Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Κέντρα αισθητικής και αδυνατίσματος.

Μονομελές Εφετείο Αθηνών, 83/ 2017.
 Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Γιαννούλη, Εφέτη.

Περίληψη. Προστασία του καταναλωτή. Κατάρτιση συμβάσεων παροχής προγραμμάτων αισθητικής και αδυνατίσματος από την εναγόμενη εταιρεία. Παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να ενημερώσουν την ενάγουσα για το περιεχόμενο και τους όρους των συμβάσεων αυτών. Καταγγελία των συμβάσεων από την ενάγουσα. Αγωγή απόδοσης των χρηματικών ποσών που η ενάγουσα είχε προκαταβάλει και αντιστοιχούσαν σε μη εκτελεσθείσες εργασίες. Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, κατά την υπ` αριθμ. Ζ1-1262/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Στο προστατευτικό πεδίο αυτής εντάσσονται και οι συμβάσεις που υπογράφηκαν μεν προ της δημοσιεύσεώς της, πλην όμως η καταγγελία τους πραγματοποιήθηκε κατόπιν της θέσεώς της σε ισχύ, εις τρόπον ώστε οι σχετικοί όροι και προϋποθέσεις να ρυθμίζονται από αυτήν.
Με την κρινόμενη από 12/6/2009 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6511/2009 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ιστορούσε ότι στις 24/5/2007 επισκέφθηκε την έδρα της εναγόμενης εταιρίας, στη ... Αττικής, η οποία διατηρεί εκεί επιχείρηση με αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών αδυνατίσματος και αισθητικής, προκειμένου να παραλάβει «διαφημιστικό δώρο» -δωρεάν εργασίες αισθητικής- όπως την είχαν διαβεβαιώσει προστηθέντες στην υπηρεσία της εναγομένης υπάλληλοι που την προσέγγισαν σε σταθμό του μετρό στην Αθήνα. Στα γραφεία της επιχείρησης ανέλαβε να την ενημερώσει άλλη υπάλληλος της εναγομένης, η οποία αντιλαμβανόμενη την απειρία της στις συναλλαγές και την κακή ψυχολογική της κατάσταση, εξαιτίας αισθητικών προβλημάτων που είχε, την έπεισε να υπογράψει την από 24.5.2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών τιτλοφορούμενη ως «δελτίο προσφοράς αισθητικής- σώμα». Ότι στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, υπό το κράτος συνεχών προτροπών και έντονης ψυχολογικής πίεσης αναγκάσθηκε να υπογράψει αλλεπάλληλες συμβάσεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν της γνωστοποιήθηκε ποτέ. Ότι για τα προγράμματα αυτά προκατέβαλε το σύνολο της αξίας τους, που ανέρχεται στο ποσό των 31.261,43 €, χωρίς να της παρασχεθεί μέρος από τις αντίστοιχες υπηρεσίες, συνολικού ύψους 17.398,89 €. Ότι στις 16.4.2008, άλλως στις 22.12.2008 υπαναχώρησε, όπως είχε δικαίωμα από το νόμο, από τις επίδικες συμβάσεις δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή έγγραφων δηλώσεών της, η δεύτερη εκ των οποίων επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 22/12/2008 και με την οποία ζητούσε από αυτήν να της επιστρέψει τα οφειλόμενα ποσά, που εξακολουθεί να της οφείλει. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει: 1) το ως άνω ποσό των 17.398,89 €, με το νόμιμο τόκο από 23.12.2008, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με βάση την υπαναχώρηση που έχει ασκήσει σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, 2) το ποσό των 5.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, (άτοκα, εφόσον τόκος δεν ζητείται) και 3) να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του , δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων έκρινε νόμιμη την αγωγή με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 904, 914, 922, 932 ΑΚ, 8 § § 1,3,4 Ν. 2251/1994, 3, 4 ΥΑ Ζ1-1262 (ΦΕΚ Β 2122) /31.10.2007 του Υφυπουργού Ανάπτυξης για τη ρύθμιση των τύπων και των όρων των συμβάσεων που συνάπτουν οι καταναλωτές με μονάδες αδυνατίσματος, 176, 907, 908 ΚΠολΔ. και στη συνέχεια δικάζοντας επί της ουσίας δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.398,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο: α) για το ποσό των 17.398,89 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και β) για το ποσό των 1.000 ευρώ, που επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άτοκα. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση η εναγομένη εταιρία για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η σε βάρος της αγωγή.

Α. Η αναγκαιότητα της δίκαιης προστασίας των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της μέριμνας για τα οικονομικά τους συμφέροντα, προέκυψε από την γενική παραδοχή ότι η ραγδαία οικονομική εξέλιξη, με την ανάδειξη ισχυρών μονάδων προμηθευτών, την μαζικότητα των καταναλωτικών συναλλαγών, την αντικατάσταση της διαπραγμάτευσης από συμβάσεις προσχώρησης, καθώς και την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης ενίοτε σε εξειδικευμένα προιόντα παροχής υπηρεσιών, έχουν καταστήσει τον καταναλωτή το ασθενές μέρος της συναλλαγής, κατ` απόκλιση από το κλασικό μοντέλο της ισότητας των συμβαλλομένων και της γενικής αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. Η διαπίστωση αυτή κατέστησε αναγκαία την παροχή ειδικής νομικής προστασίας των δικαιωμάτων και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, πέραν των δικλείδων ασφαλείας του αστικού δικαίου, η οποία επιτυγχάνεται είτε με την εφαρμογή γενικών ρητρών (πχ 281 , 288 ΑΚ), όπως του κανόνα ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται υπέρ των καταναλωτών, είτε με ειδικές προστατευτικές διατάξεις, που στο σύνολό τους συγκροτούν το Ειδικό Δίκαιο της Προστασίας του Καταναλωτή. Οι τελευταίες στο μεγαλύτερο μέρος τους, βρίσκονται στον θεσμικό νόμο 2251/1994 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 3587/2007) και στις κατ` εξουσιοδότησή του εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις, βαίνουν δε παραλλήλως, όσον αφορά στη μεθοδολογία και την ερμηνευτική τους προσέγγιση, με άλλες διατάξεις που βρίσκονται διάσπαρτες σε κλάδους του δικαίου, οι οποίες αφορούν στην προστασία του ασθενέστερου μέρους της συναλλαγής. Για τον σκοπό αυτό, η προστασία του καταναλωτή θα πρέπει να κατευθύνεται ώστε η παρεχόμενη προστασία να υπερβαίνει εκείνη του αστικού δικαίου. Στο άνω ειδικό θεσμικό πλαίσιο των κανόνων που αποσκοπούν στην, κατά παρέκκλιση των κοινών διατάξεων του αστικού δικαίου, προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, εντάσσεται και η υπ` αριθμ. Ζ1-1262/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Τόσο το πνεύμα της θεσπισθείσας ρύθμισης, όσο και η αιτιολογική βάση αυτής, συγκλίνουν στην μέγιστη δυνατή προστασία του καταναλωτή και των οικονομικών συμφερόντων του. Ο σκοπός της Νομοθετικής διατάξεως, επιτυγχάνεται αφενός με την θέσπιση τύπων, όρων και κανόνων που διέπουν την σχέση καταναλωτή και κέντρου αδυνατίσματος και αφετέρου με την ρητή πρόβλεψη δικαιώματος υπαναχώρησης και καταγγελίας της σχετικής συμβάσεως, το οποίο παρέχεται στον καταναλωτή, ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος πως ο τελευταίος δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες, ως εκ τούτου ο παράγοντας αιφνιδιασμού του κατά την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης είναι ισχυρός (Ι.Καράκωστας. Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σ. 80 επ.). Ωστόσο ο σκοπός της προκείμενης Υπουργικής απόφασης, ουδόλως εξυπηρετείται εάν θεωρηθεί ότι αφήνει εκτός πεδίου εφαρμογής του, τις ήδη υφιστάμενες, κατά τον χρόνο δημοσίευσής της, συμβάσεις, τις οποίες επεδίωξε να ρυθμίσει και την ύπαρξη των οποίων γνώριζε. Συνακόλουθα αυτών, η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση υπό το πρίσμα του σκοπού που υπηρετεί και του προστατευτικού θεσμικού πλαισίου των συμφερόντων των καταναλωτών στο οποίο εντάσσεται, αναμφίβολα καταλαμβάνει συμβάσεις που υπογράφηκαν μεν προ της δημοσιεύσεώς της, πλην όμως η καταγγελία τους πραγματοποιήθηκε κατόπιν της θέσεώς της σε ισχύ, εις τρόπον ώστε οι σχετικοί όροι και προϋποθέσεις να ρυθμίζονται από αυτήν. Έτσι η σχετική δικανική κρίση περί της δυνατότητας και εγκυρότητας της καταγγελίας, δέον να εξαρτάται από το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της καταγγελίας. Εάν άλλωστε ο Νομοθέτης δεν επιθυμούσε την ρύθμιση των συμβάσεων που είχαν συναφθεί προ της δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης, θα όριζε ρητά αυτό, τέτοια όμως ρηματική διατύπωση απουσιάζει . Αντίθετα, ο νομοθέτης όρισε ρητά την κατάργηση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης που αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου, επιθυμώντας να συμπεριλάβει όλες τις εκκρεμείς συμβάσεις κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της υπουργικής αποφάσεως, προκειμένου ακριβώς να ρυθμίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις υπαναχώρησης και καταγγελίας αυτών. Η τιθέμενη διάταξη, πως η ισχύς της αποφάσεως αρχίζει με την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενέχει την έννοια πως δεν καταλαμβάνει καταγγελίες που έχουν ασκηθεί προ της ενάρξεως ισχύος της και δεν έχουν ακόμη καταστεί αντικείμενο παροχής δικαστικής προστασίας. Αντιθέτως καταγγελίες πραγματοποιούμενες μετά την έναρξη ισχύος της, καταλαμβάνονται υπ` αυτής, καθώς εντάσσονται στο νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεώς τους. Προς την ανωτέρω κατεύθυνση συνηγορεί αναμφισβήτητα και η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 αυτής, η οποία κατά ρητό τρόπο ορίζει πως παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματα των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου είναι άκυρη. Η απαγγελία της ακυρότητας της παραίτησης του καταναλωτή από το σχετικό δικαίωμα καταγγελίας σε συνδυασμό με την πρόβλεψη ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργείται κάθε διάταξη αντίθετη στα υπ` αυτού οριζόμενα, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνευτική εκδοχή και συνηγορεί στην παραδοχή ότι επί καταγγελίας που πραγματοποιείται μετά την δημοσίευση του νόμου, ισχύουν οι διατάξεις του, αδιαφόρως του χρόνου συνάψεως των υπό καταγγελία συμβάσεων.

Β. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ`εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής κατά τρόπο σαφή πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και θεμελιώνουν τα αγωγικά αιτήματα, και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό (Ολ. ΑΠ 18/ 2006, ΑΠ 881/ 2010, ΑΠ 1308/ 2008).

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άµεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 Ελλην. Δνη 2000, 678), όπως μερικά απ’ αυτά, αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς ωστόσο, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ΄ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 354/2006 δημ.στη Νόμος, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 45.723)-σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1456/1996 Αρχ. Ν 48.311), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Στις 24.5.2007 η ενάγουσα επισκέφθηκε την εδρεύουσα στη ... Αττικής επιχείρηση της εναγομένης, με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή προγραμμάτων αισθητικής και αδυνατίσματος, προκειμένου να συμμετάσχει σε αντίστοιχα προγράμματα. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε, προκειμένου να παραλάβει διαφημιστικό δώρο και συγκεκριμένα δωρεάν εργασίες αισθητικής, όπως την είχαν διαβεβαιώσει προστηθέντες στην υπηρεσία της εναγομένης υπάλληλοι που την προσέγγισαν σε σταθμό του μετρό. Στα γραφεία της επιχείρησης ανέλαβε να την ενημερώσει άλλη υπάλληλος της εναγομένης, η οποία αντιλήφθηκε την απειρία της στις συναλλαγές και την κακή ψυχολογική της κατάσταση, εξαιτίας αισθητικών προβλημάτων έντονης τριχοφυΐας και αυξημένου τοπικού βάρους που αντιμετώπιζε και την έπεισε να καταρτίσει την από 24.5.2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών υπογράφοντας το αντίστοιχο δελτίο παραγγελίας. Κατά τον ίδιο τρόπο η ενάγουσα με ενθάρρυνση και προτροπές των υπαλλήλων της εναγομένης, κατήρτισε με την τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 24.5.2007 έως 2.8.2007 δεκαέξι διαδοχικές συμβάσεις, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής συνολικού ύψους 31.261,43 €, υπογράφοντας πάντοτε αντίστοιχα δελτία παραγγελίας. Οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης δεν ενημέρωναν την ενάγουσα για το περιεχόμενο και τους όρους των συμβάσεων αυτών αλλά στις εύλογες απορίες της απαντούσαν καθησυχαστικά. Συγκεκριμένα: 1) στις 24.5.2007 αποδέχθηκε πρόγραμμα με την ονομασία «genius μπικίνι, beauty care, body care, genius 3 flashes, genius κνήμη γάμπα» αξίας 989,41 €, 2) στις 11.6.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «lipofree, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 798 €, 3) στις 15.6.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «Μ 12 Remodelling, skin elasticity μηροί γλουτοί, beauty care, body care, genius 3 flashes, algominceur» αξίας 2.579,96 €, 4) στις 15.6.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «lipofree, skin elasticity κοιλιά, skin elasticity μηροί γλουτοί, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 2.489,94 €, 5) στις 19.6.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beauty care, body care, genius 3 flashes, lipocomplex κοιλιά μπράτσα» αξίας 1.452 €, 6) στις 19.6.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beauty care, body care, genius 3 flashes, lipocomplex μηροί γλουτοί» αξίας 1.452 €, 7) στις 5.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beautiful legs, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 2.200 €, 8) στις 5.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beautiful legs, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 2.200 €, 9) στις 5.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «skin elasticity μηροί γλουτοί, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 900 €, 10) στις 5.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «phytothermal, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 1.008 €, 11) στις 5.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «Μ 12 Remodelling, skin elasticity κοιλιά, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 1.750 €, 12) στις 9.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «genius μηροί large, genius μπικίνι, genius μασχάλες, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 2.890 €, 13) στις 13.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «Μ 12 Remodelling, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 850 €, 14) στις 13.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beauty care, body care, genius 3 flashes, dermafill προσαγωγοί» αξίας 4.200 €, 15) στις 26.7.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «lipofree, beauty care, body care, genius 3 flashes» αξίας 1.050 €, 16) στις 2.8.2007 το πρόγραμμα με την ονομασία «beauty care, body care, genius 3 flashes, dermafill γλουτοί» αξίας 4.200 € και συνολικά αποδέχθηκε προγράμματα αξίας 31.261,43 €, ποσό το οποίο η ενάγουσα προκατέβαλε στην εναγομένη (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών). Έναντι των ανωτέρω προκαταβαλλόμενων ποσών η ενάγουσα έλαβε από την εναγομένη υπηρεσίες συνολικής αξίας 13.862,54 €. Τον Δεκέμβριο του 2008 η ενάγουσα κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις με την από 19.12.2008 «εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία-καταγγελία» της, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 22.12.2008 και με την οποία ζήτησε από την τελευταία να της επιστρέψει άμεσα τα ποσά που αντιστοιχούν σε μη εκτελεσθείσες εργασίες. Επομένως, μετά την ανωτέρω καταγγελία της ενάγουσας, που έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της δημοσίευσης της ΥΑ Ζ1-1262 (ΦΕΚ Β 2122) /31.10.2007 , η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 17.398,89 €, το οποίο αντιστοιχεί σε μη παρασχεθείσες υπηρεσίες (προκαταβληθείσα αμοιβή της εναγόμενης 31.261,43 € - αξία των προγραμμάτων που συμμετείχε η ενάγουσα 13.862,54 €).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του: α) έκρινε ότι εν προκειμένω ετύγχανε εφαρμογής η παραπάνω ΥΑ Ζ1-1262 την οποία και εφάρμοσε με υπαγωγή και σ’ αυτήν των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο αφού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση (υπό στοιχείο Α) η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση υπό το πρίσμα του σκοπού που υπηρετεί και του προστατευτικού θεσμικού πλαισίου των συμφερόντων των καταναλωτών στο οποίο εντάσσεται, αναμφίβολα καταλαμβάνει συμβάσεις που υπογράφηκαν μεν προ της δημοσιεύσεώς της, όπως οι επίδικες, πλην όμως η καταγγελία τους πραγματοποιήθηκε κατόπιν της θέσεώς της σε ισχύ, εις τρόπον ώστε οι σχετικοί όροι και προϋποθέσεις να ρυθμίζονται από αυτήν, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας με τον πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης β) επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 17.398,89 €, το οποίο αντιστοιχεί σε μη παρασχεθείσες υπηρεσίες και το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μετά από στάθμιση των κατά νόμο απαιτούμενων στοιχείων (είδος, βαρύτητα και συνθήκες τελέσεως της προσβολής, έκταση της βλάβης, βαρύτητα του πταίσματος των προστηθέντων της εναγομένης, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) κρίσεις για τις οποίες δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με ειδικό παράπονο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, κατόπιν ορθού νομικού χαρακτηρισμού του δικογράφου έργο που ανήκει στη δικαιοδοτική λειτουργία του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση (υπό στοιχείο Β) απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας με τον δεύτερο λόγο της έφεσης. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά της, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...