Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Απεργία, κατάχρηση δικαιώματος, στάθμιση συμφερόντων απεργούντων και εργοδοτών.

Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου 198/ 2015.
Δικαστής: Θεονύμφη Σουλαδάκη, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Απεργία οδηγών τουριστικών λεωφορείων. Κήρυξη καταχρηστικής με το άρθρο 281 ΑΚ. Εξειδίκευση των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 Σ. Η προφανής υπέρβαση των ορίων που έχουν τεθεί βάσει και της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος καθιστά την απεργία παράνομη ως καταχρηστική. Στάθμιση συμφερόντων απεργών και εργοδοτών, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση των οικονομικών μεγεθών και του κοινωνικού συνόλου που πλήττεται άμεσα από την απεργία. Κρίση του Δικαστηρίου ότι η απεργία υπερβαίνει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό της, ενώ παράλληλα πλήττεται η οικονομική και κατ΄ επέκταση κοινωνική ζωή του τόπου, λαμβάνοντας υπόψη τις βεβαρημένες λόγω της οικονομικής κρίσης συνθήκες που βιώνει η χώρα αλλά και τον αντίκτυπο που θα έχει στην τουριστική ζωή του τόπου.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 1264/1982, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις, προσθήκες και αντικαταστάσεις με τους νόμους 1965/1990 και 2224/1994, τα οποία ρυθμίζουν τον τρόπο νόμιμης άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, προβλέπονται, εκτός άλλων, και τα εξής: 1) Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και, αν οι οργανώσεις αυτές είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, η απεργία κηρύσσεται με απόφαση του Δ.Σ., εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά (άρθρο 20 παρ. 1 εδ. α και γ`). Η γενική συνέλευση, όμως, μπορεί να εξουσιοδοτεί το Δ.Σ. για τη διεξαγωγή και τις λεπτομέρειες του απεργιακού αγώνα, δηλαδή, για τον καθορισμό του χρόνου έναρξης, διάρκειας, διακοπής αναστολής, λήξεως, κτλ., της απεργίας. 2) Η συνδικαλιστική οργάνωση, που κηρύσσει την απεργία, φροντίζει κατά τη διάρκεια της να υπάρχει προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων και επίσης να διαθέσει επιπλέον και το αναγκαίο προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Στοιχειώδεις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου θεωρούνται ιδίως η προστασία της τιμής, της ελευθερίας, της ασφάλειας του προσώπου, του περιβάλλοντος (δημόσια υγιεινή), η ελευθερία της κυκλοφορίας (μεταφορές χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές), η λειτουργία μηχανογραφικών συστημάτων για κάλυψη βασικών αναγκών, η εισαγωγή και εξαγωγή ζωτικής ή εθνικής σημασίας προϊόντων και η ελευθερία της επικοινωνίας (ταχυδρομεία, ραδιοτηλεπικοινωνίες). Το προσωπικό αυτό, που καθορίζεται με ειδική συμφωνία μεταξύ της αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και της διοίκησης της επιχείρησης (άρθρα 2 παρ. 4, 5 του ν. 2224/1994), υποχρεούται η συνδικαλιστική οργάνωση να γνωστοποιήσει στον εργοδότη πριν από την έναρξη της απεργίας, έστω και αν δεν τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 21 του ν. 1264/1982, όπως ισχύει σήμερα. Το ανωτέρω διατιθέμενο προσωπικό παρέχει τις υπηρεσίες του κάτω από τις οδηγίες του εργοδότη, προς εκπλήρωση των σκοπών για τους οποίους διατίθεται (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2224/1994). Η μη συνδρομή μιας ή περισσοτέρων από τις εν λόγω προϋποθέσεις, καθιστά την απεργία παράνομη, με την έννοια ότι δεν γεννιέται το οικείο δικαίωμα και επομένως η διακοπή της εργασίας δεν έχει το χαρακτήρα απεργίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι "η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων", προκύπτει ότι η απεργία περιλαμβάνεται στα ατομικά δικαιώματα, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και ειδικότερα εντάσσεται στα συναφή με τη συνδικαλιστική ελευθερία δικαιώματα, που οφείλει να προστατεύει το Κράτος, ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι η "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται", προκύπτει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων στο χώρο του συνταγματικού δικαίου απαγορεύεται χάρη της προστασίας ατομικών δικαιωμάτων. Ετσι, η απεργία προστατεύεται από το νόμο, εφόσον προκηρύσσεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις, που τάσσονται από αυτόν. Το δικαίωμα της απεργίας ανήκει σε αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία, παρέχοντα την εγγύηση ότι η απόφαση περί απεργίας θα ληφθεί λελογισμένως και μετά την εξάντληση των ηπιότερων μέσων και ότι, κατ` αυτή, δεν θα παραβιασθούν οι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της εθνικής οικονομίας καθιερωμένοι αγωνιστικοί κανόνες. Ειδικότερη νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει ως προς τις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, όπως οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις μεταφοράς προσώπων ή αγαθών από την ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα, κατ` άρθρο 19 παρ. 2 περ. ε` του Ν, 1264/1982, και, ρητά ως προς την πολιτική αεροπορία, κατ` άρθρο 19, παρ. 2 περ. θ` του Ν. 1264/1982, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 1215/1990, των άρθρων 20-22 του Ν. 1264/1982, όπως αυτά ισχύουν. Λαμβανομένου υπόψη δε ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, αφού η άσκηση του εντάσσεται στα πλαίσια εννόμων σχέσεων - συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου παρέχεται και η δικαστική προστασία από τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να εξειδικεύονται και τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, με γενική κατευθυντήρια οδηγία τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που έτσι, επενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της άμεσης ή έμμεσης τριτενέργειας. Δηλαδή, αν έχει ασκηθεί κατά τρόπο, που προφανώς υπερβαίνει ένα τουλάχιστον από τα όρια φραγμούς, που έχουν τεθεί στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, όπως την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση, έστω και ενός από τα όρια αυτά, καθιστά την απεργία καταχρηστική και συνεπώς παράνομη. Ειδικότερα, η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, ύστερα από τη στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση του εργοδότη, το μέγεθος της επίπτωσης των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκειά της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία με την εκ της απεργίας απειλούμενη ή επερχόμενη ζημία της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών, καθώς και το ανεδαφικό και παράνομο των αιτημάτων της απεργίας (ιδίως όταν είναι αντίθετα προς τους κανόνες δημόσιας τάξης), όχι όμως διότι είναι αδικαιολόγητα ή απλώς υπερβολικά (ΑΠ 543/ 2013).

II. Περαιτέρω, το άρθρο 22 παρ. 3 του 1264/1982 ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα. Ομως, ως προς το εάν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση αυτής με οριστική απόφαση, οι απόψεις τόσο στη θεωρία, όσο και στην νομολογία διίστανται. Ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα αν επιτρέπεται κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ. 4 του ως άνω νόμου (1264/1982) για την επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των όρθρων του 19-22, διαδικασία των εργατικών διαφορών, να ζητηθεί από το δικαστήριο η διακοπή της απεργίας και η παράλειψη της στο μέλλον στασιάζεται στη θεωρία (υπέρ του καταψηφιστικού αιτήματος, βλ. βασικά Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2007, σελ. 843 επ., Παπασταύρου, Απεργία, 2002, παρ. 164 επ., Καρδάρα, ΕΕργΔ 63, σ. 1330, κατά του καταψηφιστικού αιτήματος, βλ. κυρίως Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τ. Β/Π, 1984, σελ. 1150 επ., Καζάκου, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2009, σελ. 457 επ., Μουδόπουλου, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 407, Δαβερώνα, Το δικαίωμα της απεργίας σε κρίσιμη καμπή, 2009, σελ. 237 επ., Τραυλού-Τζανετάτου, Το τεκμήριο νομιμότητας της απεργίας, ΕΕργΔ 63 (2004), σελ. 1075 επ., ήδη κατά της διακοπής, με αφορμή τα ασφαλιστικά μέτρα, Μπέης, Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, 1981, σελ. 36 επ.). Ως απολύτως κρατούσα πρέπει να θεωρηθεί η υπέρ του καταψηφιστικού αιτήματος άποψη στην νομολογία (βλ. μακροσκελή κατάλογο σχετικών αποφάσεων σε Δαβερώνα, ό.π., σελ. 234, υποσ. 815, για αντίθετες αποφάσεις βλ. Καζάκου, ό.π., σελ. 459, υποσ. 298). Κατά το παρόν δικαστήριο πειστικότερη και σύμφωνη με το Σύνταγμα (άρθρα 23 παρ. 1 και 22 παρ. 4), καθώς και το τεκμήριο νομιμότητας, που με την ομόφωνη 27/2004 απόφαση της υιοθέτησε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι η άποψη, που απορρίπτει το καταψηφιοτικό αίτημα για διακοπή της απεργίας και παράλειψη της στο μέλλον. Βασικό επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής είναι το ότι μια τόσο αυστηρή κύρωση κατά της παράνομης απεργίας θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί ρητά από τον νομοθέτη, πέραν του ότι το δίκαιο μας δεν αναγνωρίζει μια γενική αξίωση για παράλειψη (βλ. Μπέη, ό.π., σελ. 82 επ., Καζάκου, ό.π., σελ. 458 επ.). Εφόσον δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για τη δικαστική διακοπή της, δεν είναι δυνατό να συνάγουμε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, ότι υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα με argumentum a contrario ερμηνεία. Στην περίπτωση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως είναι η απεργία, δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή διατάξεων του Α.Κ., όπως εκείνων π.χ. που αφορούν τη νομή. Τούτο δε, καθώς θα εξομοιώνονταν αξιολογικά «περιπτώσεις παράνομων ενεργειών με ανομοιογενή προέλευση, φύση και τελολογία» (βλ. Τραυλού-Τζανετότου, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, 1981, σελ. 38, ομοίως Δαβερώνα, σελ. 240 επ.). Πολύ δε περισσότερο δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, αφού, σύμφωνα με τη συνταγματική απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας (άρθρο 22 παρ. 4), δεν χωρεί ούτε έμμεση εκτέλεση της καταψηφιστικής απόφασης, δηλαδή, η καταδίκη του εργαζομένου σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση προς εξαναγκασμό του για εργασία (βλ. ΜΠρΘεσσαλ 3470/2012 ΑΡΜ 2012.287, ΜΠρΑθ 343/2011 ΕΕΡΓΔ 2011.264, επίσης Τραυλού - Τζανετάτου, Η απαγόρευση της απεργίας ως ασφαλιστικό μέτρο, Δίκη 10 (1979), 734 επ., Καζάκου, ό.π., σ. 459). Άλλωστε, και σε επίπεδο λογικών επιχειρημάτων πειστικότερο είναι το argumentum a minore ad majus, σύμφωνα με το οποίο η απαγόρευση του ελάσσονος (της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα) δεν μπορεί παρά να σημαίνει και απαγόρευση του μείζονος (οριστική διακοπή της απεργίας, βλ. Ντάσιου, ό.π., σελ. 1153 επ.). To argumentum a contrario (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής), που οδηγεί σε αντίθετη θέση, δεν πείθει, γιατί από τη σιωπή του νόμου δεν είναι δυνατή η άντληση περιορισμού, και μάλιστα δραστικότατου, ενός δικαιώματος και δη συνταγματικού. Αντίθετα, ως απότοκος της θεμελιακής αρχής της προστασίας του εργαζομένου, εφαρμοστέος είναι ο ερμηνευτικός κανόνας «εν αμφιβολία επιλέγεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο ερμηνεία» (βλ. Καζάκου, ό.π., σελ. 46 επ., Τραυλού - Τζανετάτου, Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 90 επ.). Άλλωστε, ο κανόνας αυτός συνάδει προς τη βασική αρχή in dubio pro libertate, που διέπει το σύστημα περιορισμών των συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. σχετικά Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τεύχος Γ, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 1988, σελ. 245 επ., Σπυρόπουλου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2005, σελ. 162 επ.). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το επιχείρημα αυτό, σύμφωνα με το οποίο, αφού μια περίπτωση ρυθμίζεται από ορισμένο κανόνα δικαίου, η αντίθετη της αποκλείεται να υπάγεται στη ρύθμιση αυτή, αλλά ισχύει γι` αυτήν η αντίθετη ρύθμιση (δηλαδή, επιτάσσει την ανόμοια ρύθμιση ανόμοιων περιπτώσεων), θεωρείται ως το «πιο ανασφαλές», καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μη ορθά αποτελέσματα (βλ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 1997, σελ. 55). Η επιβαλλόμενη τελολογική προσέγγιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 22 παρ. 3, εντασσόμενη στο όλο σύστημα προστασίας του δικαιώματος απεργίας του ν. 1264/1982, επιβάλλει την απόρριψη ενός τόσο δραστικού -και προβληματικού από συνταγματική σκοπιά- περιορισμού του δικαιώματος απεργίας, πολύ δε περισσότερο όταν ο παράνομος χαρακτήρας της αποδίδεται στην καταχρηστική άσκηση της, δηλαδή, σε μια δυσχερή, αμφίρροπη και στασιαζόμενη νομικά από πλευράς δογματικής θεμελίωσης της κρίση (βλ. για το θέμα αυτό μεταξύ άλλων Τραυλού- Τζανετάτου, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 22 επ., Καζάκου, ό.π., σελ. 422 επ., Δαβερώνα, σελ. 135 επ.). Η άποψη αυτή εντάσσεται, εξάλλου, στο τεκμήριο της νομιμότητας, που έχει υιοθετήσει ο Αρειος Πάγος, βάσει του οποίου η συγγνωστή νομική πλάνη καλύπτει τους απεργούς μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης. Η θέση αυτή του Ακυρωτικού Δικαστηρίου προϋποθέτει προφανώς λογικά και τελολογικά - αξιολογικά ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο μόνο σε αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της απεργίας μπορεί να αχθεί. Διαφορετικά, θα στερούνταν πρακτικής σημασίας η επέκταση του τεκμηρίου της νομιμότητας μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης (βλ. σχετικά Τραυλού - Τζανετάτου, ΕΕργΔ 63.1078, Δαβερώνα, ό.π., σελ. 342, Καζάκου, ό.π., σελ. 460, κριτικά έναντι της απόφασης του Α.Π. Λεβέντης, ό.π., σελ. 805 επ.). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η υιοθέτηση της κρατούσας στη νομολογία άποψης έχει ουσιαστικό οδηγήσει σε πανηγυρική επαναφορά των ασφαλιστικών μέτρων, παρά την ρητή απαγόρευση τους από τον ν. 1264/1982, με αποτέλεσμα την ανατροπή του όλου συστήματος θεσμικής οργάνωσης και προστασίας του δικαιώματος απεργίας. Τέλος, η υιοθετούμενη από το παρόν δικαστήριο άποψη ισχύει a fortiori για την περίπτωση μελλοντικής απαγόρευσης της απεργίας (βλ. αντί άλλων Καζάκου, σελ. 461 επ., Δαβερώνα, σελ. 243 επ.).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα επαγγελματική οργάνωση με την υπό στοιχείο Α) αγωγή της ζητεί, για τους αναφερόμενους σ` αυτήν, λόγους: α) να αναγνωριστεί ότι η 48ωρη απεργία, που κήρυξαν οι εναγόμενοι ότι θα πραγματοποιήσουν από 06.00 π.μ. της Παρασκευής 15.05.2015 έως και 6.00 π.μ. της Κυριακής 17.05.2015, είναι παράνομη και καταχρηστική, β) να διαταχθεί η παράλειψη και η άμεση διακοπή της κηρυχθείσας απεργίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγομένων να καταδικαστούν αυτοί σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης, γ) να παραλείπουν οι εναγόμενες στο μέλλον απεργιακές κινητοποιήσεις με τα ίδια ή παρόμοια αιτήματα ή με την ίδια μορφή και με τον τρόπο διεξαγωγής με την εξαγγελθείσα απεργία και σε περίπτωση μη συμμόρφωση τους να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης, δ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ε) να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική τους δαπάνη.
Περαιτέρω, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την υπό στοιχείο Β) αγωγή της ζητεί, για τους αναφερόμενους σ` αυτήν, λόγους: α) να αναγνωριστεί ότι η 48ωρη απεργία, που κήρυξαν οι εναγόμενοι ότι θα πραγματοποιήσουν από 06.00 π.μ. της Παρασκευής 15.05.2015 έως και 6.00 π.μ. της Κυριακής 17.05.2015, είναι παράνομη και καταχρηστική, β) να διαταχθεί η παράλειψη και η άμεση διακοπή της κηρυχθείσας απεργίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγομένων να καταδικαστούν αυτοί σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης, γ) να παραλείπουν οι εναγόμενες στο μέλλον απεργιακές κινητοποιήσεις με τα ίδια ή παρόμοια αιτήματα ή με την ίδια μορφή και με τον τρόπο διεξαγωγής με την εξαγγελθείσα απεργία και σε περίπτωση μη συμμόρφωση τους να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης, δ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ε) να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική τους δαπάνη.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, οι υπό κρίση αγωγές παραδεκτά εισάγονται ενώπιον του καθ` ύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου αυτού, για να συζητηθούν κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 22 παρ. 4 εδ. α` του ν. 1264/1982, όπως ισχύει, 663 έως 676 ΚΠολΔ), και είναι εν μέρει νόμιμες, στηριζόμενες στις προαναφερόμενες στην ανωτέρω υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1, 2 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 20 και 21 του ν. 1264/1982, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις, προσθήκες και αντικαταστάσεις με τους νόμους 1965/1990 και 2224/1994, 281 ΑΚ, όπως και σ` εκείνες των άρθρων 19 του ν. 1264/1982, 68, 70 και 176 του ΚΠολΔ, πλην των παρακάτω αιτημάτων, τα οποία είναι μη νόμιμα και συνεπώς απορριπτέα: 1) Τα ανωτέρω υπό στοιχεία β) και δ) αιτήματα της αγωγής, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας και 2) του υπό στοιχείο γ) αιτήματος περί απαγόρευσης οποιασδήποτε άλλης απεργιακής κινητοποίησης των εναγομένων σωματείων στο μέλλον με το ίδιο ή συναφές περιεχόμενο και αιτήματα, διότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες θα εξαγγελθεί ενδεχομένως επόμενη απεργιακή κινητοποίηση των εναγομένων σωματείων, ούτε γίνεται επίκληση πιθανότητας εξαγγελίας αυτών ή επανάληψης τους υπό τις ίδιες συνθήκες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, σε περίπτωση δε πραγματοποίησης τέτοιας στο μέλλον οι ενάγουσες έχουν δικαίωμα να την προσβάλουν ως παράνομη ή καταχρηστική και να προστατεύσουν έτσι τα τυχόν προσβαλλόμενα δικαιώματα τους (βλ. σχετικά ΕφΑθ 1706/2012 Δ/ΝΗ 2012.565, ΕφΘεσ 1608/2000 Αρμ 2000.1116, ΜΠρΘεσσαλ 8492/2013 ΑΡΜ 2013.1280, ΜΠρΞάνθ 197/2013 ΑΡΜ 2013.2404, ΜονΠρΑθ 764/2007 ΕΕργΔ 2007.658-659). Πρέπει, επομένως, οι αγωγές κατά το μέρος, που κρίθηκαν νόμιμες, ν` εξεταστούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Κατά τη συζήτηση των αγωγών στο ακροατήριο το σωματείο με την επωνυμία «...», η επαγγελματική οργάνωση με την επωνυμία «...» και η επαγγελματική οργάνωση με την επωνυμία «...», άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξουν την υπό στοιχείο Α) ενάγουσα, επικαλούμενοι ότι έχουν έννομο συμφέρον να νικήσει η τελευταία, καθόσον η πραγματοποίηση της εξαγγελθείσας απεργίας θα έχει και γι` αυτούς εξαιρετικά σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Επίσης, ο ..., πρόεδρος του συνδέσμου ξενοδοχοϋπαλλήλων του Νομού Ηρακλείου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση με προφορική δήλωση του, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτόριθμα της παρούσας απόφασης πρακτικά, για να υποστηρίξει το πρώτο εναγόμενο, στην υπό στοιχείο Α) αγωγή σωματείο, με την επωνυμία «...», επικαλούμενος ότι έχει έννομο συμφέρον να νικήσει το τελευταίο. Οι παρεμβάσεις αυτές παραδεκτά εισάγονται στο καθ` ύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 31 παρ. 1 του ΚΠολΔ), για να συζητηθούν κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 22 παρ. 4 εδ. α` του ν. 1264/1982, όπως ισχύει, 663 έως 676 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 669 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους με τις υπό κρίση αγωγές (άρθρο 246 του ΚΠολΔ), ν` ερευνηθούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την ανωμοτί εξέταση του ..., προέδρου της εναγομένης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Ηρακλείου» (Ε.Κ.Η.), από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού (απορριπτόμενης ως μη νόμιμης της ένστασης του εξαιρεθέντος μάρτυρα, η οποία προβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του πρώτου εναγομένου στην υπό στοιχείο Α) αγωγή και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά, καθόσον δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης του από τους διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 400 του ΚΠολΔ), από όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι ιδιοκτήτες των τουριστικών γραφείων και οι τουριστικοί πράκτορες της Κρήτης αποτελούν μέλη της ενάγουσας στην υπό στοιχείο Α) αγωγή επαγγελματικής οργάνωσης με την επωνυμία «...», η οποία εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης η δε ενάγουσα στην υπό στοιχείο Β) αγωγή είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εκμετάλλευση τουριστικών λεωφορείων σε όλη την Κρήτη. Η τελευταία ως άνω ανώνυμη εταιρία στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής συνεργάζεται με τουριστικά γραφεία και τουριστικούς οργανισμούς σε όλη την Κρήτη και στο εξωτερικό, όπως με τις ... και .., οι οποίες ασχολούνται με την οργάνωση εκδρομών προς την Ελλάδα και την Κρήτη, προσφέροντας συγχρόνως και υπηρεσίες με οργανωμένα πακέτα διακοπών σε εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες, οι οποίοι προέρχονται από διάφορες χώρες της Ευρώπης και άλλων ηπείρων. Από το άλλο μέρος, το πρώτο εναγόμενο σωματείο στην υπό στοιχείο Α) αγωγή είναι πρωτοβάθμια εργατική συνδικαλιστική εργατική οργάνωση, η οποία έχει ως μέλη αφενός τους οδηγούς τουριστικών λεωφορείων, αφετέρου τους οδηγούς λεωφορείων μεταφοράς προσωπικού ξενοδοχείων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει δίμηνη υπηρεσία στον κλάδο (βλ. σχετικά το από 10- 10-1995 αντίγραφο του καταστατικού του), ενώ το δεύτερο εναγόμενο στην υπό στοιχείο Α) αγωγή είναι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Στις 13-05-2015 και περί ώρα 14.35 μ.μ. τα ανωτέρω εναγόμενα επέδωσαν στις ενάγουσες την από 12-05-2015 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία τους γνωστοποιούσαν ότι το Δ.Σ. και η Γ.Σ. του πρώτου από αυτά αποφάσισαν την κήρυξη 48ωρης απεργίας από την Παρασκευή 15.05.2015 και ώρα 06.00 π.μ. έως και την Κυριακή 17.05.2015 και ώρα 6.00 π.μ., με αιτήματα: 1) τη συνυπογραφή της με ημερομηνίας 17-03-2015 (Π.Κ. 02/2015 του Τ.Κ.Ε. Ηρακλείου) τοπικής ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων Κρήτης από το σύνδεσμο Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων Κρήτης, 2) την εφαρμογή όλων των διατάξεων της παραπάνω με ημερομηνίας 17-03-2015 ΣΣΕ στους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και με το διακριτικό τίτλο «...» (ήδη υπό στοιχείο Β) ενάγουσα), η οποία εξυπηρετεί τον κύριο όγκο των τουριστικών μεταφορών στην Κρήτη και απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό των τουριστικών οδηγών μελών του ανωτέρω σωματείου, 3) την εφαρμογή της τοπικής ΣΣΕ από όλους τους μεμονωμένους εργοδότες, 4) την εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων της τοπικής ΣΣΕ, της εργατικής νομοθεσίας και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 561/2006 ως προς το χρόνο εργασίας των οδηγών και την κατανομή των εβδομαδιαίων αναπαύσεων με ίση μεταχείριση των οδηγών και 5) τη ρύθμιση και επίλυση του χρονίζοντος προβλήματος της επικίνδυνης -για τους μεταφερόμενους πελάτες και οδηγούς- πρόσβασης σε πολλά ξενοδοχεία. Παράλληλα δε τα εναγόμενα όρισαν ως προσωπικό ασφαλείας κατά τη διάρκεια της απεργίας τους... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση των εναγομένων σχετικά με την κήρυξη της παραπάνω απεργίας λήφθηκε νόμιμα σύμφωνα με την από 24-04-2015 έκτακτη συνεδρίαση των μελών του πρώτου εναγομένου και αφού τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, που προβλέπονται στα άρθρα 20 παρ. 1 του ν. 1264/1982 και 18 παρ. 5 του καταστατικού του. Άλλωστε, αυτό προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο με επίκληση από 24-04-2015 ακριβές αντίγραφο πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης του Δ.Σ. του πρώτου εναγομένου μετά του συνημμένου από 24-04-2015 πίνακα των μελών του, που παρέστησαν κατά την ανωτέρω Συνέλευση. Στο ανωτέρω δε πρακτικό αναφέρεται ρητά ότι «προσήλθαν στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση 121 μέλη επί 230 εγγεγραμμένων και ταμειακά εντάξει. Αφού διαπιστώθηκε απαρτία σύμφωνα με το καταστατικό (18 παρ. 5) ... όλα τα παρευρισκόμενα μέλη της Γ.Σ. αποφάσισαν ομόφωνα να μπει σε θέμα μυστικής ψηφοφορίας η πρόταση του Δ.Σ. για έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων για την υπογραφή της Σ.Σ.Ε. από τους πράκτορες, την εφαρμογή της Σ.Σ.Ε. από την ... και την εταιρία ... Μετά τη λήξη της ψηφοφορίας και το άνοιγμα της κάλπης βρέθηκαν 121 ψηφοδέλτια, εκ των οποίων έγκυρα 121, άκυρα 0, λευκά 0 ... υπέρ των απεργιακών κινητοποιήσεων 121 ναι ... 0 ψηφοδέλτια ΟΧΙ». Το Δικαστήριο μετά από τη στάθμιση των συμφερόντων των μελών του πρώτου εναγόμενου σωματείου μ` εκείνα των εναγουσών και των προσθέτων παρεμβαινόντων κυρίως από την αξιολόγηση των οικονομικών μεγεθών και του κοινωνικού συνόλου, που πλήττονται άμεσα από την προαναφερθείσα απεργία, και λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή εκδηλώνεται, τη διάρκεια της σε αναφορά με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό, τις συνέπειες της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, κρίνει ότι τα αιτήματα των απεργών μελών του πρώτου εναγομένου τελούν σε πρόδηλη δυσαναλογία με την, από την απεργία, απειλούμενη και επερχόμενη με πλήρη βεβαιότητα ζημία του κοινωνικού συνόλου. Τούτο δε, διότι η εν λόγω απεργία λαμβάνει χώρα σε τουριστικό προορισμό (το νησί της Κρήτης) με ιδιαίτερα καλή φήμη, φυσική ομορφιά και ως εκ τούτου αυξημένη κίνηση και ως εκ της φύσης της πλήττει άμεσα την τουριστική ζωή, η οποία άρχεται την παρούσα χρονική περίοδο. Είναι αλήθεια ότι κυρίως από το μήνα Απρίλιο έως και το μήνα Οκτώβριο (χωρίς να αποκλείεται παράταση ή μεταγενέστερες, μεμονωμένες αφίξεις τουριστών) πραγματοποιούνται ταξίδια μέσω τουριστικών γραφείων από διάφορες χώρες του εξωτερικού, στην εκτέλεση και την πραγματοποίηση των οποίων, οι υπηρεσίες, που παρέχουν τα μέλη του πρώτου εναγομένου (οδηγοί τουριστικών λεωφορείων), είναι ιδιαιτέρως σημαντικές και ο ρόλος, που διαδραματίζουν κομβικός, αφού συμπεριλαμβάνονται ως όρος στα ταξιδιωτικά πακέτα, ενώ σε περίπτωση απουσίας ή έλλειψης τους είναι πολύ πιθανή η ακύρωση κρουαζιέρας ή εκδρομών. Έτσι, η προσφυγή στο έντονο και επίπονο μέσο διεκδικήσεως των αιτημάτων του πρώτου εναγόμενου υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν ο οικονομικός, αλλά και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της απεργίας, που συνίσταται στην αγωνιστική διεκδίκηση της ικανοποίησης των προαναφερόμενων (κατά κανόνα ουσιαστικών) αιτημάτων των μελών του πρώτου εναγόμενου, αφού παραβλάπτονται ουσιωδώς και κατά τρόπο καίριο τα συμφέροντα ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου, επέρχεται δε ψυχική αλλά και σωματική ταλαιπωρία μεγάλου αριθμού των τουριστών. Επιπλέον, ενόψει της έναρξης της τουριστικής περιόδου δυσφημείται έντονα το νησί της Κρήτης, με αποτέλεσμα να προτιμούνται από τους ταξιδιώτες άλλοι γειτονικοί ή παραπλήσιοι προορισμοί. Επομένως, η οικονομική αλλά κατ` επέκταση και η κοινωνική ζωή και εύρυθμη λειτουργία του νησιού πλήττεται άμεσα από την απεργία, που πραγματοποιείται υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, οι οποίες είναι ήδη ιδιαζόντως επιβαρυμένες λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα, κατά την οποία (οικονομική κρίση) η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της έχει υποστεί σημαντική μείωση του εισοδήματος της και το βιοτικό τους επίπεδο έχει πέσει σε σημαντικό ποσοστό και δη από λόγους, που δεν ανάγονται στη θέληση τους, χωρίς να είναι δυνατή η εξαίρεση κάποιας κοινωνικής ομάδας, όπως των μελών του πρώτου εναγομένου σωματείου στην προκειμένη περίπτωση. Συνακόλουθα, το δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι με την ένδικη απεργία αναπόφευκτα δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός της, ήτοι δεν προστατεύονται τα συμφέροντα των μελών του πρώτου εναγόμενου σωματείου, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες της οικονομικής δυσπραγίας, που βιώνει η χώρα, αυτή (ένδικη απεργία) προσιδιάζει περισσότερο σε μορφή αντίδρασης (δικαιολογημένης ή μη), που καθίσταται εντέλει ανώφελη και επιζήμια για το γενικότερο συμφέρον. Κατόπιν τούτων, κρίνεται ότι η βλάβη, την οποία υφίστανται οι ενάγουσες και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες, σε σχέση με την ωφέλεια των εργαζομένων του πρώτου εναγομένου σωματείου στην υπό στοιχείο Α) αγωγή από την απεργία, είναι προφανώς δυσανάλογη. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι η ως άνω απεργιακή κινητοποίηση υπερβαίνει προφανώς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της απεργίας και τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, ρητώς κατοχυρωμένες με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 τελ. εδ. του Συντάγματος προσλαμβάνουσα έτσι το χαρακτήρα της καταχρηστικής και επομένως απαγορευμένης, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος για την υποστήριξη του πρώτου εναγομένου στην υπό στοιχείο Α) αγωγή και δίχως να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων των αγωγών.

Συνεπώς, κατ` ακολουθία των παραπάνω πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως και ουσιαστικά βάσιμες οι αγωγές και οι πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες ασκήθηκαν για την υποστήριξη της υπό στοιχείο Α) ενάγουσας και να αναγνωριστεί ως καταχρηστική η 48ωρη απεργία, που κήρυξαν οι εναγόμενοι ότι θα πραγματοποιήσουν την Παρασκευή 15.05.2015 από 06.00 π.μ. έως και την Κυριακής 17.05.2015 και ώρα 6.00 π.μ. Τέλος, πρέπει ν` απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε για την υποστήριξη του πρώτου εναγομένου σωματείου στην υπό στοιχείο Α) αγωγή και να συμψηφιστούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 τελευταία περίπτωση του ΚΠολΔ, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη υπόθεση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΣΕΙ την ένωση και συνεκδίκαση των από 14-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α. 1641/ΕΓ/55/2015 και από 14-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α. 1642/ΕΓ/56/2015 αγωγών και των ασκηθειοών προσθέτων παρεμβάσεων, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τις αγωγές και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες ασκήθηκαν για την υποστήριξη της υπό στοιχείο Α) ενάγουσας.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ως καταχρηστική την 48ωρη απεργία, που κήρυξαν οι εναγόμενοι ότι θα πραγματοποιήσουν από την Παρασκευή 15.05.2015 και ώρα 06.00 π.μ. έως την Κυριακή 17.05.2015 και ώρα 6.00 π.μ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε για την υποστήριξη του πρώτου εναγομένου σωματείου στην υπό στοιχείο Α) αγωγή με την επωνυμία «................».
ΣΥΜΦΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

3 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"Τα παραπάνω επιχειρήματα δεν είναι, κατά τη γνώμη μας, ορθά και δεν μπορούν να θεμελιώσουν τη θέση ότι δεν επιτρέπεται η δικαστική διακοπή της παράνομης απεργίας. Ο Ν. 1264, καίτοι δεν προβλέπει με ρητή του διάταξη την αξίωση για δικαστική διακοπή της παράνομης απεργίας και παράλειψη αυτής στο μέλλον, θεωρεί προφανώς ότι η αξίωση αυτή είναι δεδομένη και προκύπτει από το αστικό δίκαιο. Στο αστικό δίκαιο γίνεται πράγματι δεκτό ότι από πολλές επιμέρους διατάξεις που παρέχουν αξίωση για άρση (διακοπή) της παράνομης προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον (π.χ. άρθρα ΑΚ 57, 58, 60, 989, 1108, 1112, 1132, 1133, 1173, 1187, 1191, 1236, κ.ο.κ., βλ. και άρβρ. 1 Ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού») προκύπτει μία γενική αξίωση για διακοπή κάθε παράνομης πράξης και για παράλειψη αυτής στο μέλλον. Η άποψη αυτή είναι απολύτως κρατούσα και μόνο περιορισμένα έχει αμφισβη-τηθεί. Η αξίωση για άρση της παράνομης προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον προκύπτει άλλωστε και από τη γενική διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ, κατά την οποία η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος «απαγορεύεται». «Απαγορεύεται» σημαίνει ασφαλώς ότι η καταχρηστική άσκηση πρέπει να παύσει και να παραλειφθεί στο μέλλον, διαφορετικά η προστασία του 281 ΑΚ θα ήταν ατελής.
Η αξίωση λοιπόν για δικαστική διακοπή και δικαστική απαγόρευση στο μέλλον της παράνομης απεργίας προκύπτει ήδη από τον ΑΚ, αλλά και από αυτόν τον Ν. 1264
.
1. Βλ. προ παντός Μον. Πρωτ. Αθην. 920/83, ΔΕΝ 1983, 345.
2. Βλ. Ζέπο, Ενοχικόν δίκαιον, Β' μέρος ειδικόν , 1965, σελ. 763, Λιτξερόπουλο, Στοιχεία ενοχικού δικαίου, παν. παραδόσεις, 1960, σελ. 371, Ζολώτα, ΕΕΝ 1954, σελ. 321, Σταθόπουλο, Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, άρβρ. 287, αρ. 45, Πίψου, Αναγκαστική εκτέλεση για παράλειψη ή ανοχή πράξεως κατά το άρθρο 947 ΚΠολΔ, Θεσσ. 1992, σελ. 80 επ., Παπασταύρου, Απεργία, αριθμ. 167. Βλ. όμως Φουρκιώτη, Η αγωγή επί παραλείψει, 1952, σελ. 78, Μπέη, Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, 1980, σελ. 83 επ.
3. Πρβλ. Μπαλή, Γενικαί Αρχαί8, § 166, σελ. 432, Γεωργιάδη), Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, αρθρ. 281, αρ. 25, Λεβέντη, ΔΕΝ 1985, σελ.
374.
συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

συνέχεια: Κατά το αρθρ. 22 § 3 Ν. 1264 «δεν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα», πράγμα που σημαίνει εξ αντιδιαστολής ότι είναι δυνατή η δικαστική απαγόρευση της απεργίας με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Άλλωστε θα ήταν περιττή1 και δεν θα είχε νόημα η διάταξη του αρθρ. 22 § 3 Ν. 1264, αν δεν υπήρχε δυνατότητα δικαστικής διακοπής της παράνομης απεργίας με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Το επιχείρημα της αντίθετης γνώμης ότι από την απαγόρευση του ελάσσονος προκύπτει και η απαγόρευση του μείζονος (argumentum a minori ad majus) χρησιμοποιείται κατά τρόπο σφαλερό, γιατί η γνώμη αυτή διαπράττει το λογικό σφάλμα να θεωρεί ως έλασσον τη διακοπή της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα, ενώ το ορθό είναι ότι η απαγόρευση της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα, με απλή δηλ. πιθανολόγηση (αρθρ. 690 ΚΠολΔ) των ισχυρισμών των διαδίκων, είναι το μείζον σε σύγκριση με τη διακοπή της απεργίας με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Τέλος και το τρίτο επιχείρημα της αντίθετης γνώμης, ότι δηλ. η δικαστική διακοπή της παράνομης απεργίας δεν συμβιβάζεται με το φιλεργατικό πνεύμα του Ν. 1264 και είναι δυνατόν να περιορίσει την άσκηση του δικαιώματος απεργίας, δεν είναι ορθό. Γιατί η δικαστική διακοπή της παράνομης απεργίας δεν αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος απεργίας, αλλά πληρέστερη προστασία του εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου από τις παράνομες απεργίες.
Ορθά, επομένως, τόσο η πρόσφατη όσο και η παλαιότερη νομολογία —ανωτέρων μάλιστα δικαστηρίων— δέχεται σταθερά ότι είναι δυνατή η δικαστική διακοπή της παράνομης απεργίας και η απαγόρευση της συνεχίσεως της στο μέλλον και ότι η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής είναι δυνατή και με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως (αρθρ. 946 επ. ΚΠολΔ).
1. Πρβλ. Παπασταύρου, Απεργία , αριθμ. 167.
2. Βλ. ΑΠ 528/90, ΕΕΔ 1990, 832, Πρ. Εφ. Αθην. 1/92, ΔΕΝ 1992, 298 Ο02 επ.), Εφ. Αθην. 10461/90, ΕλλΔνη 1993, 90, Εφ. Αθην. 3541/88, ΕΕΔ 1988, 648, Εφ. Αθην. 3708/86, ΕΕΔ 1986, 889, Εφ. Αθην. 5817/85, ΔΕΝ 1985, 895, Εφ. Αθην. 1702/85, ΔΕΝ 1985, 383, Εφ. Ναυπλ. 34/85, ΔΕΝ 1985, 667, Εφ. Ιωανν. 50/83, ΔΕΝ 1984, 70, Εφ. Αθην. 8092/83, ΔΕΝ 1984, 667, Εφ. Θεσσ. 2285/83, ΕΕΔ 1984, 134, Μον. Πρωτ. Βόλ. 26/88, ΕΕΔ 1988, 676, Μον. Πρωτ. Θεσσ. 1521/88, ΕΕΔ 1988, 668, Μον. Πρωτ. Αθην. 1067/85, ΔΕΝ 1985, 385, Μον. Πρωτ. Αθην. 605/83, ΔΕΝ 1984, 174. Πρβλ. Βάγια, ΕΕΔ 1983, 792 επ., Λεβέντη, ΔΕΝ 1985, 374, Παπασταύρου, Απεργία, αριθμ. 167. [Γ. Λεβέντης, συλλογικό εργατικό δίκαιο, 2007, σελίδες 844-845].

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"..ενόψει των διατάξεων των άρθρων 946 § 1 και 947 § 1 ΚΠολΔ, αν η παράνομη απεργία έχει ήδη κηρυχθεί ή πραγματοποιείται, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα και πάντως το έννομο συμφέρον του εργοδότη, για την ομαλή και αδιάκοπη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης, δικαιούται ο τελευταίος να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή τη μη έναρξη ή τη διακοπή της απεργίας (άρση της προσβολής), ενώ αν έχει εξαγγελθεί και επίκειται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η πραγματοποίηση ή επανάληψη τέτοιας απεργίας, ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την απαγόρευση της, δηλαδή την παράλειψη της στο μέλλον, με απειλή των μέσων εκτέλεσης του άρθρου 947 §1 ΚΠολΔ (ΑΠ 528/1990 ΕλλΔνη 32.534, ΕφΑΘ 475/2011 ΠειρΝ 2011. 187, ΕφΑΘ 7807/1991 ΕλλΔνη 34. 110, ΕφΘεσ 2806/1999). Εξάλλου, η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας αποβλέπει, κατ` αρχήν, στη διαφύλαξη και προαγωγή συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων. Εν όψει, όμως, του ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, εφόσον η άσκηση του εντάσσεται μέσα στα πλαίσια των εννόμων σχέσεων (συμβάσεων εργασίας) του ιδιωτικού δικαίου παρέχεται και η δικαστική προστασία υπό του άρθρου 281ΑΚ προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος. Η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο μέσα στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22 § 4 του ν. 1264/1982, ύστερα από στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, ως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση τούτου, το μέγεθος της επίπτωσης των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό προς τη μορφή και τη διάρκεια της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δικαιολογία μεταξύ της ζημίας της επιχειρήσεως και της αναμενόμενης ωφελείας των απεργών (ΑΠ 75/1998 ΕλλΔνη 1999. 1364, ΑΠ 528/1990 ΕΕργΔ 49. 832, ΑΠ 1293/1983 ΔΕΝ 40.429, ΕφΠειρ 258/2008 ΔΕΕ 2010. 225). Ειδικότερα, καταχρηστική είναι η απεργία όταν διεκδικεί αιτήματα, η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότου. Τούτο παρέχει στον εργοδότη την εξουσία να διευθύνει και οργανώνει την επιχείρηση, να αποφασίζει για την οργανική της δομή και διάρθρωση, να συνιστά τμήματα ή εκμεταλλεύσεις και να τα καταργεί, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα σε άλλο τόπο, και να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού. Εφόσον η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, δεν αποτελεί νόμιμο αίτημα απεργίας ο περιορισμός των ως άνω εξουσιών του εργοδότη (ΕφΑΘ 1770/2011 ΕΕργΔ 2012. 739) [ΜονομεΕφετείο Αθηνών 5466/ 2013]

Addthis