Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Απεργία, κατάχρηση, έννομο συμφέρον, νομιμοποίηση.

Περίληψη. Εργατικό δίκαιο. Απεργία. Οταν τα αιτήματα των απεργών τελούν σε πρόδηλη δυσαναλογία με την ζημία του εργοδότη που θα επέλθει ή επέρχεται από αυτή και τη ζημία του κοινωνικού συνόλου, η απεργία χαρακτηρίζεται καταχρηστική. Νομιμοποιείται να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή με αίτημα την αναγνώριση του παράνομου και καταχρηστικού χαρακτήρα της απεργίας, ο έχων έννομο συμφέρον, όπως είναι ο εργοδότης ή τρίτοι, των οποίων βλάπτονται υλικά ή ηθικά συμφέροντα. Η αγωγή των τρίτων βρίσκει νόμιμο έρρεισμα στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την εργατική διαδικασία, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 1264/1982, που κατοχυρώνει την ταχεία και δικαία εκδίκαση της υποθέσεως των τρίτων, σύμφωνα και με το άρθρο 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ. Αγωγή γονέων μαθητών δημοσίων Γυμνασίων και Λυκείων για την κήρυξη καταχρηστικής της απεργίας της ΟΛΜΕ. Περιστατικά. Δεκτή η αγωγή.

ΜονΠρΑΘ 687/ 1997, ΑΡΜ/1997 (661), ΔΕΝ/1997 (366), ΕΕΡΓΔ/1997 (394), ΝΟΒ/1998 (534)
Δικαστής: Μενέλαος Πινακούλας.

Κατά την κρατούσα στη νομική επιστήμη, ως ορθότερη, άποψη, απεργία χαρακτηρίζεται η από κοινού προσχεδιασμένη και σκόπιμη αναστολή της παροχής εργασίας ικανού αριθμού εργαζομένων εντός ορισμένου επαγγέλματος με αγωνιστικό σκοπό και με την πρόθεση συνεχίσεως της εργασίας μετά την επίτευξη του αγωνιστικού σκοπού ή τη λήξη του απεργιακού αγώνα (βλ. σχετ. Καποδίστριας, ΕρμΑΚ υπ` αριθμ. 652 αρ. 65, όπου και περαιτέρω παραπομπές, Αντ. Βάγια, Διεξαγωγή και συνέπειες της απεργίας, ΕΕργΔ 42. 77, Ντάσιου, Ε.Εργατ.Δικ., Τόμ. Β/Β (Απεργία), σελ. 743 επ., ΕφΑθ 10048/1990 ΕλλΔνη 34.87, Εφ Αθ 5401 και 8092/1983 ΕΕργΔ 43.93 και 278, αντίστοιχα, ΕφΑθ 3708/1986 ΕΕργΔ 45.889). Περαιτέρω, από το άρθρο 23 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος 1975, που ορίζει ότι "η απεργία αποτελεί δικαίωμα, ασκείται δε από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν νόμιμα συσταθεί για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών εν γένει συμφερόντων των εργαζομένων", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του ν. 1264/1982, που ορίζουν η μεν πρώτη μεταξύ των άλλων ότι "η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις α`) ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών οικονομικών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, η δε δεύτερη ότι ο νόμος αυτός (1264/1982) εφαρμόζεται αναλογικά και στους δημοσίους υπαλλήλους, σαφώς προκύπτει ότι η απεργία ανήκει στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του Συντάγματος και ειδικότερα εντάσσεται στα συναφή με τη συνδικαλιστική ελευθερία δικαιώματα που οφείλει να προστατεύει το κράτος. Από το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται, προκύπτει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων στο χώρο του συνταγματικού δικαίου απαγορεύεται για να προστατευθεί η κρατική εξουσία από την κατάχρηση των ατομικών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα της απεργίας έχει όμως, από τη φύση του, και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, αφού η άσκηση του είναι τοποθετημένη στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου (εργασιακή σχέση) σ` αυτή δε τη διάσταση στηρίζεται και η προσφυγή στο άρθρο 281 ΑΚ, προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας ως ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου αγωνιστικού διεκδικητικού μέσου, και με την έννοια αυτή πρέπει να εξειδικεύονται τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ με γενική κατευθυντήρια οδηγία τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που με αυτό τον τρόπο επενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών σύμφωνα με την αρχή της άμεσης ή έμμεσης τριτενέργειας (ΕφΑθ 10461/1990 ΕλλΔνη 34.90, ΕφΑθ 10599/1987 ΝοΒ 38.76). Επομένως, πλέον συγκεκριμένα, στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, που έχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται, εκτός από την παραπάνω συνταγματική διάταξη (25 παρ. 3), η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μόνο χάριν του γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (βλ. ολ. ΑΠ 33/1987 ΝοΒ 36.324), και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία δεν επιτρέπεται η άσκηση του δικαιώματος, εάν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Πότε συμβαίνει αυτό είναι ζήτημα πραγματικό, που κρίνεται και εξαρτάται κάθε φορά από το σκοπό της απεργίας, τα προβαλλόμενα αιτήματα και τη στάθμιση τους σε σχέση με το πληττόμενο από την πραγματοποίηση της γενικό κοινωνικό και οικονομικό συμφέρον, τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται, τη διάρκεια της σε αναφορά με τον επιδιωκόμενο σκοπό, τον τρόπο μεθοδεύσεώς της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, υφιστάμενης όμως πάντοτε καταχρηστικής ασκήσεως του απεργιακού δικαιώματος, όταν τα αιτήματα των απεργών εργαζομένων τελούν σε πρόδηλη δυσαναλογία με την από την απεργία απειλούμενη ή επερχόμενη ζημία του εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου γενικώς (ΕφΑθ 10048/1990, ό.π., με τις αναφερόμενες σ` αυτήν παραπομπές στην επιστήμη και τη νομολογία). Όποιος έχει έννομο συμφέρον (υλικό ή ηθικό) μπορεί να ζητήσει, με αγωγή του, να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι η απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ και 22 παρ. 4 ν. 1264/1982).

