Κατά τον δικαστικό αυτόν έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων, και όχι έλεγχος των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, δεν εξετάζεται η σκοπιμότητα θέσπισης μιας διάταξης Νόμου, αλλά εξετάζεται από τα Δικαστήρια, αυστηρώς και μόνον, η παραβίαση των ορίων που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την έκδηλη άνιση μεταχείριση με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεόμενου με αξιολογικά κριτήρια (βλ. Κοφίνης στο Συλλογικό Έργο ‹‹Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία››, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σελ. 54-55 και Χρυσόγονος ‹‹Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα››, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 117-118 και 120).

Περαιτέρω, δημόσια βάρη είναι οι άνευ ειδικού ανταλλάγματος χρηματικές παροχές των ιδιωτών προς το Κράτος. Από την διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ. συνάγεται ότι οι φορολογικοί νόμοι δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένους πολίτες ή κατηγορίες πολιτών. Η αρχή της φορολογικής ισότητας, που καθιερώνεται στο αμέσως ανωτέρω άρθρο, επιβάλλει την όμοια φορολογική μεταχείριση ατόμων που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες οικονομικές συνθήκες (οριζόντια φορολογική ισότητα) και την ανόμοια μεταχείριση εκείνων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες (κάθετη φορολογική ισότητα), έτσι ώστε να μην είναι συνταγματικά ανεκτή ούτε η άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων ούτε η ίση μεταχείριση ανόμοιων (βλ. Γκέρτσος στο Συλλογικό Έργο ‹‹Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία››, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σελ. 1210 και Φινοκαλιώτης ‹‹Φορολογικό Δίκαιο››, εκδ. Σάκκουλα, 1999, σελ. 140). Η ίδια ως άνω διάταξη προσδιορίζει τι μπορεί, αλλά και τι πρέπει να αποτελεί κριτήριο διαφορετικής μεταχείρισης και τούτο είναι οι δυνάμεις, δηλαδή οι οικονομικές δυνατότητες του πολίτη. Στο κριτήριο αυτό θα μπορούσαν να προστεθούν και ορισμένα άλλα, που ρητά και με σαφήνεια προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα, όπως η προστασία της οικογένειας, των αναπήρων, πασχόντων και απόρων και η φροντίδα για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από όσους την στερούνται (άρθρ. 21 Συντ.), καθώς και η προαγωγή της οικονομίας ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών (άρθρ. 106 παρ. 1 Συντ.). Ειδικότερα, μάλιστα, από την υποχρέωση του Κράτους για περίθαλψη των απόρων μπορεί να συναχθεί έμμεσα επιχείρημα υπέρ της φοροαπαλλαγής ενός ελάχιστου ορίου συντήρησης. Εξάλλου, ο συνταγματικός Νομοθέτης, συμπληρώνοντας την ανωτέρω αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, ορίζει στην διάταξη του άρθρ. 78 παρ. 1 Συντ. τα στοιχεία από τα οποία, και μόνον, μπορεί να τεκμαρθεί φοροδοτική ικανότητα (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες και συναλλαγές, βλ. Κοφίνης ό.π., σελ. 66, Γκέρτσος ό.π. σελ. 1210 και Φινοκαλιώτης- Μπάρμπας ‹‹Δημόσια Οικονομικά Φόροι-Δημόσια Δάνεια››, εκδ. Σάκκουλα, 2001, σελ. 64-65). Ωστόσο, άλλα κριτήρια, εκτός από αυτά, δεν μπορούν να αποτελέσουν θεμιτό λόγο διαφορετικής μεταχείρισης, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρ. 4 Συντ. θα έχανε, μέσω της ερμηνείας της, το ιδιαίτερο κανονιστικό της περιεχόμενο. Συνεπώς, οι φορολογικές απαλλαγές, έστω κι αν κρίνονται θεμιτές, δεν παύουν να συνιστούν εξαίρεση από τον κανόνα της ισότητας στα δημόσια βάρη και, συνεπώς, οφείλουν να ερμηνεύονται στενά, καθώς μόνο συγκεκριμένη ρητή συνταγματική πρόβλεψη θα μπορούσε να τις δικαιολογήσει (βλ. Χρυσόγονος ό.π., σελ. 142-144). Εξάλλου, το ποσό των μηνιαίων δόσεων δανειολήπτη έναντι τραπεζικής εταιρείας προς εξυπηρέτηση δανειακών του υποχρεώσεων δεν προαφαιρείται από το εισόδημά του, αλλά, απλώς, συνεκτιμάται ως επιπλέον βιοτική του ανάγκη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του και των συνθηκών διαβίωσής του (βλ., ενδεικτικά, ΜΠρΑθ 3272/2016 αδημ.). Προς τούτο, δηλώνεται ετησίως στο Ε-1 που υποβάλλει κάθε φορολογούμενος, και δη στους κωδικούς 727-728 (δαπάνη για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων οποιασδήποτε μορφής) του Πίνακα 5 παρ. 2 (Προσδιορισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης). Με την παρ. 2 του άρθρ. 1 Ν.3869/2010, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.4336/2015, στο πεδίο εφαρμογής του Ν.3869/2010 περιλαμβάνονται και οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, αρκεί οι οφειλές αυτές να συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές, δηλαδή, κατά κύριο λόγο, με οφειλές προς τράπεζες.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 11 Ν. 3869/ 2010, εφόσον ο οφειλέτης καταβάλλει το σύνολο των δόσεων που ορίζονται στο πλαίσιο των παρ. 2 του άρθρ. 8 και παρ. 2 του άρθρ. 9 Ν.3869/2010, θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των οφειλών του, ανεξαρτήτως του ύψους τους, διασώζοντας τόσο το ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία του, όσο και λοιπά περιουσιακά του στοιχεία, η εκποίηση των οποίων δεν κρίθηκε απαραίτητη από το αρμόδιο Δικαστήριο (λ.χ. αυτοκίνητα, δυσχερώς ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως ποσοστά επί αγροτεμαχιών κλπ). 
Ωστόσο, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 1 Ν.3869/2010, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, είναι προδήλως αντισυνταγματική, καθώς εισάγει ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του πολίτη από φόρους τους οποίους υποχρεούται να καταβάλλει, την ιδιότητα του αιτούντος την απαλλαγή από τον φόρο ως οφειλέτη προς ιδιώτη πιστωτή και, πιο συγκεκριμένα, ως οφειλέτη έναντι τραπεζικής εταιρείας. Το κριτήριο αυτό δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό, καθώς δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά που μπορούν να αποτελέσουν λόγο διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης. Επιπλέον, η με τον οριζόμενο στο Ν.3869/2010 απαλλαγή του αιτούντος από τις φορολογικές του υποχρεώσεις δεν γίνεται στην βάση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, αλλά εντελώς αυθαίρετων. Τέλος, η διάταξη αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητος του φόρου, καθώς δεν επιβάλλει ενιαία φορολογική μεταχείριση σε πολίτες οι οποίοι βρίσκονται στην αυτή προσωπική, οικογενειακή και εισοδηματική κατάσταση, αλλά θέτει αδικαιολόγητα όσους υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη σε οικονομική κατάσταση ευνοϊκότερη από αυτήν των άλλων φορολογουμένων (βλ. ΕιρΑθ 1588/2016 αδημ.).

Πιο συγκεκριμένα, ο αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/ 2010 θα δύναται να απαλλαγεί ακόμα και σχεδόν από το σύνολο του αναλογούντος σε αυτόν φόρου, σε αντίθεση με τον πολίτη που βρίσκεται σε όμοια εισοδηματική, περιουσιακή και οικογενειακή κατάσταση με τον αιτούντα την υπαγωγή στο Ν.3869/2010, πλην όμως δεν οφείλει χρηματικά ποσά εκ δανείων που τυχόν συνήψε με τραπεζικές εταιρείες και ο οποίος θα κληθεί να καταβάλλει το συνολικό ποσό του αναλογούντος σε αυτόν φόρου με τις τυχόν προασαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τον επιβαρύνουν. Επιχείρημα υπέρ της συνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης δεν δύναται να εξαχθεί από το άρθρ. 102 ΠτωχΚ, κατά το οποίο το Δημόσιο μπορεί να συναινεί σε μείωση των απαιτήσεών του κατά του οφειλέτη με τους ίδιους όρους που θα μείωνε τις απαιτήσεις του υπό τις αυτές συνθήκες και ιδιώτης δανειστής (και, πλέον, μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 παρ. 4 Ν.4446/2016, να συναινεί στη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης, υπογράφοντας τη συμφωνία με τους ίδιους όρους που θα συναινούσε υπό τις αυτές συνθήκες ιδιώτης πιστωτής), καθώς: α) στην πτώχευση εμπόρου εκποιείται το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων, της κύριας κατοικίας του συμπεριλαμβανομένης (βλ. άρθρ. 16 παρ. 1 ΠτωχΚ), στην δε διαδικασία εξυγίανσης δεν υφίσταται πρόβλεψη αντίστοιχη της παρ. 2 του άρθρ. 9 Ν.3869/2010 και β) η ανωτέρω αναφερόμενη συναίνεση του Δημοσίου δεν είναι απότοκος δικαστικής απόφασης αμέσως εκτελεστής, αλλά εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια? το δε Δημόσιο, προκειμένου να συναινέσει, λαμβάνει υπόψη την εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη του, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στις διαδικασίες του Ν.3869/2010, και δη όταν η υπόθεση έχει εισαχθεί στο ακροατήριο προς συζήτηση, μετά την αποτυχία του προδικαστικού συμβιβασμού. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του ΠτωχΚ θεσπίστηκε, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Ν.3588/2007, προκειμένου να είναι ευχερής η αποτελεσματικότερη σύναψη συμφωνίας, δηλαδή πρόκειται για διάταξη που θεσπίστηκε με γνώμονα και την δραστικότερη προάσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Αντιθέτως, ο Ν.4336/2015, ο οποίος επέφερε την ανωτέρω τροποποίηση στο άρθρ. 1 παρ. 2 Ν.3869/2010, δεν συνοδεύεται από Αιτιολογική Έκθεση.

