Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Καταχρηστική καταγγελία.

Άρειος Πάγος  244/ 2017, Δ.Ε.Ν 2017.508 επ.

Πρόεδρος: ΕΥΦΗΜΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ, Εισηγητής: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ
Περίληψη. Η καταγγελία συμβάσεως θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθή ως δικαίωμα – Δεν μπορεί να θεωρηθή ως καταχρηστική η καταγγελία όταν έχη ως αληθινή αιτία την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού ή την παραβίαση από αυτόν των συμβατικών του υποχρεώσεων. Και όταν προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος, δεν καταλύεται το δικαίωμα του εργοδότου για καταγγελία, ελεγχόμενο κατ’ αρθρ. 281 ΑΚ – Αναίρεση αποφάσεως διότι έκρινε ως καταχρηστική την καταγγελία συμβάσεως υπαλλήλου Τραπέζης, διευθυντού σε κατάστημα στο οποίο διαπιστώθηκε υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλου ποσού και ο οποίος δεν δέχθηκε την μετακίνησή του σε θέση μειωμένης ευθύνης – Επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/ 20 και 1, 5 του Ν. 3198/55 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/16). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/16). Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ. ΑΠ 184/15, σκέψη αρ. 3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος). Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ’ όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 769/16, ΑΠ 904/12, ΑΠ 255/06).

4. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, στην ένδικη περίπτωση, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης τράπεζας προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που τη συνέδεε με τον ενάγοντα διευθυντή καταστήματος, έγινε από λόγους εχθρότητας προς το πρόσωπό του, οφειλόμενους σε προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στην Τράπεζα συμπεριφορά του. Ειδικότερα, ότι η εχθρότητα αυτή οφειλόταν στην εκ μέρους του ενάγοντος αμφισβήτηση της νομιμότητας των σε βάρος αυτού ενεργειών της εναγομένης, όπως κλιμακωτά αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και στον εκ μέρους του ιδίου χαρακτηρισμό τους ως καταχρηστικών και ενεχουσών μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε αποδειχθεί πράξη ή παράλειψη του ενάγοντος δυνάμενη να χαρακτηρισθεί ως παραβίαση των συμβατικών ή νομίμων υποχρεώσεών του και έχουσα σχέση με την υπεξαίρεση, η οποία διαπιστώθηκε μεν στο κατάστημα που διηύθυνε, αλλά είχε τελεσθεί από άλλο υπάλληλο. Και, επί πλέον, διότι μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή δεν είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις, δεν είχε διατυπωθεί γραπτώς κάποια δυσαρέσκεια της Τράπεζας προς αυτόν και δεν είχε κινηθεί κάποια πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του. Κατόπιν αυτών, έκανε δεκτή την έφεση κατά παραδοχή των λόγων που αναφέρονταν σε κακή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικώς γενομένης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες του στο μέλλον, σε θέση ανάλογη προς αυτήν που είχε προηγουμένως, με απειλή χρηματικής ποινής κατ’ αυτής και προσωπικής κρατήσεως κατά του εναγομένου νομίμου εκπροσώπου της.

5. Με την κρίση αυτή το Εφετείο αφ’ ενός υπήγαγε εσφαλμένως στον κανόνα της ΑΚ 281 τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ως αληθινά και αφ’ ετέρου κατά την υπαγωγή αυτή διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι η ενέργεια της πρώτης εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όταν ο ίδιος αρνήθηκε τη μετακίνησή του σε θέση μειωμένης ευθύνης και όταν προηγουμένως στο κατάστημα που διηύθυνε είχε διαπιστωθεί υπεξαίρεση ενός ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, έγινε με κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος. Ενώ μια τέτοια ενέργεια, υπό τις ως άνω περιστάσεις και χωρίς πρόσθετες παραδοχές, δεν φαίνεται να στοιχειοθετεί υπέρβαση και, μάλιστα, προφανή, των ορίων που καθορίζονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εργοδότη, ιδίως όταν πρόκειται για σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως αυτή που υφίσταται μεταξύ μιας Τράπεζας και ενός διευθυντή καταστήματος του δικτύου της. Και ακόμη, προκειμένου να αιτιολογήσει το πόρισμά του ότι η καταγγελία έγινε αιφνιδίως από λόγους εχθρότητας προς το πρόσωπο του ενάγοντος εξ αιτίας της ασκήσεως νομίμων δικαιωμάτων αυτού, επικαλέσθηκε την παραδοχή ότι η πρώτη εναγομένη μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως ουδέποτε είχε διατυπώσει εγγράφως τη δυσαρέσκειά της για πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεών, ούτε του είχε ζητήσει την παροχή εξηγήσεων, ούτε είχε κινήσει κάποια πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του. Ενώ, αντιφατικά προς την κρίση αυτή και την παραδοχή που φαίνεται ότι τη στηρίζει, το εφετείο δέχθηκε, επίσης, ότι αμέσως μετά τη διαπίστωση της υπεξαίρεσης άρχισε και συνεχίσθηκε μια σειρά από κλιμακωτές αντιδράσεις της πρώτης εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος (απαλλαγή από τα καθήκοντα διεύθυνσης, υποχρεωτική άδεια, διαθεσιμότητα, πρόταση μετακίνησης σε θέση μειωμένης ευθύνης αντί της απολύσεως). Και ότι κατά τη διάρκεια των αντιδράσεων αυτών, μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε με αφορμή την υπεξαίρεση, επαναλήφθηκαν οι διαπιστώσεις που είχαν γίνει προ τριετίας και είχαν οδηγήσει στο χαρακτηρισμό του καταστήματος ως «...». Ήτοι το εφετείο, παράλληλα προς τις παραδοχές περί εχθρότητας, διέλαβε αντιφατικώς και άλλες, που δείχνουν σαφώς τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και τη βαθμιαία απώλεια της εμπιστοσύνης της Τράπεζας προς τον υπάλληλο, επιβεβαιώνοντας την καταγγελία της συμβάσεως ως έσχατη λύση. Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι ελλείψεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

7. Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, «αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση». Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις που κατέθεσε, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 107.911,57 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς τον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, για το επιδικασθέν κεφάλαιο και τους επ’ αυτού δικονομικούς τόκους. Η καταβολή προαποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο έγγραφο καταβολής της αναιρεσείουσας. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis