Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Εκτέλεση κατά Δημοσίου, κατάσχεση στην Δ.Ο.Υ.

Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου 710/ 2012

Δικαστής: Βασιλική Βακούλα.
Περίληψη. Αναγκαστική εκτέλεση κατά του ελληνικού δημοσίου. Απόγραφο τελεσίδικης απόφασης Διοικτικού Πρωτοδικείου, η οποία επιδίκασε διαφορές αποδοχών σε δικαστικούς λειτουργούς, υπαλλήλους και υπαλλήλους υποθηκοφυλακείου. Αναγκαστική κατάσχεση επί χρημάτων του Δημοσίου στα χέρια Δ.Ο.Υ. για την ικανοποίηση της απαίτησης. Ανακοπή. Εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές και οι περί την κοινή αναγκαστική εκτέλεση (κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ) διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη ή ΝΠΙΔ σε βάρος του Δημοσίου κλπ. με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρ. 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, δεδομένου ότι η υποκείμενη σχέση ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο (είτε πρόκειται για τις τελεσίδικες και ανέκκλητες κατ΄ άρθ. 197 ΚΔΔ αποφάσεις είτε για τις προσωρινά εκτελεστές κατ΄ άρθ. 80 ΚΔΔ_).
Η εφαρμογή των διατάξεων περί αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ λαμβάνει χώρα "αναλόγως" κατά την παρ. 2 του άρθ. 199 ΚΔΔ. Οι διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 3 ΔιεθΣυμφΑτομΠολιτΔ (ν. 2462/1997), 6 ΕΣΔΑ (ν. 2329/1953 και ν.δ. 53/1974), 20 παρ. 1 Συντ. εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος, που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλ. το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητά της. Κατάργηση της απαγόρευσης εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, που επιδικάζουν σε βάρος του ελληνικού δημοσίου χρηματικές οφειλές (άρθ. 8 ν. 2095/1952), με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις. Η κατάργηση επιβεβαιώνεται από το άρθ. 95 παρ. 5 Συντ. και τον εκτελεστικό του ν. 3068/2002 (άρθ. 1, 4 παρ. 1). Διάκριση της περιουσίας του Δημοσίου σε δημόσιας και ιδιωτικής. Η πρώτη εξυπηρετεί άμεσα δημόσιους σκοπούς ενώ η δεύτερη έμμεσα μόνον - με την αξία ή τις προσόδους τους - τέτοιους δημόσιους σκοπούς, παρέχοντας στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ τα οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Στην ιδιωτική περιουσία του ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ υπάγονται όλες οι απαιτήσεις, ανεξάρτητα από την αιτία γέννησής τους, είτε ανάγονται στο ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά αυτά ποσά (έσοδα) εγγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό και μπορούν να αυξάνονται μονομερώς. Αντίθετα, η δημόσια περιουσία εξυπηρετεί το δημόσιο σκοπό με τη χρήση της, είναι ατομικά προσδιορισμένα και δεν είναι δεκτική μονομερούς επαύξησης. Η πρώτη (δημόσια περιουσία) είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορεί να κατασχεθεί, διότι τυχόν αποστέρηση του δημοσίου από αυτήν θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και του κράτους (966 ΑΚ). Οι λόγοι αυτοί δεν συντρέχουν αναφορικά προς τα έσοδα του κράτους, που προέρχονται από φόρους ή τέλη, ώστε να εφαρμοστεί σε αυτά αναλογικά ο κανόνας περί ακατασχέτου (ΑΚ 966), διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα "πράγματα" αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στο ελληνικό δημόσιο αορίστως χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες του δημοσίου. Διαφορετική, άλλωστε, αντίληψη, θα καθιστούσε ανενεργή την αναγκαστική εκτέλεση κατά του δημοσίου, μιας και τα έσοδα του κράτους από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων του. Τα έσοδα Δ.Ο.Υ. δεν είναι ακατάσχετα κατά το άρθ. 4 παρ. 1 ν. 3068/2002, καθώς δεν πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ούτε έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού ενώ τα έσοδα από φόρους και τέλη περιέρχονται στη Δ.Ο.Υ. αορίστως χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες υπέρ των εν γένει σκοπών του ελληνικού δημοσίου και ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του, έστω κι αν κατατίθενται στο λογαριασμό του κρατικού προϋπολογισμού, που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.

1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή το Ελληνικό Δημόσιο ζητάει να ακυρωθεί η 1852/2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ..., με την οποία κατασχέθηκε από το Ταμείο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.)... Ηρακλείου ποσό 99.290,06 ευρώ, σε εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού της 191/2001 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, για την είσπραξη από το ανακόπτον Δημόσιο του ως άνω ποσού που αφορά χρέος του προς τους καθών η ανακοπή.

2. Επειδή, στο άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος- η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο. 2. ... 3. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. 4...». Περαιτέρω, στο άρθρο Ι του ν. 1406/1983 «Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων...» ορίζεται ότι «1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)... ια) την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/1974 ΦΕΚ 90)». Εξάλλου, στο άρθρο 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) ορίζονται τα εξής: «1. Οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και προσωρινώς εκτελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής, αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται σε αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 918 του ίδιου Κώδικα. Οι παραπομπές γίνονται στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. 2. Ως προς το, κατά περίπτωση, επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατά την προηγούμενη παράγραφο καταψηφιστικών αποφάσεων και τη διαδικασία της εκτέλεσης τους, εφαρμόζονται αναλόγως οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. 3. Αν πρόκειται για καταψηφιστικές αποφάσεις υπέρ του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφαρμογή έχουν οι εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων σε συνδυασμό προς την ειδική νομοθεσία που διέπει κάθε νομικό πρόσωπο».

3. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται και τα εξής: Το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά, δεν παρέχει δε στον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει διαφορές, οι οποίες είναι ιδιωτικές, ως διοικητικές με συνέπεια την υπαγωγή τους στα διοικητικά δικαστήρια ή διαφορές, οι οποίες είναι διοικητικές, ως ιδιωτικές με συνέπεια την υπαγωγή τους στα πολιτικά δικαστήρια. Εξάλλου, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης τίτλος, είναι σχέση δημοσίου δικαίου, άλλως, αν δηλαδή η υποκείμενη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 5 και 8/1989, 18/1993). Η υποκείμενη, όμως, σχέση δεν αναζητείται μόνο στις διαφορές τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση (πριν ή μετά την έναρξη αυτής κατά το άρθρο 73 ΚΕΔΕ) αλλά και σε άλλες διαφορές (όπως π.χ. στις διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ΑΕΔ 2/1993 σε ΔιΔικ 1994- 63), όπου δεν είναι ορατή σε πρώτο επίπεδο η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η εκάστοτε διαφορά και η οποία (έννομη σχέση) αποτελείτο ασφαλέστερο κριτήριο διάκρισης των διαφορών σε ιδιωτικές ή διοικητικές, όταν το ένα μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή άλλο Ν.Π.Δ.Δ. Αν δηλαδή η υποκείμενη (έννομη) σχέση διέπεται από το δημόσιο δίκαιο η εξ αυτής προερχόμενη διαφορά είναι διοικητική και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών, δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές (βλ. ήδη άρθρο 217 ΚΔΔ), και οι περί την κοινή αναγκαστική εκτέλεση (κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ) διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη ή Ν.Π.Ι.Δ. σε βάρος του Δημοσίου κλπ, με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, δεδομένου (όταν πρόκειται για τελεσίδικες ή ανέκκλητες αποφάσεις που δημιουργούν δεδικασμένο κατ` άρθρο 197 ΚΔΔ) ότι η υποκείμενη σχέση ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο ή αν (προκειμένου για προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις κατ άρθρο 80 ΚΔΔ) η υποκείμενη σχέση ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο, εμπίπτουν ως διοικητικές διαφορές ουσίας, στην κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 του Συντάγματος και Ι παρ. Ι του ν. 1406/1983 δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρμόζουν «αναλόγως» (σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 199 ΚΔΔ) τις διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων (δηλαδή τις σχετικές περί αναγκαστικής εκτελέσεως καταψηφιστικών δικαστικών αποφάσεων διατάξεις του ΚΠολΔ). Άρα, οι τελευταίες αυτές διαφορές, συνιστούσαν και στο παρελθόν (όπου ήταν επιτρεπτή η αναγκαστική εκτέλεση καταψηφιστικών δικαστικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων σε βάρος κάποιου Ν.Π.Δ.Δ.) ουσιαστικές διοικητικές διαφορές, οι οποίες ανήκαν προσωρινά στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. άρθρο 59 παρ. 2 του π.δ. 341/1978) και ήδη μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 1406/1983 μεταφέρθηκαν οριστικά, κατά τα ανωτέρω, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΔιοικΠρΑΘ 3896/2004, ΜονΠρΛαρ 199/2001).

4. Επειδή, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που μαζί με το Προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α` 25), επικυρώθηκε και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997, έχει δε υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού, ορίζει ότι «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) ... γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή». Προς τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ. 53/1974, καθώς και το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάστηκε από το δικαστήριο, δηλαδή, το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της. Από τους ως άνω κανόνες δικαίου, που καθιερώνουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία έπεται ότι δεν εφαρμόζεται και θεωρείται ως καταργηθείσα η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2095/1952, με την οποία καθιερώθηκε προνόμιο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστάμενο στην απαγόρευση εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που επιδικάζουν σε βάρος του χρηματικές οφειλές. Επομένως, δεν είναι πλέον ανεπίτρεπτη η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης που επιδικάζει χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, ούτε η επίδοση απογράφου με επιταγή προς πληρωμή τέτοιων απαιτήσεων (ΟλΑΠ 21/2001). Άλλωστε, η κατάργηση της ευεργετικής για το Δημόσιο διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2095/1952 επιβεβαιώνεται με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει ότι: «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης» και το άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «... Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3068/ 2002 (ΦΕΚ Α` 274), ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει» και στο άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών...».

5. Επειδή, η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διακρίνεται: α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στο Ελληνικό Δημόσιο και τα ν.π,δ.δ. οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η «ιδιωτική περιουσία» του Ελληνικού Δημοσίου και των ν.π,δ.δ. υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές τους (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002). Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη «δημόσια περιουσία» είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές (άρθρο 966 του ΚΠολΔ). Στην «ιδιωτική περιουσία» του Ελληνικού Δημοσίου και των ν.π,δ.δ. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησης τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Κράτους, το οποίο και έχει την ευχέρεια να τα αυξάνει μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες του. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη «δημόσια περιουσία», διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ` αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημόσιο σκοπό με τη «χρήση» τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία του θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και του Κράτους εν γένει, γι` αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά «εκτός συναλλαγής», με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητας τους, η αναγκαστική κατάσχεση τους. Δεν συντρέχουν όμως οι λόγοι αυτοί ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στα έσοδα του Κράτους που προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα», αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών του Ελληνικού Δημοσίου. Τα έσοδα δε του Κράτους από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων του. Επομένως αν αυτά ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο (πρβλ. ΟλΑΠ 17/2002, ΑΠ 2354/2009).

6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α`97) ορίζεται ότυ «1. Οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινώς εκτελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται σε αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 918 του ίδιου Κώδικα. Οι παραπομπές γίνονται στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. 2. Ως προς το, κατά περίπτωση, επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατά την προηγούμενη παράγραφο καταψη-φιστικών αποφάσεων και τη διαδικασία της εκτέλεσης τους εφαρμόζονται αναλόγως οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων». Περαιτέρω, στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ορίζεται, στο άρθρο 904, ότι «1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι είναι: α) οι τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β)...» και στο άρθρο 918, ότι: «1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελε-στήριο τύπο (απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοση του στο όνομα του Ελληνικού λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο. 2. Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται: α) σε αποφάσεις, από τον δικαστή που εξέδωσε την απόφαση ή αν πρόκειται για απόφαση πολυμελούς δικαστηρίου από τον πρόεδρο, β)...». Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι βάση για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου αποτελεί η καταψήφιση χρηματικής απαίτησης με τελεσίδικη, ανέκκλητη ή προσωρινώς εκτελεστή οριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, αντίγραφο της οποίας με επιταγή προς εκτέλεση νομίμως δίνεται από τον αρμόδιο δικαστή. Εξάλλου, στο άρθρο 933 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ορίζεται ότι: «1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο Ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση είναι απόφαση του Ειρηνοδικείου, και στο Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. 2.... 3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330.4....» και στο άρθρο 951 ότι: «1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης».

7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 191/2001 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου έγινε δεκτή καταψηφιστική αγωγή των καθών η ανακοπή δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων και υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου και υποχρεώθηκε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα από αυτούς τα ποσά που αναγράφονται στο διατακτικό αυτής, ως διαφορές αποδοχών, λόγω μη καταβολής σ` αυτούς του επιδόματος οικογενειακών βαρών από 1.1.1996 έως 31.12.1996 και της οικογενειακής παροχής από 1.1.1997 έως 31.12.1998. Έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε με την 131/2002 τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Μετά από αυτό, εκδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω 191/2001 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αντίγραφο του οποίου με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο την 1.10.2002. Ακολούθως, οι καθών η ανακοπή, δυνάμει της με 1852/18.12.2002 έκθεσης κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση επί χρημάτων του ανακόπτοντος, ποσού 99.290,06 ευρώ, για την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεων τους. Ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη ανακοπή, ζητάει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η ένδικη κατάσχεση έγινε χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου.

8. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που με επίσπευση των καθών η ανακοπή και για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης τους οικογενειακού επιδόματος έχει αρχίσει σε βάρος του ανακόπτοντος (με την 1852/2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ..., σε εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού της 191/2001 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου). Η ανακοπή αυτή, κατά τα άρθρα 933 και 938 του ΚΠολΔ (τα οποία εφαρμόζονται εδώ αναλόγως), αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ως άνω διαφοράς περί την εκτέλεση αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

9. Επειδή, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η κατάσχεση, στα χέρια του 99.290,06 ευρώ, εσόδων της ... ΔΟΥ Ηρακλείου, είναι άκυρη, επειδή είναι αντίθετη στο αρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού τα επίδικα έσοδα δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις απαιτήσεων των οποίων η προαναφερόμενη διάταξη απαγορεύει την κατάσχεση, δηλαδή απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού. Οσον αφορά τους φόρους και γενικά τα τέλη, δεν απαγορεύεται γενικά η κατάσχεση τους, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα», αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στις ΔΟΥ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών του Ελληνικού Δημοσίου και ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία αυτού. Άλλωστε, δεν τα καθιστά τέτοια το γεγονός ότι αυτά, μετά την είσπραξη τους κατατίθενται στο λογαριασμό του κρατικού προϋπολογισμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, με σκοπό να διατεθούν για ειδικούς δημόσιους σκοπούς, όπως γενικόλογα υποστηρίζει το ανακόπτον, αφού τότε πρακτικά θα κατέληγαν να είναι ακατάσχετες σχεδόν όλες οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά τρίτων, γεγονός που αντιβαίνει στη διάταξη του αρθρ. 20 § 1 του Συντάγματος, αλλά και στην υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του αρθρ. 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3763/2009 (ΦΕΚ Α` 80) που ορίζει ότι: «Στο άρθρο 11 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α` 247) προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: 3. Οι εισπράξεις δημοσίων εσόδων που πραγματοποιούνται από τους διαχειριστές ή τους ταμίες των Δ.Ο.Υ, τους ειδικούς ταμίες ή τα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) στα οποία έχει ανατεθεί η είσπραξη, καθώς και το περιεχόμενο των χρηματοκιβωτίων των Δ.Ο.Υ. είναι ακατάσχετα», δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς έχει έναρξη ισχύος από 27.5.2009 και συνεπώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, η ενλόγω κατάσχεση διακινδυνεύει τη λειτουργία του κρατικού προϋπολογισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς το επίδικο ποσό είναι πολύ μικρό και δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί ο κρατικός προϋπολογισμός από την κατάσχεση του, ενώ το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι το ποσό που προβλέπει ο κρατικός προϋπολογισμός για την πληρωμή των κρατικών χρεών του ενλόγω οικονομικού έτους έχει καλυφθεί.

10. Επειδή, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του εκτέλεση γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος, διότι οι καθών οι ανακοπή προέβησαν στην αναγκαστική είσπραξη του ενλόγω ποσού, ενώ όφειλαν να ζητήσουν την καταβολή του με αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία. Ωστόσο, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς βάσει των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 2 του ν. 3068/2002, η διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις, ενώ η αναγκαστική εκτέλεση είναι μία νόμιμη διαδικασία που προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις. Εξάλλου, ο λόγος που προβάλλεται από το ανακόπτον ότι η κατάσχεση από τους καθών η ανακοπή όλου του οφειλόμενου κατά την απόφαση ποσού και των τόκων, χωρίς να παρακρατηθεί ο αναλογούν φόρος 20% εκ του ποσού που κατασχέθηκε είναι άκυρη, καθώς ο μισθός που καταβάλλεται στους μισθωτούς με δικαστική απόφαση αποτελεί εισόδημα που υπόκειται σε φόρο, αλυσιτελώς προβάλλεται και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί

11. Επειδή, κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί και το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, εκτιμώμενων των περιστάσεων, να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα των καθών η ανακοπή (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...