Η αγωγή αυτή στρέφεται αποκλειστικά κατά της εργατικής συνδικαλιστικής οργανώσεως που έχει κηρύξει την απεργία, με την οποία υπάρχει και η διαφορά από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19-22 του ν. 1264/1982. Βασικά, για την έγερση της ενλόγω αναγνωριστικής αγωγής νομιμοποιούνται τα υποκείμενα (Ράμμος, Εγχ.Πολ.Δικ., 1978, σελ. 269) ή, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, αυτοί που ισχυρίζονται πως είναι υποκείμενα της επίδικης εννόμου σχέσεως (Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Ερμ. Κώδ.Πολ.Δικον. 69, II, σελ. 181, Μπέης, Πολ. Δικ. 68, III, 3, σελ. 360). Ακόμη, νομιμοποιούνται και τρίτοι, αν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι). Σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις, στις οποίες ο διάδικος, ούτε κατά τους ισχυρισμούς του, ως ενάγοντος, φέρεται ως υποκείμενο της επίδικης εννόμου σχέσεως, ούτε νομιμοποιείται με βάση ειδικό κανόνα ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος, μπορεί να λειτουργήσει το έννομο συμφέρον νομιμοποιητικά και να αναπληρώσει την ελλείπουσα νομιμοποίηση (Μητσόπουλος, Αναγνωριστική Αγωγή, σ. 139, Μπέης, Πολ. Δικ. 68 II 3γ, σελ. 363 και 70, σελ. 387). Δηλαδή στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής εκδοχής νομιμοποιείται και εκείνος που έχει ανάγκη δικαστικής προστασίας γιατί βλάπτονται τα συμφέροντα του και δημιουργείται γι αυτόν κίνδυνος, είτε άμεσος και επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή άλλου μέλλοντος περιστατικού, αν δεν αναγνωρισθεί η επίδικη έννομη σχέση ή ακυρότητα, παρόλο που είτε αυτός είτε ο εναγόμενος είναι ξένος προς την κρίσιμη αυτή σχέση. Ετσι, στην περίπτωση που έχει κηρυχθεί απεργία από κάποια συνδικαλιστική οργάνωση, μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της παράνομης και καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος, όχι μόνο από τον εργοδότη κατά του οποίου αυτή στρέφεται, αλλά και από τον τρίτο που βλάπτεται και του οποίου τα συμφέροντα (υλικά ή ηθικά) προσβάλλονται από μία τέτοιου είδους απεργία. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη, αναφορικά με τις απεργίες, ότι είναι δυνατόν πολλές φορές να πλήττονται από την απεργία εντονότερα τα συμφέροντα των τρίτων παρά αυτά του εργοδότη (π.χ. απεργία εργαζομένων σε ορισμένες υπηρεσίες του δημοσίου, με την ευρεία έννοια, τομέα, η διακοπή λειτουργίας των οποίων δεν έχει για τον εργοδότη οικονομικό κόστος), ο οποίος, μάλιστα, ως μη πληττόμενος εντόνως (κυρίως οικονομικώς) είναι δυνατό να αποσκοπεί στη λύση της απεργίας όχι με την ικανοποίηση των απεργιακών αιτημάτων αλλά με την οικονομική εξασθένιση των απεργών, λόγω της μη καταβολής σ` αυτούς μισθού, και έτσι να αδρανεί. Υπό τέτοιες περιστάσεις θα ήταν άτοπο, ο τρίτος που δεν είναι εργοδότης των απεργών, βλάπτεται όμως εντονότερα από αυτόν, και, ενδεχομένως, καταστροφικώς απο την παράνομη και καταχρηστική απεργιακή κινητοποίηση, να μη νομιμοποιείται να ζητήσει δικαστικώς την αναγνώριση της ως άνω παρανομίας, ώστε έτσι να αποτρέψει τον κίνδυνο που απειλεί τα συμφέροντα του. Διαφορετική αντιμετώπιση του παραπάνω θέματος θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία: "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει α αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει".Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 1264/1982, κατά την οποία για διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11-22, τα οποία αναφέρονται στο δικαίωμα της απεργίας, αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της συνδικαλιστικής οργανώσεως που έχει κηρύξει την απεργία κατά τη διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠολΔ, δίχως να διακρίνει αν οι παραπάνω διαφορές πρέπει να είναι αποκλειστικά μεταξύ απεργών και εργοδοτών, προκύπτει πως σε τέτοιες διαφορές διάδικοι μπορεί να είναι και τρίτοι μη εργοδότες, οι οποίοι όμως έχουν έννομο συμφέρον (υλικό ή ηθικό) προσβαλλόμενο από την παράβαση των περί κηρύξεως της απεργίας διατάξεων του νόμου. Εξάλλου, η παραδοχή της εκδοχής πως οι διαφορές που προκύπτουν από την άσκηση του δικαιώματος προς κήρυξη απεργίας (άρθρα 19-22 ν. 1264/1982), μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως που κήρυξε την απεργία και εκείνων που παρόλο ότι δεν είναι οι εργοδότες, κατά των οποίων αυτή στρέφεται, βλάπτονται από αυτήν και δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα τους, δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 22 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου, θα έφερνε αυτή τη διάταξη σε αντίθεση τόσο με το προαναφερόμενο άρθρο του Συντάγματος (20 παρ. 1) όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1α της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του 1950, που μετά την κύρωση της (ν.δ. 53 "περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4.11.1950 υπογραφείσης Συμβάσεως διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ως και του προσθέτου πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20.3. 1952", ΦΕΚ 256/20.9.1974, σελ. 1603) αποτελεί ισχύοντα κανόνα δικαίου, που σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος διαθέτει τυπική δύναμη υπέρτερη εκείνης του (κοινού) νόμου με όλες τις απότοκες συνέπειες, και κατά την οποία διάταξη: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...". Δηλαδή, για να επιτευχθεί ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει η έννομη προστασία να είναι γενική, έγκαιρη, αποτελεσματική και πλήρης. Τέτοια όμως δεν θα είναι εκείνη που θα παρασχεθεί στους βλαπτόμενους στα συμφέροντα τους, από την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, εκτός της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 1264, που ορίζει ως εφαρμοστέα διαδικασία την ταχεία και ευέλικτη των εργατικών διαφορών, διότι στην περίπτωση αυτή η παροχή προστασίας στα πλαίσια μακρόχρονης διαγνωστικής δίκης άλλης διαδικασίας δεν έχει πρακτικό αντίκρυσμα αν φτάνει στο τέρμα της ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα όταν πλέον θα έχουν δημιουργηθεί εις βάρος των ως άνω βλαπτομένων από την απεργία αμετάκλητες καταστάσεις που αποψιλώνουν την παρεχόμενη δικαστική προστασία (βλ. περί των ανωτέρω ΜονΠρΑθ 1870/1988, αδημοσ`).
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες ζητούν, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και ασκούντες τη γονική μέριμνα - επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους μαθητών σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως περιοχής Αθηνών-Πειραιώς, να αναγνωριστεί ότι, για τους εκτενώς αναφερομένους στην αγωγή λόγους, η από 20.1.1997 συνεχιζόμενη απεργία των λειτουργών μέσης εκπαιδεύσεως, που έχει κηρύξει η εναγομένη συνδικαλιστική οργάνωση "Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως" (Ο.Λ.Μ.Ε.), είναι καταχρηστική και επομένως παράνομη και για το λόγο αυτό να διαταχθεί η διακοπή της. Η αγωγή αυτή, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, παραδεκτώς και αρμοδίως εισαγομένη προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 22 παρ. 4 εδ. 1 του ν. 1264/1982, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1915/1990 και 663 επ. ΚΠολ Δ), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατιθέμενες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες των άρθρων 11 επ. και 30 του ν. 1264/1982, 281 ΑΚ, 68 και 70 Κ ΠολΔ, που επίσης μνημονεύονται και στη μείζονα σκέψη, εφόσον δε, με βάση τα λεπτομερώς παραπάνω εκτιθέμενα και αναπτυσσόμενα, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της, έχοντας πρόδηλο έννομο προς τούτο συμφέρον, κρινόμενης απορριπτέας ως αβάσιμης της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία.

