Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Τραπεζική θυρίδα, απαλλακτικές ρήτρες, ερμηνεία δικαιοπραξιών.

Άρειος Πάγος 1123/ 2006, ΧρηΔικ 2007.61.

Πρόεδρος: Δ. Σουλτανιάς, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, Εισηγητής: Δ. Κανελλόπουλος, Αρεοπαγίτης

Διατάξεις: 574, 914 ΑΚ

Περίληψη. Συμβατικές υποχρεώσεις από σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου. Συμφωνημένη ιδιότητα μισθίου. Συμβατική απαλλακτική ρήτρα. Προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης. Αρχή του μη ζημιούν υπαιτίως. Η συμβατική υποχρέωση από τη μίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακίου είναι η παροχή ενός χώρου καθεαυτού κατάλληλου για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις κινδύνους, κάτι που αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα μισθίου.
Η ως άνω υποχρέωση της καταλληλότητας εκπληρώνεται εφόσον πληρούνται οι προδιαγραφές τις οποίες θα εφάρμοζε ο κάθε μέσος συνετός τραπεζίτης σχετικά με τη φύλαξη θησαυροφυλακίου. Για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης στην περίπτωση που υφίσταται σύμβαση μεταξύ των μερών, απαιτείται η επίδικη συμπεριφορά του εναγομένου να κρίνεται παράνομη ως παραβιάζουσα υποχρέωση που του επιβάλλεται ανεξαρτήτως της ύπαρξης σύμβασης.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. του ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρεία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ’ αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεώγραφα κ.λπ. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ’ αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθεαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση. Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλ’ εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.ά.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν. Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης.

Εξ άλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μια σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΑΠ Ολ. 967/1973).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ένδικη από ... 1995 αγωγή της, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι με την .../1988 έγγραφη σύμβαση που συνήψε με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...», η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση με την ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, εκείνη της εκμίσθωσε την ... θυρίδα του αναφερόμενου θησαυροφυλακίου της, στην οποία έως τις 18.12.1992 είχε εναποθέσει τα αναφερόμενα στην αγωγή της κοσμήματά της, αξίας κατά το χρόνο αυτόν 408.895.000 δρχ., ότι στις 21.12.1992 άγνωστοι δράστες, αφού εισήλθαν με τη μέθοδο του «ριφιφί» στο χώρο του παραπάνω θησαυροφυλακίου, παραβίασαν, μεταξύ άλλων, και τη μισθωμένη από αυτήν πιο πάνω θυρίδα, από την οποία αφαίρεσαν όλο το περιεχόμενό της και, περαιτέρω, ότι η διάρρηξη του θησαυροφυλακίου, η παραβίαση της θυρίδας και η κλοπή των κοσμημάτων της οφείλεται αφενός μεν στην έλλειψη, κατά τη συνομολόγηση της ένδικης σύμβασης μισθώσεως, της συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου, συνιστάμενης, ως εκ του τρόπου κατασκευής και της εν γένει επιτήρησης της θυρίδας αλλά και του χώρου του θησαυροφυλακίου, στην εξασφάλιση ασφαλούς φυλάξεως των κοσμημάτων της, την οποία η εκμισθώτρια υποσχέθηκε και εγγυήθηκε, και αφετέρου στην περιγραφόμενη σ’ αυτή (αγωγή) υπαίτια συμπεριφορά «των καταστατικών οργάνων και των εντεταλμένων υπαλλήλων» της εκμισθώτριας, με την οποία παραβιάστηκε η πιο πάνω συμβατική υποχρέωση της τελευταίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει, κυρίως κατά τις διατάξεις περί μισθώσεως πράγματος και επικουρικώς κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το πιο πάνω ποσό των 408.895.000 δρχ. και επιπλέον το ποσό των 50.000.000 δρχ., ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που φέρεται ότι υπέστη από την αποδιδόμενη στην εναγομένη πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, κατά το μέρος δηλαδή που επιχειρείται η επιστήριξή της στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, είναι νομικά αβάσιμη, διότι η αποδιδόμενη στα καταστατικά όργανα και τους εντεταλμένους υπαλλήλους της εκμισθώτριας τράπεζας υπαίτια συμπεριφορά, με την οποία αυτά φέρονται ότι παραβίασαν τη συμβατική της υποχρέωση, της εξασφάλισης δηλαδή της ασφαλούς φύλαξης των κοσμημάτων της μισθώτριας, διαπράχθηκε στα πλαίσια της σύμβασης της μίσθωσης και δεν θα ήταν παράνομη αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, από την οποία απορρέει η εν λόγω υποχρέωση της εκμισθώτριας τράπεζας, αφού στην περίπτωση αυτή (της ανυπαρξίας δηλαδή συμβατικής, μεταξύ των διαδίκων, σχέσης) δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για συμπεριφορά που αντίκειται στο γενικό κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον, γεγονός το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί την προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία.
Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και, αφού εξαφάνισε τη συμπροσβαλλόμενη με την έφεση 7701/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή και κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση, καθώς και την επακολουθήσασα 6206/2002 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την ίδια βάση της, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τη βάση της αυτή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ. Έτσι είναι αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και πέμπτος, κατά το Β΄ μέρος του, από τους αριθμούς 8 και 1 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο πρώτος κατά το τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της, έχει αντιφατική αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, διότι, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 44/1990), όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με την επκουρική βάση της ένδικης αγωγής. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αναίρεσης (με τον οποίο προσβάλλεται ρητώς μόνο η απόρριψη της αγωγής κατά την επικουρική πιο πάνω βάση της), αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η υποχρέωση της εκμισθώτριας τράπεζας και η εγγύηση που παρέχει εξαντλείται στην παραχώρηση της χρήσεως θυρίδας κατάλληλης για τη φύλαξη αντικειμένων από συνήθεις καθημερινούς κινδύνους και δεν επεκτείνεται και στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη φύλαξή της από κινδύνους που είναι δυνατόν να συμβούν, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 578 ΑΚ, είναι αλυσιτελής, διότι, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν θεμελιώνεται αξίωση από αδικοπραξία, έστω και αν περιεχόμενο της ενοχικής υποχρέωσης που έχει αναλάβει η εκμισθώτρια τράπεζα, είναι εκείνο που εκλαμβάνει η αναιρεσείουσα, αφού η παραβίαση μιας συμβάσεως, θεμελιώνει αξίωση και από αδικοπραξία, μόνο στην περίπτωση που η ζημιογόνος συμπεριφορά είναι παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της τελευταίας.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 575 ΑΚ, με το οποίο συμπληρώνεται και εξειδικεύεται το περιεχόμενο της οριζόμενης στο πιο πάνω άρθρο 574 ΑΚ υποχρέωσης, ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Κατά δε το άρθρο 577 ΑΚ, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για τη μείωση ή τη μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με την .../1988 σύμβαση που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 20.4.1988, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) μίσθωσε για ένα έτος από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «.....», η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), την ... θυρίδα του θησαυροφυλακίου της τελευταίας, που βρίσκεται στο επί της οδού ..... υποκατάστημά της, η μίσθωση δε αυτή παρετάθη διαδοχικώς. Το θησαυροφυλάκιο στο οποίο βρίσκεται η ως άνω θυρίδα καταλαμβάνει χώρο επιφανείας 40 τ.μ. από το σύνολο των 200 τ.μ. του υπογείου, διαθέτει 1.000 θυρίδες, από τις οποίες κατά τον κρίσιμο χρόνο που θα αναφερθεί παρακάτω (18.12.1992) είχαν μισθωθεί 700, διαχωρίζεται δε από τους λοιπούς χώρους του υπογείου με μια μεγάλη ατσάλινη πόρτα, μετά την προσπέλαση της οποίας ακολουθεί και δεύτερη με κιγκλιδώματα. Ο χώρος του θησαυροφυλακίου σχεδιάστηκε, κατασκευάστηκε και θωρακίστηκε κατά τρόπο ανταποκρινόμενο πλήρως στις ελληνικές και διεθνείς τραπεζικές για παρόμοιο σκοπό προδιαγραφές και όρους ασφαλείας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 18 και 21.12.1992 άγνωστοι δράστες, αφού ενέσκαψαν και κατασκεύασαν σήραγγα, μήκους 22 μέτρων, κάτω από το οδόστρωμα της οδού ..., έφτασαν στο ύψος του υπόγειου χώρου του θησαυροφυλακίου και αφού διέτρησαν αρχικά τον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου και ακολούθως την ως άνω περιμετρική θωράκιση αυτού, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, διέρρηξαν 250 από τις 700 μισθωμένες θυρίδες, μεταξύ των οποίων και αυτή της ενάγουσας, θραύσαντες το μηχανισμό των κλείθρων με τη χρήση λοστού, από την οποία αφαίρεσαν όλο το περιεχόμενό της.
Υπό τα εκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε, είπε το Εφετείο, η από την ενάγουσα – εκκαλούσα μισθώτρια επικαλούμενη με την αγωγή έλλειψη, κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, της σιωπηρά συμφωνημένης ιδιότητας του θησαυροφυλακίου της εκμισθώτριας, δηλαδή της καταλληλότητας αυτού για την ασφαλή φύλαξη των εντός της θυρίδας φυλασσόμενων πραγμάτων, αφού τη συμβατική της αυτή υποχρέωση, της καταλληλότητας δηλαδή του θησαυροφυλακίου της για τη συμφωνημένη φύλαξη, στην οποία και μόνο, όπως προαναφέρθηκε, εξαντλείται η ευθύνη αυτής (εκμισθώτριας) από τη σύμβαση, έχει εκπληρώσει η εκμισθώτρια εφόσον, όπως αποδείχθηκε, η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του χώρου του θησαυροφυλακίου, καθώς και η φρούρηση αυτού με σύστημα συναγερμού και ανιχνευτές χώρου πληρούσε πλήρως, όχι μόνο τις ελληνικές αλλά και τις διεθνείς, σχετικές με τη φύλαξη θησαυροφυλακίου, προδιαγραφές τις οποίες θα εφάρμοζε ο κάθε μέσος συνετός τραπεζίτης. Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, εφόσον δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη, για τη θεμελίωση της από το άρθρο 577 ΑΚ ευθύνης της εκμισθώτριας, έλλειψη, κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, της συμφωνημένης ως άνω ιδιότητας, η αγωγή, και κατά την πρώτη βάση της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. 
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την πρώτη βάση της, τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εκμισθώτριας τράπεζας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 575, και 577 του ΑΚ (το 576 άρθρο που επιπλέον επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι άσχετο, διότι αναφέρεται σε πραγματικά ελαττώματα του μισθίου), ενώ και δεν στέρησε την απόφασή του, για το παραπάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων αντίστοιχων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα μέρη του από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. [...]

IV. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 720, 120/2003). Επομένως, αφού το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι από τη συνομολογηθείσα πιο πάνω απαλλακτική ρήτρα, «ενόψει της σαφούς διατυπώσεώς της, ώστε να μην απαιτείται ερμηνεία της κατ’ αυτόν τον τρόπο διατυπωθείσας δηλώσεως βουλήσεως των μερών, προκύπτει σαφώς ο αποκλεισμός της ευθύνης της εκμισθώτριας τράπεζας, πλην άλλων περιπτώσεων, και για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων με βάση τα άρθρα 577 και 578 ΑΚ, με αποτέλεσμα την, κατ’ αποδοχή της ένστασης αυτής, απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης», ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται μομφή στο Εφετείο για την κρίση του, ότι ο πιο πάνω απαλλακτικός όρος δεν έχρηζε ερμηνείας κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου, ότι «και αν ακόμη ο προαναφερόμενος όρος έχει διατυπωθεί ασαφώς και επομένως ανέκυπτε θέμα ερμηνείας του, κατά τις αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και πάλι το ίδιο ερμηνευτικό αποτέλεσμα θα προέκυπτε», είναι αλυσιτελής, αφού η πιο πάνω πρώτη αιτιολογία, περί σαφούς διατυπώσεως της απαλλακτικής ρήτρας, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης

VΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 332 παρ. 1 και 334 ΑΚ, τα οποία έχουν εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, όπως αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του ν. 3043/2002, άκυρη είναι κάθε από πριν συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο η βαριά αμέλεια, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα και η ευθύνη του αυτή μπορεί από πριν να περιοριστεί ή να αποκλειστεί, εκτός αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η απαλλακτική ρήτρα του μεν άρθρου 332 ΑΚ μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα μόνο για την ελαφριά αμέλεια, όχι δηλαδή για τη βαριά αμέλεια ή για το δόλο, του δε άρθρου 334 ΑΚ, περί απαλλαγής δηλαδή του οφειλέτη, για το πταίσμα τρίτου προσώπου, για το οποίο αυτός ευθύνεται, όπως είναι ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, ισχύει για όλους τους βαθμούς πταίσματος του προστηθέντος, δηλαδή ακόμα και για δόλο ή βαριά αμέλειά του. Εφόσον δε στον Αστικό Κώδικα δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε εσφαλμένη υπαγωγή από αυτόν των γενόμενων ως αποδειχθέντων περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, ελέγχεται αναιρετικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται σε προηγούμενη σκέψη, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, δεν συνιστούν βαριά αμέλεια (και πολύ περισσότερο δόλο) των αρμόδιων οργάνων της τράπεζας και συνεπώς η συνομολογηθείσα απαλλακτική ρήτρα δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ, ούτε βέβαια σ’ αυτή του άρθρου 334 ίδιου Κώδικα, τις οποίες έτσι όπως και εκείνες των άρθρων 582 και 281 ΑΚ δεν παραβίασε το Εφετείο, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος και έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος τους, όπως εκτιμώνται, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. [...]

[Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της απόφασης 4948/2004 ΕφΑθ.]

Παρατηρήσεις.

Ένα από τα ζητήματα που ανακύπτουν στην ανωτέρω απόφαση είναι οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης. Το ως άνω θέμα ανακύπτει όλο και συχνότερα στην πράξη, ιδίως στο πεδίο των συμβάσεων παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (βλ. ενδεικτικά ΠΠρΣπάρτης 24/2006 ΔΕΕ 2006,404). Στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για σύμβαση παραχώρησης της χρήσης θυρίδας θησαυροφυλακίου έναντι ανταλλάγματος, η οποία αναγνωρίζεται από το δικαστήριο ως σύμβαση μίσθωσης. Κατά το δικαστήριο, η (κύρια) υποχρέωση της τράπεζας από την ανωτέρω σύμβαση συνίσταται στην παροχή της χρήσης ενός χώρου ο οποίος, «αυτός καθαυτός», είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις κινδύνους. Η αναφερθείσα καταλληλότητα αποτελεί σιωπηρά συμφωνημένη ιδιότητα του παραχωρούμενου μισθίου. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δεν εντοπίζει αντισυμβατική συμπεριφορά της τράπεζας, καθώς οι τεχνικές προδιαγραφές του χώρου που εκμισθώθηκε πληρούσαν πλήρως τις απαραίτητες προδιαγραφές τις οποίες θα ακολουθούσε ο κάθε μέσος συνετός τραπεζίτης. Οπότε η υποχρέωση για την (παθητική) ασφάλεια του εκμισθούμενου χώρου πληρούται. Αντίθετα, δεν περιλαμβάνεται στις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις της τράπεζας από τη σύμβαση μίσθωσης η φύλαξη των πραγμάτων που τοποθετούνται από τον μισθωτή στη θυρίδα ή η αποτροπή κινδύνων (ενεργητική ασφάλεια). Το δικαστήριο δεν εντοπίζει την ύπαρξη παρεπόμενων υποχρεώσεων πρόνοιας της τράπεζας που τυχόν θα είχαν το ως άνω περιεχόμενο (φύλαξη πραγμάτων ή αποτροπή κινδύνων). Στην περίπτωση που το δικαστήριο εντόπιζε μια υποχρέωση που η τράπεζα έφερε, αλλά με την οποία δεν συμμορφώθηκε, θα ετίθετο το θέμα του περιορισμού της ευθύνης της τράπεζας μέσω της απαλλακτικής ρήτρας της συναφθείσας μεταξύ των μερών σύμβασης, με όλο τον προβληματισμό για τους γενικούς όρους συναλλαγών κ.ο.κ. (Για τον προβληματισμό της απαλλακτικής ρήτρας βλ. Παπανικολάου, Η απαλλακτική ρήτρα για την ευθύνη της τράπεζας στην υπόθεση του μεγάλου ριφιφί). Σχετικά σημειώνουμε ότι, η εκ των προτέρων συμφωνία αποκλεισμού των υποχρεώσεων ενός μέρους που επιβάλλονται από την καλή πίστη είναι άκυρη (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 5 αρ. 42).
Στην περίπτωση των συμβατικών ενοχών, αναγνωρίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288) είναι δυνατόν, μεταξύ άλλων, να διευρύνει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη ή να επιβάλλει παρεπόμενες υποχρεώσεις στο δανειστή (Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 288, αρ.13). Η καλή πίστη ορίζεται ως η ευθύτητα και η εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 5 αρ. 12). Ακόμα και αν στους όρους ορισμένης σύμβασης μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή δεν περιλαμβάνεται υποχρέωση της τράπεζας-εκμισθώτριας για φύλαξη πραγμάτων ή αποτροπή κινδύνων, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η καλή πίστη επιβάλλει τις ως άνω υποχρεώσεις, θα ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί ενδοσυμβατική ευθύνη της τράπεζας, εφόσον, φυσικά, εντοπιζόταν παραβίαση της παρεπόμενης υποχρέωσης. Για την επαρκή θεμελίωση της υποχρέωσης και τον εντεύθεν εντοπισμό της παραβίασής της, απαιτείται να καθοριστεί το μέτρο της υποχρέωσης (δηλαδή, ποιοι οι καλυπτόμενοι από την υποχρέωση αποτροπής κίνδυνοι, π.χ. τυχαία περιστατικά όπως πυρκαγιά ή και παράνομες ενέργειες τρίτων, και αντίστοιχα ποια είναι τα αναγκαία μέτρα αποτροπής π.χ. απασχόληση αναγκαίου προσωπικού, και πόσων ατόμων, εκπαιδευμένων / εξοπλισμένων π.χ. ένοπλων ή όχι κ.ο.κ.). Για τον καθορισμό του μέτρου επιμέλειας λαμβάνονται υπόψιν μια σειρά από παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνεται η αναλογία της πιθανότητας επέλευσης ορισμένου κινδύνου και του κόστους λήψης κλιμακωτών (σε ένταση και αποτελεσματικότητα) μέτρων αποτροπής του. Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται η συμμόρφωση του υπόχρεου με το επιβαλλόμενο μέτρο επιμέλειας ή όχι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, κρίθηκε ότι η τράπεζα δεν έφερε υποχρέωση ενεργητικής ασφάλειας από τη σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου.
Η ενάγουσα επικαλέστηκε ως επικουρική βάση αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας, ζητώντας αντίστοιχα και καταβολή αποζημίωσης για ηθική βλάβη. Η ενάγουσα πράγματι υπέστη προσβολή του προστατευόμενου έννομου αγαθού της κυριότητάς της επί των αντικειμένων που είχε τοποθετήσει στην επίμαχη θυρίδα. Η προσβολή έννομου αγαθού ή συμφέροντος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης [ενδεικτικά Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, παρ. 15 αρ. 34, αλλά και παλαιότερα Κ. Σημαντήρας, Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, 1980, 362, Γ. Μπαλής, Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, 1961, 448 (παρ. 171, αρ. 1), Β. Οικονομίδης, Στοιχεία Αστικού Δικαίου, Γενικαί Αρχαί, 1925, 168]. Η ως άνω παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις που ζητείται η αναγνώριση αδικοπρακτικής ευθύνης ιδίως στον τομέα των περιουσιακών αγαθών (βλ. ενδεικτικά ΑΠ Ολ 14/1999 ΕΕμπΔ 1999,735), των οποίων η έννομη προστασία δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη όπως είναι στην περίπτωση της προσβολής π.χ. της κυριότητας, αλλά η ως άνω προβληματική εκφεύγει του παρόντος.
Για την απόρριψη της ανωτέρω επικουρικής βάσης της αγωγής το Ακυρωτικό επαναλαμβάνει στη μείζονα πρόταση τη διατύπωση ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία αν, «και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΑΠ Ολ 967/1973)». Την ίδια αρχή (του «μη ζημιούν υπαιτίως») επικαλούνται και άλλες αποφάσεις (ΠΠρΚερκ75/2005 Νόμος, ΑΠ 895/2004 ΔΕΕ 2005,298, ΑΠ 1145/2003 ΔΕΕ 2004,1179, ΕφΠειρ 50/2004 ΔΕΕ 2004,931). Περισσότερο πλήρης είναι η διατύπωση στις ΑΠ 836/2002 (ΔΕΕ 2002,1267) και ΑΠ 837/2002 (Νόμος), όπου γίνεται επίκληση και του στοιχείου του παρανόμου.
Ωστόσο, η επίκληση της ως άνω αρχής (κυρίως στην αφαιρετική της διατύπωση, αλλά ακόμα και στην περίπτωση που προστίθεται το στοιχείο του παρανόμου) δεν προάγει την ασφάλεια δικαίου (παρόλο που εδώ, κατ’ αποτέλεσμα, η δικαστική κρίση εμφανίζει συνέπεια με τα αναπτυχθέντα αναφορικά με την έλλειψη ενδοσυμβατικής ευθύνης). Για την αποδοχή αδικοπρακτικής ευθύνης δεν απαιτείται μεν ο εντοπισμός παραβίασης ρητής διάταξης νόμου, αλλά απαιτείται πάντως η παραβίαση ορισμένης υποχρέωσης που η έννομη τάξη, έστω συναγόμενα, αλλά πάντως με ικανοποιητικό βαθμό συγκεκριμενοποίησης, επιβάλλει στον κοινωνό, και όχι κάποιου «γενικού», αόριστου, καθήκοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, ελλείψει σχετικής διάταξης, εφόσον κρινόταν ότι η καλή πίστη επιβάλλει, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο κοινωνούς (τράπεζα και ιδιώτη), υποχρεώσεις ενεργητικής ασφάλειας. Ενδεχομένως το πεδίο όπου η καλή πίστη επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις στους κοινωνούς του δικαίου που έρχονται σε επαφή κατά τη συναλλακτική ζωή, τις οποίες ούτε οι ίδιοι έχουν προβλέψει ρητά σε μεταξύ τους σύμβαση, αλλά ούτε και ο νομοθέτης σε ρητή διάταξη, είναι το σημείο επαφής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, με την επιφύλαξη, για την περίπτωση της αδικοπρακτικής ευθύνης, της προϋπόθεσης της προσβολής εντοπιζόμενου έννομου αγαθού. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος προβληματισμός που αναπτύχθηκε ανωτέρω για τον καθορισμό του μέτρου επιμέλειας για τον εντοπισμό ενδοσυμβατικής ευθύνης (καλυπτόμενοι από την υποχρέωση αποτροπής κίνδυνοι και αναγκαία μέτρα αποτροπής) θα απαιτείτο και για τον εντοπισμό αδικοπρακτικής ευθύνης.
Υποστηρίζεται ότι οι κανόνες της καλής πίστης «ισχύουν μόνο στο πλαίσιο ενοχών ή γενικότερα ιδιαίτερων νομικών δεσμών», και γι’ αυτό η θεμελίωση υποχρεώσεων πρόνοιας δεν μπορεί να γίνει στους κανόνες της καλής πίστης, και να αποτελέσουν έτσι το θεμέλιο αδικοπρακτικών υποχρεώσεων (Μ. Καράσης, Συρροή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Ένα ψευδοπρόβλημα; Δνη 2005, 642). Η προηγηθείσα θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σημειώνει ο Μ. Σταθόπουλος ότι «η καλή πίστη είναι μια ηθική επιταγή που ξεπερνά το πεδίο εφαρμογής της ΑΚ 288» (Γενικό Ενοχικό, παρ. 5 αρ. 46). Η ως άνω αρχή προκρίνεται ως η κατάλληλη για τις αξιολογήσεις που απαιτεί η εφαρμογή της ΑΚ 914 (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 15 αρ. 41).
Παρατηρεί ο Φ. Δωρής ότι, η καλή πίστη αναπτύσσει ενέργεια «σε περιπτώσεις όπου δημιουργείται στενός σύνδεσμος μεταξύ των συναλλασσομένων, λόγω της πλοκής των συμφερόντων τους και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης…» (Περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας στις ρήτρες διεθνούς δικαιοδοσίας, σελ. 296), όπου γίνεται αναφορά στα χαρακτηριστικά της συναλλακτικής σχέσης. Η ως άνω εγγύτητα των μερών, που μπορεί να είναι τοπική, συμφερόντων ή και άλλη, η αμοιβαία εμπιστοσύνη που κατ’ ανάγκην λόγω της κοινωνικής επαφής δείχνουν τα μέρη μεταξύ τους, είναι δυνατόν να έχουν δημιουργηθεί κατόπιν συνάψεως ορισμένης σύμβασης. Ωστόσο, το ένα γεγονός (η εγγύτητα) διατηρεί την αυτοτελή του νομική σημασία έναντι του άλλου (της σύμβασης). Κλασική περίπτωση που προκύπτει αδικοπρακτική ευθύνη υπό τις ανωτέρω συνθήκες είναι η ιατρική ευθύνη. Στην ΕφΠειρ 50/2004 (ΔΕΕ 2004,931), σε περίπτωση σύμβασης διεθνούς χερσαίας μεταφοράς, κρίνεται ότι ο οδηγός του φορτηγού, το φορτίο του οποίου εκλάπη, ευθύνεται (τόσο ενδοσυμβατικά όσο και) αδικοπρακτικά «για την έλλειψη της σύνεσης και επιμέλειας περί τη φύλαξη του φορτίου» την οποία το δικαστήριο κρίνει ότι όφειλε, προσδιορίζοντας και το οικείο μέτρο της επιμέλειας. Το ότι η εγγύτητα των μερών και η συνακόλουθη δυνατότητα του εναγομένου επέμβασης στην έννομη σφαίρα του ενάγοντος (π.χ. στην κυριότητα επί ορισμένου πράγματος), δημιουργήθηκε κατόπιν συμβάσεως είναι δευτερεύον και όχι κρίσιμο για την αδικοπρακτική ευθύνη: Η σύμβαση θα μπορούσε να είναι και άκυρη, χωρίς να επηρεάζεται η δημιουγηθείσα εγγύτητα και συνακόλουθα οι υποχρεώσεις των μερών από την ως άνω στενή σχέση (Ανδρουλάκης, Γενικό Ποινικό, 231. Στο χώρο του ποινικού δικαίου, για την θεμελίωση της ευθύνης στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα ενέργειας, σημειώνεται ότι «ήδη από νωρίς έγινε δεκτό, ότι σημασία ενόψει θεμελιώσεως της “ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης” δεν έχει η σύμβαση καθεαυτήν (…) αλλά η εκούσια πραγματική ανάληψη των συμφωνημένων καθηκόντων»).
Οι αξιολογήσεις της αρχής της καλής πίστης μας προσφέρουν απαραίτητα κριτήρια για την επαρκή εξειδίκευση των συναγόμενων υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον κοινωνό. Η διαπιστούμενη αντίθεση των συμφερόντων των μερών που προκαλείται υπό συνθήκες εγγύτητας των δύο, μας υποχρεώνει να προβούμε σε στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, κεντρικό σημείο για τη λειτουργία της μεταξύ τους σχέσης, λειτουργία που εξυπηρετείται καλύτερα από την αρχή της καλής πίστης (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 15 αρ. 41, πρβλ. Ν. Παπαντωνίου, Η καλή πίστη στο αστικό δίκαιο, 90). Η ως άνω στάθμιση τελικά ανάγεται σε στάθμιση ανάμεσα στην ελευθερία δράσης και ανάπτυξης της προσωπικότητας αφενός, και στην αξίωση της προστασίας έννομων αγαθών και συμφερόντων αφετέρου. Η αρχή της αναλογικότητας έχει ομοίως σημαντική θέση (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 15 αρ. 41).
Ο βαθμός της εγγύτητας (ο σύνδεσμος που εντοπίζεται ανάμεσα στα δύο μέρη, με την έννοια του σε ποια έκταση και με ποιον τρόπο το ένα μέρος απέκτησε δυνατότητα εν τοις πράγμασι παρέμβασης στην έννομη σφαίρα του άλλου), ο βαθμός της δημιουργούμενης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, που ενδεχομένως να φτάνει στο σημείο το ένα μέρος να ανέλαβε (και εν τοις πράγμασι) κάποια εγγυητική θέση απέναντι στο άλλο, η δυνατότητα πρόβλεψης πραγμάτωσης ορισμένου κινδύνου, η ένταση του ως άνω κινδύνου, η φύση του διακινδυνευόμενου αγαθού (π.χ. ζωή ή ιδιοκτησία), η δυσχέρεια και ενδεχομένως το κόστος της λήψης μέτρων ή της υιοθέτησης συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης) αποφυγής του κινδύνου (εύλογες υποχρεώσεις συμπεριφοράς: όχι μόνο ό, τι επιβάλλουν, αλλά και ό, τι επιτρέπουν οι συνθήκες), είναι κρίσιμοι παράγοντες τους οποίους η καλή πίστη μας επιτρέπει μα και επιβάλλει να λάβουμε υπόψιν.

Χρυσάνθη Ευτ. Σαρτζετάκη, 
Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε. Αστικού Δικαίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...