Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Κατάσχεση στα χέρια τρίτου, Ο.Τ.Α, μελλοντικές απαιτήσεις.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2247/ 2017

Δικαστής: Γλυκερία-Λουίζα Ιωαννίδου, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου - Μελλοντικές απαιτήσεις - Κατασχετήριο έγγραφο - Ανακριβής δήλωση τρίτου - Ανακοπή - Υποχρέωση τρίτου για αποζημίωση - Ιδιωτική και δημόσια περιουσία ΟΤΑ. Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι αιρέσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση. Για να μπορεί να κατασχεθεί τέτοια απαίτηση πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ’ είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό. Περιεχόμενο κατασχετηρίου εγγράφου. Ανακριβής αρνητική δήλωση τρίτου. Ανακοπή.
Αντικείμενο της σχετικής δίκης. Περιεχόμενο δικογράφου ανακοπής. Το δικαστήριο με την απόφασή του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή αιτήματος από τον ανακόπτοντα. Η υποχρέωση αποζημιώσεως του τρίτου επιδιώκεται με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις, παραδεκτά όμως σωρεύεται στο δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις ευθύνης του τρίτου. Διάκριση ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας των ΟΤΑ. Τα έσοδα των ΟΤΑ από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εσόδων τους και ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ η οποία υπόκειται σε κατάσχεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 § 1 περ. α' ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά χρηματική απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική κλ.π. απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά τη γέννηση της απαίτησης και όχι απλώς μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988§1 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 5740/2011 ΔΕΕ 2012.131. ΕφΑΘ 5526/2006, ΝοΒ 2007.363, ΕφΑΘ 8540/1999 ΔΕΕ 2000.287 δημ. νόμος). Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 983 ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ' ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη, πρέπει δε το κατασχετήριο έγγραφο να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. Κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, σε περίπτωση δε καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, με την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης και να επιδιώξει την αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, θεωρώντας αυτόν οφειλέτη του κατασχεμένου. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στην ουσία, δηλαδή, εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης. Από την άποψη αυτή η ανακοπή αποτελεί πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του καθ' ου η κατάσχεση (ΕφΑΘ 1022/2008, ΕφΑΘ 1930/2007 δημ. νόμος, ΕφΑΘ 1837/2007 ΝοΒ 2007.1143). Επομένως, στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής από το άρθρο 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 1065/2009 ΕΠολΔ 2010.60 δημ. νόμος), εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωση του την ύπαρξη της και απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση της. Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεων του κατά της απαίτησης (ΑΠ 480/2012 δημ. νόμος). Εξάλλου, το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και το περιεχόμενο της δήλωσης του τρίτου, από το οποίο και εξαρτώνται οι λόγοι της ανακοπής (ΕφΑΘ 1930/2007 δημ. νόμος). Κατά την ορθότερη άποψη το παρεπόμενο αίτημα της ανακοπής για την καταβολή τόκων είτε από την επιβολή της κατασχέσεως είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά τη δήλωσης του τρίτου δεν είναι νόμιμο, αφού ο καθού η ανακοπή τρίτος από την επίδοση προς αυτόν του κατασχετήριου εως την έκδοση αποφάσεως που διατάσσει την καταβολή στον κατάσχοντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος (Κεραμέας Κονδύλης Νίκας Ερμηνεία ΚΠολΔ Έκδοση 2000 τ. II από το άρθρο 986 σελ. 1922 σημ. 11), ενώ το αίτημα του ανακόπτοντος για την κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής δεν είναι νόμιμο, αφού εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατάσχοντα δεν μπορεί να επέλθει πριν από την τελεσίδικη παραδοχή της ανακοπής (Κεραμέας Κονδύλης Νίκας ο.π. σημ. 14).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 986 εδ. α ΚΠολΔ, η ανακοπή ασκείται ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ.και 23 επ. δικαστηρίου, με κριτήριο το είδος και το ύψος της απαιτήσεως, ενώ η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση τις γενικές ρυθμίσεις που αφορούν την αγωγή, δηλαδή λαμβάνεται υπ' όψιν η γενική δωσιδικία του τρίτου (αρθρ. 22 επ. ΚΠολΔ - βλ. ΠΠρΠειρ 3563/2014 και ΠΠρΑΘ 3661/2011 δημ. νόμος) και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (Π. Γέσιου - Φαλτσή, ο.π., σελ. 846). Προσέτι, μολονότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει και καταψηφιστικό αίτημα, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου λόγω της φύσης της ανακοπής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαιτήσεως για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο (Π. Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Τομ. II, Ειδικό Μέρος, σελ. 833 επ., ΕφΑΘ 4345/1991 ΕλλΔνη 1993.615). Το δικαστήριο με την απόφαση του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα, κατ' άρθρον 990 ΚΠολΔ (Μπρίνιας ο.π. Σελ. 1466, Β. Μπρακατσούλας Ή Αναγκαστική Εκτέλεση εκδ. Αφοι Π Σάκκουλα 1993, τ. I σελ. 617). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 986 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 § 2. Η υποχρέωση αποζημιώσεως του τρίτου νομοθετείται μόνον απέναντι στον επισπεύδοντα δανειστή και επιδιώκεται με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις (ΜονΕφΙωαν 45/2013, ΕΠολΔ 2013.386 δημ. νόμος), παραδεκτά, όμως, σωρεύεται (αντικειμενικά ή επικουρικά) στο δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 1050/2008 ΕλλΔνη 2008.850, ΕφΑΘ 1022/2008 δημ. νόμος). Η αγωγή αυτή δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση, καθόσον δεν προσβάλλει πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση απορρέει από μόνο το γεγονός ότι παρέλειψε να υποβάλει τη δήλωση του άρθρου 985 §1 ΚΠολΔ, υποχρέωση που δημιουργείται με μόνη την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια του, ανεξάρτητα αν υπάρχει η κατασχεμένη οφειλή ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της υποβληθείσης δηλώσεως, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της αποζημιώσεως θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτηση του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι συνεπεία της μη εμπρόθεσμης δηλώσεως ή της ανακριβούς δηλώσεως, δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του μέτρα ή ότι ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του, ή όταν από την παραπλανητική δήλωση ή την παράλειψη του τρίτου απώλεσε τη δυνατότητα κατασχέσεως του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτου από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως, άλλως το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο (ΕφΑΘ 1022/2008, ΠΠρΠειρ 3563/2014 δημ. νόμος, με περαιτέρω παραπομπές). Συνήθως, αν ευδοκιμήσει η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ο κατασχών ουδεμία ζημία απότοκη της παραλείψεως ή της ανειλικρινούς δηλώσεως υφίσταται, χωρίς πάντως να αποκλείεται η απόδειξη περαιτέρω ζημίας από την αρνητική συμπεριφορά του τρίτου (ΕφΑΘ 1022/2008 ο.π, I. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τομ. 3ος, Β' έκδοση, 1980, σελ. 1423). Τέλος ο καθου η ανακοπή τρίτος δικαιούται αμυνόμενος κατά της ανακοπής να προβάλλει ενστάσεις και ισχυρισμούς εναντίον του ανακόπτοντος μεταξύ άλλων και όταν η κατάσχεση επιβάλλεται κατά παράβαση διάταξης που τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΑΠ 1162/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 117/2011 ΕλλΔνη 2011 762, ΕφΑΘ 6239/2010 ΝΟΜΟΣ, 2780/2008 ΕφΑΔ 2009 233, ΕφΑΘ 3407/1999 ΕλλΔνη 2001 775).
Συναφώς η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται: α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στους Ο.Τ.Α. οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η «ιδιωτική περιουσία» των ΟΤΑ, υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη «δημόσια περιουσία» είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Στην «ιδιωτική περιουσία» των Ο.Τ.Α. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησης τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους. Αυτή είναι και η βασική διάφορα από τη «δημόσια περιουσία», διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με τη «χρήση» τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους, θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, γι' αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά «εκτός συναλλαγής», με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητας τους, η αναγκαστική κατάσχεση τους. Δεν συντρέχουν όμως οι λόγοι αυτοί, ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στις απαιτήσεις των ΟΤΑ, έστω κι αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα», αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών των ΟΤΑ από οποιαδήποτε αιτία. Τα έσοδα δε των ΟΤΑ από φόρους και τέλη, αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων τους. Επομένως, αν αυτά ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ΟΤΑ θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο (ΟλΑΠ 17/2002 ΔΙΚΗ 2003.102, ΑΠ 2354/2009 δημ. νόμος). Ειδικά δε τα χρηματικά διαθέσιμα ενός ΝΠΔΔ, εφόσον δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα» αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στο ΝΠΔΔ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες υπέρ των εν γένει σκοπών του ΝΠΔΔ, ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία αυτού (βλ. ΟλΑΠ 17/2002 δημ. νόμος, ΔΠρΘεσσ 245/2012 Αρμ 2012/1334).

Η ανακόπτουσα εκθέτει στην κρινόμενη ανακοπή της ότι με το από 30.7.2010 κατασχετήριο επέβαλε εις χείρας της καθής η ανακοπή κατάσχεση ποσού 14.182,33 ευρώ, επί κάθε υφιστάμενης ή μελλοντικής απαίτησης του Δήμου Θηβαίων από την τήρηση σε αυτήν ανοικτού ή τρέχοντα ή αλληλόχρεου τραπεζικού λογαριασμού, ατομικού ή κοινού, προς ικανοποίηση απαίτησης της (ανακόπτουσας) εκ της 152/2009 απόφασης του ειρηνοδικείου Θήβας. Ότι η καθής δεν υπέβαλε ως όφειλε δήλωση τρίτου, η εν λόγω δε μη υποβολή δήλωσης, ως εξομοιούμενη με αρνητική δήλωση είναι ανειλικρινής και ανακριβής, δεδομένου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο καθου η εκτέλεση οφειλέτης διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό με επαρκές υπόλοιπο. Ότι η παράλειψη της υποβολής της δήλωσης εκ μέρους της καθής κατέστησε αδύνατη, με υπαιτιότητα της καθής, την ικανοποίηση της απαιτήσεως της, δεδομένης της επιβάρυνσης της λοιπής περουσίας του Δήμου Θηβαίων. Ζητεί δε ενόψει των προαναφερομένων, να αναγνωρισθεί η ανειλικρίνεια και ανακρίβεια της αρνητικής δηλώσεως της καθής, να ακυρωθεί η αρνητική δήλωση, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της κατασχεμένης απαίτησης εις χείρας της καθής, όπως επίσης να καταδικασθεί η καθής να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 14.182,33 ευρώ, νομιμότοκα από 30.7.2010, κηρυσσομένης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη ανακοπή, που εισάγεται μετά διαδοχικές αναβολές από 12.11.2013, 15.3.2016 και 7.6.2016 και για τη συζήτηση της οποίας οι διάδικοι έχουν προκαταβάλει τις αναλογούσες εισφορές-κρατήσεις, κατ' άρθρον 61 του ν. 4194/2013 (βλ. τα Θ02668 και Π0304546 γραμμάτια είσπραξης του Δ.Σ. Αθηνών και Δ.Σ. Θηβών αντίστοιχα), αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 9, 14, 25 ΚΠολΔ) για να δικασθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία κατά την οποία είναι εκδικαστέα η διαφορά από την κατασχεμένη απαίτηση. Περαιτέρω η ανακοπή, που είναι εμπρόθεσμη καθόσον ασκήθηκε εντός 30 ημερών από την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας υποβολής της δηλώσεως (βλ. την 405Β/6.10.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1-31 Αυγούστου (άρθρα 986 και 147 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως προς το αίτημα της να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη αρνητική δήλωση, δεδομένου ότι η εν λόγω ανακοπή έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα (Β. Μπρακατσούλας ο.π. σελ. 610 υπό 1β) και συνέπεια της παραδοχής της δεν είναι ακύρωση της ανειλικρινούς δήλωσης αλλά η αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης ή της προς αυτήν εξομοιούμενης παράλειψης του τρίτου (ΕφΠειρ 377/2015 δημ. νόμος). Κατά τα λοιπά αιτήματα της η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ερείδεται στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα ως άνω σκέψη, ως επίσης σε αυτές των άρθρων 340, 346 ΑΚ, 70, 907, 908, 218 ΚΠολΔ, καθο το περί τοκογονίας και προσωρινής εκτελεστότητας αίτημα της αφορά στην αξιούμενη αποζημίωση και απορριπτόμενου του περί αοριστίας ισχυρισμού που προβάλλει η καθής, δεδομένου ότι εκτίθεται στην ανακοπή σαφώς και ανενδοίαστα η αιτία της οφειλής της καθής η ανακοπή προς τον καθ' ου η εκτέλεση και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν. Πρέπει, επομένως, η ανακοπή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, αφού δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Από τα έγγραφα, που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών, τεκμηρίων, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικότερα και συγκεκριμένα διαλαμβάνεται στη συνέχεια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανακόπτουσα διατηρεί σε βάρος του Δήμου Θηβαίων απαίτηση εκ ποσού 11.590 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από 1.9.2009, πλέον δικαστικών εξόδων εκ ποσού 160 ευρώ, που της έχουν επιδικασθεί με την 152/2009 τελεσίδικη ήδη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών. Προς ικανοποίηση της απαίτησης της επέδωσε στον ως άνω οφειλέτη της αντίγραφο εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω απόφασης μετά της κάτωθι αυτού από 13.7.2010 επιταγής προς πληρωμή (βλ. την 5084Β/14.7.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θηβών ....), επιτάσσοντας τον σε καταβολή του πιο πάνω κεφαλαίου και δικαστικής δαπάνης, πλέον τόκων υπερημερίας από 1.9.2009 έως 12.7.2010 εκ ποσού 1.550,33 ευρώ, πλέον εξόδων για λήψη απογράφου εκ ποσού 60 ευρώ, για έκδοση αντιγράφου αυτού εκ ποσού 8 ευρώ, για σύνταξη της επιταγής εκ ποσού 250 ευρώ και για επίδοση αυτής εκ ποσού 25 ευρώ, ήτοι συνολικά για την καταβολή του ποσού των 13.562,33 ευρώ, νομιμότοκα μέχρι την εξόφληση. Ακολούθως, λόγω της μη εκούσας συμμόρφωσης του οφειλέτη της, με το από 30.7.2010 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, που επιδόθηκε στην καθής στις 30.7.2010 (βλ. την 9725/30.7.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών ...), επέβαλε εις χείρας της ως κατάσχεση επί των πάσης φύσης και μορφής καταθέσεων, ληξιπρόθεσμων ή μελλοντικών απαιτήσεων, που διατηρούσε ο Δήμος Θηβαίων στην καθής, σε ανοικτό ή τρέχοντα ή αλληλόχρεο λογαριασμό, ατομικό ή κοινό, καθώς και κάθε άλλη χρηματική απαίτηση που ενσωματώνεται σε κάθε μορφής αξιόγραφο, ομόλογο, ρέπος ή σε άλλα γενικά χρεώγραφα τα οποία συνιστούν περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη της μέχρι του ποσού των 14.182,33 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, ήτοι για το ως άνω ποσό εκ 13.562,33 ευρώ, πλέον ποσού 250 ευρώ για τη σύνταξη του κατασχετηρίου, 50 ευρώ για τις επιδόσεις αυτού, ποσό 250 ευρώ για τη σύνταξη του από 20.7.2010 κατασχετηρίου και για τις επιδόσεις αυτού ποσό 70 ευρώ (βλ. το από 30.7.2010 κατασχετήριο). Το εν λόγω κατασχετήριο επέδωσε την ίδια ημεροχρονολογία και προς το Δήμο Θηβαίων (βλ. Την 9722/30.7.2010 έκεθεση επίδοσης του ίδιου ανωτέρω δικαστικού επιμέλητή). Η καθής αν και είχε σχετική υποχρέωση δεν υπέβαλε σχετική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση της κατασχέσεως, ήτοι έως 8.9.2010 (μη λαμβανομένου υπόψη του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών από 1-31.8.2010, κατ' άρθρον 147 ΚΠολΔ), από παραδρομή, όπως συνομολογεί στις προτάσεις της. Η εν λόγω μη υποβολή δηλώσεως εκ μέρους της καθής λογίζεται ως αρνητική δήλωση, η οποία ωστόσο ήταν ανειλικτινής δεδομένου ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο Δήμος Θηβαίων διατηρούσε (και συνεχίζει να διατηρεί) στην καθής η ανακοπή τον ... τραπεζικό (τρεχούμενο) λογαριασμό από τον οποίο εξυπηρετεί τις πάσης φύσεως ανάγκες του, όπως επίσης συνομολογείται από την καθής. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ο ως άνω τραπεζικός λογαριασμός είχε υπόλοιπο που υπερκάλυπτε το ποσό των 14.182,33 ευρώ, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση. Ειδικότερα δε τον ισχυρισμό αυτό ουδόλως αρνείται η καθής, η οποία σιωπά περί του ύψους του διαθέσιμου υπολοίπου κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, την επάρκεια του οποίου μετά ταύτα έμμεσα συνομολογεί. Άλλωστε η ύπαρξη καταθέσεως υπερκαλύπτουσας την επίδικη απαίτηση επιβεβαιώνεται και από την εν συνεχεία ικανοποίηση άλλων δανειστών του ίδιου οφειλέτη, οι οποίοι επίσης επέβαλαν κατάσχεση εις χείρας της καθής η ανακοπή (βλ. ενδεικτικά τις 19304/2009, 6509/26.3.2010, 18657/2010, 19775/29.7.2010, 85768/2010 δηλώσεις της καθής ως τρίτης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η καθής αντεπάγεται ότι τα όποια ποσά ήταν κατατεθειμένα στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό είναι ακατάσχετα, καθόσον πρόκειται για ποσά που προέρχονται από ανταποδοτικά τέλη, Κ.Α.Π, επιχορηγήσεις για μισθώματα ενοικίων ΚΕΠ και σχολείων και λοιπά έσοδα, προοριζόμενα για τη μισθοδοσία των απασχολούμενων στο Δήμο Θηβαίων, των σχολικών τροχονόμων, των υπαλλήλων ΚΕΠ και λοιπές λειτουργικές ανάγκες του Δήμου, ενώ συχνά δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της μισθοδοσίας. Με αυτό το περιεχόμενο ο προβαλλόμενος ως άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη μείζονα ως άνω σκέψη, δεδομένου ότι η καθής, αν και συνομολογεί ότι στον εν λόγω λογαριασμό συγκεντρώνονται έσοδα του Δήμου από διάφορες πηγές, που κατευθύνονται προς εξόφληση διαφόρων υποχρεώσεων, δεν αναφέρει επακριβώς τα ποσά μίας έκαστης κατηγορίας εσόδων, ούτε την αντιστοιχία των διαθεσίμων με συγκεκριμένες δαπάνες του Δήμου, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί από το Δικαστήριο και περαιτέρω να κριθεί αν τα ποσά που είχαν πιστωθεί στον ως άνω λογαριασμό υπάγονται στο ακατάσχετο ή όχι. Απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν είναι και ο έτερος ισχυρισμός της καθής ότι η ανακόπτουσα έχει παραιτηθεί της επίδικης κατάσχεσης σιωπηρώς και δη δια της επιβολής νέας κατασχέσεως, εις χείρας της ίδιας καθής προς ικανοποίηση της ίδιας απαιτήσεως στις 21.9.2010, αφού  τέτοια σιωπηρή παραίτηση δεν μπορεί να συναχθεί από μόνη την προπεριγραφομένη συμπεριφορά της ανακόπτουσας, ενόψει μάλιστα της ασκήσεως της κρινόμενης ανακοπής της (πρβλ. ΑΠ 80/2004 ΧρΙΔ 2004.429, ΕφΑθ 8180/2004 Αρμ. 2006.751). Μετά ταύτα, εφόσον αποδεικνύεται η ανειλικρίνεια της δηλώσεως και συγχρόνως η ύπαρξη του πιο πάνω τρεχούμενου τραπεζικού λογαριασμού, με επαρκές υπόλοιπο κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως (αλλά και μεταγενέστερα) θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η αρνητική δήλωση της καθής ήταν ανειλικρινής, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της κατασχεμένης απαιτήσεως και να υποχρεωθεί η καθής κατ' άρθρον 990 ΚΠολΔ σε καταβολή του πιο πάνω ποσού της κατασχέσεως, ανεξαρτήτως υποβολής αιτήματος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα ως άνω σκέψη. Ενόψει όμως της παραδοχής της αγωγής το αίτημα να υποχρεωθεί η καθής να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 14.182,33 ευρώ ως αποζημίωση (όπως και το παρεπόμενο περί τόκων αίτημα) είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι - κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη - συνέπεια της παραδοχής της επίδικης ανακοπής είναι η αναγκαστική νόμιμη εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στην ανακόπτουσα, ως επισπεύδουσας την εκτέλεση. Μετά ταύτα η ανακόπτουσα, έχουσα πλέον αξίωση σε καταβολή της εκχωρηθείσας σε αυτήν απαίτησης του καθού η εκτέλεση, δεν έχει υποστεί ζημία και δη ισόποση με την απαίτηση της. Είναι δε διαφορετικό ζήτημα εάν η ανακόπτουσα έχει υποστεί άλλη περαιτέρω ζημία της οποίας θα μπορούσε πράγματι να ζητήσει την ικανοποίηση με αυτοτελή αγωγή, που θα μπορούσε να έχει σωρευθεί με την κρινόμενη ανακοπή, όπως επίσης αποτελεί διαφορετικό ζήτημα το ότι το δικαστήριο με την παραδοχή της ανακοπής θα υποχρεώσει συγχρόνως την καθής σε·καταβολή της κατασχεθείσας απαίτησης, αφού τούτο πράττει αυτεπάγγελτα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται στη μείζονα ως άνω σκέψη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι η προσβαλλόμενη αρνητική δήλωση της καθής είναι ανειλικρινής, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της κατασχεμένης απαίτησης του καθού η εκτέλεση οφειλέτη "Δήμου Θηβαίων", εις χείρας της καθής η ανακοπή και να υποχρεωθεί η καθής σε καταβολή του κατασχεθέντος ποσού προς την ανακόπτουσα. Το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής καθο αφορά στην επιδικαζόμενη ως άνω απίτηση είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού η απόφαση αυτή είναι εκτελεστή από την τελεσιδικία της. Τέλος, κατόπιν συναφούς αιτήματος, θα πρέπει να καταδικασθεί η καθής δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας, δεδομένου ότι το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε η ανακοπή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή σε αύξηση των εξόδων (άρθρα 176, 178 ΚΠολΔ και 65 του ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η προσβαλλόμενη αρνητική δήλωση της καθής είναι ανειλικρινής και ότι υφίσταται η εκ ποσού 14.182,33 ευρώ κατασχεμένης απαίτησης του καθού η εκτέλεση οφειλέτη "Δήμου Θηβαίων" εις χείρας της καθής η ανακοπή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την καθής να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 14.182,33
ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθής στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Αν κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο μέχρι και την επίδοση αυτού στον καθού ο τελευταίος, ειδοποιούμενος τυχόν από τον τρίτο, εκχωρήσει την κατασχόμενη απαίτηση, η εκχώρηση είναι έγκυρη, διότι ο εκχωρητής-εν προκειμένω δηλαδή ο καθού η κατάσχεση οφειλέτης-διατηρεί την σχετική προς τούτο εξουσία της διάθεσης, την οποία θα στερηθεί, σύμφωνα με την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 984 § 1 ΚΠολΔ, μόνον μετά την προς αυτόν επίδοση του κατασχετηρίου (ad hoc ΑΠ 323/ 1909 Θέμις 21 (1910-1911).181). Το γεγονός ότι ο μεν εκχωρούμενος οφειλέτης-εν προκειμένω ο τρίτος, στον οποίο επιδόθηκε το κατασχετήριο-δεν δικαιούται να καταβάλλει στον εκδοχέα το ποσό της εκχωρούμενης απαίτησης, ο δε εκδοχέας δεν δικαιούται να απαιτήσει από τον τρίτο την προς αυτόν καταβολή του εν λόγω ποσού (ΚΠολΔ 984 § 2), δεν επηρεάζει το κύρος της εκχώρησης (η εκχώρηση είναι έγκυρη, καίτοι η κατάσχεση δημιουργεί νόμιμη αντικειμενική Αδυναμία πληρωμής για τον τρίτο οφειλέτη, στα χέρια του οποίου και επιβλήθηκε). Επομένως, εφόσον η συμβατική εκχώρηση της κατασχόμενης απαίτησης κατά τον χρόνο που μεσολαβεί από την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο μέχρι και την επίδοση του στον καθού είναι έγκυρη, τότε η νόμιμη εκχώρηση, την οποία προβλέπει το άρθρο 988 § 1 ΚΠολΔ ως συνέπεια της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, είναι αδύνατον να χωρήσει· διότι, αν η εκχωρούμενη απαίτηση έχει ήδη αποσπασθεί από την περιουσία του καθού και περιέλθει σε πρόσωπο ξένο προς την έννομη σχέση και διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, υποκατάσταση του κατασχόντος στην θέση του καθού ως εκ του νόμου εκδοχέα και νέου δανειστή του τρίτου οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Ανάλογες εξάλλου περιπλοκές θα προκύψουν, αν ο καθού σπεύσει να επιβαρύνει την κατασχόμενη απαίτηση με ενέχυρο ή επικαρπία. Διότι η επιβάρυνση της απαίτησης κατά τον χρόνο που μεσολαβεί από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο μέχρι την κοινοποίηση του στον καθού ναι μεν δεν ματαιώνει την νόμιμη εκχώρηση του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, απαξιώνει όμως πιθανότατα το ουσιαστικό περιεχόμενο της, καθώς ο μεν ενεχυρούχος δανειστής θα αποκτήσει προνόμιο έναντι του κατασχόντος (ΚΠολΔ 976 § 2), ο δε επικαρπωτής δικαίωμα κάρπωσης της απαίτησης και μετά την προς τον κατασχόντα νόμιμη εκχώρηση της (ΑΚ 1179 εδ· α’). Συνεπώς, καίτοι με τις διατάξεις των δυο πρώτων παραγράφων του άρθρου 984 ΚΠολΔ διώκεται «να προσδιορισθεί το ακριβές χρονικό σημείο ενάρξεως των συνεπειών της κατάσχεσης… με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλεισθούν οι καταδολιεύσεις και να μην ματαιώνεται ο σκοπός της» (Π. Γέσιου-Φαλτσή, συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, στο Αφιέρωμα στον Αστ. Γεωργιάδη, 2005, σελ. 85, 86), πρόδηλο είναι ότι η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων οδηγεί σε αποτελέσματα, τα οποία και την κακοπιστία προάγουν και εντελώς ασυμβίβαστα προς τον σκοπό της κατάσχεσης κρίνονται. Η υπέρβαση του γλωσσικού ορίου των δυο πρώτων § § του 984 ΚΠολΔ είναι ως εκ τούτου αναγκαία, ώστε αφενός μεν να αρθεί η συστηματική-τελεολογική αντίφαση τις οποίες αυτές εγκλείουν, αφετέρου δε να αποτελέσουν το κατάλληλο μέσο προς εξυπηρέτηση του εγγενούς ρυθμιστικού τους σκοπού, εγκείμενου στην πλήρη και αμφιμερή δέσμευση του κατασχόμενου περιουσιακού στοιχείου προς εξασφάλιση της εκτελούμενης απαίτησης του κατασχόντος δανειστή [Π. Κολοτούρος, συνέπειες της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, σε Ι. Καράκωστα, Φιλίας και μαθητείας χάριν, τόμο Α, 2017, σελ.589-591].

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια... Αναλογιζόμενοι ποιου γενικότερου σκοπού η ρύθμιση του άρθρου 984 § § 1 και 2 ΚΠολΔ αποτελεί το μέσον και ποίου ειδικότερου μέσου αποτελεί σκοπό, βέβαιο είναι ότι, προκειμένου να ενταχθεί ή τουλάχιστον να μην προσκρούει στην τελολογία της κατάσχεσης, οφείλει να υποστεί την διορθωτική ερμηνεία. Εφόσον οι δυο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 984 § § 1 και 2 ΚΠολΔ συνεκφέρονται ως μέρη ενός συστήματος που θεσμικά μεν επιδιώκει, κανονιστικά όμως δεν επιτυγχάνει την εξασφάλιση του κατασχόντος δανειστή, οφείλουν να συναιρεθούν σε μία, και δη κατά τρόπο ώστε η έναρξη των συνεπειών της κατάσχεσης, τόσο για τον καθού η κατάσχεση όσο και για τον τρίτο οφειλέτη, να μην διαφοροποιείται αλλ΄ αντιθέτως να συμπίπτει σε ένα και το αυτό χρονικό σημείο, στο χρόνο δηλ. συντέλεσης της κατάσχεσης με την κοινοποίηση του κατασχετήριου στον τρίτο οφειλέτη: η κατάσχεση αποκτά υπόσταση με μόνη την προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετήριου (ΚΠολΔ 983 § 2), έκτοτε δε αναπτύσσει το σύνολο των ουσιαστικού δικαίου εννόμων συνεπειών της, μεταξύ των οποίων και την απαγόρευση της διάθεσης του κατασχεθέντος αντικειμένου εκ μέρους του καθού η κατάσχεση οφειλέτη. Επομένως, από την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο και ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή τη μη κοινοποίηση του και προς τον οφειλέτη του κατασχόντος άρχεται-κατά διορθωτική ερμηνεία και συγχώνευση των δυο πρώτων παραγράφων του άρθρου 984 ΚΠολΔ-όχι μόνον η απαγόρευση της εξόφλησης από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση καθώς και η απόδοση σε κείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου (§ 2), αλλά η απαγόρευση και της διάθεσης του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση (§ 1), ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος να προβεί ο τελευταίος, ειδοποιούμενος τυχόν από τον τρίτο, στην εκχώρηση ή την επιβάρυνση της κατασχεθείσας απαίτησης, στην εκποίηση του κατασχεθέντος πράγματος…[Π. Κολοτούρος, όπ.πάρ, σελίδες 591-592].

Addthis