Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Νόμος 4472/2017 : Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο.

Νόμος 4472/ 2017 - [ΦΕΚ 74/Α/19-5-2017].

Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 20182021 και λοιπές διατάξεις.


ΜΕΡΟΣ Β'
ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 16
Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις

1.Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 (Α'27) η φράση «Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» αντικαθίσταται με τη φράση Έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής».
2.Στην παρ. 6 του άρθρου 37 του ν. 4024/2011(Α' 226) η φράση «όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής.» αντικαθίσταται με τη φράση «έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής».

Άρθρο 17
Έλεγχος ομαδικών απολύσεων

1.Στο άρθρο 3 του ν. 1387/1983 (Α' 110) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ο εργοδότης μπορεί να θέσει υπ' όψιν των εργαζομένων κοινωνικό πλάνο για τους υπό απόλυση εργαζόμενους, δηλαδή μέτρα άμβλυνσης των επιπτώσεων της απόλυσης, όπως ποσά για κάλυψη αυτασφάλισης, διαθέσιμα ποσά μέσω εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για κατάρτιση και συμβουλευτική για επανένταξη στην αγορά εργασίας, ενέργειες για την αξιοποίηση ειδικών προγραμμάτων από τον Ο.Α.Ε.Δ. αντιμετώπισης της επαπειλούμενης ανεργίας των υπό απόλυση εργαζομένων, καθώς και δυνατότητες, μεθόδους και κριτήρια για την κατά προτεραιότητα επαναπρόσληψή τους.».

2.Η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 1387/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Αντίγραφα των εγγράφων αυτών υποβάλλονται από τον εργοδότη στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (Α.Σ.Ε.).».

3.Το άρθρο 5 του ν. 1387/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Α.Σ.Ε.. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να καταθέτουν στο Α.Σ.Ε. υπόμνημα επί των διαβουλεύσεων.
2. Αν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης στο Α.Σ.Ε..
3. Αν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, το Α.Σ.Ε., με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης, διαπιστώνει αν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη προς ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και η υποχρέωση κοινοποίησης των σχετικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 3. Για το σκοπό αυτόν, το Α.Σ.Ε. μπορεί να καλεί και να ακούει τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επιμέρους τεχνικά θέματα. Αν το Α.Σ.Ε. κρίνει πως οι ανωτέρω υποχρεώσεις του εργοδότη τηρήθηκαν, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης. Σε αντίθετη περίπτωση, το Α.Σ.Ε. παρατείνει τις διαβουλεύσεις των μερών ή τάσσει προθεσμία στον εργοδότη, ώστε εκείνος να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων. Αν το Α.Σ.Ε., με νέα απόφαση, διαπιστώσει πως τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι απολύσεις ισχύουν εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση του πρακτικού διαβούλευσης της παραγράφου 1.
4.Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.».

4.Η περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΙ.Δ του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (Α' 87) καταργείται.

5.Στην παρ. 3 του άρθρου 25 του π.δ. 368/1989 (Α'163) προστίθεται περίπτωση στ' ως εξής:
«στ) Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων».

6.Στο άρθρο 25 του π.δ. 368/1989 προστίθεται νέα παράγραφος 7Β ως εξής:
«7Β. Το Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων απαρτίζεται από:

α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας και Ένταξης στην Απασχόληση.
β) Τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του.
γ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
δ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης.
ε) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
στ) Πέντε (5) εκπροσώπους της Γ.Σ.Ε.Ε. με τους αναπληρωτές τους.
ζ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Β. με τον αναπληρωτή του.
η) Έναν (1) εκπρόσωπο της Ε.Σ.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του.
θ) Έναν (1) εκπρόσωπο της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του.
ι) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Τ.Ε. με τον αναπληρωτή του.
ια) Έναν (1) εκπρόσωπο με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται από κοινού από τον Σ.Ε.Β., την Ε.Σ.Ε.Ε., τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. και τον Σ.Ε.Τ.Ε.».

7.Στο άρθρο 25 του π.δ. 368/1989 προστίθεται νέα παράγραφος 17 ως εξής:
«17. Στην αρμοδιότητα του Τμήματος Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων ανήκει ο έλεγχος σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ν. 1387/1983 (Α' 110).».

Άρθρο 18

Στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982 (Α' 79) προστίθενται περιπτώσεις ε' και στ' ως εξής:
«ε) Όταν ο εργαζόμενος τέλεσε κλοπή ή υπεξαίρεση σε βάρος του εργοδότη ή του εκπροσώπου του.
στ) Όταν ο εργαζόμενος δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην εργασία του για διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ημερών.».

Άρθρο 19
Συνδικαλιστικές άδειες

1.Το άρθρο 17 του ν. 1264/1982 (Α' 79) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων, των Ελεγκτικών Επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την ίδια υποχρέωση έχει για τα Διοικητικά Συμβούλια, τις Ελεγκτικές Επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβάθμιων στις τριτοβάθμιες, όπως και για τα Διοικητικά Συμβούλια και τις Ελεγκτικές Επιτροπές των τριτοβάθμιων οργανώσεων.

2.Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει άδεια απουσίας:
α) στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, β) στον Πρόεδρο και στον Γενικό Γραμματέα των Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά οργανώσεις έχουν πάνω από 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, γ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν από 1.501 μέχρι 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του,
δ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν μέχρι 1.500 ψηφίσαντα μέλη, δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα, ε) στον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα και τον Ταμία των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα, στ) στα υπόλοιπα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων εννέα (9) ημέρες το μήνα, ζ) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων πέντε (5) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι 500 και πάνω, η) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων τρεις (3) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι λιγότερα από 500,
θ) στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις, για όλη τη διάρκεια συνεδρίων που συμμετέχουν,
ι) στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Γραμματείας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.

3. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε τριάντα (30) μέρες το χρόνο για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής ή αλλιώς του Προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων, καθώς και για τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, δευτεροβάθμια οργάνωση, εφόσον αυτή έχει τόσα ψηφίσαντα μέλη όσα αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ', και στο 1/3 του αναφερόμενου στις περιπτώσεις δ', ε' στ', ζ' και η' χρόνου, προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, οργάνωση για τα αντίστοιχα συνδικαλιστικά στελέχη.

4. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση. Οι ημέρες απουσίας των εργαζομένων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της παραγράφου 2 είναι με αποδοχές, που καταβάλλονται από τον εργοδότη τους. Οι ημέρες απουσίας των εργαζομένων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε', στ', ζ', η', θ' και ι' της παραγράφου 2, καθώς και των εργαζομένων της παραγράφου 3 είναι χωρίς αποδοχές. Στην περίπτωση αυτή οι ασφαλιστικές εισφορές των συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους.

5. Για κάθε διαφωνία σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου αποφασίζει, ύστερα από αίτηση της μιας ή της άλλης πλευράς, η Επιτροπή του άρθρου 15.

6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των υπαλλήλων του άρθρου 30. Όπου οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε εργατικά κέντρα καταλαμβάνουν και τα νομαρχιακά τμήματα που υπάγονται στην Α.Δ.Ε.Δ.Υ.».

2.Στο άρθρο 18 του ν. 1264/1982 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Το άρθρο αυτό ισχύει τόσο για υπαλλήλους των φορέων του δημοσίου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65), όσο και για μισθωτούς που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.».

3.Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 6 του ν. 2224/1994 (Α' 112) καταργούνται.

Άρθρο 20

Στο άρθρο 22 του ν. 1264/1982 (Α' 79) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Με τη διαδικασία της παραγράφου 4 και τηρουμένων των ίδιων ως άνω προθεσμιών εκδικάζονται οι διαφορές που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα σε περίπτωση κήρυξης απεργίας στην επιχείρηση.».

ΜΕΡΟΣ Δ'

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Άρθρο 36

Τροποποιήσεις στο άρθρο 1 του ν. 3023/2002 (Α' 146)
1.Η περίπτωση γ'της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3023/2002 (Α'146), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4304/2014 (Α'234), αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Ιδιωτική χρηματοδότηση: η οικονομική ενίσχυση οποιασδήποτε μορφής που παρέχεται σε δικαιούχους χρηματοδότησης από φυσικά πρόσωπα.».

2.Η περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
δ) Περίοδος ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων:
δα) Το χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών πριν από την προκήρυξη των τακτικών γενικών βουλευτικών εκλογών ή των εκλογών για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δύο (2) μηνών μετά τη διενέργεια των τακτικών γενικών βουλευτικών εκλογών ή των εκλογών για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
δβ) Το χρονικό διάστημα που καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003 (Α' 309) όπως ισχύει, σε περίπτωση προκήρυξης έκτακτων γενικών βουλευτικών εκλογών που δεν μπορεί να υπερβαίνει το διάστημα έξι (6) μηνών πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και δύο (2) μηνών μετά τη διενέργεια των έκτακτων εκλογών.

3.Μετά την υποπερίπτωση δβ'της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4304/2014, προστίθεται υποπερίπτωση δγ' ως εξής:
«δγ) Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται αναφορά στην περίοδο ελέγχου προεκλογικών δαπανών νοείται εφεξής ως περίοδος ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων».

4.Στο τέλος της υποπερίπτωσης ζα' της περίπτωσης ζ' της παρ. 1 του άρθρου 1του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4304/2014, προστίθεται η φράση: «, κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και της περιόδου ελέγχου των προεκλογικών δαπανών και εσόδων.».

5.Η παρ. 7 του άρθρου 1του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4304/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Η κρατική χρηματοδότηση δεν υπόκειται σε φόρο. Ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης, που λαμβάνει κάθε κόμμα και συνασπισμός κομμάτων είναι ακατάσχετο έναντι απαιτήσεων που απορρέουν από τραπεζικές συμβάσεις πίστωσης και έχουν χρόνο γέννησης έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης. Το ποσόν της ιδιωτικής χρηματοδότησης που δίδεται στους δικαιούχους χρηματοδότησης εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα του χρηματοδότη, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 19 του ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, Α' 167).».

Άρθρο 37

Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 3023/2002

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4304/2014, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση, κάθε πολιτικό κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δύναται, προς κάλυψη των δαπανών του, να πραγματοποιεί πληρωμές προς τρίτους, χωρίς χρήση των λογαριασμών της παρούσας παραγράφου, εφόσον οι πληρωμές αυτές συνολικά δεν υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ετησίως και συνοδεύονται από τις αντίστοιχες αποδείξεις, τιμολόγια και συναφή παραστατικά που αποδεικνύουν τη δαπάνη.».

Άρθρο 38

Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 3023/2002
1.Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 6, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4304/2014, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση κάθε υποψήφιος ή/και αιρετός αντιπρόσωπος της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δύναται να πραγματοποιεί, αποκλειστικά προς κάλυψη των δαπανών του, πληρωμές σε τρίτους, χωρίς χρήση του λογαριασμού της παρούσας παραγράφου, εφόσον οι πληρωμές αυτές συνολικά δεν υπερβαίνουν το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, για όλη τη διάρκεια της περιόδου ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων και συνοδεύονται από τις αντίστοιχες αποδείξεις, τιμολόγια και συναφή παραστατικά που αποδεικνύουν τη δαπάνη.».

2.Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Τα ελεγχόμενα πρόσωπα του παρόντος άρθρου υποχρεούνται να ανοίξουν τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την υποβολή της υποψηφιότητάς τους και τα Πιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να τον γνωστοποιήσουν αυθημερόν στην αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου.».

Άρθρο 39

Τροποποιήσεις του άρθρου 7 του ν. 3023/2002

1.Στην παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014, διαγράφεται η φράση «ή νομικό».

2.Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Κάθε ιδιωτική χρηματοδότηση σε πολιτικό κόμμα και συνασπισμό κομμάτων που υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ διενεργείται υποχρεωτικά μόνο μέσω των τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους τηρούν τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων με υποχρεωτική αναγραφή των στοιχείων της ταυτότητας του χρηματοδότη.».

3.Η παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Η έκδοση κουπονιών, η αγορά των οποίων αποτελεί μέσο χρηματοδότησης, επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι αριθμημένα και θεωρημένα από την Επιτροπή Ελέγχου. Σε αυτά είναι υποχρεωτική η αναγραφή του ονοματεπωνύμου και του αριθμού φορολογικού μητρώου ή του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας του αγοραστή χρηματοδότη, εφόσον το ποσό της χρηματοδότησης υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ. Το ανώτατο συνολικό ποσό των κουπονιών αξίας πενήντα (50) ευρώ και κάτω, τα οποία αριθμούνται και θεωρούνται από την Επιτροπή Ελέγχου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) της ετήσιας τακτικής χρηματοδότησης του προηγουμένου έτους ανά κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων ετησίως, ούτε μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ανά κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων κατ' έτος. Το ακριβές ποσό των κουπονιών αυτών, που αντιστοιχεί σε κάθε κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων, καθορίζεται με διαπιστωτική πράξη του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου, η οποία εκδίδεται το πρώτο δεκαήμερο κάθε έτους. Το ποσό αυτό, για τα κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων, που δεν λαμβάνουν τακτική κρατική χρηματοδότηση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ετησίως. Στο τέλος κάθε έτους, η Επιτροπή Ελέγχου υποχρεούται να διασταυρώνει αν το υπόλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στα θεωρημένα και στα διατεθέντα από το κόμμα ή το συνασπισμό κουπόνια, συμπίπτει με τον αριθμό των αδιάθετων κουπονιών που υποχρεωτικά της επιστρέφονται με ευθύνη του κόμματος ή του συνασπισμού. Με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου του παρόντος νόμου, καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής των κουπονιών που δεν διατέθηκαν, ο τρόπος και τα όργανα βεβαίωσης της καταστροφής τους και κάθε σχετική λεπτομέρεια.».
4.Η παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Απαγορεύονται η χρηματοδότηση και κάθε είδους παροχές προς τα κόμματα ή τους συνασπισμούς από:
. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια.
β. Νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
γ. Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού.
δ. Φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι ιδιοκτήτες ή εκδότες ημερήσιων ή περιοδικών εντύπων πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας ή είναι ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών, εν γένει, σταθμών, καθώς και από συζύγους και κατιόντες αυτών.».
5.Η παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«7. Απαγορεύεται στους δικαιούχους της κρατικής χρηματοδότησης της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 η εκχώρηση ή ενεχύραση της απαίτησης για κρατική χρηματοδότηση προς το σκοπό της χορήγησης νέων ή της αποπληρωμής υφιστάμενων τραπεζικών δανείων, για ποσό που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της κρατικής χρηματοδότησης του τρέχοντος οικονομικού έτους. Τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων οφείλουν να ενημερώνουν εγγράφως την Επιτροπή Ελέγχου και την Τράπεζα της Ελλάδος για κάθε νέα δανειακή σύμβαση ή για κάθε τροποποίηση υφιστάμενης το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της. Η δανειοδότηση και η μεταβολή κάθε υφιστάμενης σύμβασης πίστωσης των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους όρους τραπεζικής δεοντολογίας και πρακτικής, όπως καθορίζονται και ισχύουν από την Τράπεζα της
Ελλάδος και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης πλήρως αιτιολογημένης απόφασης του ΔΣ του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Η παράλειψη της ανωτέρω υποχρέωσης ενημέρωσης επισύρει την ποινή της παρ. 10 του άρθρου 24 του ν. 3023/2002, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4304/2014. Η Επιτροπή Ελέγχου αναρτά την έγγραφη ενημέρωση στην επίσημη ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο σύμφωνα με την υποπερίτωση ιδ' της παρ. 2 του άρθρου 21 του παρόντος νόμου, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή της.».

6.Η παρ. 8 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4304/2014, καταργείται.

Άρθρο 40

Τροποποίηση του άρθρου 7Β του ν. 3023/2002

Η παρ. 4 του άρθρου 7Β του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Απαγορεύονται η χρηματοδότηση και κάθε είδους παροχές προς τους κατά τα ανωτέρω υποψηφίους ή/και αιρετούς από:
Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια.
β. Νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
γ. Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού.
δ. Φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι ιδιοκτήτες ή εκδότες ημερήσιων ή περιοδικών εντύπων πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας ή είναι ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών, εν γένει, σταθμών, καθώς και από συζύγους και κατιόντες αυτών.».

Άρθρο 41

Τροποποιήσεις του άρθρου 16 του ν. 3023/2002
1.Στην παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4304/2014, διαγράφεται η λέξη «προϋπολογισμούς,».

2.Στο άρθρο 16 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4304/2014, προστίθενται παράγραφοι 5, 6 και 7 ως εξής:
«5. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων, που λαμβάνουν τακτική κρατική χρηματοδότηση, δημοσιεύουν κατ' έτος ισολογισμό εσόδων και δαπανών σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα. Ο ισολογισμός δημοσιεύεται το πρώτο δίμηνο κάθε έτους στην επίσημη ιστοσελίδα που υποχρεούνται να τηρούν στο διαδίκτυο.

6.Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων, που λαμβάνουν τακτική κρατική χρηματοδότηση, υποχρεούνται να συντάσσουν και να δημοσιεύουν στην ιστοσελίδα τους ειδική έκθεση εκλογικών εσόδων και δαπανών αναφορικά με την περίοδο ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων, η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα που τηρούν στο διαδίκτυο, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από τη διενέργεια των εθνικών εκλογών ή των εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.Τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων έχουν υποχρέωση να τηρούν τα λογιστικά και φορολογικά τους αρχεία για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών.».

Άρθρο 42

Τροποποιήσεις του άρθρου 16Α του ν. 3023/2002

1.Η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 16Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Όσον αφορά τα υπό στοιχεία ιδα' της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ελεγχόμενα πρόσωπα, ισολογισμούς και απολογισμούς, όπως αυτοί προκύπτουν από τα λογιστικά βιβλία που τηρούν κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του παρόντος νόμου το πρώτο δίμηνο κάθε έτους, καθώς και ειδική έκθεση εκλογικών εσόδων και δαπανών αναφορικά με την περίοδο ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από τη διενέργεια των εθνικών εκλογών ή των εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο τρόπος σύνταξης και τα ειδικότερα στοιχεία, που περιλαμβάνονται στην ειδική έκθεση εκλογικών εσόδων και δαπανών, καθορίζονται με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου.».

2.Η περίπτωση β' της παρ. 1 του άρθρου 16Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Όσον αφορά τα υπό στοιχεία ιδβ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ελεγχόμενα πρόσωπα, αναλυτικές καταστάσεις, παραστατικά και αποδείξεις εσόδων και εξόδων, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο αποδεικτικό της χρηματοδότησής τους και της διαχείρισης των οικονομικών τους στοιχείων για την περίοδο ελέγχου των προεκλογικών δαπανών και εσόδων το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πραγματοποίηση των εκλογών. Τα ανωτέρω παραστατικά καταθέτουν οι υποψήφιοι αντιπρόσωποι της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξελέγησαν, καθώς και οι αναπληρωματικοί των συνδυασμών των κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων, με τις εξής διακρίσεις: αα) Ο πρώτος αναπληρωματικός για τις εκλογικές περιφέρειες στις οποίες εκλέγονται ένας (1) έως και πέντε (5) βουλευτές.
ββ) Οι δύο πρώτοι αναπληρωματικοί σε όσες εκλέγονται από έξι (6) έως και δέκα (10) βουλευτές.
γγ) Οι τρεις πρώτοι αναπληρωματικοί για την εκλογική περιφέρεια Α' Θεσσαλονίκης.
δδ) Οι τέσσερις πρώτοι αναπληρωματικοί για την εκλογική περιφέρεια Α' Αθηνών και εε) Οι πέντε πρώτοι αναπληρωματικοί για την εκλογική περιφέρεια Β' Αθηνών.
Σε περίπτωση ανάδειξης στο βουλευτικό αξίωμα, αναπληρωματικού, καθ' υπέρβαση των ανωτέρω διακρίσεων, ο βουλευτής που αναδείχτηκε υποχρεούται να υποβάλει την αναλυτική κατάσταση του πρώτου εδαφίου της παρούσας περίπτωσης, στην Επιτροπή του άρθρου 21 του παρόντος νόμου εντός τριάντα (30) ημερών από την ορκωμοσία του.».

3.Η περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 16Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Όσον αφορά τα υπό στοιχεία ιδε' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ελεγχόμενα πρόσωπα, το πλήρες και αναλυτικό περιεχόμενο, καθώς και την οικονομική αποτίμηση των εκατέρωθεν συναλλαγών που έχουν πραγματοποιήσει με τους δικαιούχους χρηματοδότησης για την περίοδο ελέγχου των προεκλογικών δαπανών και εσόδων, εντός τριών (3) μηνών από την πραγματοποίηση των εκλογών.».

4.Στην περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 16Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4304/2014, διαγράφεται η φράση «τους ετήσιους προϋπολογισμούς».

Άρθρο 43

Τροποποιήσεις του άρθρου 21 του ν. 3023/2002
1.Στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4304/2014, διαγράφεται η υποπερίπτωση ιδδ'.

2.Στην υποπερίπτωση ιδζ' της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4304/2014, διαγράφεται η φράση «ετήσιους προϋπολογισμούς».

3.Η υποπερίπτωση ιδθ' της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4304/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«ιδθ) Τις προεκλογικές δαπάνες και τα έσοδα κάθε κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων και το συνολικό ποσό που διέθεσαν και εισέπραξαν όλα τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων κατά την περίοδο ελέγχου προεκλογικών δαπανών και εσόδων».

4.Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 21του ν. 3023/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4304/2014, προστίθεται περίπτωση ιζ' ως εξής:
«ιζ) Η Επιτροπή Ελέγχου δημοσιοποιεί τα στοιχεία που εμπεριέχονται στις διατάξεις των υποπεριπτώσεων ιδα' έως ιδζ' και ιδθ' έως ιδι' της παρούσας παραγράφου το αργότερο εντός ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή τους. Τα στοιχεία που αναφέρονται στην υποπερίπτωση ιδη' της παρούσας παραγράφου δημοσιεύονται αμέσως μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Τα ανωτέρω στοιχεία παραμένουν αναρτημένα στην ιστοσελίδα για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών. Η Επιτροπή Ελέγχου οφείλει να ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα την επίσημη ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, καθιστώντας άμεσα προσβάσιμα στους πολίτες τα ανωτέρω στοιχεία. Σε περίπτωση που κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δεν υποβάλλει τα προβλεπόμενα στην παρούσα παράγραφο στοιχεία, η Επιτροπή Ελέγχου δημοσιεύει την παράλειψη αυτή στην ιστοσελίδα της.».

Άρθρο 44

Τροποποίηση του άρθρου 3 του ν. 3870/2010
Στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3870/2010 (Α' 138) προστίθεται περίπτωση δ' ως εξής:
«δ. Νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.».

Άρθρο 45

Τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ)
1.Στο άρθρο 19 του ν. 4172/2013 (Α' 167) προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και για τις δωρεές που χορηγούνται σε δικαιούχους χρηματοδότησης, σύμφωνα με την περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 1του ν. 3023/2002, όπως ισχύει, δηλαδή σε πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων ή υποψηφίους ή αιρετούς αντιπροσώπους της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.».

2.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2017 και εφεξής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Άρθρο 57

1.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:
α. η παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3016/2002 (Α'110),
β. τα άρθρα 2 και 3 του ν. 4051/1960 (Α' 68),
γ. η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 57/1973 (Α'149),
δ. το άρθρο 2 του ν. 1545/1985 (Α'91).

2.Από 1.1.2018 η αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως προβλέπεται στην περίπτωση γ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 57/1973 (Α'149), ως προς το σκέλος της χορήγησης οικονομικής ενίσχυσης σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών ασκείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 58

1.Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια δεύτερο και τρίτο, ως εξής:
«Από 1.1.2018 και εντεύθεν, τα ως άνω ποσοστά υπολογίζονται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση της δραστηριότητάς τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως εκάστοτε ισχύει, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.».

2.Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια δεύτερο και τρίτο, ως εξής:
«Από 1.1.2018 και εντεύθεν, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως εκάστοτε ισχύει, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.».

Άρθρο 58α

Η παρ. 10 του άρθρου 1του ν. 2434/1996 (Α' 188) αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Από τον ΛΑΕΚ επιχορηγούνται το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), καθώς και ινστιτούτα και εκπαιδευτικά κέντρα, τα οποία έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν με τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ. Για τους ανωτέρω φορείς, εκτός του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π, η επιχορήγηση από τον ΛΑΕΚ μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του συνόλου των ετήσιων εισφορών που εισπράττονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. για λογαριασμό του ΛΑΕΚ, ανεξαρτήτως του βαθμού απόδοσης αυτών στον Ο.Α.Ε.Δ.. Για τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. η επιχορήγηση ανέρχεται στο οκτώ τοις εκατό (8%) επί του εισπραττόμενου από τους λοιπούς φορείς ποσοστού, κατά τα ανωτέρω. Με σκοπό την ολοσχερή εξόφληση εκτάκτων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατόπιν υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου19του ν. 2639/1998 (Α' 295), σε φορείς της παρούσας παραγράφου, από την επιχορήγησή τους παρακρατείται κατ' έτος ποσό ίσο με το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της συνολικής ετήσιας επιχορήγησης που αυτοί λαμβάνουν κατά περίπτωση. Το υπόλοιπο δικαιούμενο ποσό της ετήσιας επιχορήγησης του έτους 2016 αφαιρείται από το συνολικό ποσό οφειλής του κάθε φορέα.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Άρθρο 59

Τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς
1.Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν πρόκειται για κατάσχεση, ορίζει ως υπάλληλο του πλειστηριασμού έναν συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση και αναφέρεται η τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.».

2.Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 943 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ειρηνοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον υπάλληλο, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και την τυχόν διενέργεια αυτού με ηλεκτρονικά μέσα, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 959Α.».

3.Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς και την τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.».

4.Η παρ. 2 του άρθρου 955 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου και, στην περίπτωση του άρθρου 956 παρ.3,και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού και την τυχόν διενέργεια αυτού με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.».

5.Η παρ. 1 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται δημόσια ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός διενεργείται είτε κατά τις παραγράφους 2 έως 7 του παρόντος άρθρου είτε με ηλεκτρονικά μέσα κατά το άρθρο 959Α. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων.».

6.Μετά το άρθρο 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 959Α με τίτλο «Πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα, ηλεκτρονικός πλειστηριασμός», ως εξής:

Άρθρο 959Α

Πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα ηλεκτρονικός πλειστηριασμός.

1.Ο πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται από τον πιστοποιημένο, για το σκοπό αυτόν, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συμβολαιογράφο μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού.

2.Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει, στους κατά τόπους αρμοδίους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους.

3.Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης.

4.Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών.

5.Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965, το τέλος χρήσης των συστημάτων, και έχει υποβάλλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003, μέχρι ώρα 15:00 δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Η κατάθεση της εγγύησης και του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που θα διατηρείται σε Ελληνικό Τραπεζικό Ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης διορίζει με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00 δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης.

6.Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μετά το πέρας της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία διαπιστώνει με πράξη του μέχρι ώρα 17.00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ημέρας την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους και υποβάλλει στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος.

7.Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται με επιμέλεια του συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων ειρηνοδικείων, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται, κατ' επιλογή του επισπεύδοντος, στην περιφέρεια οποιουδήποτε εκ των άνω ειρηνοδικείων. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο της έδρας του συμβολαιογράφου.

8.Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται ημέρα Τετάρτη ή Πέμπτη ή Παρασκευή, από τις 10:00 π.μ. έως τις 14.00 ή από τις 14.00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59 δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Γ ια κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών.
Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1η Αυγούστου έως 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.

9.Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως το χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές.

10.Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.

11.Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για το λόγο αυτής.

12.Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ. 2 του άρθρου 965, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη.

13.Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό κινητών, ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν από την καταβολή του πλειστηριάσματος. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στοΤαμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Οι ειδικότεροι όροι της τήρησης των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών ορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης. Μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο γίνονται οι καταθέσεις.

14.Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ακινήτων ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δωδέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

15.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού, οι λεπτομέρειες υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών στα συστήματα, ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης τέλους χρήσης των συστημάτων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διενέργεια των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών» [εκδόθηκε η 41756/ 30-5-2017 απόφαση, ΦΕΚ Β/ 1884/30-5-2017 την οποία διαβάστε την εδώ].

7.Το άρθρο 964 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αν είναι παρών, ορίζει τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα. Όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ορίζει εγγράφως, εφόσον το επιθυμεί, προς τον υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ' ου η εκτέλεση την σειρά κατακύρωσης. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ενημερώνει τα ηλεκτρονικά συστήματα για τη σειρά κατακύρωσης των κατασχεμένων πραγμάτων. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, λήγει ο πλειστηριασμός των κατασχεμένων πραγμάτων.».

8.Στην παρ. 1 του άρθρου 966 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία ο πλειστηριασμός διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα.».

9.Η παρ. 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού και την τυχόν διενέργεια του με ηλεκτρονικά μέσα, που τυχόν θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.».

10.Μετά το άρθρο 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 998A ως εξής:
«Κατά τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ακινήτου, τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στο δεύτερο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 959 και στις διατάξεις του άρθρου 959Α.».

11.Το άρθρο 1021 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται είτε με τη διαδικασία του άρθρου 959 είτε με τη διαδικασία του άρθρου 959Α. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παράγραφος 4, 955 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο β', 965, 966, 967, 969 παράγραφος 1, 995 παράγραφος 4 εδάφιο β', 1002, 1003 παράγραφοι 1, 2 και 4,1004, 1005 παράγραφοι 1 και 2 και 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο. Σε περίπτωση διενέργειας εκούσιου πλειστηριασμού με τη διαδικασία του άρθρου 959, με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού.».

Άρθρο 60

Μεταβατικές διατάξεις για ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς

1.Το άρθρο 959Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του.

2.Αν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει ήδη συντελεστεί η προδικασία του πλειστηριασμού και έχει οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού, ο επισπεύδων μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα. Η γνωστοποίηση της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού γίνεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατ' άρθρο 927, στην οποία γίνεται μνεία της κατασχετήριας έκθεσης. Ο δικαστικός επιμελητής επαναλαμβάνει την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 μόνο ως προς τις επιδόσεις και δημοσιεύσεις της επιταγής προς εκτέλεση της γνωστοποίησης της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση που η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016, όλες οι επιδόσεις και οι δημοσιεύσεις πρέπει να έχουν γίνει το αργότερο δύο(2) μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Αν έχουν επιβληθεί περισσότερες κατασχέσεις ή έχουν κατατεθεί αναγγελίες, ο επισπεύδων δανειστής οφείλει να γνωστοποιήσει ότι επιλέγει τη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά το άρθρο 959Α και στους λοιπούς κατασχόντες ή απλώς αναγγελθέντες δανειστές. Ο ως άνω πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα είναι άκυρος, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων.

3.Αν έχει ήδη ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ή η αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού και η εφαρμογή του άρθρου 1000, δεν είναι δυνατή η μεταβολή του τρόπου διενέργειας του πλειστηριασμού και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 959Α. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016.

4.Οι διατάξεις του άρθρου 959Α δύναται να εφαρμοστούν σε περίπτωση υποκατάστασης κατά το άρθρο 973 ή ορισμού νέας ημερομηνίας πλειστηριασμού, κατά το άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4, μετά την ακύρωση της εκτέλεσης, την ευδοκίμηση της κατά το άρθρο 954 παράγραφος 4 ανακοπής ή της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000, καθώς και στον αναπλειστηριασμό κατά το άρθρο 965 παράγραφος 5.

5.Οι διατάξεις του άρθρου 959Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται υποχρεωτικά και για τους αναφερόμενους στο άρθρο 54 του ν.δ. 356 της 27.3/5.4.1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (A' 90) πλειστηριασμούς.

6.Οι παράγραφοι 8 έως και 14 του άρθρου 959Α τίθενται σε ισχύ από την 31η Ιουλίου 2017.

Άρθρο 61

Ρυθμίσεις σχετικά με τη λειτουργία της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών

1.Το άρθρο 348 του ν. 4412/2016 (Α' 147) τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο Πρόεδρος έχει την ιδιότητα του συνταξιούχου δικαστικού λειτουργού του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Εφετείων από το βαθμό του Προέδρου Εφετών και άνω ή συνταξιούχου λειτουργού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με εμπειρία στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.».
β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ως μέλη επιλέγονται νομικοί που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του π.δ. 50/2001 (Α' 39). Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ως γνωστικό αντικείμενο κατά το άρθρο 2 του π.δ. 50/2001 λογίζεται το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.».
γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για την επιλογή του Προέδρου δημοσιεύεται, εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημόσια πρόσκληση υποβολής αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος (υποψηφιότητας) από τους ενδιαφερόμενους. Οι αιτήσεις υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, μαζί με τα δικαιολογητικά που ορίζονται σε αυτή. Η διαδικασία της προκήρυξης επαναλαμβάνεται τρείς (3) μήνες πριν από τη λήξη κάθε θητείας.
Ο Πρόεδρος επιλέγεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, διορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή έκπτωσης ή με άλλο τρόπο αποχώρησης του Προέδρου πριν από τη λήξη της θητείας του, εκδίδεται νέα δημόσια πρόσκληση υποβολής αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος και ακολουθείται η διαδικασία επιλογής της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου και μέχρι το διορισμό του νέου Προέδρου, καθήκοντα Προέδρου ασκεί το αρχαιότερο μέλος.».

2.Στην παρ. 2 του άρθρου 350 του ν. 4412/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δύναται να εκδίδει τις απαραίτητες για τη στελέχωση και τον εξοπλισμό της ΑΕΠΠ πράξεις, καθώς και κάθε άλλη πράξη που είναι αναγκαία για τη λειτουργία της, μέχρι τη συγκρότησή της.».

3.Η περίπτωση στ' του άρθρου 356 του ν. 4412/2016 καταργείται.

Άρθρο 62

Τροποποιήσεις του Ένατου Κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α' 153)

1.Τα άρθρα 162 και 163 του Ένατου Κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Άρθρο 162
Προϋποθέσεις υπαγωγής

1.Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται επί φυσικών ή νομικών προσώπων με πτωχευτική ικανότητα κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 2, εφόσον πληρούν δύο από τα τρία ακόλουθα κριτήρια: α) σύνολο ενεργητικού έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, β) καθαρό ύψος κύκλου εργασιών έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, γ) μέσος όρος απασχολουμένων έως πέντε (5) άτομα. Εάν η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από πιστωτή, τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες από τις τελευταίες πριν από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης νομίμως δημοσιευμένες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις ή από τα βιβλία της επιχείρησης. Για τις προσωπικές εταιρίες και τις ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό και τα φυσικά πρόσωπα, τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από τα βιβλία της επιχείρησης ή από κάθε πρόσφορο μέσο. Εάν η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από τον οφειλέτη, τα ανωτέρω στοιχεία δύνανται να προκύπτουν και από τα έγγραφα που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος και προσκομίζονται από αυτόν.

2.Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ορίζει ότι ακολουθείται η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου. Στην πιο πάνω περίπτωση, εάν μετά την περάτωση της απογραφής διαπιστώνεται ότι ο οφειλέτης δεν πληροί τις προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, διατάσσει την εφαρμογή της διαδικασίας των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα. Αντίγραφο της ως άνω απόφασης κοινοποιείται υποχρεωτικά στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει.

3.Εφόσον, μετά την περάτωση της απογραφής της πτωχευτικής περιουσίας, διαπιστώνεται ότι ο οφειλέτης πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1, ο εισηγητής, μετά την κατά το άρθρο 69 ενημέρωσή του από τον σύνδικο, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ορίζει ότι ακολουθείται η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου. Αντίγραφο της ως άνω διάταξης κοινοποιείται υποχρεωτικά στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ισχύει.

4.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται επί της απλοποιημένης διαδικασίας πτώχευσης οι διατάξεις των άλλων κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο παρόν Κεφάλαιο.

Άρθρο 163
Διαδικαστικές παρεκκλίσεις

1.Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις γίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 89 έως 93, αποκλειομένης της εφαρμογής του άρθρου 92. Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για κάθε αμφισβήτηση απαίτησης κατά την επαλήθευση, για κάθε αντίρρηση που θα προβληθεί και για τις αιτήσεις εκπρόθεσμης επαλήθευσης απαιτήσεων, για τις ανακοπές κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, καθώς και για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται εντός δέκα (10) ημερών προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.

2.Αν ο εισηγητής έκανε δεκτό το πίστωμα, εφόσον ασκήθηκε εμπροθέσμως προσφυγή ή αντιρρήσεις κατά της πράξης του αυτής, μέχρι να αποφανθεί το πτωχευτικό δικαστήριο, ο πιστωτής έχει το δικαίωμα να παρίσταται στις συνελεύσεις, για δε το πίστωμά του παρακρατείται ανάλογο ποσό σε κάθε διανομή ενεργητικού.

3.Οι αρμοδιότητες του πτωχευτικού δικαστηρίου, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 18, στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, ασκούνται από τον εισηγητή.

4.Η εκποίηση πραγμάτων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 67 πραγματοποιείται από τον σύνδικο χωρίς την άδεια του εισηγητή.

5.Το άρθρο 75 δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που απαιτείται η εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ο σύνδικος δύναται να αναθέτει τη σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ' εύλογη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.

6.Η παράγραφος 3 του άρθρου 78 δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου.».

2.Στο Ένατο Κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα, μετά το άρθρο 163, προστίθενται νέα άρθρα 163α, 163β και 163γ, ως εξής:

Άρθρο 163α
Εκποίηση κινητών

1.Μέχρι την ένωση των πιστωτών, η εκποίηση των κινητών και των εμπορευμάτων της περιουσίας του οφειλέτη γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 77 και 84 του παρόντος Κώδικα. Στην περίπτωση της εκποίησης κατά τη διάταξη του άρθρου 77, περίληψη της άδειας εκποίησης με το αναφερόμενο περιεχόμενο δημοσιεύεται με τον τρόπο και τα μέσα που ορίζει ο εισηγητής.

2.Μετά την ένωση των πιστωτών, εάν δεν έχουν εκποιηθεί όλα τα κινητά και τα εμπορεύματα της περιουσίας του οφειλέτη κατά τις προηγούμενες διατάξεις, αυτά που έχουν απομείνει εκποιούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 77, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Η άδεια του εισηγητή κοινοποιείται στους πιστωτές που τυχόν έχουν εμπράγματη ασφάλεια επί των εκποιούμενων στοιχείων.

Άρθρο 163β
Εκποίηση ακινήτων

1.Ως προς τα ζητήματα της κίνησης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, της διαδικασίας της διακήρυξης, καθώς και των προσφορών για την εκποίηση των ακινήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 147, 148 και 149 αντίστοιχα του παρόντος Κώδικα.

2.Εάν η διαδικασία του πλειστηριασμού αποβεί άκαρπη, γιατί δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες ή γιατί ο εισηγητής έκρινε μη συμφέρουσα την τιμή και δεν ενέκρινε την εκποίηση, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται σε ημερομηνία απέχουσα δύο (2) εβδομάδες από τον προηγούμενο. Εάν και η νέα διαδικασία αποβεί άκαρπη, ο εισηγητής, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, υποχρεούται να μεταρρυθμίσει την κατά το άρθρο 148 διάταξή του και να θέσει όρους για τη διευκόλυνση της εκποίησης του ακινήτου, η οποία θα διεξαχθεί υποχρεωτικά χωρίς τις διατυπώσεις του δημοσίου πλειστηριασμού με ελεύθερη εκποίηση του ακινήτου και με το οριζόμενο ελάχιστο τίμημα. Πριν από την έκδοση της ως άνω διάταξης, όποιος δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να καταθέσει στον εισηγητή έγγραφο υπόμνημα, να επικαλεστεί και να προσκομίσει σχετικά έγγραφα.

3.Ο εισηγητής αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης του συνδίκου και μεταρρυθμίζει τη διάταξη. Αμέσως μετά την έκδοση της διάταξης, ο εισηγητής συντάσσει νέα έκθεση κατά το άρθρο 148 παρ. 2 και ο σύνδικος συντάσσει νέα διακήρυξη, την οποία προσαρμόζει στη νέα διάταξη.

Άρθρο 163γ
Περάτωση της απλοποιημένης διαδικασίας

1.Η απλοποιημένη διαδικασία περατώνεται με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 164, με εξαίρεση τον τρόπο περάτωσης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 166.

2.Μετά την παρέλευση τριετίας από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση κρίνεται από τον εισηγητή αδικαιολόγητη, ο εισηγητής τον αντικαθιστά με πράξη του.

3.Μετά παρέλευση τεσσάρων (4) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών, και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση έξι (6) ετών από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας πτώχευσης, επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παρ. 2 του άρθρου 166.».

3.Οι διατάξεις περί απλοποιημένης διαδικασίας πτωχεύσεων μικρών επιχειρήσεων εφαρμόζονται σε όλες τις πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 63
Ρύθμιση θεμάτων σχετικών με την αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

1.Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 17Α του ν. 2523/1997 (Α' 179) αντικαθίσταται ως εξής:
«Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα εφετών ή αντεισαγγελέα εφετών, από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.».

2.Η παρ. 3 του άρθρου 17Α του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. O Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος έχει ως αρμοδιότητα τη διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Η κατά τόπο αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, για την άσκηση των καθηκόντων του, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος έχει την εποπτεία, καθοδήγηση και το συντονισμό των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παράγραφος 1 περίπτωση α' του Κ.Π.Δ. και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) και της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, εντός των σχετικών αρμοδιοτήτων τους.».

3.Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 17Α του ν. 2523/ 1997 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«προτάσσοντας εκείνες τις υποθέσεις που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

4.Η παρ. 5 του άρθρου 17Α του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«5.α) Για τη διερεύνηση των υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητά του ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, ο αναπληρωτής αυτού και οι εισαγγελικοί λειτουργοί που τον συνεπικουρούν μπορούν να παραγγέλλουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης αποκλειστικά από τους κατά την παράγραφο 3γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους. Ειδικά, για τους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε. η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης παραγγέλλεται αποκλειστικά και μόνο στους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και μόνο για υποθέσεις που εμπίπτουν στις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες. Οι λοιποί υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που έχουν προανακριτικά καθήκοντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μόνο μετά από αίτημα της ελεγκτικής υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε. στην οποία ανήκουν προς τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Κατ' εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, οι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που αναφέρονται σε αυτό διενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, για υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί και διαβιβαστεί στην Α.Α.Δ.Ε. μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, εισαγγελική παραγγελία και έχουν προτεραιοποιηθεί ή πρόκειται να προτεραιοποιηθούν έως τις 31.7.2017.
β) Με την επιφύλαξη της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και οι λοιποί Εισαγγελείς δεν παραγγέλλουν στις Υπηρεσίες και το προσωπικό της Α.Α.Δ.Ε. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, ούτε διαβιβάζουν με οποιαδήποτε διαδικασία εντολές ή αιτήματα διενέργειας φορολογικών ελέγχων. Η εκτέλεση των ανωτέρω εισαγγελικών παραγγελιών ανατίθεται σε Υπηρεσία εκτός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, που εποπτεύονται από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και με αρμοδιότητα την έρευνα τέλεσης εγκλημάτων φοροδιαφυγής ή λοιπών οικονομικών αδικημάτων. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν από την 1η Αυγούστου 2017.».

5.Η παρ. 7 του άρθρου 17Α του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Με σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και ο αναπληρωτής αυτού μπορούν να παραγγέλλουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, χωρίς να στερούνται τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το πέρας της οποίας ενημερώνονται εγγράφως για την πορεία της.».

6.Η παρ. 8 του άρθρου 17Α του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για τις υποθέσεις τις οποίες ερευνούν, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με ισχύοντες κανόνες ιχνηλασιμότητας. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων, ακινήτων και κινητών, προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σε περίπτωση διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την εξακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της παραγράφου 3του παρόντος άρθρου για χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) έτος που μπορεί να παρατείνεται είτε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από τον Οικονομικό Εισαγγελέα ή τον αναπληρωτή του, είτε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από Εισαγγελικό λειτουργό που συνεπικουρεί τον Οικονομικό Εισαγγελέα, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης. Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ' ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης προς τον οργανισμό ή την υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται. Ως χρονική στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας παραγράφου προς τους αρμόδιους οργανισμούς και υπηρεσίες λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά, η διάταξη στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Με τον ίδιο τρόπο η διάταξη γνωστοποιείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέτρα διασφάλισης. Η διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ' ου ή στον τρίτο, οι οποίοι δύνανται να προσφύγουν και να ζητήσουν την άρση της με αίτησή τους είτε προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από τον Οικονομικό Εισαγγελέα ή τον αναπληρωτή του, είτε προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από εισαγγελικό λειτουργό που συνεπικουρεί τον Οικονομικό Εισαγγελέα, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται ή τροποποιείται αντίστοιχα, εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης: i) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από τον Οικονομικό Εισαγγελέα άσκηση ποινικής δίωξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Π.Δ. και ii) στην περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγουν τυχόν διασφαλιστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τη φορολογική διοίκηση, ούτε εμποδίζουν την τελευταία να λάβει τέτοια μέτρα. Με τη σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος, κατά την παράγραφο 2, Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει την έκδοση της διάταξης του παρόντος άρθρου και προς τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει τη διάταξη σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Στην περίπτωση έκδοσης διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών σύμφωνα με τα δύο προηγούμενα εδάφια, το κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι αρμόδιο και για την έκδοση βουλεύματος, με το οποίο δύναται να παραταθεί η διάρκεια της δέσμευσης, σε περίπτωση δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης.».

Άρθρο 64

Γνωστοποίηση παραβάσεων φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας από τις εισαγγελικές αρχές προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας δύναται να γνωστοποιεί εγγράφως στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) πιθανολογούμενες παραβάσεις της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, διαβιβάζοντας έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που περιέρχονται στη διάθεσή του, τα οποία μπορούν να αξιοποιούνται από την ως άνω Αρχή στο σύστημα ανάλυσης κινδύνου της, στο πλαίσιο του φορολογικού ή τελωνειακού ελέγχου, όταν κρίνεται σκόπιμο από αυτήν, σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις. Η γνωστοποίηση του προηγουμένου εδαφίου δεν επέχει θέση εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης σύμφωνα με τον ΚΠΔ, ούτε δεσμεύει την Α.Α.Δ.Ε. για διενέργεια ελέγχου. Επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και σε περίπτωση θέσης της υπόθεσης στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ ή περάτωσής της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ο Εισαγγελέας δεν προβαίνει σε γνωστοποίηση, εάν κρίνει ότι αυτή δυσχεραίνει ουσιωδώς την έρευνα για την τέλεση ποινικού αδικήματος.

Άρθρο 65

Ευθύνη των εκπροσώπων του Δημοσίου και των πιστωτικών ιδρυμάτων από πράξεις αναδιάρθρωσης δανείων ή άλλων οφειλών

1.Όσοι από το νόμο ή από δικαιοπραξία έχουν την επιμέλεια ή τη με οποιονδήποτε τρόπο διαχείριση δημόσιας περιουσίας ή περιουσίας οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή περιουσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) δεν υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις, τις οποίες τελούν για την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής δανείων, οφειλών ή χρεών, κατά τα οριζόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα ή στο ν. 4469/2017 (Α'62) ή στους νόμους που διέπουν τη λειτουργία τους, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με τους προβλεπόμενους στους ανωτέρω νόμους και τις σχετικές εγκυκλίους, κανόνες και διαδικασίες, τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά των νομικών προσώπων που εκπροσωπούν και συντρέχουν σωρευτικά, όπου προσήκει, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι πράξεις ή παραλείψεις τελούνται με σκοπό είτε τη ρύθμιση των οφειλών για την είσπραξη τουλάχιστον μέρους της απαίτησης είτε, αν πρόκειται για οφειλές επιχειρήσεων, τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης με βάση συμφωνία εξυγίανσης ή σχέδιο αναδιοργάνωσης, με το οποίο αποβλέπουν στην εξασφάλιση είσπραξης τουλάχιστον μέρους της απαίτησης,
β) δεν οδηγούν σε χειροτέρευση της πραγματικής οικονομικής θέσης του νομικού προσώπου του δανειστή, από αυτή στην οποία θα επερχόταν, αν ο οφειλέτης, η οφειλή του οποίου αναδιαρθρώνεται ή διαγράφεται, ετίθετο άμεσα σε εκκαθάριση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

2.Για πράξεις ή παραλείψεις της προηγούμενης παραγράφου, ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Στην αίτηση πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι οι ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις τελέστηκαν κατά παράβαση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου.

3.Όσοι από το νόμο ή από δικαιοπραξία έχουν την επιμέλεια ή με τη οποιονδήποτε τρόπο διαχείριση περιουσίας πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) δεν υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις τις οποίες τελούν για την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής δανείων, οφειλών ή χρεών, κατά τα οριζόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα ή στο ν. 4469/2017 (Α' 62) ή στο ν. 3869/2010 (Α' 130) ή στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης των άρθρων 145 επ. του ν. 4261/2014 (Α' 107) ή στα άρθρα 2 και 3 του ν. 4354/2015 (Α' 176), εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με τους προβλεπόμενους στους ανωτέρω νόμους και τις σχετικές εγκυκλίους, κανόνες και διαδικασίες, τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά των νομικών προσώπων που εκπροσωπούν και τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία τους και συντρέχουν σωρευτικά, όπου προσήκει, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι πράξεις ή παραλείψεις τελούνται με σκοπό είτε την είσπραξη μέρους τουλάχιστον της απαίτησης είτε, αν πρόκειται για επιχειρηματικά δάνεια, τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης με βάση συμφωνία εξυγίανσης ή σχέδιο αναδιοργάνωσης και διάσωσης, με το οποίο αποβλέπουν στην εξασφάλιση είσπραξης τουλάχιστον μέρους της απαίτησης,
β) κατά την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής των δανείων, οφειλών ή χρεών δεν παραβιάζονται οι σχετικές κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαχείριση οφειλών σε καθυστέρηση και τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, και τηρούνται οι κανόνες που προβλέπονται στην εγκεκριμένη πολιτική αναδιαρθρώσεων των ως άνω ιδρυμάτων,
γ) υφίστανται αποφάσεις των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων του πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή της Επιτροπής Ειδικών Εκκαθαρίσεων προκειμένου για ειδικούς εκκαθαριστές,
δ) δεν οδηγούν σε χειροτέρευση της πραγματικής οικονομικής θέσης του νομικού προσώπου του δανειστή, από αυτή στην οποία θα επερχόταν, αν ο οφειλέτης, η οφειλή του οποίου αναδιαρθρώνεται ή διαγράφεται, ετίθετο άμεσα σε εκκαθάριση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για την αναδιάρθρωση ή διαγραφή δανείων, οφειλών ή χρεών από διμερείς συμφωνίες μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και οφειλέτη, που αποβλέπουν στην εφαρμογή της εσωτερικής εγκεκριμένης πολιτικής διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, είτε επιχειρήσεων είτε ιδιωτών στο πλαίσιο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας (απόφαση 195/1/29.7.2016, Β' 2376).

4.Για πράξεις ή παραλείψεις της προηγούμενης παραγράφου ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση τριμελούς Επιτροπής από δικαστές που φέρουν τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, οι οποίοι ορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Στην Επιτροπή προεδρεύει ο αρχαιότερος Εφέτης και οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ορίζει τα ανωτέρω πρόσωπα, καθώς και τους αναπληρωτές τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος, που ορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, συντάσσει ειδική και εμπεριστατωμένη γνώμη, την οποία υποχρεούται να υποβάλλει στην ανωτέρω Επιτροπή εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών σχετικά με την παράβαση ή μη των όρων που προβλέπονται στις περιπτώσεις β'και γ' της προηγούμενης παραγράφου. Η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αρχίζει από την επομένη της υποβολής του αντίστοιχου αιτήματος της ανωτέρω Επιτροπής προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η Επιτροπή αναζητά, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, συμπληρωματικά στοιχεία από οποιαδήποτε υπηρεσία ή τρίτο, ιδίως από ειδικευμένο εμπειρογνώμονα. Στην αίτηση της Επιτροπής προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι οι ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις τελέστηκαν κατά παράβαση των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συγκροτείται η Επιτροπή και τοποθετούνται τα μέλη της και οι αναπληρωτές τους για θητεία ενός (1) έτους, η οποία μπορεί να ανανεώνεται άπαξ για ένα (1) έτος. Τα μέλη της Επιτροπής ασκούν τα ανωτέρω καθήκοντα παράλληλα με τα κύρια δικαστικά τους καθήκοντα. Με την ίδια απόφαση ορίζονται υπάλληλοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατηγορίας ΠΕ ως Γραμματείς της Επιτροπής.

5.Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και η Επιτροπή της παραγράφου 4 υποχρεούνται, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας, να υποβάλλουν στον αρμόδιο εισαγγελέα την αίτηση των παραγράφων 2 και 4 ή να κοινοποιήσουν την απόφαση περί μη υποβολής της.

6.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο σε πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με αναδιαρθρώσεις ή διαγραφές δανείων, οφειλών και χρεών που τελούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Άρθρο 78
Τροποποιήσεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων

1.Στο άρθρο 36 του ν.δ. 356/1974 (Α'90) προστίθενται νέες παράγραφοι ως εξής:
«6. Για τις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 7 εφαρμόζονται οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 993 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

7.Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής, ο τρόπος καθορισμού της αμοιβής του, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα.».

2.Στο άρθρο 39 του ν.δ. 356/1974 προστίθεται νέα παράγραφος ως εξής:
«7. Για τις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 36 εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».

Άρθρο 79

Πρόστιμο Φ.Π.Α. για πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία

1.Για παραβάσεις για τις οποίες προβλέπεται η επιβολή προστίμων του άρθρου 6 του ν. 2523/1997 (Α'179) και της περίπτωσης δ' της παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 4174/2013 (Α'170), για τις οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί οι οριστικές πράξεις επιβολής προστίμων, δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα των προαναφερομένων διατάξεων, αλλά επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε ή που δεν αποδόθηκε, ανεξάρτητα εάν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή.

2.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και επί εκκρεμών κατά την κατάθεση του παρόντος υποθέσεων, εφόσον η εφαρμογή τους συνεπάγεται ευνοϊκότερο καθεστώς για τον υπόχρεο. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν άσκησης εμπρόθεσμης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης, καθώς και υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις ή αποφάσεις αλλά δεν έχουν κοινοποιηθεί. Ως εκκρεμείς νοούνται, επίσης, οι υποθέσεις οι οποίες έχουν συζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση και δεν έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο.

3.Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 επί των υποθέσεων της παραγράφου 2, απαιτείται η εκ μέρους του ενδιαφερομένου ταυτόχρονη υποβολή σχετικής αίτησης και ανέκκλητης δήλωσης ανεπιφύλακτης αποδοχής των ως άνω παραβάσεων, κάθε πράξης ή απόφασης της διεύθυνσης επίλυσης διαφορών ή του δικαστηρίου, και καταβολή του συνόλου της οφειλής, που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, άμεσα ή το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, άλλως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μην έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης αποδοχής. Ποσά που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται, δεν συμψηφίζονται και δεν αναζητούνται, λόγω εφαρμογής της παρούσας παραγράφου. Η αίτηση-δήλωση υποβάλλεται στον προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη. Στις περιπτώσεις που η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, με την ως άνω δήλωση αποδοχής συνυποβάλλεται και σχετική βεβαίωση της γραμματείας του αρμόδιου δικαστηρίου για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση. Αν έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση, η ως άνω βεβαίωση πρέπει να διαλαμβάνει αν η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο του Δημοσίου και, σε καταφατική περίπτωση, την ημεροχρονολογία της επίδοσης. Επί υποθέσεων που είχαν ήδη συζητηθεί, αλλά δεν είχε εκδοθεί ακόμη απόφαση ή είχε εκδοθεί αλλά δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, λόγω ύπαρξης προθεσμίας άσκησης ή λόγω άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης, η κατά τα ανωτέρω συνυποβαλλομένη δήλωση ανέκκλητης αποδοχής και η συνεπεία αυτής καταβολή της οφειλής κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ενέχει, κατά περίπτωση, και παραίτηση των διαδίκων από του δικαιώματός τους να απαιτήσουν τη συμμόρφωση προς την τυχόν εκδοθησομένη δικαστική απόφαση ή να ασκήσουν οποιοδήποτε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατ' αυτής ή παραίτηση από του δικογράφου του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Ειδικώς δε, σε υποθέσεις που δεν έχουν συζητηθεί ή έχουν συζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Α'97), τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται με την περιέλευση στη γραμματεία του δικαστηρίου σχετικής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της φορολογικής αρχής που εξέδωσε την πράξη, με περιεχόμενο την περάτωση της διαδικασίας του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

Άρθρο 120
Τροποποίηση διατάξεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.10 της παρ. Ε' του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 4384/2016 (Α'78) και το άρθρο 27 του ν. 4441/2016 (Α'227), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπορεύεται λιπάσματα υποχρεούται να απασχολεί σε κάθε εγκατάσταση εμπορίας λιπασμάτων υπεύθυνο επιστήμονα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εγκατάστασης. Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων, όπως οι κατηγορίες των επιχειρήσεων προσδιορίζονται στη Σύσταση αριθμ. 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (L 124/36/20.5.2003), δύνανται να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης.
Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει και εμπορεύεται ή εμπορεύεται πολλαπλασιαστικό υλικό καλλιεργούμενων φυτικών ειδών υποχρεούται να απασχολεί σε κάθε εγκατάσταση παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού καλλιεργούμενων φυτικών ειδών υπεύθυνο επιστήμονα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης. Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού καλλιεργούμενων φυτικών ειδών, όπως οι ανωτέρω επιχειρήσεις ορίζονται στη Σύσταση αριθμ. 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (L 124/36/20.5.2003), μπορούν να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης. Φυτωριακές επιχειρήσεις τύπου Α', Β' και μητρικών φυτειών αμπέλου που υπάγονται στην έννοια της πολύ μικρής και μικρής επιχείρησης μπορούν να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Φυτωριακή επιχείρηση τύπου Α' ή Β' ή μητρικών φυτειών αμπέλου που υπάγεται στην έννοια της πολύ μικρής και μικρής επιχείρησης και η οποία αποτελείται από μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις παραγωγής και εμπορίας του υλικού αυτού εντός του δήμου της έδρας της επιχείρησης και των όμορων δήμων, νοείται ως ενιαία εγκατάσταση για την απασχόληση υπεύθυνου επιστήμονα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις απασχόλησης υπεύθυνου επιστήμονα στις επιχειρήσεις της παρούσας περίπτωσης.».

Άρθρο 121

Τροποποίηση του άρθρου 35 του ν. 4036/2012 (Α'8)

Η περίπτωση δ' της παρ. 5 του άρθρου 35 του ν. 4036/2012 (Α'8), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 4384/2016 (Α'78), αντικαθίσταται ως εξής:
«δ. Σε μεγέθη συσκευασιών γεωργικών φαρμάκων που: αα) προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε υπαίθριες καλλιέργειες των οποίων η έκταση δεν υπερβαίνει τα χίλια τετραγωνικά μέτρα (1.000 τ.μ.) και ββ) δεν φέρουν εικονόγραμμα κινδύνου με νεκροκεφαλή και χιαστί οστά εκδίδεται συνταγή ή τη στιγμή της πώλησης γίνεται ηλεκτρονική καταγραφή στο ειδικό έντυπο της πώλησης των γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 36, η οποία υπέχει θέση συνταγής χρήσης γεωργικού φαρμάκου αναφέροντας πλήρως τα στοιχεία του επιστήμονα που την εξέδωσε. Στην περίπτωση αυτή, ο υπεύθυνος επιστήμονας ή/και ο υπάλληλοςπωλητής γεωργικών φαρμάκων που διενέργησε την πώληση υποχρεούται να παρέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον από τη χρήση γεωργικών φαρμάκων, ιδίως σχετικά με τις πηγές κινδύνου, την έκθεση, τον ορθό τρόπο αποθήκευσης, το χειρισμό και την εφαρμογή, καθώς και την ασφαλή τους διάθεση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για τα απόβλητα, καθώς και σχετικά με εναλλακτικές λύσεις χαμηλού κινδύνου.».

Άρθρο 122
Τροποποίηση του π.δ. 79/2007 (Α'95) και κατάργηση του π.δ. 8/2012 (Α' 11)

1.Το π.δ 79/2007 (Α'95), τροποποιείται ως εξής: α) Η περίπτωση 6 της παραγράφου Α' του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Έγκριση: η χορήγηση αριθμού έγκρισης, από τη Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ.) στις εγκαταστάσεις όπου απαιτείται έγκριση κατά τα οριζόμενα στον άρθρο 6 του παρόντος και σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού 853/2004, και τις διατάξεις του ν. 4442/2016 (Α'230) «Νέο θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις.».
β) Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είναι αρμόδια: α) Για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης σε ότι αφορά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων τροφίμων: αα) σφαγείων, ββ) ιχθυοσκαλών,
γγ) τεμαχισμού νωπών αλιευτικών προϊόντων, παρασκευασμάτων αλιευτικών προϊόντων, συσκευασίας και κατάψυξης αυτών, καθώς και μηχανικώς διαχωρισμένων αλιευτικών προϊόντων, δδ) κέντρων αποστολής και κέντρων καθαρισμού ζώντων δίθυρων μαλακίων, εε) εγκαταστάσεων αποκελύφωσης δίθυρων μαλακίων,
στστ) αλιευτικών σκαφών, ζζ) πλοίων ψυγείων,
ηη) νωπού γάλακτος στις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.
β) Για τη συνεργασία με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων ΚΑΑ της χώρας, καθώς και με κάθε δημόσια υπηρεσία που έχει αντικείμενο τα τρόφιμα ή συναφές με αυτά, και γ) για δράσεις σχετικές με τα άρθρα 41 έως και 44 του Κανονισμού (ΕΚ) 882/2004.». γ) Το άρθρο 5 αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 5
Καταχώριση εγκαταστάσεων

1.Οι εγκαταστάσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2α περίπτωση στστ' του παρόντος, υποχρεούνται σε καταχώριση στην αρμόδια Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) που περιλαμβάνει: α) το ονοματεπώνυμο του φυσικού προσώπου ή την επωνυμία του νομικού προσώπου, β) τη διεύθυνση κατοικίας του φυσικού προσώπου ή την έδρα του νομικού προσώπου, γ) το εμπορικό σήμα της επιχείρησης τροφίμων, αν υπάρχει,
δ) τον τόπο εγκατάστασης της μονάδας ή στην περίπτωση των αλιευτικών σκαφών, τον αριθμό νηολόγησης του σκάφους, ε) το είδος της δραστηριότητας, στη συνέχεια η ΔΑΟΚ προβαίνει στην καταχώριση της εγκατάστασης.

2.Σε καταχώριση σύμφωνα με την παράγραφο 1 υπόκεινται και οι εγκαταστάσεις χώρων σφαγής πουλερικών και λαγομόρφων που θεσπίζονται με την υπουργική απόφαση 2379/82701/2016 (B' 2330). Πέραν των απαιτήσεων της παράγραφου 1, το ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου υποβάλλει, στην κατά τόπο αρμόδια ΔΑΟΚ, τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) γενικό σχεδιάγραμμα (κάτοψη) των εγκαταστάσεων με λεπτομερή απεικόνιση και περιγραφή των χώρων και τοποθέτηση του βασικού εξοπλισμού στο χώρο, β) ακριβή περιγραφή της δραστηριότητας με ιδιαίτερη μνεία στη δυναμικότητα.

3.Οι εγκαταστάσεις επιχειρήσεων τροφίμων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 852/2014, καταχωρίζονται σύμφωνα με την διαδικασία της γνωστοποίησης του ν. 4442/2016 (A' 230).

4.Κάθε εγκατάσταση που καταχωρίζεται λαμβάνει αριθμό καταχώρισης, ο οποίος κοινοποιείται στην επιχείρηση και στη Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από την αρμόδια ΔΑΟΚ.».
δ) Το άρθρο 6 αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 6
Έγκριση εγκαταστάσεων

1.Κάθε υπόχρεη για έγκριση εγκατάστασής του άρθρου 3 παράγραφος 2α του παρόντος εκτός αυτών της περίπτωσης στστ' της ιδίας ως άνω παραγράφου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 853/2004, μετά την ολοκλήρωση κατασκευής της και την εγκατάσταση του εξοπλισμού αυτής, υποβάλλει στην κατά τόπο αρμόδια ΔΑΟΚ, αίτηση για έγκριση.

2.Η αίτηση της παραγράφου 1 περιέχει τα εξής στοιχεία: α) το ονοματεπώνυμο του φυσικού προσώπου ή την επωνυμία του νομικού προσώπου, β) τη διεύθυνση κατοικίας του φυσικού προσώπου ή την έδρα του νομικού προσώπου, γ) το εμπορικό σήμα της επιχείρησης τροφίμων, αν υπάρχει,
δ) τον τόπο εγκατάστασης της μονάδας και συνοδεύεται από:
αα) το γενικό σχεδιάγραμμα (κάτοψη) των εγκαταστάσεων, με λεπτομερή απεικόνιση και περιγραφή των χώρων με τοποθέτηση του βασικού εξοπλισμού στο χώρο και
ββ) την ακριβή περιγραφή της δραστηριότητας με ιδιαίτερη μνεία στη δυναμικότητα, γγ) τα αναγκαία κατά περίπτωση έγγραφα από τα οποία προκύπτουν τα στοιχεία ταυτότητας του ενδιαφερόμενου.
Τα νομιμοποιητικά στοιχεία της επιχείρησης του ενδιαφερόμενου, τα οποία τηρούνται στη βάση του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.), αναζητούνται αυτεπαγγέλτως.

3.α)Κάθε αίτηση έγκρισης εγκατάστασης εξετάζεται ως προς την πληρότητα των στοιχείων και των δικαιολογητικών της παρ. 2 του παρόντος άρθρου από την αρμόδια ΔΑΟΚ στην οποία υποβάλλεται.
β) Αν τα στοιχεία ή/και τα δικαιολογητικά της παράγραφου 2 είναι ελλιπή, η αρμόδια ΔΑΟΚ ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο σχετικά και τον καλεί μέσα σε δέκα (10) ημέρες να συμπληρώσει τα στοιχεία ή/και να προσκομίσει τα ελλείποντα δικαιολογητικά. Αν η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, η αρμόδια ΔΑΟΚ απορρίπτει την αίτηση του ενδιαφερομένου και τον ενημερώνει για τους λόγους απόρριψης της αίτησής του.
γ) Αν τα στοιχεία και τα δικαιολογητικά της παραγράφου 2 είναι πλήρη, κλιμάκιο τουλάχιστον δύο επισήμων κτηνιάτρων πραγματοποιεί επιτόπιο έλεγχο στην εγκατάσταση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι απαιτήσεις της κείμενης εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας και εισηγείται στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΑΟΚ για την έγκριση ή μη της εγκατάστασης.

4.α)Σε περίπτωση θετικής εισήγησης του κλιμακίου της περίπτωσης γ' της παραγράφου 3, ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΑΟΚ τη διαβιβάζει στη Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του ενδιαφερομένου.
β) Σε περίπτωση αρνητικής εισήγησης του κλιμακίου της περίπτωσης γ' της παραγράφου 3, ενημερώνεται άμεσα ο ενδιαφερόμενος αναφορικά με τους λόγους απόρριψης του αιτήματος.

5.Η Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων λαμβάνοντας υπόψη:
α) τη θετική εισήγηση του κλιμακίου επισήμων κτηνιάτρων και τα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια (έντυπα ελέγχου υγιεινής εγκατάστασης, έντυπο ελέγχου HACCP), και
β) τα αποτελέσματα του ελέγχου, σε περιπτώσεις που κριθεί απαραίτητο να διενεργηθεί επιτόπιος έλεγχος από τους κτηνιάτρους της Διεύθυνσης Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, χορηγεί τον αριθμό της έγκρισης των εγκαταστάσεων, ή της έγκρισης υπό όρους ή την παράταση της υπό όρους έγκρισης ή την απόρριψη της έγκρισης που κοινοποιείται δια της αρμόδιας ΔΑΟΚ στην επιχείρηση τροφίμων. Η χορήγηση ή μη αριθμού έγκρισης πραγματοποιείται εντός 30 ημερών από την παραλαβή της θετικής εισήγησης της παραγράφου 4 από τη Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.».

ε) Το άρθρο 8 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 8
Κατάλογος εγκεκριμένων και καταχωρισμένων εγκαταστάσεων

1.Η Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης καταρτίζει και τηρεί κατάλογο εγκεκριμένων και καταχωρισμένων εγκαταστάσεων αρμοδιότητάς της, τον οποίο επικαιροποιεί σε κάθε μεταβολή.

2.Δημιουργείται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενιαίος εθνικός διαδικτυακάς τόπος ανάρτησης των καταλόγων των εγκεκριμένων και καταχωρισμένων εγκαταστάσεων της χώρας της παραγράφου 2 του άρθρου 3, τον οποίο η Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και η αρμόδια ΔΑΟΚ επικαιροποιούν σε κάθε μεταβολή, σύμφωνα με το πεδίο αρμοδιότητάς τους.».

2.Όπου στο π.δ. 79/2007 γίνεται αναφορά στους όρους «άδεια ίδρυσης» και «άδεια λειτουργίας» νοείται εφεξής ο όρος «έγκριση».

3.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 μπορεί να τροποποιούνται και να καταργούνται με τις υφιστάμενες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις.

4.Το π.δ. 8/2012 (Α' 11) καταργείται.

5.Η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου ορίζεται στις 19 Ιουνίου 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis