Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ιατρική ευθύνη, δημόσιο νοσοκομείο, ηθική βλάβη, κριτήρια,

Περίληψη. Ευθύνη των νπδδ σε αποζημίωση. Προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης. Απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αιτιολογημένα επιδικάστηκε υπέρ της αιτούσης χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αφού ο θάνατος του συζύγου της λόγω πνευμονικής εμβολής οφειλόταν στη μη επίδειξη από τους ιατρούς του αναιρεσείοντος νοσοκομείου της δεούσης επιμελείας κατά την αντιμετώπιση των επιπλοκών στον ασθενή από τη μυελογραφία, στην οποία τον είχαν υποβάλει, και των παρενεργειών της, όπως όφειλαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Α', 2669/ 2015
 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ο. Ζύγουρα, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. 

3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …», στο δε άρθρο 106 αυτού ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995). Εξ άλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (Σ.τ.Ε. 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενεργείας ή παραλείψεως υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (Σ.τ.Ε. 332/2009 7μ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 266/2013).

4. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 13 του α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (Α΄ 16) ορίζεται ότι «Ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρηται τόσον εν τη ασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα» στο άρθρο 24 του ίδιου α.ν. ορίζεται ότι «Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών». Περαιτέρω, στο άρθρο 47 του ν. 2071/ 1992 (φ. 123 τ. Α΄) ορίζεται: «Τα δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς. 1. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα προσεγγίσεως στις υπηρεσίες του νοσομείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση της ασθενείας του. 2. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα της παροχής φροντίδας σ’ αυτόν με τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Αυτή η φροντίδα περιλαμβάνει όχι μόνο την εν γένει άσκηση της ιατρικής κα της νοσηλευτικής, αλλά και τις παραϊατρικές υπηρεσίες, την κατάλληλη διαμονή, την κατάλληλη μεταχείριση και την αποτελεσματική διοικητική και τεχνική εξυπηρέτηση. 3. ...».

5. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: O ..., ηλικίας 38 ετών, εισήχθη την 18-1-1994 στην ουρολογική κλινική του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, με δυσουρικά ενοχλήματα και άτυπα άλγη της κοιλιακής χώρας. Υπεβλήθη σε έλεγχο και διεπιστώθη (κατά το εξιτήριο της κλινικής) λιθίασις του αριστερού νεφρού. Ακολούθως, επειδή τα εμμένοντα ενοχλήματα δεν ερμηνεύονταν ως οφειλόμενα απολύτως στη λιθίαση, στις 25-1-1994 μετεφέρθη στο νευροχειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου. Στις 26-1-1994 υπεβλήθη σε μυελογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με χρήση του ακτινοσκιαγραφικού διαλύματος «Omnipaque», κατόπιν εντολής του Διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος, από ιατρούς του νοσοκομείου. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, επειδή το νοσοκομείο δεν διέθετε αξονικό τομογράφο, ο ασθενής μετεφέρθη με ασθενοφόρο σε ιδιωτικό διαγνωστικό ιατρικό κέντρο, όπου υπεβλήθη σε υπολογιστική (αξονική) τομογραφία της ίδιας περιοχής. Οι εξετάσεις έδειξαν οπίσθια και αριστερά κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου στο διάστημα Ο5-Ι1 και οπίσθια με δεξιά επιβάρυνση προβολή του μεσοσπονδυλίου δίσκου στο διάστημα Ο4-Ο5. Την επομένη της μυελογραφίας ο ασθενής παρουσίασε κεφαλαλγία, ιδιαίτερα στην όρθια θέση, και εμέτους, για την αντιμετώπιση των οποίων χορηγήθηκε κορτιζόνη και αντιεμετικά φάρμακα. Τα ενοχλήματα επέμεναν και στις 30-1-1994 προσετέθη αδυναμία και άτυπος τρόμος του αριστερού άνω άκρου, οπότε και στις 31-1-2004 εζητήθη η γνώμη ψυχιάτρου, ο οποίος θεώρησε ότι ήταν δυνατόν να οφείλονται σε σωματοτροπική νεύρωση. Την 1-2-1994 προς διευκρίνηση της αιτίας των συμπτωμάτων ο ασθενής υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία, όπως αναφέρεται στο φύλλο πορείας της νόσου, ήταν φυσιολογική. Την επομένη 2-2-1994 απεφασίσθη και επραγματοποιήθη η έξοδός του από το Νοσοκομείο με διάγνωση «δισκοκήλη Ο4-Ο5 δεξιά» και το σκεπτικό ότι η έξοδος «θα τον βοηθήσει και στην ψυχολογική του κατάσταση», ενώ συνεστήθη η επανεξέτασή του στις 4-2-1994 και του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή ταμπλέτες Mesulid. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (2-2-1994), περί ώρα 15.30 μ.μ., ο ασθενής μετεφέρθη σε κωματώδη κατάσταση μετά από γενικευμένη κρίση σπασμών που συνοδεύτηκε από δήξη γλώσσας και απώλεια ούρων στα εξωτερικά ιατρεία του Π.Γ. Νοσοκομείου Νίκαιας «Άγιος Παντελεήμων». Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα εξωτερικά ιατρεία ο ασθενής παρουσίασε δύο γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις με εστιακή έναρξη αριστερά. Του έγινε επείγουσα αξονική τομογραφία η οποία έδειξε αιμορραγικά στοιχεία του δρεπάνου του εγκεφάλου και του σκηνιδίου της παρεγκαφαλίδας, μικρή στικτή ενδοεγκεφαλική αιμορραγία με υπέρπυκνες στικτές περιοχές στη δεξιά βρεγματική χώρα, ισχαιμικό έμφρακτο της αριστεράς μετωπιαίας χώρας και ήπιο εγκεφαλικό οίδημα. Διεκομίσθη στο νευροχειρουργικό τμήμα. Την επομένη, 3-2-1994, κατά την οποία ο ασθενής παρουσίασε 2 γενικευμένες κρίσεις επιληψίας που ανατάχθηκαν με αντιεπιληπτική αγωγή, ενόψει της εικόνας μηνιγγοεγκεφαλίτιδας που παρουσίαζε, του έγινε οσφυονωτιαία παρακέντηση που έδειξε μικρού βαθμού αύξηση των λευκοκυττάρων, ενώ το υγρό εστάλη για εξέταση και στο Ινστιτούτο Παστέρ και στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών. Στις 4-2- 1994 ο ασθενής συνοδευόμενος από γιατρό υπεβλήθη στο Ειδικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Αθηνών «..........» σε μαγνητική αγγειογραφία εγκεφάλου, τα ευρήματα της οποίας απέκλειαν χειρουργική πάθηση και ήσαν συμβατά με εγκεφαλίτιδα. Ο ασθενής τις επόμενες μέρες παρουσίασε προοδευτική βελτίωση της γενικής του καταστάσεως και της αριστεράς ημιπάρεσης, επικοινωνούσε πλήρως, ακόμη δε κινητοποιήθηκε. Στις 10-2-1994 διεπιστώθησαν συμπτώματα θρομβοφλεβίτιδας στην περιοχή της αριστεράς γαστροκνημίας που αντιμετωπίσθηκε με ελαστική επίδεση, ανάρροπη θέση του σκέλους και αντιπηκτική αγωγή. Επαναληπτική αξονική τομογραφία στις 11-2-1994 χωρίς έγχυση σκιαστικής ουσίας δεν έδειξε νέα ευρήματα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας ο ασθενής παρά την αντιεπιληπτική αγωγή παρουσίασε αρκετές κρίσεις απώλειας συνειδήσεως. Στις 12-2- 1994 λόγω πρωτοαναφερόμενης εμπύρετης κίνησης καταχωρείται υπόνοια των γιατρών για υποτροπή της εγκεφαλίτιδας. Τις επόμενες μέρες η νευρολογική κατάσταση του ασθενούς ήταν ίδια, εξετιμήθη χειρουργικώς το αριστερό κάτω άκρο του και στις 22-2-1994 λόγω πυρετού (38° C) ετέθη σε αντιμικροβιακή αγωγή. Στις 25-2-1994 και περί ώρα 11 π.μ., κατά τη διάρκεια της επισκέψεως των ιατρών, ο ασθενής παρεπονέθη για αδυναμία κάτω άκρων, παρουσίασε σπασμούς και παρετηρήθη μεγάλη πτώση της αρτηριακής πιέσεως και εικόνα κυκλοφορικής κατάρριψης (shock). Μετεφέρθη εσπευσμένως στο θάλαμο αυξημένης φροντίδας και κατόπιν στη μονάδα εντατικής θεραπείας όπου, παρά τις συνεχείς προσπάθειες ανατάξεων, περί την 16.30 μ.μ. ο ασθενής παρουσίασε καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε. Κατά την οικεία έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής ο θάνατος επήλθε από πνευμονική εμβολή, ενώ από την ιστολογική εξέταση των παραληφθέντων ιστοτεμαχίων εγκεφάλου και πνευμόνων αναδείχθηκαν αλλοιώσεις ως επί shock. Οσον αφορά στο ποινικό σκέλος της υποθέσεως, παρεπέμθησαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο Διευθυντής του Νευροχειρουργικού Τμήματος του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, ... , και ο Επιμελητής Β΄ του ίδιου Τμήματος, ... , με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, από την οποία κηρύχθηκαν αθώοι με την Ατ494/1999 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Με αγωγή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, η αναιρεσίβλητη υπεστήριξε ότι ο θάνατος του ..., συζύγου της και πατέρα δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας 17 και 15 ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της, ωφείλετο στην πλημμελή συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος νοσοκομείου που επέλεξαν αντί νεωτέρας μεθόδου διαγνώσεως, όπως η αξονική ή μαγνητική τομογραφία, την εξέταση της μυελογραφίας και τη διενέργειά της χωρίς να προβούν σε εξετάσεις για τυχόν αλλεργικές αντιδράσεις του οργανισμού του στο υγρό που θα χρησιμοποιείτο και χωρίς να αναφέρουν στον ίδιο και στους οικείους του τους υπαρκτούς -έστω απειροελάχιστους- κινδύνους, την οποία αντιθέτως παρουσίασαν ως «εξέταση ρουτίνας» χωρίς παρενέργειες, ακολούθως δε απέδωσαν εσφαλμένως τα συμπτώματα που παρουσιάσθηκαν σε ψυχολογικά αίτια και του έδωσαν μάλιστα εξιτήριο από το νοσοκομείο, οδηγώντας με όλα αυτά σε έντονη καταπόνηση τον οργανισμό του ασθενούς και στην επιβάρυνση της υγείας του, από την οποία ουδέποτε ανένηψε και αντιθέτως αυτή αποτέλεσε την πρόσφορη αιτία για την επέλευση του επιζήμιου αποτελέσματος. Ζήτησε δε, όπως το αίτημα περιωρίσθη με το από 1-11-2005 υπόμνημα, να αναγνωρισθή ότι το αναιρεσείον νοσοκομείο οφείλει να της καταβάλη, εν όψει και των υποχρεώσεων και του βάρους που έφερε πλέον λόγω της υπάρξεως ανηλίκων τέκνων, 100.000.000 δραχμές (ή 293.470,00 ευρώ) νομιμοτόκως, από τα οποία 95.0000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 