Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης της διαδικασίας έμμεσης αναγκ. εκτέλεσης. Απαράδεκτη.

Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά 229/2016. ΕφΑΔ 2017. 177 επ.
Πρόεδρος: Κ. Παπαντωνίου.

Περίληψη. Έμμεση εκτέλεση και ειδικότερα εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων. Άσκηση από τον οφειλέτη – καθ’ ου η εκτέλεση ανακοπής άρθρου 933 ΚΠολΔ. Υποβολή αίτησης αναστολής. Απαράδεκτη η αίτηση λόγω της κατάργησης της σχετικής δυνατότητας αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν από την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής.

Διατάξεις: άρθρα 933, 937, 938, 951 ΚΠολΔ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν 4335/2016 και εφαρμόζεται ως προς τις διατάξεις του για την αναγκαστική εκτέλεση, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά τις 1.1.2016 στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης. Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, αυτή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. γ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης. 3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 951 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αίτηση αναστολής της διαδικασίας της εκτέλεσης για τις περιπτώσεις που η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση επιταγή που έχει συνταχθεί μετά την 1.1.2016 προβλέπεται και είναι παραδεκτή α) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης και β) σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, ενώπιον του Δικαστηρίου του ένδικου μέσου που τυχόν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., και το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση που συντάχθηκε για τον ως άνω Νόμο με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του συστήµατος της αναγκαστικής εκτέλεσης και την ταχύτερη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας, η Νοµοπαρασκευαστική Επιτροπή πρότεινε και ενσωµάτωσε σηµαντικές αλλαγές, που συµβάλλουν στην ταχύτερη απονοµή της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου στην πληρέστερη ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή. Η γενική γραµµή στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης ακολουθεί δύο βασικές κατευθύνσεις: Η πρώτη, θέλει να περιορίσει τον αριθµό των ένδικων βοηθηµάτων που µπορούν να ασκηθούν κατά τη διενέργεια των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και η δεύτερη να περιορίσει το χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η υλοποίηση στην πράξη των εκτελεστών τίτλων. Το ισχύον πριν την ψήφιση του Ν 4335/2015 σύστηµα, προέβλεπε πλήθος ανακοπών και αναστολών που µπορούσαν να ασκήσουν οι ενδιαφερόµενοι, προκειµένου να προβάλλουν τους ισχυρισµούς τους κατά την αναγκαστική εκτέλεση, ενώ η διαδικασία που ακολουθείτο προέβλεπε τη δυνατότητα στη συνέχεια άσκησης ένδικων µέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονταν σχετικά, ώστε πολλές φορές ο χρόνος που απαιτείτο για να ολοκληρωθεί το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης να είναι ίσης διάρκειας µε εκείνον που απαιτήθηκε, όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να εκδοθεί η τελευταία. Η ικανοποίηση των δύο αυτών αναγκών είναι εφικτή µε το ακόλουθο σύστηµα: όλα τα παράπονα που µπορούν να προβληθούν για πληµµέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας θα ασκούνται µόνο σε δύο χρονικά σηµεία: Το πρώτο θα βρίσκεται πριν τον πλειστηριασµό και θα περιλαµβάνει όλους ανεξαιρέτως τους λόγους, για τους οποίους τα µέρη της διαδικασίας ισχυρίζονται ότι η τελευταία πάσχει σε κάποιο σηµείο της και το δεύτερο µετά τον πλειστηριασµό.
Ειδικότερα, αµέσως µετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και την επιβολή της κατάσχεσης θα διενεργούνται σε πολύ µικρό χρονικό πλαίσιο όλες οι απαιτούµενες γνωστοποιήσεις και κοινοποιήσεις της προδικασίας του πλειστηριασµού και ο τελευταίος θα προσδιορίζεται να διενεργηθεί µέσα σε λίγους µήνες από την ηµέρα της κατάσχεσης. Αφού, λοιπόν, όλες οι πράξεις θα ενεργούνται αµέσως µετά την κατάσχεση, ο ενδιαφερόµενος διάδικος θα µπορεί αλλά και θα πρέπει να συγκεντρώσει όλα τα παράπονά του κατά της µέχρι τώρα εκτελεστικής διαδικασίας σε µια ανακοπή, που θα εκδικάζεται πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασµού. Η διαδικασία που θα τηρείται θα είναι εκείνη των περιουσιακών διαφορών και θα επιτρέπεται στη συνέχεια η άσκηση µόνο έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδίδεται, χωρίς να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Θα υπάρχει, όμως, η δυνατότητα υπό προϋποθέσεις της άσκησης αίτησης αναστολής στο δικαστήριο του ένδικου µέσου, το οποίο θα µπορεί να διατάξει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Με τον τρόπο αυτό πριν από τον πλειστηριασµό θα έχουν λυθεί όλα τα ζητήματα που ενδεχομένως θα έχουν ανακύψει σε αυτό το πρώτο στάδιο και δεν θα υπάρχει ο κίνδυνος καθυστερήσεων µέσω της άσκησης πολλών ένδικων βοηθημάτων, τα οποία συνόδευαν την άσκηση των ανακοπών κατά της εκτέλεσης. Έτσι, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καταργείται η δυνατότητα της άσκησης αίτησης αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, για τις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων. Τυχόν δε ασκηθείσα με αυτό το περιεχόμενο αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Με την κρινόμενη αίτηση, το αιτούν ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του, δυνάμει της από 7.3.2016 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτωθι της με αριθμό 769/2015 διαταγής πληρωμής που εξέδωσε η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και περιεβλήθη τον εκτελεστήριο τύπο με το με αριθμό …/2015 απόγραφο, μέχρι την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου, επί της με αριθμό κατάθεσης …/2016 ανακοπής κατά της εκτέλεσης αυτής, που έχει ασκήσει το αιτούν.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς με αυτήν ζητείται η αναστολή της διαδικασίας έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο, πριν την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής. και της άσκησης ενδίκου μέσου κατά αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθής πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, λόγω της απόρριψης της αίτησης. [...]

Παρατηρήσεις από τον Δημήτρη Διον. Ποταμίτη, Δικηγόρος

Ι. Η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ με τις νέες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ

Όπως ορθά κρίθηκε με τη σχολιαζόμενη απόφαση, στις περιπτώσεις όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως αυτές τέθηκαν σε ισχύ διά του Ν 4335/2015, δηλαδή σε αυτές όπου η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η.1.2016 (βλ. τις μεταβατικές διατάξεις του ως άνω Νόμου και συγκεκριμένα το άρθρο 9 παρ. 3) δεν προβλέπεται πλέον, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, η δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής και υποβολής του συνακόλουθου αιτήματος έκδοσης προσωρινής διαταγής μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής. Και τούτο διότι καταργήθηκε το άρθρο 938 ΚΠολΔ διά της παρ. 1 του κεφ. όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015[17].
Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, στην οποία ρητώς προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρο 937 παρ. 1γ΄ ΚΠολΔ)[18], χωρίς πάντως να υπάρχει και πρόβλεψη για τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος έκδοσης προσωρινής διαταγής (σημειώματος).
Η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ με τον Ν. 4335/2015 είχε ως δικαιολογητική βάση ότι μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού (εντός οκταμήνου το αργότερο από την επιβολή της κατάσχεσης) θα πρέπει να έχουν εκδοθεί όλες οι αποφάσεις επί των ενδίκων βοηθημάτων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης καθώς και των ενδίκων μέσων, όπου αυτά προβλέπονται[19]. Σκοπός, άλλωστε, του νομοθέτη υπήρξε, όπως και στη σχολιαζόμενη απόφαση αναφέρεται, η μη επιβάρυνση (όπως με το προϊσχύον δίκαιο) του χρόνου διάρκειας της αναγκαστικής εκτέλεσης[20].

ΙΙ. Τα προβλήματα που δημιουργούνται

Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπως η κατάσχεση στα χέρια τρίτου (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ) ο οφειλέτης, μετά τη νομοθετική μεταβολή, η οποία επήλθε με τον Ν 4335/2015, μπορεί, de lege lata, να αμυνθεί έναντι του κατασχόντος δανειστή, μόνον με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και όχι με αίτηση αναστολής, αφού, όπως προελέχθη, η δυνατότητα αυτή εξαλείφθηκε με την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ. Έτσι όμως ο οφειλέτης-καθ’ ου η κατάσχεση στα χέρια τρίτου μένει κατ’ ουσίαν απροστάτευτος, δεδομένου ότι το μόνο το οποίο εμπόδιζε, υπό το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, τον τρίτο και δη την τράπεζα, η οποία είχε συνήθως τη θέση αυτή, να αποδώσει, δηλαδή, το κατασχεθέν χρηματικό ποσό, ήταν η προσωρινή διαταγή (σημείωμα) περί προσωρινής απαγόρευσης κάθε πράξης εκτέλεσης (δηλαδή της απόδοσης των χρημάτων στον κατασχόντα) εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής.
Διαφορετικά, ο οφειλέτης, εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, θα πρέπει να έχει προλάβει να ασκήσει ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ και να έχει λάβει προσωρινή διαταγή, η οποία κωλύει την εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής. Ομοίως, εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι προσωρινά εκτελεστή απόφαση, ο οφειλέτης πρέπει να έχει εγκαίρως υποβάλει αίτηση αναστολής, κατ’ άρθρο 912 ΚΠολΔ (με σκοπό την αποδυνάμωση του εκτελεστού τίτλου) και να έχει λάβει σχετική προσωρινή διαταγή. Και τούτο, διότι, αναστολή στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν προβλέπεται πλέον.
Είναι, όμως, γνωστό ότι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου συχνά επιβάλλεται προτού ο οφειλέτης προλάβει να ασκήσει την ως άνω ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή αμέσως μετά το τριήμερο και η εκ μέρους του άσκηση της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής χωρίς να μπορεί να αιτηθεί συγχρόνως και αναστολή, καθώς και έκδοση σημειώματος, καθιστά αυτήν αναποτελεσματική.

ΙΙΙ. Η διαπίστωση του νομοθετικού κενού και οι σκέψεις για την πλήρωσή του

Ενόψει του γνήσιου (ακούσιου) κενού το οποίο, όπως διαπιστώνεται, υπάρχει στο νόμο[21], [22] προτείνονται διάφορες λύσεις προκειμένου να μην οδηγούμαστε σε ανεπιεική για τον οφειλέτη αποτελέσματα. Ειδικότερα:
α) Ορισμένοι προκρίνουν ως λύση την υπό προϋποθέσεις προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 731 επ. ΚΠολΔ (προσωρινή ρύθμιση κατάστασης), η οποία, ωστόσο, δεν είναι εύκολη στην πράξη διότι, αφενός θα πρέπει ο οφειλέτης να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρακτικά αδήριτη ανάγκη, αφετέρου την ύπαρξη ασφαλιστέου δικαιώματος, και τέτοιο δεν είναι η εκκρεμότητα της κύριας δίκης, η οποία ανοίχθηκε με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ[23].
β) Άλλοι, υποδεικνύουν ως εφαρμοστέα αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1γ΄ ΚΠολΔ. Μάλιστα, φαίνεται ότι η πρακτική αυτή αρχίζει να κερδίζει συνεχώς έδαφος σε πολλά πρωτοδικεία της χώρας.

ΙV. Η ανάγκη παρέμβασης του νομοθέτη

Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, θεωρούμε ότι θα πρέπει σύντομα ο νομοθέτης να παρέμβει στο ζήτημα και, είτε: α) να προβλέψει ρητά τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος έκδοσης προσωρινής διαταγής (σημειώματος), στο πλαίσιο της άμεσης εκτέλεσης (άρθρο 937 παρ. 1γ΄ ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα να προβλέψει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, είτε β) να καταργήσει την παρ. 1γ΄ του άρθρου 937 ΚΠολΔ και να θεσπίσει νέο άρθρο 938 στον ΚΠολΔ στο οποίο θα ορίζεται ότι:
«Στις περιπτώσεις άμεσης εκτέλεσης καθώς και κατάσχεσης στα χέρια τρίτου το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής. Η αναστολή ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση για την ανακοπή και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Όταν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη ή σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση που υποβλήθηκε ή αν δεν υποβλήθηκε αίτηση, η αναστολή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατά τη συζήτηση της ανακοπής».

Υποσημειώσεις.

[17]. Όμοιο το σκεπτικό της ΜΠρΛαμ 223/2016 αδημ.
[18]. Βλ. Κουτσουλέλο, «Αναγκαστική Εκτέλεση μετά τον νέο ΚΠολΔ Ν 4335/2015», σελ. 147 και 202.
[19]. Κιουπτσίδου, «Ζητήματα από το δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν 4335/2015» (ΕΣΔΙ - Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1ης-12-2015), Κ. Κουτσουλέλος ό.π., σελ. 147, Κ. Βουλγαρίδης, «Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις του νέου ΚΠολΔ στο Δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτελέσεως» στην ιστοσελίδα “Dikastes.gr.”, Στ. Πανταζόπουλος, «Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα, τις ειδικές διαδικασίες και στο γενικό μέρος της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει του Ν 4335/2015», ΕΠολΔ 2015, 266 επ., Αν. Πλεύρη «Οι τροποποιήσεις του Ν 4335/2015 σε ζητήματα του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως» ΕλλΔνη 2016, 156.
[20]. Βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν 4335/2015.
[21]. Πιο αναλυτικά για το ασύγγνωστο ακούσιο κενό βλ. ΑΠ (Ολ) 16/2013, σύμφωνα με την οποία αυτό υπάρχει όταν ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό) συγκεκριμένη περίπτωση: ...κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα, κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις».
[22]. Βλ. αντί πολλών Κ. Μπέη, «Εισαγωγή εις την δικονομικήν σκέψην (1-105)» παρ. 20, «Αι μέθοδοι ερμηνείας του δικονομικού δικαίου» και διαδικτυακά στον παρακάτω σύνδεσμο: http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1096&mnu=1&id=20491.
[23]. Χ. Απαλαγάκη, «Συστηματική Παρουσίαση των Βασικών Τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν 4335/2015», Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 56.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis