Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Τειρεσίας, προσωπικά δεδομένα.

Άρειος Πάγος 1923/ 2006, ΧρηΔικ 2007.302.

Πρόεδρος: Γ. Χλαμπουτάκης, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, Εισηγητής: Δ. Δαλιάνης, Αρεοπαγίτης.

Διατάξεις: 2, 4-5, 11-13, 15, 19, 23-24 ν. 2472/1997, 932 ΑΚ, 5, 43 παρ. 2 Σ

Περίληψη. Επεξεργασία δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων, κατ’ εφαρμογή μιας εκ των περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο δυνατοτήτων χορήγησης τέτοιας εξαίρεσης. Στην περίπτωση αυτή η εξαίρεση χορηγείται ως αποτέλεσμα στάθμισης αντιθέτων εννόμων συμφερόντων: του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και των δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων.

Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με τον ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εξεδόθη ο ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: «Για τους σκοπούς τους παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων… β) … γ) «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική». δ) «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. στ) ….. ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) «Εκτελών την επεξεργασία», οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. θ) «Τρίτος», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. ι) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) «Αρχή», η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ΄ του παρόντος νόμου». Στο άρθρο 4 ότι: «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας….». Στο άρθρο 5 ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών….». Στο άρθρο 11 ότι: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:
α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και
δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ….. 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς….».
Στο άρθρο 12 ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως…». Στο άρθρο 13 ότι: «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν…». Στο άρθρο 15 ότι: «1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά ….». Στο άρθρο 19 ότι: «1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... ζ) ... η) ... θ) ... ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος ...».
Στο άρθρο 23 ότι: «Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη…».
Στο άρθρο 24 ότι: «1 … 2 … 3 … Για αρχεία που λειτουργούν και επεξεργασίες που εκτελούνται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι υπεύθυνοι επεξεργασίας οφείλουν να προβούν στην κατά την παρ. 1 του άρθρου 11 ενημέρωση των υποκειμένων μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής. Η ενημέρωση, εφόσον αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων μπορεί να γίνει και δια του τύπου. Στην περίπτωση αυτή τις λεπτομέρειες καθορίζει η Αρχή …».

Στο πλαίσιο της παρεχόμενης από τα άρθρα 19 παρ. 1 στοιχ. 1 και 24 παρ. 3 αυτού του νόμου ειδικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία εναρμονίζεται προς το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής: Αρχή) εξέδωσε την 1/1999 κανονιστική πράξη (ΦΕΚ Β΄ 555/1999), η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της ατομικής ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων, ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 3 εδ. β΄ ότι «κατ’ εξαίρεση και ύστερα από άδεια της Αρχής, η οποία παρέχεται είτε για επί μέρους κλάδους ή τομείς δραστηριότητας ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, είτε για συγκεκριμένο κάθε φορά αρχείο ύστερα από αίτηση του υπευθύνου επεξεργασίας, όταν η ενημέρωση αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων, επιτρέπεται η ενημέρωσή τους δια του τύπου, είτε με οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο και σαφή τρόπο, σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας του οικείου κλάδου ή τομέα εφόσον υπάρχουν». Η αόριστη νομική έννοια «του μεγάλου αριθμού υποκειμένων» εξειδικεύεται με την 408/1998 κανονιστική απόφαση της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 1250/1998) σύμφωνα με την οποία «υπεύθυνοι επεξεργασίας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υπόχρεοι σε ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997 μπορούν να ενημερώνουν δια του τύπου τα υποκείμενα σε επεξεργασία άτομα, όταν ο αριθμός των ατόμων αυτών είναι ίσος ή υπέρτερος των χιλίων (1000)» (άρθρο 1). Οι ως άνω κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής ευρίσκονται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997, η οποία εκφράζει ευρύτερο και πάγιο πνεύμα του νομοθέτη, και ως εκ τούτου η ρυθμιστική της εμβέλεια, όταν πρόκειται για ενημέρωση μεγάλου αριθμού υποκειμένων (τουλάχιστον χιλίων) δεν περιορίζεται μόνο στις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου εκτελούμενες επεξεργασίες, αλλά καλύπτει, αναλόγως, και τις μεταγενέστερες επεξεργασίες, καθόσον, ενόψει και της ομοιότητας αμφοτέρων των περιπτώσεων, δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεώς τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων. Η ενημέρωση των υποκειμένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγάλος (ίσος ή υπέρτερος των χιλίων), μπορεί να γίνει δια του τύπου, με την τήρηση των ειδικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στις ως άνω δύο κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής. Η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν είναι απαραίτητη για το επιτρεπτό της επεξεργασίας, μεταξύ άλλων εξαιρέσεων, και όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή του τρίτου, προς τον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα, και υπό τον όρο ότι το συμφέρον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του. Η ανωτέρω εξαίρεση μπορεί να συντρέχει εφόσον η επεξεργασία γίνεται για ορισμένες κατηγορίες δεδομένων και για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος ορισμένων αποδεκτών.
Έτσι, όταν πρόκειται για δυσμενή δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς (όπως είναι οι διαταγές πληρωμής) και για αποδέκτες που έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων (όπως είναι οι Τράπεζες), η επεξεργασία, η οποία αποσκοπεί στην εκ μέρους του αποδέκτη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πιστοληπτών και γίνεται από εταιρείες ή άλλους υπευθύνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες στον ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (γνωστοποίηση του αρχείου, ακρίβεια των δεδομένων, ενημέρωση του υποκειμένου κ.λπ.), είναι επιτρεπτή και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Και τούτο, γιατί α) η επεξεργασία αυτή είναι πράγματι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος των συγκεκριμένων αποδεκτών, για την άσκηση δηλαδή από αυτούς του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας βάσει ορθών και επίκαιρων πληροφοριών σχετικών με την οικονομική φερεγγυότητα των πιστοληπτών και -για την ταυτότητα του λόγου- των εγγυητών τους και β) το έννομο τούτο συμφέρον υπερέχει προδήλως του εννόμου συμφέροντος του πιστολήπτη για πληροφοριακό αυτοκαθορισμό του, η δε ικανοποίησή του δεν θίγει και πάντως «θίγει» κατά τρόπο ανεκτό τις θεμελιώδεις ελευθερίες του υποκειμένου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει
α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997 ή (και) των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσων κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ’ ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.

Εν προκειμένω, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα τα εξής: 
Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών ΑΕ» και τον διακριτικό τίτλο «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ» συνεστήθη κατά το έτος 1997 (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 6322/1997) από είκοσι οκτώ Τράπεζες που εδρεύουν στην Ελλάδα και στις οποίες συγκαταλέγονται η ... και η ..., της οποίας καθολική διάδοχος είναι ήδη η πρώτη. Σκοπός της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει αναλάβει τις δραστηριότητες της υπό εκκαθάριση τελούσας «αστικής» εταιρείας «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών» σχετικώς με τη συγκέντρωση και διαβίβαση στοιχείων οικονομικής συμπεριφοράς των συναλλασσομένων στις Τράπεζες – μέλη της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, είναι, πλην άλλων, η ανάπτυξη, λειτουργία και διαχείριση πληροφοριακών συστημάτων, τα οποία αποσκοπούν στην προαγωγή και προστασία του θεσμού της πίστεως και στην εξυγίανση των οικονομικών συναλλαγών, καθώς και η διαχείριση και διάθεση των παραγομένων πληροφοριακών συστημάτων, προϊόντων και κανονισμών. Στο αρχείο της αναιρεσίβλητης, η οποία αποτελεί φορέα υπεύθυνο επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997, έχουν καταχωρισθεί προσωπικά δεδομένα πλέον των χιλίων υποκειμένων, ενώ εξάλλου η ίδια έχει εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις της για τη γνωστοποίηση τηρήσεως αρχείου στην Αρχή και για την ενημέρωση των υποκειμένων, με σχετικές καταχωρίσεις στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ», «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (φύλλα της 31.12.1998) και «ΤΟ ΒΗΜΑ» (φύλλο της 3.1.1999), σύμφωνα με τις κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις της 408/1998 αποφάσεως της Αρχής, επιπλέον δε έχει καταθέσει στην Αρχή τον σχετικό Κανονισμό επεξεργασίας δεδομένων.
Με βάση τον ανωτέρω Κανονισμό, όπως αυτός - σε συμμόρφωση προς τις 109 και 523/1999 αποφάσεις της Αρχής - τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς της, προβαίνει, μεταξύ άλλων, στην καταχώριση εκδοθεισών διαταγών πληρωμής, τις οποίες αναζητεί και συλλέγει από τα οικεία βιβλία των δικαστηρίων. Σε περίπτωση εξοφλήσεως ή τακτοποιήσεως του χρέους από διαταγή πληρωμής εκδοθείσα βάσει αιτήσεως Τράπεζας ή θυγατρικής εταιρείας της, το σχετικό δεδομένο συμπληρώνεται με την ένδειξη «εξοφλήθηκε» ή «τακτοποιήθηκε», εφόσον στην αναιρεσίβλητη προσκομισθεί, είτε από τον ενδιαφερόμενο είτε από την Τράπεζα ή τη θυγατρική της εταιρεία, αντίστοιχη έγγραφη βεβαίωση της μιας εκ των δύο τελευταίων. Στην περίπτωση εξοφλήσεως του εν λόγω χρέους από εγγυητή, το όνομα αυτού διαγράφεται από το αρχείο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, συνεχίζει το εφετείο, αποδείχθηκε ότι με την 3312/25.2.2000 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών διατάχθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αιτούσα την έκδοση αυτής Τράπεζα ... το ποσό των 348.028 δραχμών με τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα, για οφειλή της αδελφής του ... από τη λήψη εντόκου καταναλωτικού δανείου 1.000.000 δραχμών, την εξόφληση του οποίου είχε εγγυηθεί ο αναιρεσείων. Μετά την επίδοση στον ίδιο στις 17.4.2000 αντιγράφου του απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, αυτός κατέβαλε τμηματικώς μέχρι τις 9.5.2000 το σύνολο της οφειλής. Στις 4.4.2002, ήτοι μετά παρέλευση περίπου δύο ετών, καταχωρίσθηκε στο τηρούμενο από την αναιρεσίβλητη αρχείο προσωπικών δεδομένων η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, την οποία οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης έλαβαν από τα βιβλία του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η καθυστέρηση στην καταχώριση οφείλεται στο γεγονός ότι η Διοίκηση του άνω Ειρηνοδικείου δεν επέτρεπε αρχικώς στην αναιρεσίβλητη τη συλλογή σχετικών στοιχείων από τα βιβλία του εν λόγω δικαστηρίου, η απαγόρευση δε αυτή ήρθη εν συνεχεία μετά από παρέμβαση της Αρχής. Στις 21.1.2003 ο αναιρεσείων, μη γνωρίζοντας την ειρημένη καταχώριση, υπέβαλε αίτηση στην Τράπεζα ... για τη χορήγηση επισκευαστικού δανείου 15.000 ευρώ, πλην όμως, μετά δύο ημέρες, ο αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν δυνατή η ικανοποίηση της αιτήσεώς του, διότι στο αρχείο της αναιρεσίβλητης είχε καταχωρισθεί το δυσμενές γι’ αυτόν στοιχείο της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Κατόπιν τούτου, ο ίδιος υπέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 28.1.2003 έγγραφη αίτηση για τη διαγραφή του εν λόγω δυσμενούς στοιχείου, επισυνάπτοντας την .../24.1.2003 βεβαίωση της Τράπεζας ... περί της ολοσχερούς εξοφλήσεως του εν λόγω χρέους, καθώς και φωτοαντίγραφα των σχετικών γραμματίων εισπράξεως. Στις 30.1.2003, ήτοι μετά δύο ημέρες, η αναιρεσίβλητη προέβη στη διαγραφή του κρίσιμου δυσμενούς στοιχείου και ενημέρωσε συναφώς τον αναιρεσείοντα με την από 5.2.2003 επιστολή της. Γνώση του δυσμενούς αυτού δεδομένου έλαβε και η ..., η οποία με την από 9.1.2003 επιστολή της προς τον αναιρεσείοντα αρνήθηκε την παροχή σ’ αυτόν πιστωτικής κάρτας «VISA», την οποία του είχε προσφέρει πριν από περίπου ένα μήνα, χωρίς ο ίδιος να την έχει ζητήσει.

Με αφετηρία τις διαπιστώσεις του αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν παρεβίασε τις ως άνω προστατευτικές για την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως αυτές του ν. 2472/1997, ειδικότερα δε ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση α) να ενημερώσει συγκεκριμένως τον αναιρεσείοντα για το επίμαχο προσωπικό του δεδομένο πριν από τη διαβίβασή του στις αποδέκτριες Τράπεζες, αφού τα υποκείμενα που είχαν καταχωρισθεί στο αρχείο της ήταν περισσότερα των χιλίων και είχε γίνει η απαιτούμενη κατά νόμο ενημέρωσή τους, με την αναφορά στις ως άνω εφημερίδες της δυνατότητας διαθέσεως των σχετικών πληροφοριών, πλην άλλων, και σε Τράπεζες και β) να ερευνήσει αν το χρέος του αναιρεσείοντος από τη διαταγή πληρωμής είχε εξοφληθεί εκ των υστέρων και πριν από την καταχώρισή του στο αρχείο της, αφού η εξόφληση δεν αποκτά δημοσιότητα, και ως εκ τούτου τα σχετικά με αυτή (εξόφληση) στοιχεία έπρεπε να προσκομισθούν στην ίδια (αναιρεσίβλητη) από τον αναιρεσείοντα ή την Τράπεζα, με την αποκρουόμενη δε αντίθετη εκδοχή, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε άμεση πρόσβαση στο αρχείο της Τράπεζας ... για την έρευνα του ενδεχομένου της εξοφλήσεως. Ακολούθως, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 24.3.2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο ίδιος, ισχυριζόμενος ότι η αναιρεσίβλητη με την γενόμενη εκ μέρους της καταχώριση του άνω ανακριβούς προσωπικού δεδομένου του στο τηρούμενο από αυτή αρχείο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει – ως όφειλε – την ακρίβεια του δεδομένου και να ενημερώσει σχετικώς αυτόν, προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητά του, ζητούσε να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, το ποσό των 6.000 ευρώ και να του απευθύνει σχετική έγγραφη αίτηση συγγνώμης. Με την κρίση του αυτή, το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 γ΄, 5 παρ. 1 και 2 ε΄, 11 παρ. 1 και 3, 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997, 6 παρ. 1 δ΄ και 3 και 11 παρ.1 της κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Ειδικότερα, με βάση τις, αναιρετικώς ανέλεγκτες, πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) του εφετείου, δεν ήταν απαραίτητο κατά νόμο για το επιτρεπτό της επεξεργασίας (καταχωρίσεως στο αρχείο και διαβιβάσεως στις αποδέκτριες Τράπεζες) του ως άνω δυσμενούς προσωπικού δεδομένου του αναιρεσείοντος α) να ενημερωθεί ατομικώς και in concreto ο αναιρεσείων, αλλά, ενόψει του ότι στο αρχείο της αναιρεσίβλητης ήταν καταγεγραμμένα πλέον των χιλίων υποκειμένων, αρκούσε η in abstracto δια του τύπου ενημέρωσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997 και τις κανονιστικές διατάξεις των κατ’ εξουσιοδότηση του ίδιου άρθρου και του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. ι΄ αυτού του νόμου εκδοθεισών 408/1998 και 1/1999 αποφάσεων της Αρχής, β) να ελέγξει η αναιρεσίβλητη την τυχόν εξόφληση του ανωτέρου χρέους, αλλά θα έπρεπε, ενόψει του ότι η εξόφληση δεν αποκτά δημοσιότητα, να προσκομισθούν σ’ αυτή τα σχετικά προς τούτο στοιχεία από τον αναιρεσείοντα ή την Τράπεζα, αφού άλλωστε, όπως επαλλήλως δέχεται το εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν είχε άμεση πρόσβαση στο αρχείο της συγκεκριμένης Τράπεζας και, κατά λογική ακολουθία, δεν ήταν σε θέση να προβεί στον άνω έλεγχο, γεγονός που σημαίνει ότι η αναιρεσίβλητη αγνοούσε ανυπαιτίως την εξόφληση και γ) να προηγηθεί συγκατάθεση του αναιρεσείοντος, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το εφετείο στοιχεία, ήτοι η δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης, ο υπηρετούμενος με τη δραστηριότητα αυτή σκοπός, η απόλυτη αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την ικανοποίηση του εννόμου της αναιρεσίβλητης και κυρίως των αποδεκτών, η προφανής υπεροχή του εν λόγω εννόμου συμφέροντος έναντι των συμφερόντων του αναιρεσείοντος για τη δημοσιοποίηση του ως άνω δυσμενούς γι’ αυτόν προσωπικού δεδομένου και η μη προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών του από την ανωτέρω δημοσιοποίηση [οι σχετικές με τη συνδρομή και την εξειδίκευση των τριών τελευταίων στοιχείων παραδοχές του εφετείου συνάγονται κατ’ εκτίμηση από τον συνδυασμό την πρώτης (μείζονος) προτάσεως με τη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως], είναι σαφές ότι ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 5 παρ. 2 ε΄ του ν. 2472/1997. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος, δεύτερος, τρίτος του κύριου αναιρετηρίου και μοναδικός του πρόσθετου αναιρετηρίου λόγοι είναι αβάσιμοι.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις αιτιάσεις α) ότι η αιτιολογία, σχετικώς με την εκ μέρους της Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών απαγόρευση της προσβάσεως των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης στα οικεία βιβλία του εν λόγω δικαστηρίου και για την άρση της απαγορεύσεως, είναι ελλιπής, διότι δεν αναφέρει τη διάρκεια της απαγορεύσεως, δηλαδή τους χρόνους επιβολής και άρσεως αυτής και β) ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι η κατά την 4.4.2002 καταχώριση και διαβίβαση σε τρίτους του σχετικού με την άνω διαταγή πληρωμής δυσμενούς προσωπικού δεδομένου έγινε 25 μήνες μετά τη δημοσίευση της διαταγής πληρωμής, 24 μήνες μετά την ολοσχερή εξόφληση του αντίστοιχου χρέους και 9 μήνες μετά την άρση της προαναφερθείσας απαγορεύσεως, χωρίς η αναιρεσίβλητη να επιδιώξει προηγουμένως να εξακριβώσει το δυσμενές αυτό στοιχείο μέσω της Τράπεζας ... [...]

[Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1984/2005 ΕφΑθ.]

Παρατηρήσεις

1. Το πλαίσιο λειτουργίας της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 οι Τράπεζες διέγνωσαν την ανάγκη ύπαρξης ενός κοινού αρχείου πληροφοριών πίστης που θα εξασφάλιζε την απαραίτητη πληρότητα και κατ’ ακολουθία αποτελεσματικότητα. Έτσι δημιουργήθηκε το διατραπεζικό αρχείο πληροφοριών οικονομικής συμπεριφοράς, το οποίο λειτούργησε στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Με βάση δε τη θετική εμπειρία από την εικοσαετή περίπου λειτουργία του αρχείου, αποφασίστηκε η δημιουργία μας εξειδικευμένης εταιρείας η οποία θα ασχολείτο κατ’ αποκλειστικότητα με τον συνεχή εκσυγχρονισμό και εμπλουτισμό του αρχείου, με σκοπό την προστασία του θεσμού της τραπεζικής πίστης, την εξυγίανση των συναλλαγών μέσω της μείωσης των επισφαλειών των πιστωτικών ιδρυμάτων, προς όφελος τελικά και των συναλλασσομένων. Έτσι το 1992 δημιουργήθηκε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, η οποία πλέον λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της οποίας μέτοχοι είναι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας και η οποία διαχειρίζεται δυο κυρίως αρχεία, στα οποία έχουν πρόσβαση μόνο πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα.

2. Το αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς

Στο αρχείο αυτό καταχωρούνται πληροφορίες για ακάλυπτες επιταγές, απλήρωτες συναλλαγματικές, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις κ.λπ. Σκοπός του αρχείου είναι η εκτίμηση από τις Τράπεζες της φερεγγυότητας των πελατών τους και συνεπώς ο περιορισμός των αναλαμβανομένων κινδύνων και των επισφαλειών.
Η επεξεργασία των παραπάνω πληροφοριών γίνεται σύμφωνα με την απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (εφεξής Αρχή) με αριθμό 10/31.3.1999 (ΦΕΚ Β΄ 684/2004), χωρίς την συγκατάθεση των υποκειμένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. ε΄ του ν. 2472/1997. Συγκεκριμένα η Αρχή έκρινε ότι η επεξεργασία είναι πράγματι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του παραπάνω σκοπού, ενώ η προστασία της εμπορικής πίστης σε σύγκριση με τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερέχει προφανώς κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης.
Οι πληροφορίες αυτές διαγράφονται από το αρχείο αυτόματα, εφ’ όσον οι αντίστοιχες οικονομικές υποχρεώσεις εξοφληθούν και παρέλθει το χρονικό διάστημα τήρησης της κάθε πληροφορίας που είναι ανάλογο της σοβαρότητάς της. Το κατά περίπτωση χρονικό διάστημα ορίζεται από το νόμο (άρθρο 40 ν. 3259/2004).

3. Το αρχείο δεδομένων συγκέντρωσης κινδύνων

Σε αυτό το αρχείο καταχωρούνται πληροφορίες για τα υπόλοιπα δανείων και πιστώσεων που οι Τράπεζες χορηγούν σε ιδιώτες, με σκοπό την εκτίμηση από τις Τράπεζες της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών τους.
Οι πληροφορίες αυτές καταχωρούνται με προηγούμενη, ελεύθερη, ρητή και ειδική συγκατάθεση των υποκειμένων στα οποία αφορούν και παραμένουν στο αρχείο για όσο χρόνο υφίστανται.
Η ενημέρωση των υποκειμένων για την κατά τα παραπάνω επεξεργασία γίνεται περιοδικά από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δια του τύπου, με απόφαση της Αρχής, που στηρίζεται στη σχετική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997.

4. Η απόφαση

Από την εφαρμογή του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει βρεθεί πολλές φορές στην θέση του εναγόμενου αντιμετωπίζοντας αιτήματα για διαγραφές δεδομένων ή για την αποκατάσταση της ακρίβειας καταχωρημένων δεδομένων. Από όλες όμως αυτές τις υποθέσεις μόνο μία οδηγήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η δημοσιευόμενη απόφαση, η πρώτη που αφορά στο αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και τη νομιμότητα της λειτουργίας του.
Ο ΑΠ, στην υπόθεση αυτή, αποφάνθηκε επί δύο σημαντικών όρων που έθεσε η Αρχή για τη λειτουργία του συγκεκριμένου αρχείου: την δια του τύπου ενημέρωση των υποκειμένων και την επεξεργασία χωρίς την συγκατάθεσή τους.
Όπως προαναφέρθηκε η δια του τύπου ενημέρωση των υποκειμένων έχει εγκριθεί με την ως άνω απόφαση της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997 και την σχετική κανονιστική πράξη της με αρ. 1/1999 (ΦΕΚ Β’ 555/1999). Όμως το άρθρο 24 του νόμου περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο Στ’ αυτού με τίτλο «Τελικές – Μεταβατικές Διατάξεις». Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφορμή για την διατύπωση ερωτηματικών κατά πόσο μπορούσε η Αρχή να επιτρέψει την δια του τύπου ενημέρωση των υποκειμένων και μετά την πρώτη εφαρμογή του νόμου. Όμως στα ερωτήματα αυτά πλέον δόθηκε σαφής απάντηση: Η εξουσιοδοτική διάταξη του αρ. 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997 «εκφράζει ευρύτερο και πάγιο πνεύμα του νομοθέτη και ως εκ τούτου η ρυθμιστική της εμβέλεια … δεν περιορίζεται μόνο στις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου εκτελούμενες επεξεργασίες, αλλά καλύπτει αναλόγως και τις μεταγενέστερες».
Εξίσου ή και σημαντικότερο είναι το θέμα της επεξεργασίας χωρίς την συγκατάθεση των υποκειμένων, κατ’ εφαρμογή μιας εκ των περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο δυνατοτήτων χορήγησης τέτοιας εξαίρεσης. Στην περίπτωση αυτή η εξαίρεση χορηγείται ως αποτέλεσμα στάθμισης αντιθέτων εννόμων συμφερόντων: του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας (στην συγκεκριμένη περίπτωση η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) και των δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων.
Επ’ αυτού ο ΑΠ αποφάνθηκε επίσης με σαφήνεια: «Όταν πρόκειται για δυσμενή δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς (όπως είναι οι διαταγές πληρωμής) και για αποδέκτες που έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων (όπως είναι οι Τράπεζες), η επεξεργασία, η οποία αποσκοπεί στην εκ μέρους του αποδέκτη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πιστοληπτών … είναι επιτρεπτή και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου», γιατί η επεξεργασία αυτή είναι πράγματι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του προαναφερθέντος εννόμου συμφέροντος των συγκεκριμένων αποδεκτών, το οποίο υπερέχει προδήλως του εννόμου συμφέροντος του πιστολήπτη, η δε ικανοποίησή του δεν θίγει και πάντως «θίγει» κατά τρόπο ανεκτό τις θεμελιώδεις ελευθερίες του υποκειμένου.

Γιάννης Μούργελας, Δικηγόρος, Πρόεδρος ΔΣ Τειρεσίας ΑΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...