Στην παρούσα δίκη παρεμβαίνουν προσθέτως, με σχετικές δηλώσεις τους στο ακροατήριο, υπέρ των εναγόντων ο Σύλλογος, Γονέων και Κηδεμόνων Γυμνασίου Φιλοθέης και υπέρ της εναγομένης: 1) η Ανωτάτη Διοίκησης Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ), 2) η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), η Ένωση Γονέων και Κηδεμόνων 6ου Διαμερίσματος Δήμου Αθηναίων, 4) η 3η ΕΛ ΜΕ Αττικής και 5) η Ομοσπονδία Γονέων και Μαθητών Ν. Πειραιά, ζητώντας, με την επίκληση εννόμου, από μέρους τους, συμφέροντος, ο πρώτος την παραδοχή της αγωγής και οι λοιποί την απόρριψη της. Από τις πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις, οι ασκούμενες υπέρ της εναγομένης υπ` αριθμ. 2, 3 και 5 κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των παρεμβαινόντων να αποβεί η δίκη υπέρ της εναγομένης, αφού από την παραδοχή της αγωγής δεν μπορούν να βλαφθούν τα δικαιώματα ή να δημιουργηθούν υποχρεώσεις σε βάρος των, οι δε λοιπές είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 80 επ. ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω στην ουσία, συνεκδικαζόμενες με την αγωγή (άρθρο 285 ΚΠολΔ).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες των διαδίκων και τη διαδικασία, γενικά, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
Η εναγόμενη Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως (ΟΛΜΕ) αποφάσισε με την από 30.11.1996 γενική της συνέλευση την κήρυξη απεργιακής κινητοποιήσεως των μελών της για τις 11, 12, και 13.12.1996 και στη συνέχεια με απόφαση της από 13.12.1996 γενικής της συνελεύσεως, η απεργιακή αυτή κινητοποίηση κατέστη τέτοια αόριστης διάρκειας και διαρκεί μέχρι σήμερα, έχοντας ως αντικείμενο την επιδίωξη ικανοποιήσεως οικονομικών, κυρίως, αιτημάτων με κυριότερο από αυτά το διπλασιασμό των αποδοχών των μελών της εναγομένης και ιδίως τον καθορισμό των τακτικών μηνιαίων καθαρών αποδοχών του νεοδιοριζόμενου καθηγητή το 1997 σε 250.000 δρχ., αλλά θεσμικών, όπως την ουσιαστική αύξηση της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης με στόχο το 15%, τη στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας κλπ. Κατά τη διάρκεια της απεργίας πραγματοποιήθηκαν επαφές των μελών του Δ.Σ. της εναγομένης με τους αρμόδιους παράγοντες της εκτελεστικής εξουσίας και ιδίως εκείνους του Υπουργείου Παιδείας, προς διευθέτηση των ανωτέρω θεμάτων και συγκερασμό των εκατέρωθεν απόψεων, η κατάληξη των οποίων όμως δεν κρίθηκε ικανοποιητική από την εναγομένη, δεδομένου ότι στόχος της τελευταίας είναι ο καθορισμός του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του νεοδιόριστου καθηγητή σε 300.000 δρχ. (250.000 τακτικές + πρόσθετες αποδοχές "τριμήνων" κλπ.), ο οποίος έχει επιτευχθεί μερικώς μόνο και συγκεκριμένα μέχρι του ποσού των 232.000 δρχ., με αναγκαία συνέπεια τη μερική, αναλογικά προς τα ανωτέρω, ικανοποίηση και των οικονομικών αιτημάτων, που αφορούν τα παλαιότερα μέλη της εναγομένης (βλ. κατάθεση του μάρτυρος αυτής θ. Β.). Στη συνέχεια οι επαφές αυτές αποτελματώθηκαν και τελικά απώλεσαν οποιαδήποτε πρακτική χρησιμότητα, αφού οι προτεινόμενες από το κράτος σχετικές μισθολογικές ρυθμίσεις ψηφίστηκαν από τη Βουλή και δηλώθηκε αρμοδίως στην εναγομένη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του έτους 1997 δεν επιτρέπει την ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων των μελών της στο ύψος το οποίο αυτή επιδιώκει. Παρά τα ανωτέρω όμως η απεργία συνεχίζεται για 8η εβδομάδα από της κηρύξεως της, με αναγκαίο και αναπότρεπτο επακόλουθο την επέλευση δυσμενών συνεπειών σε βάρος των μαθητών των Λυκείων και Γυμνασίων της Χώρας, όπως είναι και τα τέκνα των εναγόντων, των οποίων αυτοί ασκούν τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια, κατά περίπτωση, αλλά και των - γονέων των. Συγκεκριμένα, ανακοινώθηκε ήδη από το Υπουργείο Παιδείας παράταση του σχολικού έτους και ολιγοήμερη μετάθεση του χρόνου ενάρξεως των εξετάσεων εν γένει. Επειδή όμως τόσο οι εκπροσωπούντες το ανωτέρω Υπουργείο όσο και η εναγομένη παραμένουν αμετακίνητοι στις θέσεις τους, όπως παραπάνω αυτές έχουν αναπτυχθεί, και συνεπώς η απεργία συνεχίζεται κανονικά, δεν υπάρχει απλώς ενδεχόμενο αλλά επικείμενος άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως των προαγωγικών, των απολυτηρίων και ιδίως των Γενικών Εξετάσεων Εισαγωγής στα Α.Ε.Ι. της χώρας των υποψηφίων, προς τούτο, μαθητών της Γ Τάξεως Λυκείου, μεταξύ των οποίων είναι και ο Ι.Σ., υιός των ενάγοντων Δ. και Ο.Σ., με συνέπεια την απώλεια, για τους μαθητές αυτούς, του προσεχούς ακαδημαϊκού έτους, αλλά και σημαντικών οικονομικών πόρων των γονέων των, διατεθέντων ήδη για την κατάλληλη προπαρασκευή συμμετοχής τους στις εξετάσεις αυτές. Άλλωστε, οι διαδοχικές παρατάσεις του χρόνου λήξεως του σχολικού έτους και μεταθέσεις εκείνου ενάρξεως των παραπάνω και των άλλων εξετάσεων εν γένει, οι οποίες άρχισαν ήδη και αναμένεται με βεβαιότητα η συνέχιση των, προκαλούν σωματική και ψυχική ταλαιπωρία τόσο στους μαθητές όσο και στους γονείς τους, δηλ. στο μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας, το οποίο κινδυνεύει να στερηθεί και του στοιχειώδους δικαιώματος χρήσεως της αδείας αναψυχής του μέσα στο θέρος, εφόσον, μη γνωρίζοντας το χρόνο λήξεως της απεργίας είναι αναγκασμένοι, γονείς και μαθητές, να παραμείνουν στον τόπο που μένουν μονίμως και παρακολουθούν οι δεύτεροι τα μαθήματα τους. Πέραν αυτών όμως, η μεγάλη μέχρι τώρα διάρκεια της απεργίας και η με βεβαιότητα συνέχιση της ενέχει τον κίνδυνο παραλύσεως, κυριολεκτικά, της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, η οποία εμφανίζεται ήδη να υστερεί σημαντικά εκείνης που παρέχεται από ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, υποβαθμιζόμενου έτσι, ουσιαστικά, του εννόμου αγαθού της δημόσιας παιδείας, το οποίο δικαιούται να απολαμβάνει το κοινωνικό σύνολο - που φέρει άλλωστε και το οικονομικό βάρος της διατηρήσεως και προαγωγής του ενλόγω αγαθού - με βάση το υφιστάμενο συνταγματικό και νομικό εν γένει πλαίσιο. Επίσης, η μακρά αποχή των μαθητών από τα μαθήματα τους, οδηγεί πολλούς από αυτούς σε εξωσχολικές απασχολήσεις και συναναστροφές, που οπωσδήποτε ενέχουν κινδύνους για την ψυχοσωματική τους διάπλαση και υγεία. Ανεξάρτητα, επομένως, από τη βασιμότητα ή μη των αιτημάτων της εναγομένης, τα περισσότερα των οποίων μάλιστα είναι χρόνια και μετατίθεται συνεχώς για το μέλλον η επίλυση τους, και από το σημείο στο οποίο έχουν φθάσει οι διαδικασίες για τη διεθέτησή τους, το Δικαστήριο τούτο, σταθμίζοντας τα συμφέροντα των μελών της εναγομένης προς εκείνα του κοινωνικού συνόλου το οποίο άμεσα πλήττεται από την προαναφερθείσα απεργία των καθηγητών Μ.Ε. και λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται, τη διάρκεια της σε αναφορά με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό, τις συνέπειες της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, κρίνει ότι τα αιτήματα των απεργών μελών της εναγομένης τελούν σε πρόδηλη δυσαναλογία με την από την απεργία απειλούμενη και επερχόμενη, με πλήρη βεβαιότητα, ζημία του κοινωνικού συνόλου και επομένως αυτή είναι καταχρηστική και συνεπώς ουσιαστικά παράνομη, με την έννοια ότι η προσφυγή στο έντονο αυτό μέσο διεκδικήσεως των αιτημάτων της εναγομένης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν τόσο ο κοινωνικός οσο και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της απεργίας, συνιστάμενος στην αγωνιστική διεκδίκηση της ικανοποιήσεως οικονομικών, κυρίως, αιτημάτων των μελών της εναγομένης, στα oποία εστιάζεται, ουσιαστικά, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, το αντικείμενο της απεργίας, αφού παραβλάπτονται ουσιωδώς και κατά τρόπο καίριο τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου που ο συγκεκριμένος κλάδος εργαζομένων έχει αποστολή να εξυπηρετεί, κυρίως με την ποιοτική και ποσοτική αναντιστοιχία των αιτημάτων των απεργών με τα πληττόμενα κοινωνικά αγαθά και συγκεκριμένα με τις προκαλούμενες από την απεργία, όπως και παραπάνω αναφέρεται, αναταραχή της κοινωνικής ζωής, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία αλλά και τη σημαντική οικονομική επιβάρυνση εκατοντάδων χιλιάδων γονέων και μαθητών, τον κίνδυνο απώλειας του τρέχοντος σχολικού έτους και της ματαιώσεως των γενικών εξετάσεων στα Α.Ε.Ι. ως και εκείνον της υποβαθμίσεως εν γένει της δημόσιας παιδείας, η οποία θα έχει ως αναγκαίο επακόλουθο δυσμενείς συνέπειες σε βάρος των μαθητών αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου γενικότερα, αφού είναι δεδομένο ότι το τελευταίο πλήττεται άμεσα από την απεργία και, φέροντας τα οικονομικά βάρη που συνεπάγεται η παροχή του έννομου αγαθού της δημόσιας παιδείας, ενδιαφέρεται ζωηρά γι` αυτήν, όπως άλλωστε τούτο είναι εύλογο, διότι αναμφίβολα η υπόθεση της Παιδείας είναι, από τη φύση της, τέτοια, που αφορά το ίδιο το μέλλον της χώρας.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η προβαλλόμενη, προς απόκρουση της αγωγής, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά τέτοια που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων. Μετά από αυτά πρέπει, αφού απορριφθούν οι πρόσθετες υπέρ της εναγομένης παρεμβάσεις, να γίνουν δεκτές η αγωγή και η πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση και ως ουσιαστικά βάσιμες, να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη απεργία είναι καταχρηστική και να διαταχθεί η διακοπή της, του Δικαστηρίου έχοντας τη δυνατότητα να περιλάβει στην απόφαση του τέτοια διάταξη, κατά την, ως ορθότερη, ακολουθούμενη από αυτό άποψη (βλ. σχετ. Λ. Ντάσιος, ό.π., σελ. 1195), κρινόμενης απορριπτέας ως αβάσιμης της ενστάσεως της εναγομένης περί ελλείψεως σχετικής δικαιοδοσίας του. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί, στο σύνολο της, μεταξύ των διαδίκων, λόγω εύλογης αμφιβολίας της εναγομένης και των υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαινόντων για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολ Δ).

Παρατηρήσεις υπό Παναγιώτη Μαντζούφα, Δ.Ν, Δικηγόρου, Αρμενόπουλος 1997.666-668

Η σημασία της σχολιαζόμενης απόφασης του Μον ΠρΑΘ 687/97 (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) έγκειται σε δυο βασικά σημεία. Κατ' αρχήν στα κριτήρια που υιοθέτησε για να εξειδικεύσει την έννοια της καταχρηστικής απεργίας και κατά δεύτερο στον τρόπο με το οποίο θεμελίωσε την ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον των προσφευγόντων.
1. Ως προς την έννοια της καταχρηστικής απεργίας, το δικαστήριο εντόπισε δύο μορφές παρανομίας (καταχρηστικότητας). Θεώρησε - τοποθετώντας στη μείζονα πρόταση του σωρευτικά τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 Σ και 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 του ν. 1264/82, στις οποίες προσδιορίζεται το κανονιστικό πεδίο της νόμιμης απεργίας - ότι η συγκεκριμένη απεργία των καθηγητών είναι καταχρηστική, διότι διεκδικεί αιτήματα, η ρύθμιση των οποίων ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας με την έννοια ότι απαιτείται θέσπιση νέων κανόνων δικαίου και ανατροπή του υπάρχοντος προϋπολογισμού για την ικανοποίηση τους. Έτσι - χωρίς το δικαστήριο να την κατονομάζει ως τέτοια - προσλαμβάνει τη μορφή απεργίας διαμαρτυρίας, η οποία καθίσταται καταχρηστική όχι εξυπαρχής, αλλά από το σημείο που η διάρκεια της ξεπερνά ένα εύλογο χρονικό διάστημα (βλ. Γ. Λεβέντη, Η καταχρηστική απεργία κατά το Σύνταγμα και το κοινό δίκαιο, ΝοΒ 32.236). Επομένως, η απεργία διαμαρτυρίας είναι περιορισμένη από πλευράς χρονικής διάρκειας και δεν μπορεί να παραταθεί επ' αόριστον έως ότου η πολιτεία υποκύψει και αποδεχτεί τα αιτήματα των απεργών (ΕφΠειρ 1140/81 ΕΕργΔ 1981.569, ΕιρΑθ 2230/81, ΕΕργΔ 1982.27, ΜονΠρΑΘ 2182/94 ΕΕργΔ 53.1124). Άλλωστε, στην κρίση του δικαστηρίου βάρυνε και το γεγονός της προηγούμενης ύπαρξης διαλόγου μεταξύ κυβέρνησης και καθηγητών, η οποία κατέληξε σε αδιέξοδο. Θεωρήθηκε ότι η κυβέρνηση, κάνοντας εν μέρει δεκτά ορισμένα αιτήματα, εξάντλησε τις καλές προθέσεις της και τα όρια του προϋπολογισμού, καθιστώντας από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετά την απεργία ατελέσφορη και καταχρηστική.
Φαίνεται ότι το δικαστήριο δεν θεωρεί επαρκή λόγο για να συνομολογήσει τη νομιμότητα της απεργίας των καθηγητών ότι μέσω αυτής ασκείται πίεση στα πολιτειακά όργανα, αντιθέτως θεωρεί ότι μια απεργία αορίστου διαρκείας σε κοινωφελή δραστηριότητα του δημόσιου τομέα είναι παράνομη ως αυταπόδεικτα ζημιογόνα στο κοινωνικό σύνολο.
Κατά δεύτερο λόγο, το δικαστήριο έκρινε ως καταχρηστική την απεργία των καθηγητών λόγω των συνεπειών της. Στο σημείο αυτό ακολουθήθηκε η πάγια γραμμή της νομολογίας (ΑΠ 68/67 ΕΕργΔ 1967.426, ΜονΠρΘεσ 4905/82 ΕΕργΔ 1982.178, ΜονΠρΘεσ 4084/1982 ΕΕργΔ 1982.758), ότι η απεργία θεωρείται καταχρηστική, αν υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της ζημιάς του κράτους-εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου και της ωφέλειας των απεργών (βλ. Αγαλλόπουλου, Εργατικό Δίκαιο, σ. 99, Καρακατσάνη, Εργατικό Δίκαιο, σ. 223 επ., Ντάσιου, Εργατικό Δίκαιο, Τ.Β/ΙΙ, σ. 790). Στην ελάσσονα πρόταση το δικαστήριο συγκεκριμενοποιεί τι θεωρεί επικείμενο και άμεσο κίνδυνο από την παράταση του απεργιακού αγώνα, ελέγχοντας γεγονότα της κοινής πείρας και πραγματοποιώντας γενικότερες κοινωνικοπολιτικές εκτιμήσεις. Ειδικότερα, ως επικείμενοι κίνδυνοι θεωρήθηκαν:
α') Το ενδεχόμενο της απώλειας για τους μαθητές των παραγωγικών, των απολυτηρίων και των γενικοόν εξετάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ.
β') Την πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση των γονιών για την κατάλληλη προπαρασκευή συμμετοχής των μαθητών σε νέες εξετάσεις.
γ') Τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία γονιών και μαθητών.
δ') Τον άμεσο κίνδυνο να στερηθούν αμφότεροι την άδεια αναψυχής.
ε') Την υποβάθμιση του συνταγματικού αγαθού της δημόσιας παιδείας.
στ") Την ώθηση των μαθητών - λόγω απουσίας σχολείου - σε εξωσχολικές απασχολήσεις και συναναστροφές που οπωσδήποτε ενέχουν κινδύνους για την ψυχοσωματική τους διάπλαση και υγεία.
Ο συλλογισμός του δικαστή εμπλουτίστηκε με σταθμίσεις και επιχειρήματα στα οποία αποτυπώνεται η γενικότερη στάση της κοινής γνώμης και το κλίμα δυσφορίας και κοινωνικής έντασης που προκαλούσε η παράταση της απεργίας.
Όλα αυτά τα στοιχεία - τα οποία το δικαστήριο θεωρεί αποδεδειγμένα ή πιθανά κατά περίπτωση - αποτέλεσαν δεδομένα της στάθμισης των συμφερόντων των μελών του συνδικαλιστικού οργάνου των καθηγητών (ΟΛΜΕ) προς εκείνα του κοινωνικού συνόλου το οποίο κρίθηκε ότι θίγεται υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης της απεργίας, τη διάρκεια της, το σκοπό της, τις συνέπειες της και τις λοιπές περιστάσεις, ώστε το δικαστήριο να θεωρήσει ότι η απεργία είναι παράνομη ως καταχρηστική.
2. Το δεύτερο σημείο στο οποίο η απόφαση διατύπωσε ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία ήταν στη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος των γονέων ως νομίμων εκπροσώπων των μαθητών. Το δικαστήριο δέχεται ότι νομιμοποιούνται να ζητήσουν με αναγνωριστική αγωγή την κήρυξη της απεργίας παράνομης ως καταχρηστικής όχι μόνο τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως - εν προκειμένω η συνδικαλιστική οργάνωση και το κράτος εργοδότης - αλλά και οι τρίτοι (γονείς και μαθητές) οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν έννομη προστασία διότι βλάπτονται τα συμφέροντα τους. Ιδιαίτερα μάλιστα - όπως συμπληρώνει η απόφαση - όταν τα συμφέροντα των γονέων και μαθητών βλάπτονται εντονότερα απ' αυτά του εργοδότη κράτους, διότι ο τελευταίος αδρανεί αποβλέποντας στην οικονομική εξασθένιση των απεργών. Αντίθετη άποψη κατά την απόφαση θα προσέκρουε τόσο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Σ, όσο και στο άρθρο 6 παρ. Ια' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.
Η θέση της απόφασης είναι ορθή και δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη βασική αρχή του δικονομικού μας συστήματος, που είναι η ατομοκρατική αντίληψη, δηλ. ότι τα προσφεύγοντα στη δικαιοσύνη άτομα θα πρέπει να μάχονται υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων και όχι γενικά υπέρ της επικρατήσεως του δικαίου (Κ. Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο, 1986, σ. 109). Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν οι διάδικοι της αναγνωριστικής αγωγής προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσεως (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Η αναγνωριστική αγωγή κατά το ελ-ληνικόν δικονομικόν δίκαιον, 1947, σ. 136 επ.). Είναι δυνατόν η επίδικη έννομη σχέση να συνδέει όχι ενάγοντα προς εναγόμενο, αλλά ενάγοντα προς τρίτο ή εναγόμενο προς τρίτο, όπως στην περίπτωση της απεργίας. Σ' αυτή την περίπτωση το έννομο συμφέρον εκπληρώνει και την πρόσθετη λειτουργία να προσδιορίζει αυτό πλέον και τον ενεργητικά ή παθητικά νομιμοποιούμενο (βλ. Φλώρας Τριανταψύλλου-Αλμπανίδου, Το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, 1995, σ. 184 επ.).
Άλλωστε, όπως συνομολογεί και η απόφαση, το έννομο συμφέρον των μαθητών βλάπτεται από τη συνέχιση της απεργίας και μόνο η δικαστική προστασία με τη μορφή της αναγνωριστικής απόφασης και του δεδικασμένου να παράγεται απ' αυτήν, αποτελεί πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο για την αποτροπή του κινδύνου. Επιπλέον, δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να καθορίζει περιοριστικά ποιος νομιμοποιείται ενεργητικά ή έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την κήρυξη απεργίας παράνομης ως καταχρηστικής. Η συγκεκριμένη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος, μολονότι είναι επαρκής και βάσιμη, δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι τόσο οι γονείς αυτοτελώς όσο και οι μαθητές είναι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος στην παιδεία, το οποίο αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα (16 παρ. 3 και 4) και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει εδραίο θεμέλιο της ενεργητικής τους νομιμοποίησης.
Ειδικότερα, φορείς του δικαιώματος στην παιδεία που περιλαμβάνει την αξίωση του Έλληνα μαθητή να συμμετέχει στην εκπαίδευση που παρέχεται από το κράτος και να επωφελείται από τις παροχές που συνδέονται μ' αυτή τη συμμετοχή, χωρίς να καταβάλλει αντίτιμο (αρθρ. 16 παρ. 4 Σ) είναι και οι γονείς αυτοτελώς. Μάλιστα οι γονείς αντλούν το δικαίωμα να επιλέγουν την εκπαίδευση των ανήλικων παιδιών τους από το αρθρ. 2 του 1ου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο με αυξημένη τυπική ισχύ (αρθρ. 28 παρ. 1) (βλ. Γ. Μιχαηλίδης -Νουάρος, Το δικαίωμα της εκπαιδεύσεως κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθροίπου, Σύμμεικτα Φ. Βεγλερή Ι, 1988, σ. 1 επ., Β. Σκουρής, Δίκαιο της Παιδείας, 1995, σ. 22-23).
Το δικαίωμα των γονέων αφορά στην αναγνώριση ενός «δικαιώματος ιδιότυπης υποκατάστασης των γονέων στη θέση φυσικών δικαιούχων», το οποίο θεμελιώνεται στον Αστικό Κώδικα ως ειδικότερη εκδήλωση της γονικής μέριμνας. Οι μαθητές, μολονότι έχουν το δικαίωμα να διεξάγουν δίκη, δεν έχουν την ικανότητα προς δικαστική παράσταση λόγω ανηλικότητας, γι' αυτό και εκπροσωπούνται από τους γονείς τους, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση ασκούν και αυτοτελές δικαίωμα. Είναι προφανές ότι οι ανήλικοι μαθητές στερούνται την ικανότητα του διαδίκου, διότι οι διαδικαστικές πράξεις που πρέπει να ασκήσουν προϋποθέτουν αναπτυγμένη κρίση και συνείδηση των συνεπειών τους. Έτσι, εκπροσωπούνται από κοινού από τους δύο γονείς τους, που είναι ήδη φορείς της γονικής μέριμνας (αρθρ. 1510, 1518, βλ. Γ. Κουμάντου, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. II. 1988, σ. 206 επ.· στη χώρα μας έχει αναπτυχθεί ενδιαφέρων συνταγματικός προβληματισμός κυρίως για το δικαίωμα των γονέων να καθορίζουν τη θρησκευτική εκπαίδευση τοον παιδιών τους· βλ. αντί πολλών Γ. Σωτηρέλλη, Θρησκεία και εκπαίδευση, 1993, σ. 148 επ., 282 επ.). Επομένως, στα πλαίσια του δικαιώματος επιλογής εκπαιδευτηρίου και αξίωσης παροχής δημόσιας εκπαίδευσης περιλαμβάνεται και η δυνατότητα να αξιώνουν νομική προστασία όταν τα παραπάνω δικαιώματα θίγονται εν προκειμένω στην κοινωνική τους διάσταση.
Στην αξίωση των μαθητών και των γονέων τους να τους παρέχεται εκπαίδευση από το κράτος εμπεριέχεται και η αξίωση τους να τους παρέχεται διδασκαλία ως τμήμα της εκπαίδευσης. Επομένως, η διδασκαλία δεν ανήκει απλά στις ελευθερίες που το κράτος υποχρεούται να αναπτύσσει και να προάγει (αρθρ. 16 παρ. 1 εδ. β') γενικά, αλλά συνιστά βασικό του καθήκον που το υποχρεώνει να την παρέχει στα πλαίσια της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων (αρθρ. 16 παρ. 4). Οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί που απασχολούνται στα κρατικά εκπαιδευτήρια αποτελούν όργανα του κράτους και ως τέτοια υπέχουν υποχρέωση παροχής διδασκαλίας που αντιστοιχεί στην αγώγιμη κατά του κράτους αξίωση μαθητών και γονέων για παροχή παιδείας. Επομένως οι τελευταίοι έχουν κάθε νόμιμο δικαίωμα να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα ασκήσεως της απεργίας των εκπαιδευτικών, διότι δυσχεραίνεται ή ακόμα και καταργείται κατά περίπτωση η ικανοποίηση της αξίωσης τους για παροχή διδασκαλίας.
Έχοντας αυτά υπόψη, το δικαστήριο, ενώ ορθά αποδέχθηκε το έννομο συμφέρον των αιτούντων, δεν εξειδίκευσε ειδικά, προσδιορίζοντας τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν στα σχολεία των προσφευγόντων μαθητών ώστε να δικαιολογηθεί ότι ανήκουν στην κατηγορία των σχολείων όπου επικρατεί καθολική απεργία και άρα η ζημιά που υφίστανται είναι απόλυτη και ο επικείμενος κίνδυνος άμεσος. Οι γενικές σκέψεις περί βλάβης του κοινωνικού συνόλου δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν το προσωπικό έννομο συμφέρον των αιτούντων μαθητών. Ως προς αυτό το σημείο η απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη.

Σημείωση. Για την επίταξη εκπαιδευτικών λόγω ψυχικών προβλημάτων των μαθητών θυμηθείτε και την σχετική νμλγ του ΣτΕ εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...