Η αιτούσα, με την κρινομένη αίτησή της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ’ ων, ζητά, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, και αφού ληφθούν υπόψη η προσωπική, περιουσιακή και εισοδηματική της κατάσταση, τη ρύθμιση των οφειλών της, σε συνδυασμό με την διάσωση του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της, και την απαλλαγή της από τα χρέη. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση αρμόδια κατ’ άρθρ. 3 Ν.3869/2010 φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αυτού στην περιφέρεια αρμοδιότητος του οποίου βρίσκεται η κατοικία της αιτούσας, κατά την διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ), αφού δεν επετεύχθη Προδικαστικός Συμβιβασμός, αλλά, αντιθέτως, χορηγήθηκε Προσωρινή Διαταγή (βλ. την από 06ης-06- 2016 Προσωρινή Διαταγή της κας Ειρηνοδίκου Πειραιά, σε συνδυασμό με τις από 12ης-02-2016 Απόψεις-Δήλωση που υπέβαλε το δεύτερο καθ’ ου). Εξάλλου, δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της ίδιας αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της σε έτερο Ειρηνοδικείο της Χώρας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές της, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 Ν.3869/2010 (βλ. το από 22ας-06-2016 με αριθμ. πρωτ. 439γ/2016 Έγγραφο του Τμήματος Εκουσίας (Ν.3869/2010) του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Γίνεται μνεία ότι προσκομίζεται Υπεύθυνη Δήλωση της αιτούσας, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής της από το Α.Τ. Δραπετσώνας, περί της ορθότητας και πληρότητας της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, της κατάστασης των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και περί μη μεταβίβασης κανενός εμπραγμάτου δικαιώματός της επί ακινήτου της κατά την τελευταία τριετία πριν την κατάθεση της κρινομένης αίτησης, που υποβλήθηκε, και δη εμπροθέσμως, στον φάκελλο που τηρείται στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη κατά τις διατάξεις του Ν.3869/2010, πλην των σε αυτήν αναφερόμενων οφειλών προς το δεύτερο καθ’ ου, λόγω αντίθεσης του άρθρ. 1 παρ. 2 Ν.3869/2010, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.4336/2015, στις διατάξεις των άρθρ. 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 Συντ., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στις ρυθμίσεις του ανωτέρω Νόμου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αίτηση η προσωπική, επαγγελματική, εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση της αιτούσας, το ύψος των μηνιαίων βιοτικών της αναγκών, καθώς και όλα τα στοιχεία που περιέχονται στο άρθρ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, συμπεριλαμβάνεται δε η κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της. Ως εκ τούτου, η αίτηση είναι αρκούντως ορισμένη, αφού στην αίτηση αυτήν περιλαμβάνονται όλα τα κατά Νόμο απαιτούμενα στοιχεία, ενώ δεν απαιτείται να περιέχονται και άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων, η κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων της αιτούσας κατά τον χρόνο δανεισμού της, η αιτία του δανεισμού αυτού και οι μηνιαίες δόσεις που κατέβαλλε, όπως και το πώς περιήλθε αυτή σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, τα οποία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης, αλλά ζητήματα κρίσης κατόπιν απόδειξης (βλ. ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ Τόμος 36 σελ. 1601-1602, Αιτιολογική Έκθεση Ν.3994/2011 ο οποίος αντικατέστησε το άρθρ. 236 ΚΠολΔ, ΜΠρΗρακλείου 21/2013 ΕΔΥΠ 1/2014 σελ. 17 επ., ΜΠρΑλεξανδρούπολης 190/2012, ΜΠρΠειρ 141/2014, ΕιρΠειρ 60/2012, ΕιρΑκράτας 7 και 8/2012 αδημ., ΕιρΝικαίας 39/2012 ΝοΒ 2012/1444, ΕιρΚορίνθου 67/2012 Α’ Δημοσίευση NOMOS, Βενιέρης-Κατσάς «Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 Για Τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 137 και Εισήγηση Αθ. Κρητικού με τίτλο «Αοριστία της κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010» στο από 28ης- 30η/01/2013 Σεμινάριο ΕΣΔΙ με θέμα «Ζητήματα Ερμηνείας και Εφαρμογής των Νόμων α) 3869/2010 και β) 4055/2012 αρμοδιότητας Ειρηνοδικείων», σελ. 8-10). Σημειώνεται ότι το κατά πόσον η αιτούσα πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010 και, σε περίπτωση που η αίτηση γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, το ποια είναι η μηνιαία δόση που αυτή θα κληθεί να καταβάλει, αφού πρώτα αφαιρεθεί από το μηνιαίο εισόδημά της το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών της αναγκών, είναι ζητήματα ουσίας που θα τα κρίνει το Δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας.
Επομένως, η κρινομένη αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, και δη ερήμην της πρώτης των καθ’ ων, αφού, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. 11.793Β’/15-12-2015 Έκθεση Επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Άννας- Μαρίας ΑΝΤΩΝΕΛΑΚΗ, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησής της με Πράξη Ορισμού Δικασίμου και Κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτήν, η οποία δεν παραστάθηκε κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό ειδικό πινάκιο. Συνεπώς, πρέπει να δικασθεί ερήμην και η συζήτηση της ανωτέρω υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρ. 754 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την Αιτιολογική Έκθεση Ν.4335/2015, που τροποποίησε τον ΚΠολΔ, σελ. 35 αυτής, κατά την οποία ‹‹Σε περίπτωση όμως που δεν εμφανιστεί ο αιτών (ή τρίτος) ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος στη συζήτηση κανονικά, το δικαστήριο δεν ματαιώνει τη συζήτηση, αλλά εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν››, από την οποία συνάγεται ότι εκ παραδρομής αφαιρέθηκε η παρ. 2 του προϊσχύοντος άρθρ. 754 ΚΠολΔ? βλ. και άρθρ. 115 παρ. 2 ΚΠολΔ). 

Από την δέουσα εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της αιτούσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα Πρακτικά, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίστηκαν στον φάκελλο της κρινομένης υπόθεσης και τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται, άλλα εκ των οποίων μνημονεύονται ρητά στην παρούσα και άλλα όχι, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αλλά και από την όλη εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε στις 02-11-1954, ήταν παντρεμένη από 30ης- 06-1974 με τον ... γεννηθέντα στις 09-04-1940, ο οποίος απεβίωσε στις 03-07- 2006 και από τον γάμο της αυτόν έχει αποκτήσει δύο τέκνα και δη: α) την ............... του ........, γεννηθείσα στις 10-12-1974 και β) τον .............. του .........., γεννηθέντα στις 31-08-1981. Η ίδια είναι συνταξιούχος και λαμβάνει καθαρές μηνιαίες συντάξιμες απολαβές ύψους [125,05€ (σύνταξη τ.ΙΚΑ) + 322,95 (σύνταξη τ.ΟΑΕΕ)] 448,00€. Επιπλέον, λάμβανε ως μίσθωμα από ακίνητο του ισογείου της παρακάτω περιγραφόμενης οικοδομής, από 18ης-06-2015 το ποσό των 220,00 € και, πλέον, από τα μέσα του έτους 2016, λαμβάνει το ποσό των 200,00€, με αποτέλεσμα το καθαρό μηνιαίο εισόδημά της να ανέρχεται στο ύψος των (448,00€ + 200,00€) 648,00€. Περαιτέρω, οι καθαρές μηνιαίες απολαβές της αιτούσας ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, στο ποσό των: α) 791,21€ για το έτος 2012 (οικ. έτος 2013), β) 524,31€ για το έτος 2013 (οικ. έτος 2014), γ) 461,33€ για το έτος 2014 (οικ. έτος 2015, φορ. έτος 2014) και δ) 550,85€ για το έτος 2015 (οικ. έτος 2016, φορ. έτος 2015), όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα Ε-1 και Εκκαθαριστικά Σημειώματα - Πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου της Δ’ Δ.Ο.Υ. ......... των αντίστοιχων οικονομικών ετών. Εξάλλου, στην αιτούσα ανήκει, δυνάμει της με αριθμ. ....../22-12-1997 Γονικής Παροχής - Παρακράτησης Επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ................, μετά και τον θάνατο των γονέων της, το 100% της πλήρους κυριότητας επί διώροφης οικίας (ισογείου και πρώτου ορόφου), επιφανείας 106,00 τ.μ. του ισογείου, κτισμένου το έτος 1961, αποτελούμενου από 4 κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους και 119,00 τ.μ. του πρώτου ορόφου, κτισμένου το έτος 1971, αποτελούμενου από 5 δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, ευρισκομένης επί οικοπέδου κειμένου στην οδό ............. αριθμ. ... στον Πειραιά. Αναφορικά με το ανωτέρω ακίνητο δεν είναι συστημένη οριζόντια ιδιοκτησία. Ωστόσο, με δεδομένο ότι έκαστος όροφος είναι διαμορφωμένος σε αυτοτελή κατοικία, η αιτούσα εκμισθώνει τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω οικίας και εισπράττει το παραπάνω αναφερόμενο μίσθωμα. Ο πρώτος όροφος χρησιμεύει ως οικία της αιτούσας. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο η αιτούσα επιθυμεί να διασώσει από τη ρευστοποίηση ανέρχεται σε [63.107,10€ (ισόγειο) + 78.718,50€ (πρώτος όροφος)] 141.825,60€ και το 80% αυτής σε 113.460,48€.

Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμ. ..../20-12-2002 Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομίας της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, στην αιτούσα ανήκει το 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας (του έτερου 50% ανήκοντος στην αδερφή της, .............. συζ. ........ το γένος ............) επί αγροτεμαχίου προερχομένου από κατάτμηση μείζονος εκτάσεως, ευρισκομένου στην θέση ‹‹............›› του Δήμου ........., εκτός σχεδίου πόλεως, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, επιφανείας 286 τ.μ., που απέχει από την θάλασσα 330 μ., με Κ.Α.Ε.Κ. .........../ 0 / 0 του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται σε 3.680,82€ και του ανήκοντος στην αιτούσα ιδανικού μεριδίου σε 1.840,41€. Τέλος, η αιτούσα είναι ιδιοκτήτρια του με αριθμ. κυκλοφορίας ........... ΙΧΕ, μάρκας Toyota, μοντέλο Yaris, 998 κυβικών, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2001. Η εμπορική του ανωτέρω ΙΧΕ ανέρχεται σε 3.100,00€. Στην κρίση αυτή άγεται το παρόν Δικαστήριο εκτιμώντας το είδος του αυτοκινήτου, το έτος κατασκευής του, τα κυβικά εκατοστά του, αλλά και μετά από έρευνα στο διαδίκτυο σε ιστοσελίδες πώλησης αυτοκινήτων ίδιας μάρκας και αντίστοιχου έτους πρώτης κυκλοφορίας με το επίδικο (ενδεικτικά: www.car.gr). Η εκποίηση του ανωτέρω αγροτεμαχίου, όπως και του παραπάνω αναφερόμενου αυτοκινήτου, δεν κρίνεται απαραίτητη από το παρόν Δικαστήριο, καθώς, στο πλαίσιο των λοιπών ρυθμίσεων που θα επιβληθούν στην αιτούσα, θα εξοφληθεί το σύνολο της οφειλής της προς την πρώτη καθ’ ης πιστώτριά της. Σημειώνεται ότι το ανωτέρω αγροτεμάχιο δεν το συμπεριέλαβε η αιτούσα στην κρινομένη αίτησή της. Ωστόσο, το αγροτεμάχιο αυτό αναφερόταν στο Ε-9 που η αιτούσα προσκόμισε με την υποβολή της αίτησής της και αυτό περιλήφθηκε στον φάκελλο που τηρείται στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το Ν.3869/2010 αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος, χωρίς δόλο, περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ένας τέτοιος οφειλέτης, για να αξιωθεί των ρυθμίσεων του Νόμου, πρέπει να δηλώνει κατά τρόπο ειλικρινή τα ζητούμενα από το Νόμο στοιχεία? η δε ειλικρίνεια των στοιχείων αυτών είναι κρίσιμη και για τη στάση του Δικαστηρίου στην διαμόρφωση της απόφασής του. Τούτο ισχύει για την διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παρ. 1 του άρθρ. 4 Ν.3869/2010, όσο και για την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Πράγματι, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 10 Ν.3869/2010 ορίζει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει ειλικρινή δήλωση: α) για τα περιουσιακά του στοιχεία και β) για τα εισοδήματά του. Συνεπώς, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει εάν ο οφειλέτης αποκρύπτει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ώστε είτε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων, για να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, είτε να παρουσιάζει μειωμένα τα περιουσιακά του στοιχεία, για να αποφύγει τη ρευστοποίησή τους. Την παραβίαση αυτή μπορεί να την επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής εντός ενός έτους από τη στιγμή που πληροφορήθηκε την διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με την δηλωθείσα. Μολονότι ο Νόμος κάνει λόγο για ‹‹αίτηση›› του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι εάν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να υποβληθεί κατ’ ένσταση. Η ανειλικρίνεια ως προς τα δύο (υπό α’ και β’) στοιχεία αυτά, στην περίπτωση που γίνεται από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης και μπορεί να οδηγήσει στην έκπτωση του οφειλέτη από την διαδικασία. Η υπαιτιότητα αυτή του οφειλέτη έχει να κάνει με την από μέρους του απόκρυψη της υπάρχουσας περιουσιακής ή εισοδηματικής του κατάστασης. Εκ δόλου ενεργεί ο οφειλέτης όταν εν γνώσει του υποβάλλει ψευδή, δηλαδή μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, δήλωση, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Ελαφρά αμέλεια δεν βλάπτει. Για να επέλθουν οι δυσμενείς αυτές κυρώσεις σε βάρος του οφειλέτη, δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά του να έχει μειωθεί η ικανοποίηση των πιστωτών? αρκεί οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του να είναι πρόσφορες να μειώσουν την ικανοποίησή τους αυτήν (βλ. ΕιρΧανίων 262/2011, ΕιρΑθ 223/2011 αδημ. και ΕιρΘηβών 3/2013 Α’ Δημοσίευση NOMOS). Ωστόσο, στην περίπτωση που δεν αναφερθεί εκ παραδρομής περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, η ύπαρξη όμως του οποίου ευκρινώς προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον οφειλέτη λοιπά έγγραφα που καταθέτει στην Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου, ή αν η παράλειψή του αυτή δεν είναι ικανή να μειώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, τότε η αίτησή του δεν κρίνεται απορριπτέα λόγω παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Και τούτο, διότι η παράλειψη αυτή του οφειλέτη δεν είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, πρόσφορη να προκαλέσει οποιουδήποτε είδους βλάβη στους πιστωτές του.

Εν προκειμένω, η αιτούσα στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Ν.3869/2010 θα εξοφλήσει το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, η δε οφειλή της προς το δεύτερο καθ’ ου βρίσκεται, για τους λόγους που ανωτέρω εκτέθηκαν, εκτός ρυθμιστικού πεδίου του Ν.3869/2010, με αποτέλεσμα και αυτή να αποπληρωθεί στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω παράλειψη της αιτούσας, όπως και το ότι δεν αναφέρεται το με αριθμ. κυκλοφορίας ........... ΙΧΕ, 1.000 κυβικών, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2008, που για ένα μήνα ήταν στην ιδιοκτησία της αιτούσας κατά το έτος 2013, παρά το ασύνηθες του ανωτέρω γεγονότος, δεν αρκεί για να μειώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών της, απορριπτομένης, για τους ανωτέρω λόγους, της νομίμως υποβληθείσας ένστασης ανειλικρινούς δήλωσης ως ουσία αβάσιμης. Άλλο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο δεν διαθέτει η αιτούσα. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινομένης αίτησης η αιτούσα δανείσθηκε από την πρώτη καθ’ ης πιστώτριά της και οφείλει σε αυτή συνολικά το ποσό των 40.957,87€.

Συγκεκριμένα, οφείλει: 1) εκ της με αριθμ. ... σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που συνήφθη στις 07-05-2009, για την βελτίωση και επισκευή της πρώτης κατοικίας της, ύψους 35.000,00 €, διάρκειας 12 ετών, το συνολικό ποσό των 29.173,34€ (ήτοι: κεφάλαιο: 28.953,65€ και τόκοι: 219,69€), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 71,23% επί της συνολικής της οφειλής. Προς εξασφάλιση της ανωτέρω δανειακής σύμβασης ενεγράφη επί του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας συναινετική προσημείωση υποθήκης α’ τάξεως μέχρι του ποσού των 42.000,00€. 2) Εκ της με αριθμ. ... σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που συνήφθη στις 18-06-2009, για την επισκευή της ανωτέρω κατοικίας, ύψους 12.000,00€, διάρκειας επίσης 12 ετών, οφείλει το συνολικό ποσό των 10.072,62€ (ήτοι: κεφάλαιο: 9.996,69€ και τόκοι: 75,93€), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 24,59% επί της συνολικής της οφειλής. Προς εξασφάλιση της ανωτέρω δανειακής σύμβασης ενεγράφη επί του ίδιου ακινήτου συναινετική προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 14.400,00€. Τέλος, 3) εκ της με αριθμ. λογ/σμού ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, η αιτούσα οφείλει το συνολικό ποσό των 1.711,91€ (ήτοι: κεφάλαιο: 1.431,65 € και τόκοι: 131,96€), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 4,18% επί της συνολικής της οφειλής. Κατά τον χρόνο χορήγησης των επίδικων δανείων, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας, λαμβανομένης υπόψη και της συνεισφοράς των τέκνων της, επαρκούσε για την κάλυψη των βασικών βιοτικών της αναγκών και για την αποπληρωμή της συνολικής ενήμερης μηνιαίας δόσης των επίδικων δανείων. Ωστόσο, εξ αιτίας της μείωσης της σύνταξής της, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας δεν επαρκεί πλέον για την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα αυτή να έχει περιέλθει από τα τέλη του έτους 2015 σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την πρώτη καθ’ ης πιστώτριά της. Η αδυναμία της είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο εισόδημα της η αιτούσα αδυνατεί και τις βασικές βιοτικές της ανάγκες να καλύπτει και τη μηνιαία δόση των επίδικων δανείων να αποπληρώνει.

Περαιτέρω, η αδυναμία της είναι μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του εισοδήματος της αιτούσας στο μέλλον, λόγω της ηλικίας της και ενόψει του ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Χώρα, δεν αναμένεται αύξηση των συντάξιμων αποδοχών της αιτούσας κατά τα προσεχή έτη. Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010 και δη: Ι) σε αυτήν του άρθρ. 8 παρ. 5 για μηδενικές μηνιαίες καταβολές από τα εισοδήματά της και ΙΙ) σε αυτήν του άρθρ. 9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της. Ως προς την υπό στοιχείο Ι) ρύθμιση σημειώνονται τα εξής: Οι μηνιαίες απολαβές της αιτούσας ανέρχονται στο ύψος των 648,00€. Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών μηνιαίων βιοτικών της αναγκών (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακινήσεις, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας, εκπαίδευσης, κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες) προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 650,00€, ενόψει του γεγονότος ότι η αιτούσα κατοικεί σε ιδιόκτητη οικία, συνεπώς δεν επιβαρύνεται με την καταβολή μηνιαίου μισθώματος. Το ανωτέρω ποσό είναι αυξημένο σε σχέση με το αναφερόμενο στην 1η Ομάδα Δαπανών της Έκθεσης περί Ευλόγων Δαπανών Διαβίωσης, δημοσιευθείσας στο taxheaven.gr, Πίνακας 1, αφενός μεν λόγω της περαιτέρω αύξησης του κόστους ζωής από τον χρόνο σύνταξής της, αφετέρου δε λόγω της ηλικίας της αιτούσας, σε κάθε δε περίπτωση, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας μετά βίας επαρκεί για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών της αναγκών.
Συνεπώς, βάσει όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, πρέπει να προσδιορισθούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τριετία, χωρίς να οριστεί νέα δικάσιμος, προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων της αιτούσας, για να καθοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές και να εκκαθαρισθεί οριστικά το θέμα της απαλλαγής της αιτούσας από τα χρέη της με την έκδοση οριστικής απόφασης. Εξάλλου, δεν θα οριστεί νέα δικάσιμος, προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων της αιτούσας για να καθοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές, αλλά θα εκκαθαρισθεί οριστικά το θέμα της απαλλαγής της από τα χρέη της με την έκδοση οριστικής απόφασης, καθώς το σύνολο των οφειλών εκ των επίδικων δανείων θα αποπληρωθεί στο πλαίσιο της ρύθμισης της παρ. 2 του άρθρ. 9 Ν.3869/2010. Ενόψει του ότι οι καταβολές που ορίστηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης από τα εισοδήματα της αιτούσας είναι μηδενικές και, ως εκ τούτου, δεν επέρχεται εξόφληση των απαιτήσεων της πρώτης καθ’ ης, η ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρ. 8 Ν.3869/2010, θα συνδυασθεί, ως ανωτέρω εκτέθηκε, με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ως προς την υπό στοιχείο ΙΙ) ρύθμιση σημειώνονται τα εξής: Η συνολική οφειλή της αιτούσας ανέρχεται στις 40.957,87€. Ενόψει του ότι όλα τα επίδικα δάνεια θα εξοφληθούν πλήρως στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Ν.3869/2010, λαμβανομένου υπόψη ότι το υπόλοιπό τους είναι μικρότερο του 80% της συνολικής αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, η αιτούσα θα καταβάλει στο πλαίσιο της ρύθμισης της παρ. 2 του άρθρ. 9 Ν.3869/2010 το ποσό των 40.957,87€ σε βάθος 15/ετίας, δηλαδή 180 μηνιαίες δόσεις από 227,54€ εκάστη δόση (ήτοι: 40.957,87€ δια 180 μήνες), αφού ελήφθη υπόψη από το παρόν Δικαστήριο η οικονομική δυνατότητα της αιτούσας, η ηλικία της, το είδος και ύψος των οφειλών της, καθώς και η ευθύνη που ανέλαβε εξ αυτών, όπως και η συμβατική διάρκεια των επίδικων δανείων. Εξάλλου, το ανωτέρω ποσό των 227,54 €, πέραν του ότι είναι εύλογο, αντιστοιχεί και στη μισθωτική αξία της κύριας κατοικίας της αιτούσας.

Περαιτέρω, πρέπει να δοθεί στην αιτούσα περίοδος χάριτος ενός έτους, ενόψει της σημερινής εισοδηματικής της κατάστασης και προκειμένου να αποπληρώσει τις οφειλές της στην Δ.Ο.Υ. ύψους 2.215,30€ και η ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν.3869/2010 να ξεκινήσει από το μήνα Μάρτιο του έτους 2018 και να διαρκέσει έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2033, των καταβολών λαμβανομένων χώρα εντός του πρώτου 10/ημέρου εκάστου μηνός. Η αποπληρωμή θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 υπο 2 εδ. β’ Ν.3869/2010, ως ίσχυε κατά την κατάθεση της κρινομένης αίτησης, οι απαιτήσεις της πρώτης καθ’ ης ικανοποιούνται σύμμετρα από τις καταβολές του οφειλέτη στις οποίες προβαίνει για να διασώσει την κύρια κατοικία του. Ως εκ τούτου, από το ποσό των 227,54€, το ποσό των 162,08€ θα διατίθεται για την εξυπηρέτηση του με αριθμ. 1) στεγαστικού δανείου της πρώτης καθ’ ης, αυτό των 55,95€ για την εξυπηρέτηση του με αριθμ. 2) στεγαστικού δανείου της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας και το ποσό των 9,51€ προς εξυπηρέτηση του με αριθμ. 3) καταναλωτικού δανείου και με τον τρόπο αυτόν επέρχεται ολική εξόφληση των απαιτήσεων της πρώτης καθ’ ης. 

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση σε σχέση με το δεύτερο των καθ’ ων ως μη νόμιμη και να γίνει εν μέρει δεκτή σε σχέση με την πρώτη των καθ’ ων ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά με την τήρηση των όρων της ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ.6 του Ν.3869/2010. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, επειδή η παρούσα δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 14 Ν.3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης των καθ’ ων και κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση ως προς το δεύτερο των καθ’ ων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση ως προς την πρώτη των καθ’ ων.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ κατά τρόπο οριστικό τα χρέη της αιτούσας, προσδιορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς την πρώτη καθ’ ης πιστώτριά της επί τριετία (3/ετία). 
ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση το ανήκον στην αιτούσα, δυνάμει της με αριθμ. ...../22-12-1197 Γονικής Παροχής - Παρακράτησης Επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ................., μετά και τον θάνατο των γονέων της, 100% της πλήρους κυριότητας επί διώροφης οικίας (ισογείου και πρώτου ορόφου), επιφανείας 106,00 τ.μ. του ισογείου, κτισμένου το έτος 1961, αποτελούμενου από 4 κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους και 119,00 τ.μ. του πρώτου ορόφου, κτισμένου το έτος 1971, αποτελούμενου από 5 δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, ευρισκομένης επί οικοπέδου κειμένου στην οδό ........... αριθμ. ...... στον Πειραιά.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αιτούσα να καταβάλλει, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, στην πρώτη καθ’ ης, εντός δεκαπενταετίας (15/ετίας), το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα επτά ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (40.957,87 €), ήτοι το ποσό των διακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (227,54 €) ανά μήνα και για δεκαπέντε (15) χρόνια, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας, αρχής γενομένης από το μήνα Μάρτιο του έτους 2018 έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2033, εκάστης καταβολής γενομένης εντός του πρώτου δεκαημέρου (10/ημέρου) κάθε μήνα, και δη εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...