Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Αποκλειστική διανομή, εμπορική αντιπροσωπεία, αποζημίωση.

Άρειος Πάγος 515/ 2016, ΕφΑΔ 2017.224.

Πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρος ΑΠ, Εισηγητής: Δ. Κράνης.

Περίληψη. Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, εφαρμόζονται όμως αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής και -σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 3557/2007- οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων». Αποζημίωση πελατείας. Πότε είναι δίκαιη η καταβολή της. Αξίωση αποζημίωσης πελατείας μετά τη λήξη σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Τα στοιχεία που περιέχει η ένδικη αγωγή κρίθηκαν επαρκή πρωτοδίκως, εσφαλμένα όμως στο Εφετείο η σχετική αξίωση κρίθηκε ως αόριστη. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 14 ΚΠολΔ.
Διατάξεις: άρθρα 713-729 ΑΚ, 1 επ. ΠΔ 219/1991
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 4687/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 17.7.2012 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την με αριθμό 2623/24.5.2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 12.5.2010 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 40.456,82 ευρώ ως οφειλόμενη σ’ αυτόν αποζημίωση πελατείας μετά τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, απέρριψε ακολούθως ως αόριστη κατά την αξίωση αυτή την ένδικη αγωγή, η οποία είχε με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί ως αόριστη και σε σχέση με τη χρηματική ικανοποίηση των 70.000 ευρώ, που ζήτησε ο αναιρεσείων να αναγνωριστεί ότι του οφείλει η αναιρεσίβλητη λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε με τις περιοριστικές του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτικές της κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), αφού η άσκηση από τον αναιρεσείοντα της από 5.11.2014 νέας αγωγής του για την αυτή επίδικη αξίωσή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../5.11.2014 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 6.11.2014, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί αφ’ εαυτής, όπως η τελευταία ισχυρίζεται, που προσκομίζει και το επιδοθέν σ’ αυτή αντίγραφο της νέας αγωγής, ως έμμεση αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν κατέστησε απαράδεκτη έκτοτε την ασκηθείσα προηγουμένως, δηλαδή ήδη από τις 3.11.2014, υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με δεδομένο ότι ναι μεν η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί γενικώς με παραίτηση από την άσκηση κατ’ αυτής ένδικων μέσων, οπότε αν αυτά ασκηθούν ακολούθως είναι απαράδεκτα (ΑΠ 211/1976 και 549/1983), όμως η παραίτηση από ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο, όπως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μπορεί να γίνει μόνο με τον τύπο του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 299 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ Ολ 626/1980, ΑΠ 1738/2002). Συνεπώς στην περίπτωση αυτή η άτυπη αποδοχή της απόφασης δεν ισχύει ως παραίτηση από τα ένδικα κατ’ αυτής μέσα (ΑΠ Ολ 15/2008) και άρα και η άσκηση από τον αναιρεσείοντα της ως άνω δεύτερης αγωγής του δεν ισχύει ως παραίτησή του από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ενώ και το έννομο συμφέρον του προς εκδίκαση της αίτησης αυτής δεν εξέλιπε από αυτόν και μόνον το λόγο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη με τις από 30.10.2015 προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα (αυθημερόν) κατά το άρθρ. 570 § 1 ΚΠολΔ.

2. Σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1 § 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ’ αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729). Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14 § 4 του Ν 3557/2007 ότι οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του. Αποκλείεται έτσι και υπό την ισχύ του Ν. 3577/ 2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ευθεία εφαρμογή αποκλειόταν βέβαια και προηγουμένως (ΑΠ Ολ 15 και 16/2013, ΑΠ 979/2014). Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόζονται αναλόγως στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 9 του ΠΔ 219/1991, κατά τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας που πρέπει επομένως να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, είναι οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ Ολ 15/2013 και 16/2013). Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ Ολ 18/1998 και 16/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ 1573/ 1981). Ειδικότερα λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, που όμως δεν αποτέλεσαν περιεχόμενό τους, καθώς και αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, παραβλέποντας αναγκαία για τη θεμελίωση τους στοιχεία, παρόλο που με επάρκεια αυτά εκτίθενται ως περιεχόμενό τους. Αντίθετα ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, θεωρώντας εσφαλμένα ότι εκτίθενται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, ενώ αυτά δεν εκτίθενται, καθώς και αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων για τη θεμελίωσή τους στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση για να ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) ότι μ’ αυτή, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε, o αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι από το έτος 1993 με διαδοχικές συμβάσεις με την αναιρεσίβλητη, που δραστηριοποιείται στην παραγωγή παγωτών υπό το σήμα …., ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των παγωτών της σε διάφορες περιοχές του Νομού Αττικής και ότι η τελευταία των συμβάσεών του με διάρκεια από 1.1.2009 έως 31.12.2009 έληξε χωρίς έκτοτε να ανανεωθεί, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει ως αποζημίωση πελατείας το συνολικό ποσό των 42.164,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των συμφωνημένων προμηθειών του επί της αξίας των αγοραζόμενων από αυτόν προς περαιτέρω διάθεση παγωτών της αναιρεσίβλητης κατά την τελευταία πενταετία πριν από τη λήξη της συνεργασίας τους (ποσοστό προμήθειας 12% τα έτη 2005-2008 και 9% το έτος 2009 πλέον bonus). Σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσείων, που αποτελούσε τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αναιρεσίβλητης, διέθεσε σε τρίτους (πελάτες) παγωτά παραγωγής της αναιρεσίβλητης α) το έτος 2005 συνολικής αξίας 340.514,74 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 40.861,77 ευρώ, β) το έτος 2006 συνολικής αξίας 354.943,55 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 42.593,22 ευρώ, γ) το έτος 2007 συνολικής αξίας 370.944,34 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 44.513,32 ευρώ, δ) το έτος 2008 συνολικής αξίας 393.642,78 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 47.237,13 ευρώ και ε) το έτος 2009 συνολικής αξίας 300.874,01 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια και bonus το ποσό 35.617,66 ευρώ. Η διάθεση των παγωτών έγινε σε νέους πελάτες που προσήλκυσε ο αναιρεσείων ή και σε παλαιούς που αύξησαν με τις ενέργειές του την κατανάλωση παγωτών της αναιρεσίβλητης, όπως οι πελάτες αυτοί και η αξία των παραγγελιών τους αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, στην οποία αναφέρεται επίσης ότι τα οφέλη από την εκμετάλλευση της σχετικής πελατείας διατήρησε η αναιρεσίβλητη και μετά τη λήξη της σύμβασής της με τον αναιρεσείοντα, αφού είχε πλήρη γνώση του πελατολογίου του και επομένως τη δυνατότητα να διαθέτει στους ίδιους πελάτες τα παγωτά της μέσω των νέων διανομέων με τους οποίους συνεργάζεται. Μάλιστα σε αντιστοιχία με τις προμήθειες που απώλεσε ή θα απολέσει ο αναιρεσείων κατά την πενταετία μετά τη λήξη της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη, τις οποίες υπολογίζει στη βάση των παραγγελιών του κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας του με την αντίδικό του, προσδιορίζει ακολούθως στην αγωγή του και τα οφέλη της τελευταίας, τα οποία αποτιμά έτσι στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει κατά τρόπο ορισμένο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να αναγνωρισθεί υπέρ του αναιρεσείοντος αξίωση αποζημίωσής του κατά το άρθρ. 9 § 1 του ΠΔ 219/1991. Ωστόσο το Εφετείο έκρινε ως αόριστη και απορριπτέα τη σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε κατά το σχετικό κεφάλαιό της την πρωτόδικη απόφαση, αφού προς το σκοπό αυτό διέλαβε ως αιτιολογία στην προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του ότι η αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι αόριστη, διότι στην αγωγή α) δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι νέοι πελάτες που έφερε για τα παγωτά της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων από την έναρξη της συνεργασίας του μ’ αυτή και όχι μόνον κατά την τελευταία πενταετία, αιτίαση όμως που βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο αναιρεσείων συναρτά μόνο με τους πελάτες αυτούς τα οφέλη που συνέχισε να αποκομίζει η αναιρεσίβλητη και μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, δηλαδή δεν συνδέει με πελάτες που παλαιότερα εισέφερε τη διατήρηση γι’ αυτή ωφελειών, θεωρώντας προφανώς αυτές ανύπαρκτες, β) δεν μνημονεύεται αν ο αναιρεσείων συνέβαλε και με ποιους τρόπους στη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης με υπάρχοντες πελάτες, αιτίαση όμως που βασίζεται σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση, αφού σαφώς στην αγωγή αναφέρεται ότι ανέπτυξε σημαντικά τις παραγγελίες παγωτών της αναιρεσίβλητης από μέρους παλαιών πελατών της κατά την τελευταία πενταετία, οι οποίοι κατονομάζονται από κοινού με τους νέους πελάτες που εισέφερε κατά το διάστημα αυτό, χωρίς κατά τα λοιπά να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή ο τρόπος συμβολής του στην αύξηση των παραγγελιών τους και γ) δεν προσδιορίζονται κατά το είδος και κατά το ποσό τα ουσιαστικά οφέλη που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από τις υποθέσεις με τους πελάτες, που παρέμειναν στο πελατολόγιό της και μετά τη λήξη της συνεργασίας της με τον αναιρεσείοντα, ούτε το ύψος των προμηθειών που αυτός έκτοτε απώλεσε, αιτιάσεις όμως που είναι αστήρικτες, αφού τόσο τα οφέλη της αναιρεσίβλητης όσο και οι προμήθειες του αναιρεσείοντος υπολογίζονται με την αγωγή στη βάση των παραγγελιών του κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας του με την αντίδικό του. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, αφού μάλιστα παρέλειψε να λάβει υπόψη όλους τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως βάσιμα υποστηρίζεται και με τους δυο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 8(β) και 14(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών να γίνει δεκτή στο σύνολό της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του Ν 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σχετικό κεφάλαιό της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12 § 2 του Ν 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα υπ’ αριθ. ..., ... και .../2014, .../2014 παραστατικά είσπραξης, σειράς Α’, του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ αντίστοιχα. [...]