5.000.000 για αποκατάσταση ζημιών, και να υποχρεωθή τούτο στην καταβολή 30.000,00 ευρώ από το ποσό αυτό. Αντιθέτως, το νοσοκομείο αρνήθηκε ότι υπήρξε πλημμελής συμπεριφορά των οργάνων του και ιατρικό σφάλμα, αφού μόλις ένα ποσοστό 5% των υποβαλλόμενων σε μυελογραφία εμφανίζει ήπιες μέχρι μέτριες παρενέργειες, οι οποίες αντιμετωπίζονται ή παρέρχονται και ότι η «χημική εγκεφαλίτιδα» αν θεωρηθή παρενέργεια της μυελογραφίας μπορεί να συμβή τις πρώτες ώρες μετά την εξέταση αν ποσότητα του σκιαγραφικού υγρού προχωρήση στη μεγάλη δεξαμενή του εγκεφάλου και υπεστήριξε ότι η εξέταση εξετελέσθη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της θρομβοφλεβίτιδος από την οποία προεκλήθη ο θάνατος του ασθενούς. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 1394/2007 απόφασή του, αφού συνεξετίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου καθώς και την από 24-2-2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, τη διενέργεια της οποίας είχε διατάξει με την 1142/2004 προδικαστική του απόφαση, καθώς και την από 17-10-2005 έκθεση του ορισθέντος από το νοσοκομείο τεχνικού συμβούλου, έκρινε ότι τα όργανα του νοσοκομείου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ....... δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία ή επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να διασφαλισθή ή αποκατασταθή η υγεία του ή να αποτραπή η επιδείνωσή της από τη στιγμή της εμφανίσεως επιπλοκών και ότι η συμπεριφορά τους αυτή συνεδέετο αιτιωδώς με την προαναφερθείσα βλάβη. Περαιτέρω, επεδίκασε ποσό 130.000,00 ευρώ, από το οποίο 30.000,00 ευρώ καταψηφιστικώς, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην αναιρεσίβλητη, ενώ απέρριψε τα αιτούμενα κονδύλια αποζημιώσεως λόγω εξόδων κηδείας, νοσηλείας και οικογενειακών βαρών ελλείψει παραστατικών στοιχείων. Ειδικώτερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, καθώς και τις προσκομισθείσες από το αναιρεσείον νοσοκομείο, νομοτύπως ληφθείσες, 5229 και 5230/1.2.2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ...των μαρτύρων ..., Διευθύντριας του Ακτινολογικού Τμήματος του νοσοκομείου, και ..., Διευθυντή Νευροχειρουργικής Κλινικής του Ασκληπιείου Βούλας, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η μυελογραφία αποτελεί εξέταση ρουτίνας, ότι από το 1990, οπότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα νέα υποαλλεργικά φάρμακα (όπως το omnipaque), στο αναιρεσείον έγιναν περισσότερες από 600 μυεολογραφίες και κανένας από τους ασθενείς δεν παρουσίασε σοβαρή επιπλοκή, ότι τα σκιαγραφικά υλικά γενικά έχουν παρενέργειες, το κρίσιμο όμως τις πιο λίγες, ότι τα αποτελέσματα της χημικής εγκεφαλίτιδας είναι προσωρινά, διαρκούν 3 με 4 ημέρες και ότι η θρομβοφλεβίτιδα είναι εντελώς ξέχωρη, διέταξε, με την 1142/2004 προδικαστική απόφαση, τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για το συμβάν. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής υπεβλήθη η από 24-2- 2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχίατρου ..., καθώς και η από 17-10- 2005 έκθεση του ορισθέντος από το αναιρεσείον νοσοκομείο τεχνικού συμβούλου ..., Αναπληρωτή Διευθυντή του Ακτινοδιαγνωστικού του Τμήματος. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται τα εξής: α) Η μυελογραφία αν και δεν έχει εγκαταλειφθή ως διαγνωστική μέθοδος είναι παλαιά και ενέχει κινδύνους, ενώ αντιθέτως η μαγνητική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας, χωρίς σκιερή ουσία χορηγούμενη ενδοφλεβίως, είναι υπεραρκετή για τη διάγνωση κηλών μεσοσπονδυλίων δίσκων της σπονδυλικής στήλης και ακολουθείται κατά κόρον στην ιατρική πρακτική, αλλά και πριν το 1994. β) Στη μυελογραφία οι παρενέργειες που συνεπάγεται η οσφυονωτιαία παρακέντηση από μόνη της ή πολλώ μάλλον αν συνυπάρξει και έγχυση σκιερού υλικού omnipaque είναι κεφαλαλγίες και έμετοι, μόλυνση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού με την παρακέντηση ή ερεθισμός από το υγρό των μηνίγγων του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, αυτές δε κατά κανόνα είναι παροδικές. γ) Στην ένδικη περίπτωση οι παρενέργειες αυτές (κεφαλαλγία, έμετοι, αδυναμία αριστερού άνω άκρου, παράξενη συμπεριφορά) όχι μόνο δεν παρήρχοντο αλλά επεδεινώνοντο. δ) Η αξονική τομογραφία που, στην προσπάθεια των γιατρών να εντοπίσουν τα αίτια εκδήλωσης των συμπτωμάτων, επραγματοποιήθη στο Νοσοκομείο ΜΕΤΑΞΑ ήταν φυσιολογική, ενώ εκείνη της επομένης ημέρας (2- 2-1994) στο Νοσοκομείο Νίκαιας και η εξέταση ΕΝΥ αναδεικνύουν παθολογικά ευρήματα, που θα μπορούσαν να χρονολογούνται από ημερών και τα οποία ήταν συμβατά και με εγκεφαλίτιδα, πάθηση η οποία δεν απεκλείσθη και μετά τη μαγνητική τομογραφία της 4-2-1994. ε) Ηταν φυσικό, παρά την αντιεπιληπτική αγωγή, να μην έχουν εκλείψει οι επιληπτικές κρίσεις του ασθενούς κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο Νίκαιας, αφού απέρρεαν από οργανικές βλάβες του εγκεφάλου. στ) Επί αναπτύξεως θρομβοφλεβίτιδας υπάρχει κίνδυνος αποσπάσεως θρόμβου ή θρόμβων και προκλήσεως πνευμονικής εμβολής. Εν κατακλείδι, δεν μπορεί να παραβλεφθή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της θανατηφόρου πνευμονικής εμβολής του ασθενούς με τη θρομβοφλεβίτιδα, την εγκεφαλίτιδα και τη μυελογραφία, ότι υπάρχει αλληλουχία αιτιωδών συναφειών, ότι οι κίνδυνοι από τη μυελογραφία πήραν διάσταση, ο ασθενής νόσησε από εγκεφαλίτιδα, η οποία ήταν παρενέργεια της μυελογραφίας, ήδη από το νοσοκομείο ΜΕΤΑΞΑ, με ανατομικές βλάβες στον εγκέφαλο και ότι η νοσηλεία του επί μακρόν γι’ αυτήν, η μείωση των φυσικών αντιστάσεων, η κατάρριψη του οργανισμού του και ο μακρύς κλινοστατισμός ήσαν παράγοντες που συνέβαλαν ουσιωδώς στην εκδήλωση της θρομβοφλεβίτιδας και κατ’ επέκταση στην εξ αυτής πνευμονική εμβολή. Επί των σχετικών δε ερωτημάτων που είχαν τεθή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο πραγματογνώμων απήντησε τα εξής: α) Δεν ήταν αναγκαίος ιδιαίτερος εργαστηριακός έλεγχος πριν τη μυελογραφία, οι επιπλοκές δυνατόν να είναι βαριές, όπως η παρούσα, σε μικρό ποσοστό (3%) και στην ένδικη περίπτωση το ποσοστό αυτό ήταν καταλυτικό και απέβη μοιραίο. β) Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ποσότητα του χορηγηθέντος σκιαγραφικού υλικού ούτε για την καταλληλότητα του εξοπλισμού και ότι παρόλο που συνιστάται στους ασθενείς και μετά από απλή οσφυονωτιαία παρακέντηση να παραμένουν σε ανάπαυση δεν μπορεί να ευθύνεται η μετακίνησή του ασθενούς την ίδια ημέρα για την ενέργεια αξονικής τομογραφίας για την επελθούσα εγκεφαλίτιδα. γ) Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η διερεύνηση και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων μετά τη μυελογραφία στο Νοσοκομείο ΜΕΤΑΞΑ δεν υπήρξε επαρκής. Εγινε προσπάθεια διαγνώσεως, αλλά η αιτία και τα συμπτώματα απεδόθησαν λανθασμένα σε ψυχολογικούς παράγοντες και ο ασθενής έλαβε προώρως εξιτήριο. Αν ο ασθενής δεν εξήρχετο θα ήταν δυνατόν με περισσότερες εξετάσεις να διαγνωσθή η αιτία της καταστάσεως του, όπως έγινε και στο Νοσοκομείο Νίκαιας. δ) Η κρίση των ιατρών για τη χορήγηση εξιτηρίου, η οποία πάντως δεν είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση ιατρικών φροντίδων αφού μετά από λίγες ώρες ο ασθενής μετεκινήθη σε άλλο νοσοκομείο, είναι υποκειμενική. Αν είχαν άλλα δεδομένα ή φρόντιζαν να συγκεντρώσουν και άλλα πιθανώς αυτή να ήταν διαφορετική. ε) Η πορεία της υγείας του ασθενούς «εκακοφόρμισε» εξ αρχής, δηλαδή από τη διενέργεια της μυελογραφίας και επέκεινα, δεδομένου ότι εκδηλώθηκε θρομβοφλεβίτιδα, στην οποία ουσιωδώς συνέβαλε ο μακρύς κλινοστατισμός και η καταβολή του ασθενούς από την εγκεφαλίτιδα, και στ) Υπάρχει αλληλουχία αιτιώδους συναφείας μεταξύ της μυελογραφίας, των εξ αυτής επιπλοκών, της θρομβοφλεβίτιδας και της θανατηφόρου πνευμονικής εμβολής. Επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ο τεχνικός σύμβουλος του νοσοκομείου διατύπωσε τις εξής παρατηρήσεις: α) Το 1994 δεν ίσχυε ακόμη η αντίληψη ότι η μαγνητική τομογραφία μπορούσε να αντικαταστήσει πλήρως τη μυελογραφία. β) Δέχεται την ύπαρξη επιπλοκής μετά τη μυελογραφία αλλά διαφωνεί ως προς την πιθανότητα μικροβιακής εγκεφαλίτιδας. γ) Δεν γνωρίζει να αναφέρεται σε ιατρικό σύγγραμμα ως προδιαθεσικός παράγοντας μιας θρομβοφλεβίτιδας η εγκεφαλίτιδα και η κατάρριψη του οργανισμού. δ) Ο μακρύς κλινοστατισμός, ο οποίος αντιθέτως μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση αυτής, επεβλήθη από τη διάρκεια των συμπτωμάτων, η οποία όμως ήταν ασυνήθης και ωφείλετο σε καθαρά ιδιοσυστασιακούς λόγους και στην προσβολή του ασθενούς από εγκεφαλικό επεισόδιο αγγειακής αιτιολογίας μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο. ε) Αν υπάρχει λανθασμένη εκτίμηση της τελευταίας αξονικής τομογραφίας πριν την έξοδο του ασθενούς από το Νοσοκομείο, την ευθύνη έχει το κέντρο όπου επραγματοποιήθη και όχι το Νοσοκομείο. Σε σχέση δε με τις απαντήσεις επί των ερωτημάτων που είχαν υποβληθή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σημείωσε ότι συμπτώματα χημικού ερεθισμού των μηνίγγων αντιμετωπίζονται με απλή ασυμπτωματική αγωγή, ότι από ουδένα τέθηκε η διάγνωση ότι τα συμπτώματα ωφείλοντο αποκλειστικά σε ψυχολογικούς λόγους, εξετιμήθη όμως ο ψυχολογικός παράγων στη διάρκεια και ένταση αυτών, ότι υπήρχε απόλυτη αδυναμία πρωϊμότερης διαγνώσεως της εγκεφαλίτιδας και ότι ουδεμία παράλειψη μπορεί να καταλογισθεί. Με βάση δε όλα τα ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα όργανα του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του .............. , δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία ή επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να διασφαλισθή ή αποκατασταθή η υγεία του ή να αποτραπή η επιδείνωσή της από τη στιγμή της εμφανίσεως επιπλοκών και ότι η συμπεριφορά τους αυτή συνεδέετο αιτιωδώς με την προαναφερθείσα βλάβη. Εφεση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου απερρίφθη ως αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αντίθετη έφεση της αναιρεσιβλήτου έγινε εν μέρει δεκτή. Ειδικώτερα, εν όψει των ανωτέρω προκυψάντων πραγματικών περιστατικών από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης το Διοικητικό Εφετείο «λαμβάνοντας υπόψη, α) ότι ο ασθενής εμφάνισε επιπλοκή (εγκεφαλίτιδα) από την εξέταση της μυελογραφίας στην οποία υποβλήθηκε από τους γιατρούς του εκκαλούντος Νοσοκομείου, β) ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο αυτό δεν έγινε ορθή διάγνωση της επιπλοκής ούτε χορηγήθηκε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπισή της, πλην της αρχικής για την κεφαλαλγία και τους εμέτους, γ) ότι αν και εξακολουθούσαν και μάλιστα επιδεινούμενα τα συμπτώματα της επιπλοκής χορηγήθηκε στον ασθενή εξιτήριο με μόνη διάγνωση για την οσφυϊκή του πάθηση και φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση αυτής της τελευταίας, ενώ για την επιπλοκή χωρίς καμιά οδηγία, με μόνη τη σύσταση για επανεξέτασή του σε δύο ημέρες», έκρινε, «ότι οι αρμόδιοι ιατροί του εκκαλούντος Νοσοκομείου δεν προέβησαν σε όλες τις από της φύση της περιπτώσεως επιβαλλόμενες ενέργειες (επιπλέον εξετάσεις και αξιολόγηση αυτών) ώστε να καταλήξουν σε διάγνωση και αντιμετώπιση της επιπλοκής εντός του Νοσοκομείου. Επιπλοκή που, έστω σε μικρό ποσοστό και χωρίς παρενέργειες, γίνεται δεκτό ότι συνδέεται με την εξέταση της μυελογραφίας και για την οποία υποψιάσθηκαν ευθύς εξ αρχής οι ιατροί του δεύτερου Νοσοκομείου, στο οποίο λίγες ώρες μετά την έξοδό του από το εκκαλούν χρειάσθηκε να εισέλθει για νοσηλεία ο ασθενής. Δεν οδηγεί δε σε αντίθετο συμπέρασμα το γεγονός ότι η τελευταία αξονική που έγινε στον ασθενή κατά το χρόνο νοσηλείας του στο εκκαλούν Νοσοκομείο αναφέρεται στο φύλλο νοσηλείας του, και συνεπώς κατόπιν γνωματεύσεως και από τους ιατρούς αυτού, ότι ήταν φυσιολογική. Η παράλειψη δε αυτή των ιατρών του εκκαλούντος Νοσοκομείου να επιδείξουν την ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια στην αντιμετώπιση της επιπλοκής του ασθενούς από τη μυελογραφία, στην οποία τον είχαν υποβάλει, και των παρενεργειών της, όπως όφειλαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και είχαν νόμιμη υποχρέωση η οποία απορρέει από την οργάνωση και λειτουργία του Νοσοκομείου, είχε ως συνέπεια τη μείωση των φυσικών αντιστάσεων, την κατάρριψη του οργανισμού του και τον μακρύ κλινοστατισμό του, συνεπεία των οποίων ακολούθως αυτός εμφάνισε θρομβοφλεβίτιδα και, παρά την ενδεδειγμένη -εφόσον δεν διατυπώθηκαν σχετικώς παρατηρήσεις στις εκθέσεις- γι’ αυτή αγωγή στο δεύτερο Νοσοκομείο (ανάρροπη θέση σκέλους, αντιπηκτική αγωγή και ελαστική επίδεση), υπέστη τελικώς πνευμονική εμβολή από την οποία και απεβίωσε. Συνεπώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του Νοσοκομείου προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ, όπως ορθώς και νομίμως έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και οι περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως του Νοσοκομείου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι». Ειδικώς δε, ως προς το ύψος της κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικάσαν εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την κατάσταση της υγείας του θανόντος και την πάθηση για την οποία εισήλθε στο νοσοκομείο, τον τρόπο της παρασχεθείσης ιατρικής φροντίδας, την επιδεινούμενη κατάσταση του ασθενούς και το είδος των εκδηλωθέντων συμπτωμάτων, την ηλικία αυτού (38 ετών), την οικογενειακή του κατάσταση, το βαθμό του δεσμού της αναιρεσιβλήτου και την πλήρη συνειδητοποίηση από αυτήν της ελλείψεως αυτού και του τρόπου που συνετελέσθη, καθώς και ότι το κοινωφελές έργο του νοσοκομείου και η περιουσιακή του κατάσταση δεν αποτελούν στοιχεία που δικαιολογούν τη μείωση της χρηματικής ικανοποιήσεως, έκρινε ότι η εύλογη και ανάλογη προς τη θλίψη και το ψυχικό πόνο αυτής από τον αιφνίδιο θάνατο επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 278.796,77 ευρώ (ή 95.000.000 δραχμών), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, που είναι και το αιτηθέν με αυτή για την εν λόγω αιτία ποσό. Μετερρύθμισε δε αντιστοίχως την πρωτόδικη απόφαση.

6. Επειδή, ούτως έχουσα, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την επιδίκαση υπέρ της αιτούσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικώτερα το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., 932 του Α.Κ. και 13 και 24 του α.ν. 1565/1939 και επαρκώς αιτιολόγησε την κρίση του ότι τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν, θεμελιώνουν αυτοτελή αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος νοσοκομείου (ν.π.δ.δ.) και, ειδικώτερα, αυτά αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως πλημμελή την περιγραφομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση συμπεριφορά των ιατρών του αναιρεσείοντος (μη επίδειξη της δεούσης επιμελείας κατά την αντιμετώπιση των επιπλοκών στον ασθενή από τη μυελογραφία, στην οποία τον είχαν υποβάλει, και των παρενεργειών της, όπως ώφειλαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης) και συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου του συζύγου της αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Διοικητικό Εφετείο, για να σχηματίση πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση για την ύπαρξη αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 105 και 106ΕισΝΑΚ προκειμένου να επιδικάση υπέρ της αναιρεσειούσης χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, έλαβε υπ’ όψιν του και συνεξετίμησε, αξιολογώντας τα ειδικώς όλα τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την διαταχθείσα από το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις επ’ αυτής παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου. Επομένως, είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι με την κρινομένη αίτηση λόγοι αναιρέσεως, ενώ απαραδέκτως προβάλλονται περαιτέρω λόγοι, με τους οποίους αμφισβητείται ευθέως η ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών μέσων (πρβλ ΣτΕ 572/2013 κ. ά.).

7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθή.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis