Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Σώρευση αξίωσης εκ του ΑΚ 479 ως κύριας και αξίωσης εκ του ΑΚ 939 ως επικουρικής. Πτώχευση.

                              Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 67/ 2016, ΕφΑΔ 2016.31.

Πρόεδρος: Κ. Συροπούλου, Εισηγήτρια: Αικ. Καϊδόγλου.

Περίληψη. Ίδρυση παθητικής εις ολόκληρον ενοχής λόγω μεταβίβασης της περιουσίας ή επιχείρισης, ακόμη κι αν δεν καταρτίσθηκε καμία ενοχική σύμβαση μεταβίβασης ή ακόμη κι αν είναι άκυρη εκείνη που καταρτίστηκε. Αρκεί να λαμβάνει χώρα η εμπράγματη εκποιητική μεταβίβαση της περιουσίας ως συνόλου, έστω και με διαδοχικές πράξεις. Πτώχευση.
Ανάκληση πράξεων που έλαβαν χώρα την ύποπτη περίοδο της μεταβίβασης, με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης και βλάβης του δανειστή, περιλαμβανομένης της γνώσης των χρεών. Επικουρική σώρευση. ΑΚ 939. Η βάση αυτής της αγωγής απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Ο σύνδικος, και όχι μεμονωμένα ο δανειστής, νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει αγωγή διάρηξης, κατά την ύποπτη περίοδο από τον οφειλέτη που περιέρχεται σε κατάσταση πτώχευσης και μάλιστα όχι μόνο κατά του πτωχού, αλλά και κατά του τρίτου αποκτώντος. Δεκτή η αγωγή.

Διατάξεις: άρθρα 479, 481, 486, 939-946 ΑΚ, 42-44 ΠτΚ, 74 επ., 223, 297 ΚΠολΔ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, αν με σύμβαση μεταβιβάσθηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που την αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αρχή γενικότερης σημασίας, η οποία ισχύει σε κάθε περίπτωση που το ενεργητικό της περιουσίας ή της επιχείρησης ενός φυσικού ή νομικού προσώπου περιήλθε σε άλλο με ειδική διαδοχή, ιδρύοντας σωρευτική αναδοχή από το νόμο, περιορισμένη μέχρι την αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται. Ολόκληρη δε αυτή η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και ιδρύεται με αυτήν παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 επ. ΑΚ) μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντας για τα χρέη του πρώτου που υπήρχαν μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης και που είχαν δημιουργηθεί έως τη μεταβίβαση αυτή, η δε σωρευτική από τη διάταξη αυτή (479 ΑΚ) ευθύνη του αποκτώντος την περιουσία ή επιχείρηση καταλαμβάνει και τις παρεπόμενες της κυρίας απαίτησης υποχρεώσεις, όπως είναι και αυτή περί καταβολής νομίμων τόκων (βλ. ΕφΠειρ 990/1993 ΕΝΔ 1994,166, ΠΠρΠειρ 1426/2009 ΕφΑΔ 2009,39, Β. Βαθρακοκοίλη ΕρΝομΑΚ, άρθρο 479 αρ. 23). Μάλιστα, ο μεν μεταβιβάζων συνεχίζει να ευθύνεται απεριορίστως και με ολόκληρη την προσωπική του περιουσία, ο δε αποκτών έως την πραγματική αξία των μεταβιβαζόμενων (περιορισμένη ευθύνη) που είχαν αυτά κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβιβάσεως και με την προσωπική του περιουσία αλλά και αυτούσιως δια των μεταβιβαζόμενων πραγμάτων (βλ. ΕφΘεσ 922/2006 ΕΕμπΔ 2006,569, Βαθρακοκοίλη ό.π. αρ. 28). Σκοπός της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ είναι η προστασία των δανειστών του οφειλέτη, απέναντι στους οποίους η περιουσία του αποτελεί τη βάση για την πίστη που του παρέχουν στις συναλλαγές. Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης απαιτούνται: α) σύμβαση οριστικά καταρτισμένη και έγκυρη και β) μεταβίβαση ανεξαρτήτως αν η αιτία είναι επαχθής ή χαριστική (βλ. ΕφΑθ 2537/1977 ΝοΒ 26,391, ΠΠρΠειρ 1426/2009 ό.π.). Η μεταβίβαση αυτή μπορεί να πραγματώνεται και με περισσότερες πράξεις σύγχρονες ή διαδοχικές και με περισσότερα από ένα πρόσωπα, αρκεί να γνωρίζουν ότι μεταβιβάζεται σ’ αυτά το σύνολο της περιουσίας και ότι οι πράξεις αποτελούν μεταξύ τους ενότητα, δηλαδή βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή, η ευθύνη καθενός από τους αποκτώντες περιορίζεται ανάλογα με την αξία του τμήματος της περιουσίας που αυτός αποκτά (βλ. ΕφΘεσ 922/2006 ό.π., ΕφΑθ 6240/1998 Νόμος). Εξάλλου αν αυτός που απέκτησε την περιουσία ή την επιχείρηση μεταβιβάσει περαιτέρω αυτή ως σύνολο σε άλλον κ.ο.κ., όλοι που διαδοχικά αποκτούν την περιουσία ή την επιχείρηση ευθύνονται εις ολόκληρον έως την αξία των περιουσιακών στοιχείων ή της επιχείρησης που μεταβιβάστηκαν (Βαθρακοκοίλη ό.π., αρ. 31). Ως περιουσία δε στην ίδια διάταξη νοείται μόνο η θετική καθαρή θέση του ενεργητικού του οφειλέτη, δηλαδή το προϊόν της που απομένει μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Έτσι, περιουσία κατά την προαναφερθείσα διάταξη νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατό να αποτιμηθούν, όπως π.χ. η κυριότητα κινητών, ακινήτων, ενώ σαν επιχείρηση εννοείται το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων ή άλλων αγαθών, οργανωμένων σε οικονομική ενότητα με ενιαίο φορέα προς επίτευξη οικονομικών σκοπών με κέρδος. Η περιουσία της ΑΚ 479 αποτελείται μεν κατά κανόνα από πλειονότητα αντικειμένων, όπως π.χ. πραγμάτων, απαιτήσεων, πλην όμως η εφαρμογή της διάταξης είναι δυνατή και σε περίπτωση μεταβιβάσεως ενός αντικειμένου, όταν αυτό είναι το μόνο ή το πλέον σημαντικό στοιχείο της περιουσίας εκείνου που μεταβιβάζει, ήτοι εφόσον αυτό εξαντλεί το ενεργητικό της ή σημαντικό ποσοστό του (βλ. ΑΠ 377/1987 ΕΕΝ 1988,115, ΕφΑθ 2803/2008 ΔΕΕ 2009,222, ΕφΛαρ 19/2004 ΝοΒ 53,500).
Γίνεται δεκτό στην θεωρία και στη νομολογία ότι σύμφωνα με τον σκοπό της 479 ΑΚ η διάταξη εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίσθηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που καταρτίσθηκε είναι άκυρη. Αρκεί ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της επιχειρήσεως με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων, ήτοι να έλαβε χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχειρήσεως και, ειδικότερα, των κατ’ ιδίων στοιχείων που απαρτίζουν την περιουσία, για τα οποία πρέπει να τηρηθεί ο τρόπος που αρμόζει σε καθένα, δηλαδή παράδοση για τα κινητά, μεταγραφή για τα ακίνητα και εκχώρηση και αναγγελία για τις απαιτήσεις (ΕφΛαμ 23/2013 Νόμος, ΕφΠατρ 798/2004 ΑχΝομ 2005,103). Αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων που βλάπτει τους δανειστές είναι άκυρη απέναντί τους, ενώ, εξάλλου, για την ευθύνη του αποκτώντος είναι αδιάφορο αν αυτός γνώριζε την ύπαρξη των χρεών, απαιτείται όμως να γνώριζε ότι του μεταβιβάζεται όλη η περιουσία ή επιχείρηση ή κατά το σημαντικότερο μέρος της (βλ. ΑΠ 1384/2005 Νόμος, ΕφΔωδ 251/2006 Νόμος, ΕφΘεσ 2361/2005 ΕπισκΕΔ 2006,1196). Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν από τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η μεταβίβαση αυτός που αποκτά γνώριζε τη γενική περιουσιακή κατάσταση αυτού που μεταβίβασε και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεταβιβαζόμενη σ’ αυτόν περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το πιο σημαντικό τμήμα αυτής, η δε αναφορά των ειδικών αυτών συνθηκών είναι αναγκαία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής (βλ. ΑΠ 1384/2005 ό.π., ΑΠ 829/2003 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2803/2008 ό.π., ΕφΘεσ 922/2006 ό.π.). Σε περίπτωση δε μεταβιβάσεως επιχείρησης ή άλλης περιουσιακής ομάδας, ως τέτοιας, η γνώση του αποκτώντος προκύπτει από αυτήν την ίδια τη σύμβαση και ως εκ τούτου δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ιδιαίτερη επίκληση και απόδειξη αυτής (βλ. ΜΕφΠειρ 582/2014 ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλη ό.π. αρ. 21α).
Περαιτέρω, τα χρέη στα οποία αναφέρεται η ανωτέρω διάταξη, μπορεί να είναι οιασδήποτε φύσεως και να πηγάζουν είτε από σύμβαση είτε από το νόμο είτε από αδικοπραξία (βλ. ΕφΑθ 2545/2003 ΕλλΔνη 2004,590,594,914, ΕφΘεσ 922/2006 ό.π.). Γεννημένα κατά το χρόνο της μεταβίβασης χρέη νοούνται, εκτός από τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και εκείνα που τελούν υπό προθεσμία ή αναβλητική αίρεση, καθώς και εκείνα που στηρίζονται σε έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει υποχρέωση προς παροχή. Πρέπει δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά της γένεσης του χρέους γεγονότα κατά το χρόνο της μεταβίβασης, και να μην γεννήθηκαν μεταγενέστερα αρκεί να προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής που υπήρχε κατά τη μεταβίβαση, όπως οι τόκοι, όχι όμως και τα δικαστικά έξοδα, ήτοι να υφίσταται πριν από τον κρίσιμο αυτό χρόνο της μεταβίβασης ο νομικός λόγος γέννησης του και αν ακόμη τα λοιπά περιστατικά ανέκυψαν μεταγενέστερα και κατέστη αυτό στη συνέχεια ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (βλ. ΑΠ 736/2002 ΕλλΔνη 2002,1664, ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 1998,1572, ΕφΛαρ 128/2009 ΕπίσκΕΔ 2009,496, Βαθρακοκοίλη ό.π. αριθ. 23), αρκεί να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το χρόνο της πρώτης εκ ακροατηρίου συζητήσεως της αγωγής (βλ. ΕφΘεσ 922/2006 ό.π., ΠΠρΠειρ 1426/2009 ό.π.).
Όπως προαναφέρθηκε, όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 479 ΑΚ, δημιουργείται εις ολόκληρον παθητική ενοχή (481 επ. ΑΚ) μεταξύ εκείνου που μεταβίβασε και εκείνου που απέκτησε. Ο δανειστής μπορεί επιλεκτικά να εναγάγει και τους δύο μαζί συγχρόνως ή διαδοχικώς, ή όποιον από τους δύο θέλει (βλ. ΕφΘεσ 922/2006 ό.π.), και μεταξύ των συνοφειλετών υφίσταται απλή ομοδικία (ΕφΠειρ 207/2011 ΔΕΕ 2011,799, ΕφΘεσ 424/2008 Αρμ 2009,534, ΕφΑθ 6812/2005 ΔΕΕ 2006,71), με αποτέλεσμα σε περίπτωση πτώχευσης ενός από τους συνοφειλέτες να ενεργεί υποκειμενικά και δεν ασκεί επιρροή στην εις ολόκληρον υποχρέωση του άλλου συνοφειλέτη (Βαθρακοκοίλη, ό.π., άρθρο 482, αρ. 6). Στρεφόμενος, όμως, ο δανειστής κατά του αποκτώντος, οφείλει, για την πληρότητα του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 117, 118 και 216 ΚΠολΔ, να αναφέρει (και αν αμφισβητηθούν να αποδείξει), τα εξής στοιχεία: α) τη σύμβαση μεταβιβάσεως περιουσίας ή επιχειρήσεως ή άλλο νόμιμο λόγο που θεμελιώνει τη μεταβίβαση, λ.χ. μονομερή δικαιοπραξία, διάταξη νόμου κ.λπ., β) την απαίτηση του εναντίον εκείνου που μεταβίβασε την επιχείρηση ή περιουσία του και γ) αν έχουν μεταβιβασθεί μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία που εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής, το γεγονός ότι τούτο το γνώριζε υπό τις εκτιθέμενες ειδικές συνθήκες ο εναγόμενος (βλ. ΕφΘεσ 922/2006 ό.π., ΠΠρΠειρ 1426/2009 ό.π.), δεν αποτελεί όμως στοιχείο της κατά αυτού αγωγής η αναφορά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, καθόσον η μέχρι της αξίας αυτών ευθύνη εκείνου που απέκτησε προβάλλεται μόνο κατ’ ένσταση (βλ. ΑΠ 1146/2014 Νόμος, ΑΠ 318/2008 Νόμος, ΕφΠειρ 483/2008 ΠειρΝομ 2008,53, Β. Βαθρακοκοίλη ό.π. αρ. 40).

Περαιτέρω, λόγω της υφισταμένης στενής σχέσεως μεταξύ των θεσμών της καταδολιεύσεως δανειστών και της ευθύνης επί μεταβιβάσεως περιουσίας ή επιχειρήσεως, οι δύο αγωγές δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο, διότι στην πραγματικότητα αντιφάσκουν μεταξύ τους, κατά την ουσία τους, εκτός αν η μια εκ των δύο ασκείται επικουρικώς (ΠΠρΚαβ 364/1994 ΑρχΝ 1995,451, ΠΠρΠειρ 3033/1988 ΕΝΔ 1989,304, ΠΠρΘεσ 2381/1980 Αρμ 1980,958). Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, ο οποίος μεταβίβασε και πριν από την ύποπτη περίοδο το πράγμα σε τρίτον προς καταδολίευση των δανειστών του, μόνον ο σύνδικος νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή περί διαρρήξεως, ο οποίος εκπροσωπεί την ομάδα των πιστωτών και ζητεί την επαναφορά των απαλλοτριωθέντων στην πτωχευτική περιουσία, για να ικανοποιηθούν από αυτά οι πτωχευτικοί δανειστές (ΑΠ 1/2006 ΕΕμπΔ 2006,436, ΕφΛαρ 123/2005 ΕπισκΕΔ 2005,400, ΕφΑθ 3856/1998 ΕλλΔνη 41,1375, ΕφΘεσ 1589/1996 Αρμ 50,1121, ΕφΑθ 5828/1983 ΝοΒ 32,91). Η αγωγή αυτή, λόγω του αποκαταστατικού χαρακτήρα της και της με βάση τις νέες ρυθμίσεις προνομιακής μεταχείρισης του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, κατά την αναγκαστική εκτέλεση εμπίπτει στην αρχή της αναστολής των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, αφού, έστω και αν στρέφεται μόνον κατά του τρίτου, εκτέλεση γίνεται στην περιουσία του οφειλέτη (ΠΠρΒολ 20/2010 Αρμ 2010,333, Α. Κοτσίρη, ΠτχΔ, 2008, σελ. 231-232 επ.), οπότε και εξουσία να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά του τρίτου έχει μόνο ο σύνδικος εκπροσωπώντας την ομάδα των πιστωτών, διότι παρόμοια ενέργεια, ακόμα και αν στρεφόταν μόνο κατά του τρίτου, θα έβλαπτε τα συμφέροντα των λοιπών πτωχευτικών δανειστών, αφού η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ του δανειστή που τη ζήτησε, καταστρατηγώντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεση του νομοθέτη περί συμμέτρου ικανοποιήσεως των εγχειρόγραφων δανειστών (ΕφΘεσ 1589/1996 Αρμ 1996,1121, ΠΠρΑθ 1970/2005 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΠΠρΑθ 1787/2003 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΠΠρΑθ 1058/2002 ΔΕΕ 2002,714, ΠΠρΒολ 71/2000 Αρμ 2000,1262, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τομ. Α΄, σελ. 411).
Η νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42-44 ΠτΚ ανακαλούνται πράξεις που έλαβαν χώρα στην ύποπτη περίοδο. Οι διατάξεις για την πτωχευτική ανάκληση δεν αποκλείουν τη διάρρηξη των αντίστοιχων δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 939-946 ΑΚ, που εφαρμόζονται επιβοηθητικά και χωρίς εμπόδιο από την κήρυξη της πτώχευσης του οφειλέτη, με τη διαφορά ότι τη διάρρηξη νομιμοποιείται πλέον να ζητήσει ο σύνδικος της πτώχευσης και όχι ατομικά οι δανειστές του πτωχού, που σημαίνει ότι η διάρρηξη αποβαίνει πλέον σε όφελος όλων των πτωχευτικών πιστωτών (ΑΠ 1508/2011 ΔΕΕ 2102,663).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215, 221 παρ. 1 εδ. α΄ 222, 308 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ, η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, κατά την διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια ένδικη διαφορά, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε πάλι μόνο με την άσκηση της εφέσεως και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (ΑΠ 1048/2009 ΕΠολΔ 2010,439). 
Τέλος, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, στην περίπτωση όμως του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει «και» με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως, ακόμη και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό (ΑΠ 315/2010 ΕΠολΔ 2010,734, ΑΠ 1908/2008 ΕλλΔνη 2010,763, ΑΠ 907/2004 ΕλλΔνη 2005,1657, ΕφΘεσ 126/2014 Αρμ 2104,1675).

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “M.Κ.” (εφεξής Μ.), διατηρεί απαίτηση ποσού 525.324,57 ευρώ, πλέον τόκων, από την εμπορική συνεργασία που είχε μαζί της, για την οποία η οφειλέτιδα αποδέχθηκε συναλλαγματικές ποσού 240.000 ευρώ, τις οποίες τριτεγγυήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της, και οι οποίες αφού δεν πληρώθηκαν η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση των υπ’ αρ. .../2011 και .../2011 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι η ως άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ’ αρ. 4185/13.2.2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 4η.2.2010. Ότι η απαίτηση της ενάγουσας επαληθεύθηκε με την υπ’ αρ. 4045/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Ότι η πτωχεύσασα εταιρεία, εντός της ύποπτης περιόδου, με διαδοχικές συμβάσεις μετέφερε το σύνολο της περιουσίας της, ήτοι πάγια στοιχεία αξίας 819.077,89 ευρώ, το σύνολο των πρώτων υλών και αποθεμάτων αξίας 3.390.956,97 ευρώ και τα ρευστά διαθέσιμα (καταθέσεις όψεως και ταμείο) ύψους 872.122,70 ευρώ, στην εταιρεία με την επωνυμία «Ν.» με έδρα τη Βουλγαρία, της οποίας μοναδική εταίρος ήταν η Π.Π., σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της πτωχής εταιρείας, Γ.Γ. και εν συνεχεία μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη εταιρεία, της οποίας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η πεθερά του Γ.Γ., Α. χήρα Ν.Π. Ότι κατόπιν αδράνειας του συνδίκου ασκήθηκε από την ενάγουσα αίτηση πτωχευτικής ανάκλησης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αρ. 1922/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και ανακλήθηκαν οι μεταβιβάσεις εμπορευμάτων από την πτωχή προς την εταιρεία «Ν.» αξίας 339.500 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω μεταβιβάσεις στην εναγόμενη έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να ματαιώσει η πτωχεύσασα εταιρεία την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, και συνεπώς η εναγόμενη ευθύνεται σωρευτικά εις ολόκληρον με την μεταβιβάζουσα εταιρεία, μέχρι την αξία της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η δε εναγόμενη, η οποία διοικείτο κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων από την πεθερά του Γ.Γ., καθώς και η εταιρεία «Ν.» γνώριζαν τα χρέη της μεταβιβάζουσας εταιρείας, όσο και το ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν με αποκλειστικό σκοπό την ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, όπως το αίτημά της παραδεκτά κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, περιορίστηκε με την προσθήκη στις προτάσεις από το ποσό των 525.324,57 ευρώ στο ποσό των 218.000 ευρώ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το τελευταίο αυτό ποσό. Περαιτέρω η ενάγουσα, κατά τη σωρευμένη επικουρική βάση της αγωγής της, ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση του ανωτέρω συνόλου της περιουσίας της οφειλέτιδάς της εταιρείας “Μ.”, προς την εναγόμενη, μέσω της εταιρείας «Ν.», είναι καταδολιευτική, διότι η οφειλέτιδα προχώρησε στις μεταβιβάσεις με τον σκοπό της βλάβης της ενάγουσας, αφού όταν αντιλήφθηκε τη δεινή οικονομική της κατάσταση άρχισε να σχεδιάζει τρόπους να μεταφέρει την περιουσία της σε τρίτες εταιρείες συμφερόντων της, ήτοι στην εταιρεία «Ν.» και στην εναγόμενη, οι οποίες δια των ιδρυτικών τους μελών γνώριζαν χωρίς αμφιβολία ότι η πτωχή προσπαθεί να ζημιώσει τους δανειστές με την εξαφάνιση της περιουσία της, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή κατάσχεσή της. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ζητεί τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης της περιουσίας της μέχρι του ποσού των 218.000 ευρώ, όπως κατά τα ανωτέρω περιορίστηκε το αρχικό ποσό της αγωγής. Ζητεί ακόμα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην (βλ. και για την αξίωση του άρθρου 939 ΑΚ ότι αρμόδιο είναι το παρόν Δικαστήριο ΕφΠατρ 1234/2007 ΑχΝομ 2008,163) και κατά τόπο φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να δικαστεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 7, 9, 18, 25 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, παραδεκτά σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την κύρια βάση η αξίωση εκ του άρθρου 479 ΑΚ, και κατά την επικουρική η αξίωση εκ του άρθρου 939 ΑΚ. Η δε κύρια βάση είναι ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, καθόσον στην αγωγή γίνεται επίκληση των θεμελιωτικών της αξίωσης πραγματικών περιστατικών αναφορικά με την ύπαρξη μεταβίβασης της περιουσίας της μεταβιβάζουσας επιχείρησης, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των συμβάσεων μεταβίβασης, η νομική τους βάση και το αντικείμενό τους, η αιτία της μεταβίβασης, αν υπήρξε τίμημα ή όχι και η νομική τους βάση, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αρκεί να λαμβάνει χώρα η εμπράγματη (εκποιητική) μεταβίβαση της περιουσίας ως συνόλου (ΕφΠατρ 798/2004 ό.π.).

Περαιτέρω, η αγωγή είναι παραδεκτή και δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη εταιρεία, η οποία επικαλείται ότι επί της υπ’ αρ. κατάθεσης 17690/2013 αγωγής της ενάγουσας, η οποία στρεφόταν κατά της εταιρείας «Ν.» και της εναγόμενης, καθώς και του συνδίκου της πτώχευσης, με την οποία ζητούνταν η ανάκληση των μεταβιβάσεων που έλαβαν χώρα από την εταιρεία «Μ.» προς τις προαναφερόμενες εταιρείες, καθώς και η καταδίκη των δύο εναγόμενων κατά το άρθρο 479 ΑΚ στην καταβολή εις ολόκληρον ποσού 525.324,57 ευρώ, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1922/2014 απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή σε βάρος της εταιρείας «Ν.» και την υποχρέωσε σε καταβολή στον σύνδικο της πτώχευσης ποσού ευρώ, κατά δε της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 31.3.2014 έφεση από την παραπάνω ηττηθείσα εταιρεία, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση. Διατείνεται συνεπώς ότι συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εμποδίζει την εκδίκαση της αγωγής μέχρι την περάτωση της δίκης που εκκρεμεί στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής, στην οποία ήταν συνεναγόμενη τόσο η εδώ εναγόμενη όσο και η εταιρεία «Ν.» (της οποίας η ορθή επωνυμία είναι «Ν.» και όχι ..., όπως από προφανή παραδρομή αναφέρουν οι διάδικοι), της ασκηθείσας έφεσης, καθώς και της παραπάνω απόφασης, εξάγεται ότι δεν έχει αναβιώσει η εκκρεμοδικία ως προς την εκεί επικουρική βάση της αγωγής του άρθρου 479 ΑΚ, και αντίστοιχα εδώ κύρια βάση, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις 74 επ. ΚΠολΔ 486 ΑΚ το δεδικασμένο μεταξύ δανειστή και ενός των συνοφειλετών εις ολόκληρον, απλών ομοδίκων, έχει υποκειμενική ενέργεια, αφού ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει τους λοιπούς από αυτούς (βλ. σχετ. ΑΠ 251/1997 ΝΟΒ 1998,1229, ΕφΑθ 7175/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1830/2003 Αρμ 2004,1021, ΠΠρΑθ 1062/2010 ΝΟΜΟΣ) και συνεπώς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι έκαστου ομοδίκου (ΑΠ 319/2012 ΧρΙΔ 2012,447), η άσκηση δε ενδίκου μέσου από έναν από τους ομοδίκους ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει τους άλλους, ούτε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να περιλάβει στην απόφασή του διάταξη που να μεταβάλει ως προς τον εφεσίβλητο ομόδικο του εκκαλούντος τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την εκκαλούμενη απόφαση (ΑΠ 642/2007 Νόμος). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης προκύπτει ότι η εκκαλούσα εταιρεία βάλλει κατά της κύριας βάσης της αγωγής που θεμελιωνόταν στις διατάξεις περί πτωχευτικής ανάκλησης, και όχι στην επικουρική βάση της αγωγής του άρθρου 479 ΑΚ, η οποία απορρίφθηκε, άλλωστε, από το πρωτόδικο δικαστήριο ως απαραδέκτως σωρευθείσα (ως προκύπτει από την προσκομιζόμενη απόφαση) και μη υπάρχοντος ως εκ τούτου λόγου έφεσης, δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς δεν έχει αναβιώσει εκκρεμοδικία για τη βάση αυτή, ενώ, εξάλλου, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε για την επικουρική βάση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μη υπάρχοντος ειδικού λόγου έφεσης, δεν θα ασχοληθεί με την βάση αυτή μετά από τυχόν απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 920/2011 ΕΠολΔ 2012,101, ΑΠ 124/2007 Νόμος, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012,168, ΕφΑθ 6601/2011 ΕλλΔνη 2013,189).
Περαιτέρω επιχείρημα απορρέει από το γεγονός ότι το τυχόν ευνοϊκό δεδικασμένο που θα προκύψει από το αποτέλεσμα της εφετειακής δίκης υπέρ της εταιρείας «Ν.» δεν έχει ούτε επιρροή μέσω του άρθρου 537 ΚΠολΔ για την εδώ εναγομένη, απλή ομόδικο της εκκαλούσας εταιρείας στην προγενέστερη δίκη, διότι ούτως ή άλλως η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση ήταν επωφελής για αυτήν, αφού απορρίφθηκε η σε βάρος της αγωγή (βλ. ΑΠ 187/2007 Νόμος). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 479, 481, 1034 ΑΚ, 74, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, απορριπτόμενης της σχετικής αντίρρησης της εναγομένης, περί μη εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ και έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης λόγω μη απευθείας μεταβίβασης περιουσίας από την οφειλέτιδα προς αυτήν, καθόσον, κατά τα οριζόμενα στη νομική σκέψη, η μεταβίβαση μπορεί να πραγματώνεται και με περισσότερες διαδοχικές πράξεις και όλοι που διαδοχικά αποκτούν την περιουσία ή την επιχείρηση ευθύνονται εις ολόκληρον. Η επικουρικά σωρευμένη όμως βάση του άρθρου 939 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, καθόσον κατά τα τιθέμενα στην αγωγή η οφειλέτιδα εταιρεία “M.” έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και η αιτούμενη διάρρηξη αφορά σε δικαιοπραξίες που έλαβαν χώρα κατά την ύποπτη περίοδο και συνεπώς, κατά τα οριζόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη την αγωγή διάρρηξης του άρθρου 939 ΑΚ δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να την ασκήσει μεμονωμένα ο δανειστής, αλλά ο σύνδικος και όχι μόνον κατά του πτωχού αλλά και κατά του τρίτου αποκτώντος, ενόψει της αναστολής των ατομικών διώξεων στην οποία υπόκεινται οι δανειστές του πτωχού, αφού, έστω και αν η αγωγή αυτή στρέφεται μόνον κατά του τρίτου, εκτέλεση γίνεται στην περιουσία του οφειλέτη. Συνεπώς, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας, δεδομένου ότι για το αντικείμενο αυτής έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος της ενάγουσας (η εναγόμενη δεν εξέτασε μάρτυρα) που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα από τους διαδίκους, που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η υπ’ αρ. .../19.10.2015 ένορκη βεβαίωση, για την οποία η ενάγουσα κλητεύθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης στο ακροατήριο καταχωρηθείσα στα πρακτικά (ΑΠ 1909/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003,132, ΑΠ 1815/1999 ΕλλΔνη 41,85), πλην όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, προσκομίστηκε απαραδέκτως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την προθεσμία της αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων (ΠΠρΘεσ 24714/2009 ΤΝΠ Ισοκράτης), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά
Η ενάγουσα εταιρεία διατηρούσε μακροχρόνια εμπορική συνεργασία, με την εδρεύουσα στην ... Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία “M.”, η οποία είχε ως σκοπό της εμπορικής της δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων, καθώς και τη δημιουργία εργοστασιακών και εκθεσιακών χώρων για την παραγωγή και προώθηση των ανωτέρω ενδυμάτων και διατηρούσε υποκαταστήματα στην οδό … στη ... Θεσσαλονίκης και στην οδό … στον Πειραιά Αττικής. Η εν λόγω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ’ αρ. 4185/13.2.2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) μετά από αίτηση της αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “L.”, ορίστηκε δε ημέρα παύσης πληρωμών η 4η.2.2010 και σύνδικος της πτώχευσης η Δ.Ν., η οποία αντικαταστάθηκε από το Σ.Ο. του Α., με την υπ’ αρ. 10337/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Από την εμπορική συνεργασία της ενάγουσας με την ήδη πτωχή εταιρεία προέκυψε απαίτηση της πρώτης από τις υπηρεσίες επεξεργασίας (βαφής, πλύσης κ.λπ.) των ενδυμάτων παραγωγής της ως άνω εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2008 έως και 2009, ύψους 505.324,57 ευρώ. Η οφειλέτιδα εταιρεία αποδέχθηκε, ενόψει της οφειλής της, έντεκα συναλλαγματικές ύψους 20.000 ευρώ έκαστη και δύο ακόμα συναλλαγματικές ύψους 10.000 ευρώ έκαστη, για τις οποίες η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση των υπ’ αρ. 12474/2011 και 13080/2011 διαταγών πληρωμής αντίστοιχα, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Συνολικά, η απαίτηση της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων των επιδικαζόμενων με τις παραπάνω διαταγές πληρωμής εξόδων ύψους 3.432 ευρώ και 312 ευρώ αντίστοιχα, ανήλθε στο ποσό των 509.068,57 ευρώ. Η απαίτηση αυτή αναγνωρίστηκε ως πτωχευτική με την υπ’ αρ. 4045/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσκομίζεται από την ενάγουσα και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, όπως και η επίσης προσκομιζόμενη υπ’ αρ. 4185/13.2.2012 απόφαση (ΕφΠατρ 68/2008 ΑχΝομ 2009.285, ΕφΘεσ 1026/2006 Αρμ 2007,146). Η πτωχή εταιρεία, εκπροσωπούμενη ήδη από 30.6.2007 και για πέντε έτη (βλ. το υπ’ αρ. .../2007 φύλλο ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από το Γ.Γ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της, ήδη από το τις αρχές του Ιανουαρίου 2010 είχε διακόψει την εμπορική της δραστηριότητα και η επικοινωνία με το νόμιμο εκπρόσωπό της είχε καταστεί αδύνατη, τα καταστήματά της έπαψαν να λειτουργούν, ενώ και μετά την κήρυξή της σε πτώχευση, ούτε η αρμόδια για τη σφράγιση Ειρηνοδίκης μπόρεσε να ανεύρει οποιοδήποτε κατάστημα στην έδρα της, ούτε ο σύνδικος της πτώχευσης μπόρεσε να ανεύρει οποιαδήποτε πτωχευτική περιουσία σε κατάστημα ή υποκατάστημα της πτωχής, τα οποία πλέον ήταν κενά, όπως επίσης δεν μπόρεσε να ανεύρει τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, Γ.Γ., για να του παραδώσει όλα τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας, ώστε να μπορέσει να κινηθεί η διαδικασία της πτώχευσης (βλ. την εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο και παρακάτω αναφερόμενη υπ’ αρ. 1922/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού). Εν τω μεταξύ και ήδη από το τέλος του 2009 και δη στις 17.11.2009 συστήθηκε στην Βουλγαρία η μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ν.», με έδρα την πόλη ... στον Δήμο ... της περιφέρειας ... με αντικείμενο την «πώληση προϊόντων ιδίας παραγωγής, εμπορικές αντιπροσωπείες, διαμεσολάβηση (μεσιτεία) και πρακτορεία ημεδαπών και αλλοδαπών νομικών προσώπων, αγοραπωλησίες ακινήτων, εγχώριες και διεθνείς οδικές μεταφορέας, αποστολές και αποθηκεύσεις (Logistics), δραστηριότητες πληροφόρησης, συμβουλευτικής και διαφήμισης, εισαγωγές και εξαγωγές και επανεξαγωγές εμπορευμάτων, ενοικίαση μηχανοκίνητων οχημάτων, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα και υπηρεσίες που δεν απαγορεύονται από το νόμο. Μοναδική εταίρος, ιδιοκτήτρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας είναι η Π.Π., σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της υπό πτώχευση εταιρείας Γ.Γ. (βλ. το από 17.11.2009 πρακτικό σύστασης της εταιρείας). Περαιτέρω, ένα μήνα αργότερα, στις 15.12.2009, συστήθηκε η εναγόμενη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δυνάμει του υπ’ αρ. .../15.12.2009 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.Π., με έδρα την πόλη της Θεσσαλονίκης και επί της οδού …, με μετοχικό κεφάλαιο το ποσό των 180.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε αυθημερόν από τη μοναδική εταίρο σε μετρητά και με καταστατικό της σκοπό: «την κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία κάθε είδους ενδυμάτων και συναφών ειδών, την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων λιανικής πώλησης ενδυμάτων και συναφών ειδών στη Θεσσαλονίκη και σε κάθε άλλη πόλη της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε κάθε άλλη πόλη του εξωτερικού, την άσκηση διαμεσολαβητικών πράξεων στην κατάρτιση συμβάσεων πώλησης ενδυμάτων και συναφών ειδών μεταξύ τρίτων, την παροχή υπηρεσιών διανομής, αποθήκευσης και συσκευασίας διαφόρων ειδών εμπορευμάτων (υπηρεσίες Logistics) και κάθε άλλη συναφή δραστηριότητα με τις παραπάνω αναφερόμενες, οι οποίες θα πραγματοποιούνται τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και του Εξωτερικού». Μοναδική ιδρυτική εταίρος, ιδιοκτήτρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας είναι η Α. χήρα Ν.Π., πεθερά του Γ.Γ., ηλικίας κατά τον χρόνο εκείνο 69 ετών (βλ. προσκομιζόμενο συμβολαιογραφικό καταστατικό). Λίγο μετά την ίδρυση των εταιρειών αυτών, εντός των ετών 2010 και 2011, στις παραπάνω εταιρείες μεταβιβάστηκε διαδοχικά όλη η περιουσία της οφειλέτιδας εταιρείας.
Ειδικότερα, το σύνολο της περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρείας αποτελούνταν στις 31.12.2008 από: α) πάγια στοιχεία ύψους 819.077,89 ευρώ, β) σύνολο πρώτων υλών και αποθεμάτων ποσού 3.390.956,97 ευρώ και γ) ρευστών διαθεσίμων ύψους 872.122,70 ευρώ (βλ. τον ισολογισμό της εταιρείας στο υπ’ αρ. φύλλου 14020/4.12.2009 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Δεν προέκυψε δε οποιαδήποτε μεταβολή της περιουσίας αυτής μέχρι την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, καθόσον κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε η εναγόμενη προκειμένου να ανταποδείξει, κατά την γενική αμφισβήτησή της που προέβαλε με τις προτάσεις της, το ότι η περιουσία όπως περιγράφεται στον ισολογισμό δεν παρέμεινε αμετάβλητη και στα επόμενα έτη.
Ενόψει των οφειλών της ήδη πτωχής εταιρείας, ο νόμιμος εκπρόσωπός της Γ.Γ., μεταβίβασε το σύνολο της παραπάνω περιουσίας του στην εταιρεία «Ν.», και ακολούθως, η περιουσία μεταβιβάστηκε περαιτέρω στην εναγόμενη εταιρεία. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος κατέθεσε, ότι εμφιλοχώρησε η μεταβίβαση της περιουσίας, επιρρωνύεται δε από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας που εξετάστηκε στα πλαίσια της πτωχευτικής δίκης της ανάκλησης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ως δικαστικό τεκμήριο εκτιμώμενη, η οποία δεν δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην προκείμενη δίκη (ΑΠ 472/2004 αδημ., ΕφΘεσ 1138/2006 Αρμ 2010,777), καθόσον και εκείνος ο μάρτυρας κατέθεσε ότι έλαβε χώρα η μεταβίβαση της περιουσίας της οφειλέτιδας, χωρίς οι καταθέσεις αυτές να αντικρούονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, καθόσον η εναγόμενη δεν προσκόμισε κανένα αναιρετικό των μεταβιβάσεων στοιχείο, ούτε δε αναφορικά με την δική της περιουσιακή κατάσταση προσκόμισε στοιχεία, όπως φορολογικά στοιχεία ή κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, από τα οποία να αποδεικνύεται, αντίθετα με τα επικαλούμενα στην αγωγή, τυχόν άλλο ύψος περιουσίας της, καθώς και η προέλευση αυτής. Ούτε δε αντικρούονται από την υπ’ αρ. 1922/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο και η οποία εκδόθηκε επί της υπ’ αρ. κατάθεσης 17690/2013 αγωγής της ενάγουσας κατά και της εταιρείας «Ν.» και της εδώ εναγόμενης, με την οποία επικαλούνταν μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας και ζητούσε την ανάκληση των μεταβιβαστικών πράξεων, κατά τις διατάξεις του ΠτΚ και η οποία, αφού συνομολόγησαν οι εναγόμενες μεταβίβαση εμπορευμάτων από την οφειλέτιδα στην εταιρεία «Ν.» ύψους 339.500 ευρώ και από αυτήν στην εναγόμενη ύψους 218.000 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή μόνο για την πρώτη εταιρεία και όχι για την εναγομένη, δεχόμενη ότι η μεταβίβαση δεν έγινε απευθείας από την οφειλέτιδα σε αυτήν.
Το γεγονός ότι σ’ εκείνο το δικαστήριο οι εναγόμενες εταιρείες περιορίστηκαν σε συνομολόγηση, όπως αναφέρει το αιτιολογικό της απόφασης, μόνο μερικών μεταβιβάσεων εμπορευμάτων δεν αποκλείει την μεταβίβαση όλης της περιουσίας, της οποίας η συνομολόγηση θα ήταν, άλλωστε, επιζήμια για τη δίκη εκείνη. Εξάλλου, η εταιρεία «Ν.» συστήθηκε στην πραγματικότητα προκειμένου να χαθούν τα ίχνη της οφειλέτιδας εταιρείας και να μεταφερθεί άτυπα σε αυτήν η περιουσία, προκειμένου να μην είναι δυνατή η οποιαδήποτε εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων των δανειστών της, ενώ ακολούθως η περιουσία μεταφέρθηκε άτυπα στην εναγομένη για να επανεισαχθεί στη χώρα. Μάλιστα, με το υπ’ αρ. .../19.9.2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.Ν., η Α.Π. μεταβίβασε στη συσταθείσα στις 17.11.2010 στη Βουλγαρία εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ”S.”, με νόμιμο εκπρόσωπο το συγγενή του Γ.Γ. Α.Ρ., όλα τα εταιρικά της μερίδια, παραμένοντας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος. Τόσο η εταιρεία «Ν.», της οποίας η νόμιμη εκπρόσωπος ήταν σύζυγος του Γ.Γ. όσο και η εναγόμενη, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η πεθερά αυτού, ήταν αμφότερες συμφερόντων της οφειλέτιδας εταιρείας, η δε τελευταία όχι μόνο ήταν σε προχωρημένη ηλικία όταν συστήθηκε η επιχείρηση και δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσε κατά το παρελθόν οποιαδήποτε συναφή δραστηριότητα, αλλά αντίθετα ανέλαβε το έτος 2011 εμπορική δράση απολύτως συναφή με αυτήν της οφειλέτιδας και μάλιστα διατηρώντας υποκατάστημα στην οδό …, όπου βρισκόταν το υποκατάστημα της οφειλέτιδας. Αντίθετα, η οφειλέτιδα, ταυτόχρονα με την εμφάνιση των δύο ως άνω εταιρειών, εξαφανίστηκε από τις συναλλαγές, έκλεισε τα καταστήματά της και στις αρχές του Φεβρουάριου 2010 έπαυσε τις πληρωμές της. Κατά τη μεταβίβαση δε της περιουσίας, οι ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών, σύζυγος και πεθερά του Γ.Γ., τελούσαν σε γνώση τόσο της ύπαρξης της συγκεκριμένης περιουσίας της οφειλέτιδας, όσο και του γεγονότος ότι μεταβιβάζεται σε αυτές το σύνολο της περιουσίας, η συνδρομή δε της αντίστοιχης γνώσεως αυτής στηριζόταν στις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι μεταβιβάσεις και οι οποίες συνίσταντο ιδίως στη σχέση που τις συνέδεε με τον Γ.Γ., ως συζύγου και πεθεράς αντίστοιχα, του χρονικού σημείου που έλαβαν χώρα οι μεταβιβάσεις, που βρίσκονταν σε χρονική εγγύτητα με τις οφειλές και την κακή οικονομική κατάσταση της οφειλέτιδας και την εξαφάνιση της από την αγορά. Συνεπώς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη ενοχικής σύμβασης μεταβίβασης περιουσίας μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών, υπήρξε εμπράγματη άτυπη μεταβίβαση του ενεργητικού της οφειλέτιδας προς την εταιρεία «Ν.» και εν συνεχεία περαιτέρω μεταβίβαση από αυτήν στην εναγομένη, με συνέπεια η εναγόμενη εταιρεία ως ειδική διάδοχος αποκτώσα να ευθύνεται εις ολόκληρον με την οφειλέτιδα, απέναντι στην ενάγουσα δανείστρια για τα χρέη της πρώτης και μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων. Η δε απαίτηση της ενάγουσας από την εμπορική συνεργασία με την εταιρεία “M.” ήταν γεννημένη ήδη από το τέλος του έτους 2009 ύψους 505.324,57 ευρώ, ήτοι πριν τις μεταβιβάσεις, ενώ οι έκδοση των συναλλαγματικών συνιστά αυτοτελή ενοχή και κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ και δόθηκαν χάριν καταβολής, ώστε με τη γένεση της ενοχής να δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Ενόψει δε του ότι η ενάγουσα παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της στο ποσό των 218.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται της συνολικής αξίας της μεταβιβασθείσας περιουσίας, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ένστασης της εναγομένης, η ευθύνη της περιορίζεται έως το ποσό αυτό.


Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό αυτό, χωρίς τόκους, αφού δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα. Ως προς το αίτημα της κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, δεν προέκυψαν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε η καθυστέρηση στην εκτέλεση να μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, πρέπει κατόπιν αιτήματος της και λόγω της ήττας της εναγομένης να επιδικαστούν σε βάρος της τελευταίας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...