Παρατηρήσεις  Σταύρου Κιτσάκη, ΔΝ (Leibniz Universität Hannover), Δικηγόρου.

Η σχολιαζόμενη απόφαση παρ’ ότι δεν αποτελεί κάποια νέα εξέλιξη της νομολογίας, δίνει ωστόσο την ευκαιρία να ξαναδούμε το πολύ ενδιαφέρον δίκαιο της εμπορικής διανομής μέσα από το πρίσμα της αναιρετικής διαδικασίας. Ειδικότερα θα σταθούμε εν πάση συντομία σε τρία σημεία: α) τη φύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, β) την δογματική ένταξη της αξίωσης αποζημίωσης του εμπορικού διανομέα και γ) το ερώτημα του «δικαίου» της αξίωσης αποζημίωσης και τη διάκριση νομικών και πραγματικών γεγονότων ως πρόβλημα της αναιρετικής διαδικασίας και της ορθής ερμηνείας του δικαίου.

α) Η υπόθεση αφορά αξίωση αποζημίωσης πελατείας μετά τη λήξη σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Το ανώτατο δικαστήριο έχει να αντιμετωπίσει κατά πρώτον το ερώτημα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου εφόσον η εν λόγω σύμβαση δεν ρυθμίζεται ειδικά. Ήδη βέβαια με τις διατάξεις του Ν 3577/2007 ορίζεται ότι εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής. Βεβαίως η εφαρμογή αυτή δεν γίνεται χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις και ούτε εξομοιώνονται οι δύο συμβατικές σχέσεις, αλλά πολύ περισσότερο το ρυθμιστικό κενό ως προς την σύμβαση αποκλειστικής διανομής παραμένει, αλλά η περίπτωση αυτή αντιμετωπίζεται πια από το νομοθέτη ως όμοια αυτής του εμπορικού αντιπροσώπου μέσω της αναλογίας. Το βάρος λοιπόν που απετέλεσε αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ανωτάτων δικαστών κατά την έκδοση της ΑΠ 16/ 2014 (Ολ.) αφαιρέθηκε εν μέρει από τους ώμους του ερμηνευτή του δικαίου, χωρίς όμως να απαλλάσσεται αυτός από το βάρος, να κρίνει, αν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Στο σημείο που η σύμβαση ορίζεται ως ιδιόρρυθμη διαρκής σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με στοιχεία εντολής δεν επικρατεί ομοφωνία στην νομολογία, αλλά ακόμη λιγότερο μεταξύ νομολογίας και θεωρίας. Ειδικότερα τονίζεται πως η σύμβαση πρέπει να εκληφθεί ως μεικτή (ή μεικτομορφική[1]) σύμβαση με στοιχεία πώλησης και σύμβασης εργασίας ή έργου[2], ενώ στη αλλοδαπή βιβλιογραφία προτείνεται ακόμη η τυπολογική ένταξη ως σύμβαση διεξαγωγής ξένων υποθέσεων με στοιχεία πώλησης και παροχής υπηρεσιών[3]. Και οι τρεις απόψεις έχουν ως ελάχιστο κοινό παρανομαστή την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ περί εντολής[4].

β) Εφαρμόζοντας αναλογικά τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 η νομολογία προσφεύγει στο άρθρο 9 του νόμου και την κατ’ αρχήν αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης του διανομέα σε περίπτωση λύσης της σύμβασης. Σε συνέχεια πάγιας διατύπωσης το δικαστήριο χαρακτηρίζει την αξίωση δίκαιης αποζημίωσης ως ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ των ισοδύναμων πόλων αμοιβής και επιείκειας[5].
Στο βαθμό όμως που η αναφορά σε αμοιβή τείνει να εννοήσει την αξίωση δίκαιης αποζημίωσης ως υποκατάστατο της – μη-υφιστάμενης εδώ προστασίας του διανομέα από την καταγγελία της σύμβασης του -, είναι μάλλον ορθή αντίθετη άποψη, η οποία τονίζει πως η αξίωση υφίσταται σύμφωνα με το άρθρ. 9 παρ. δ (αναλ.) ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του διανομέα ή σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον ίδιο[6].
Όσον αφορά το στοιχείο της επιείκειας είναι σίγουρα εμφανές στην επιταγή του νόμου να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις[7]. Δυσκολίες γεννά όμως η επίκληση της επιείκειας ως θεμέλιο της αξίωσης, όταν το δικαστήριο τονίζει πως αυτή προσομοιάζει στο διαφυγόν κέρδος ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έτσι ενώ το διαφυγόν κέρδος πράγματι και από τη θεωρία συναρτάται με την αρχή της επιείκειας[8], δεν είναι καθόλου σαφές πως μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για το θεσμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος αποτελεί πολύ περισσότερο επιταγή της επανορθωτικής δικαιοσύνης (iustitia commutativa)[9].
Ωστόσο κατ’ αρχάς δεν είναι λάθος η παρομοίωση με κατάσταση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικά φαίνεται να ταιριάζει εδώ ο τύπος της conditio ob causam finitam, όπου ως πεδίο εφαρμογής της προτείνεται η κατάσταση (πρόωρης[10]) λήξης διαρκών συμβάσεων[11] και τέτοια είναι, όπως είδαμε, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Ωστόσο η θέση αυτή αμφισβητείται[12]. Ακόμη όμως και η άποψη που προβάλλει την δικαιο-ηθική θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης μέσα από το δίκαιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν προτείνει τελικά την εφαρμογή του τελευταίου. Σε αυτό συνηγορεί ειδικά η ερμηνεία του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 ως ειδικού – δηλαδή αποκλείοντος την εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού – μηχανισμού ανάστροφης εξέλιξης της συμβατικής σχέσης[13].
γ) Η τρίτη πτυχή της απόφασης και γενικότερα της νομολογίας για την σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα για την αξίωση αποζημίωσης του διανομέα, στην οποία θέλουμε να σταθούμε εν προκειμένω δεν είναι άλλη από τη θέση της στην αναιρετική διαδικασία. Στη σχετική αναζήτηση μας ωθεί η διατύπωση του Αρείου Πάγου: «…, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου».
Η διατύπωση του Αρείου Πάγου είναι θολή. Ειδικά στο βαθμό που το δικαστήριο εννοεί πως το «δίκαιον» της αποζημίωσης δεν ελέγχεται, μας επαναφέρει στο παλαιό ζήτημα της αναιρετικής διαδικασίας για τη διάκριση μεταξύ πραγματικών και νομικών γεγονότων. Σε αυτό το ερώτημα ανέκαθεν χωρίζουν οι δρόμοι νομολογίας και θεωρίας.
Ο κανόνας δικαίου τον οποίο εφαρμόζει ο ΑΠ χρησιμοποιεί την έννοια του «δικαίου» για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, την οποία δικαιούται να αξιώσει ο διανομέας. Σύμφωνα με την περίφημη ανάλυση του Μητσόπουλου οι έννοιες που χρησιμοποιεί ο κανόνας δικαίου είναι νομικές, αδιαφόρως του εμπειρικού περιεχομένου τους. Αναζητείται δε η σημασία της συγκεκριμένης χρήσης[14]. Το πραγματικό ζήτημα είναι το ζήτημα της αλήθειας ή της ορθότητας των ισχυρισμών και όχι ακόμη η κρίση περί του δικαίου των συνεπειών[15], είναι – σύμφωνα με άλλη διατύπωση – η οντολογική κρίση περί υπάρξεως του γεγονότος[16]. Υπό διαφορετικό πρίσμα διατυπώνεται δε, πως η εξειδίκευση της νομικής έννοιας απαιτεί αναγωγή στο σκοπό του νόμου[17], ενώ το πραγματικό ζήτημα ερωτά τρόπο τινί για τον σκοπό των υποκειμένων του δικαίου[18]. Το «δίκαιο» λοιπόν της αποζημιώσεως φαίνεται υπ’ αυτή την προοπτική ξεκάθαρα ως η κρίσιμη νομική έννοια, για την ακρίβεια: αόριστη νομική έννοια, πάνω στην οποία ο κοινωνός του δικαίου «δικαιούται» μιας ερμηνείας επί τη βάση κανονιστικά τεθειμένων κριτηρίων, έστω κι αν αυτά πρέπει να διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παραβλέπουν τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε περιπτώσεως, γιατί έτσι επιτάσσει εν προκειμένω ο νόμος[19].

Συνεχίζοντας λίγο ακόμη στο θεωρητικό ζήτημα της διάκρισης μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος τονίζεται, πως η διάκριση αυτή επ’ ουδενί δεν σημαίνει, πως αφενός έχουμε να κάνουμε με την «πραγματικότητα» και από την άλλη με αξιολογικές κρίσεις. Και ο ισχυρισμός επί της πραγματικότητας πρέπει να αξιολογηθεί[20], πράγμα που σημαίνει πως στο στάδιο της αναίρεσης οι αξιολογικές κρίσεις του δικαστή επί των πραγματικών ζητημάτων δεν ελέγχονται.

Από την άλλη πλευρά και το ίδιο το «νομικό ζήτημα» είναι νομική έννοια και πρέπει να τύχει ερμηνείας[21]. Η ερμηνεία του πρέπει να προσανατολιστεί στους σκοπούς του δικαίου της αναίρεσης, εφόσον η συζήτηση λαμβάνει χώρα σε αυτό το πλαίσιο[22]. Κερδίζουμε έτσι εν προκειμένω μια πρώτη μεθοδολογική πτυχή σχετικά με τη σπουδαιότητα της οργάνωσης του δικαίου για την ερμηνεία του[23]. Αντιλαμβανόμαστε ταυτόχρονα, πως η διάκριση δεν είναι τόσο απλή όσο μας επιτρέπει το γλωσσολογικό μας οπλοστάσιο να την παρουσιάζουμε και σίγουρα δεν είναι η ίδια απαλλαγμένη από αξιολογικές κρίσεις. Στο συγκεκριμένο πεδίο αναδεικνύεται έτσι μέσα από την προοπτική της συστηματικής θέσης του ερωτήματος η θεμελιώδης σημασία του περαιτέρω ερωτήματος για το σκοπό της αναιρετικής δίκης[24].

Το πρόβλημα του «δίκαιου» της αποζημίωσης του διανομέα υπό την προοπτική της αναιρετικής διαδικασίας έθεσε το ερώτημα της διάκρισης μεταξύ νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Το ίδιο πρόβλημα υπό το πρίσμα της διάκρισης των νομικών εννοιών σε αόριστες και ορισμένες θέτει το ερώτημα της εξουσίας του δικαστή για τη διάπλαση του δικαίου. Ο Μητσόπουλος εν έτη 1965 θεώρησε την λογική δυνατότητα διάκρισης των δύο τύπων εννοιών ανύπαρκτη[25] και την θεωρητική δυνατότητα σχετική[26], τονίζοντας ωστόσο πως η εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών δεν είναι ζήτημα λογικής αλλά ερμηνευτικό[27]. Ως τέτοιο τίθεται δε επιτακτικά ήδη από τον Philipp Heck, για τον οποίο οι αόριστες νομικές έννοιες δεν είναι τίποτε άλλο από εξουσιοδοτικοί κανόνες δικαίου (Delegationsnormen) ή και από τον Bernd Rüthers, ο οποίος τις ορίζει ως εκούσια κενά του δικαίου[28], μέσω των οποίων ο νομοθέτης μεταβιβάζει στον δικαστή εξουσίες διαπλάσεως του δικαίου. Αν δεχθεί κανείς αυτήν την προοπτική, τότε το πρόβλημα της αμφιταλάντευσης και επιφυλακτικότητας της νομολογίας του Αρείου Πάγου στον αναιρετικό έλεγχο των αόριστων νομικών εννοιών[29] καθίσταται εντονότερο.

-----------

[1]. Γεωργιάδης, Νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας, Α 31.
[2]. Περάκης/Ρόκας, Γενικό Μέρος Εμπορικού Δικαίου - Αξιόγραφα, § 55, A, ΙΙ.
[3]. Έτσι Canaris, Handelsrecht, § 19, αρ.12.
[4]. Ειδικά για την σύμβαση διεξαγωγής ξένων υποθέσεων και την εφαρμογή των 714 επ. ΑΚ βλ. Γεωργιάδη, Ενοχικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, Τ. ΙΙ, § 2, αρ. 20.
[5]. Βλ. ακόμη ΑΠ 16/2014.
[6]. Canaris, Handelsrecht, § 17, αρ. 99.
[7]. Canaris, Handelsrecht, § 17, αρ. 111, ο οποίος διακρίνει εξαιτίας αυτής της διατύπωσης χαρακτηριστικά γενικής ρήτρας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου. Για την προσφυγή στην «ποικιλία των κοινωνικών συνθηκών» ως ειδοποιό στοιχείο της επιείκειας βλ. Τσάτσο, Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου, σελ. 215 ή Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου, αρ. 304 επ. και 386 («δικαιοσύνη της ατομικής περιπτώσεως»).
[8]. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 8 αρ. 92.
[9]. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 16 αρ. 1 και Canaris/Larenz, Lehrbuch des Schuldrechts, II/2, § 67, Ι,1,d.
[10]. Σε αυτό το στοιχείο επικεντρώνει ειδικά ο Medicus, Schuldrecht, Besonderer Teil, § 126, αρ. 650.
[11]. Canaris/Larenz, Lehrbuch des Schuldrechts, II/2, § 68, II, 1.
[12]. Τέλλης, Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, σελ. 29 επ., όπου ως βασικό επιχείρημα προβάλλεται πως νόμιμη αιτία για τη διατήρηση του πλουτισμού αποτελεί για τον αντιπροσωπευόμενο η σύμβαση, ενώ σύμφωνα με τον Canaris η δραστηριότητα του διανομέα υπήρξε η αιτία για την ευκαιρία του επιχειρηματία να συνάψει συμβάσεις με νέους πελάτες και ακριβώς αυτή η αιτία έληξε.
[13]. Canaris, Handelsrecht, § 17, αρ. 100 . Για την σχέση αδικαιολογήτου πλουτισμού και ανάστροφης εξέλιξης βλ. Σταθόπουλο, § 16, αρ. 6.
[14]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 4.
[15]. Βλ. Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 262.
[16]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 7, 8 επ.
[17]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 7, 8επ., 10.
[18]. Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 246.
[19]. Έτσι γενικά για τις αόριστες νομικές έννοιες και Ράμμος, Ελληνική Πολιτική Δικονομία, Γ΄ τεύχος, σελ. 92, Μπέης, ΠολΔ, άρθρ. 559 αρ. 1, ΙΙ, 2 ή Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, αρθρ. 561, αρ. 28.
[20]. Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 254 επ., 262.
[21]. Röhl, Allgemeine Rechtlehre, § 61, σελ. 496.
[22]. Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 264 και Μπέης, ΠολΔ, αρθρ. 561, αρ. 1.8.
[23]. Γενικά πάνω σε αυτό το θέμα Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 216 επ, 370 επ.
[24]. Μπέης, ΠολΔ, αρθρ. 561, αρ. 1.8 και Pawlowski, Methodenlehre für Juristen, αρ. 264.
[25]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 1.
[26]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 2.
[27]. Μητσόπουλος, Αι αόρισται έννοιαι εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝΔικ, 21, σελ. 10.
[28]. Βλ. Rüthers, Rechtstheorie, § 23, αρ. 836. Σχετικά με τον ορισμό των εκούσιων κενών του δικαίου Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου, αρ. 343.
[29]. Για το παράδειγμα της «δίκαιης κρίσης» στο πλαίσιο του άρθρ. 371 ΑΚ βλ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 10, αρ. 17 με υποσ. 21.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis