Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ασφ. μέτρα, διακοπή ύδρευσης, διαρκείς συμβάσεις, ρύθμιση κατάστασης.

 ΜΠρΠατρ 220/2015, Δνη 2015.1465.

Πρόεδρος: Σαλώμη Μούζουρα.

ΠερίληψηΑσφαλιστικά μέτρα. Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως δεν είναι επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, διότι προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση στην κύρια διαγνωστική δίκη. Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης. Αν αντικείμενο της αξίωσης είναι διαρκείς παροχές, όπως συμβαίνει στις προμηθευτικές συμβάσεις με οργανισμούς κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.), είναι δυνατή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Διακοπή της σύμβασης υδροδότησης ακινήτου. Η αξίωση της αιτούσας για συνεχή παροχή νερού μπορεί να αποτελέσει αντικίμενο αίτησης για προσωρινή ρύθμιση της απορρέουσας από διαρκή σύμβαση κατάστασης και δεν προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ. Η αιτούσα δεν είναι νομίμως εγκατεστημένη στη ΒΙΠΕ και δεν έχει δικαίωμα υδροδότησης έναντι της καθ΄ ης.
Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων (πρβλ. 692 § 1 ΚΠολΔ), με τα οποία ορισμένη κατάσταση (682 ΚΠολΔ), που έχει διαμορφωθεί ή τείνει να διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων, αντιμετωπίζεται προσωρινά, ωσότου κριθούν οριστικά οι έννομες σχέ­σεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κύριας δίκης (βλ. Κράνη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000], υπό άρθρο 731, αριθ. 1, ο ίδιος ό.π. Εισαγ. Παρατ. άρθ. 682-738 αριθ. 16, άρθ. 682 αριθ. 5). Στη βάση δηλαδή, της ρυθμιστέας κατάστασης πρέπει να υπάρχει ορισμένο δικαίωμα που προσβλήθηκε ή κινδυ­νεύει να προσβληθεί ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, γι` αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης απλές πραγματικές καταστάσεις (βλ. Κράνη, ό.π. αρθρ. 682 αριθ. 8). Υπό την έννοια αυτή η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης καλύπτεται από τα άρθρα 731-736 και έχει ευρύτερο περιεχόμενο από απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα (βλ. Κράνη, ό.π. αρθρ. 682 αριθ. 3), αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέ­σεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιική ειρήνη. Στο πλαίσιο αυτό το άρθρο 731 προβλέπει ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο εκδηλώ­νεται η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου, την επι­βολή υποχρέωσης για ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Αντίθετα η καταδίκη σε δήλωση βού­λησης (ενέργεια νομικής πράξης) δεν είναι επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, αφού προϋποθέτει τελεσίδικη από­φαση στην κύρια διαγνωστική δίκη (ΚΠολΔ 949), ενώ οδηγεί και σε πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου δικαιώματος (βλ. Κράνη, ό.π. άρθ. 731 αριθ. 3). Αιτών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται διατάραξη στις έννομες σχέσεις του με τον αντίδικο του. Σε αντι­στοιχία με τη διατάραξη και τα όρια της ουσιαστικής αξίωσης του πρέπει να τελεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 731 πράξη. Στην ουσία η ρύθμιση του άρθρου 731 ΚΠολΔ αποτελεί προσωρινή επιδίκαση της αντί­στοιχης αξίωσης προς ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης. Το είδος της διατάραξης στις έννομες σχέσεις των διαδίκων είναι αδιάφορο και μπορεί να προέρχεται από όλο το φάσμα των ουσιαστικών έννομων σχέσεων τους, σε οποιονδήποτε κλάδο του δικαίου και αν εντάσσονται, αρκεί να υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Κράνη, ό.π. άρθ. 683 αριθ. 1). Αν η ασφαλιστέα αξίωση έχει ως αντικείμενο επαναλαμβα­νόμενες παροχές με μεγάλη χρονική διάρκεια, όταν δηλαδή η ασφαλιστέα αξίωση αφορά την απόλαυση αγαθών διαρκώς, στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέ­σης, τότε τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμι­σης της κατάστασης, η έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν οι διαρκείς παροχές. Προκαταβολικά πρέπει να σημειωθεί, ότι στις διαρκείς συμβάσεις το είδος και το μέγεθος της οφειλόμενης παροχής εξαρτάται από τον παράγοντα χρόνο. Εν προκειμένω η εκπλήρωση της παροχής εκτείνεται σε μακρό (συνεχή ή διακοπτόμενο) χρόνο (βλ. Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό δίκαιο, γενικό μέρος, 1999, § 4 II 8 σ. 57 αριθ. περιθ. 34), γίνεται δηλαδή με συνεχή ενέργεια ή παράλειψη. Στην κατηγο­ρία αυτή θα πρέπει να υπαχθούν και οι παροχές που η εκπλήρωση τους γίνεται περιοδικώς, περιλαμβάνουν πολλές στιγμιαίες πράξεις, οι οποίες όμως παρουσιά­ζουν μια ενότητα και συνέχεια κατά την εκτέλεση (λει­τουργία) τους και επιπλέον τα μέρη δεν ενδιαφέρονται μόνο για το αποτέλεσμα, αλλά και για την ομαλή εκπλή­ρωση κατά τις ενδιάμεσες φάσεις (Στέλιος Γ. Σταματόπουλος, «Αρχές (όρια και μέτρο) των ασφαλιστικών μέτρων στην πράξη» Δ 2003. 816 επ.). Σε αυτό λοιπόν το ερώτημα υποδεικνύεται κατ` αρχήν η καταφατική απάντηση, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι «προσωρινές» παροχές έχουν περιορισμένη έκταση, σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Η ίδια (καταφατική) απάντηση προτείνε­ται και για τις περιπτώσεις εκείνες που η προσωρινή επιδίκαση περιορίζεται σε μικρό χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τη συνολική διάρκεια της έννομης σχέσης, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιούχος θα απολαύσει τα αγαθά που αναμένει με την ικανοποίηση της απαίτησης του. Ανακύπτει όμως το ερώτημα ποιο θα είναι εκείνο το σταθερό και αναμφισβήτητο κριτήριο που θα διακρίνει την «περιορισμένη έκταση» της προσωρινής παροχής από εκείνη που θα κριθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης ή το «μικρό χρονικό διάστημα» σε σχέση με τη συνολική διάρκεια της έννομης σχέσης. Γι αυτήν την κατηγο­ρία λοιπόν ειδικά, οι διατάξεις των άρθρων 728 § 1 και 734 § 2 προβλέπουν εξαιρέσεις από τον κανόνα της ΚΠολΔ 692 § 4. Έτσι τίθεται το ερώτημα: έξω από τον κύκλο των περιπτώσεων που ρυθμίζουν αυτές οι ανω­τέρω διατάξεις, νοείται ασφαλιστικό μέτρο όταν αντικεί­μενο της ασφαλιστέας αξίωσης είναι διαρκείς παροχές; Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτης της κατηγορίας είναι οι διαφορές από παροχές κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.) (προμηθευτικές συμβάσεις) ή οι σχετικές διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας και την άκυρη, κατά τους ισχυρισμούς του εργαζομένου, καταγγελία αυτής, ώστε να παρίσταται αναγκαία η προσωρινή επαναπρόσληψη αυτού [του εργαζομένου]- βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π. σ. 825). Υποστηρίζεται λοιπόν, για παράδειγμα, στις προμηθευτικές συμβάσεις, ότι αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση να πραγματο­ποιήσει η ΔΕΗ τη διακοπή της ηλεκτροδότησης στο πλαίσιο υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, τότε δεν υφί­σταται πρόβλημα από τη ρύθμιση του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή καταδίκη της ΔΕΗ να καταρ­τίσει με τον αιτούντα σύμβαση ηλεκτροδότησης, τότε το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει τη ΔΕΗ να ηλε­κτροδοτήσει το ακίνητο του αιτούντος, αφού με ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο θα ικανοποιείται το ασφαλι­στέο δικαίωμα (Μπέης, ΠολΔ 692 § 5.1.2 σ. 138, βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π. σ. 826). Έτσι, το επιτρεπτό της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, προκειμένου για διαρκείς συμβάσεις από παροχές κοινής ωφέλειας (προμηθευτι­κές συμβάσεις) έχει κατ` επανάληψη απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία κυρίως με αφετηρία προβλη­ματισμού το κατά πόσον η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης σε ανάλογες περιπτώσεις προσκρούει στη ρύθμιση του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ. Κατά μία άποψη, στην περίπτωση των προμηθευτικών συμβάσεων, εφό­σον το αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση της κοινωφελούς παροχής (π.χ. ηλεκτροδότησης, υδροδότησης κ.ο.κ.), τότε ζητεί­ται παραδεκτά η απαγόρευση διακοπής της στο πλαί­σιο προσωρινών μέτρων ρύθμισης της κατάστασης (βλ. σχετ. Παρατηρήσεις Παν. Σ. Γιαννόπουλου, σε ΕΠολΔ 2012.491 υπό την ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012.485, Μπέη, ΠολΔ, άρθ. 692, σ. 138, Κράνη σε Κεραμέα/Κον­δύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000], άρθ. 731/732, αριθ. 5 in fine. Στ. Σταματόπουλος, ό.π. σ. 826, Απαλαγάκη {-Τρια­νταφυλλίδης), ΚΠολΔ, 2010, άρθ. 732 αριθ. 6, Βαθρακοκοίλης. Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 2012, άρθ. 731-732, αριθ. 232, Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ II, άρθ. 731 αριθ. 21-22, ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992. 223 με ενημερωτικό σημείωμα Στ. Σταματόπουλου και παρατηρήσεις Βασ. Κυπραίου και Κων Μπέη σε Δ 1992. 225, ΜΠρΚοζ 56/2009 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΑΘ 3745/2005 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΑΘ 9275/2005 Δ 2006. 395), με επίκληση προεχόντως του διαρκούς χαρακτήρα της σύμβασης (ΜΠρΧαλκ 203/1991Δ1992.223), του επιχειρήματος ότι σε ανάλογες περιπτώσεις δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προ­σωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρ­χαν στη διαμορφωμένη κατά το χρόνο που επιχειρή­θηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννο­μης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρ­θωτης βλάβης καθ` όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠρΚοζ 56/2009 ΤΝΠ-Νόμος) και τέλος ότι στις περιπτώσεις που ο πάροχος των κοινωφελών υπηρεσιών έχει δεσπό­ζουσα ή καθολική θέση στην αγορά, η απειλή διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του λόγω μη ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων του, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΜΠρΑγριν 441/2012 ό.π., βλ. Παρατηρή­σεις Παν. Γιαννόπουλου, σε ΕΠολΔ 2012. 491 επ.). Η αντίθετη άποψη αποκρούει τη δυνατότητα λήψης ασφα­λιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης της κατάστα­σης με αντικείμενο την απαγόρευση διακοπής της παροχής των υπηρεσιών στις προμηθευτικές συμβά­σεις, με επίκληση του επιχειρήματος ότι στη θετική υπο­χρέωση του παρόχου για τη θετική παροχή των υπηρεσιών του αντιστοιχεί και μια αρνητική προς παράλειψη; η υποχρέωση προς μη διακοπή της παροχής (ΜΠρΛαμ 473/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΖακ 622/2010 ΕφΑΔ 2011. 339, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Αρμ 2002. 1601, ΜΠρΧαλκ 695/1993 ΕλλΔνη 1994. 194, ΜΠρΧαλκ 474/1993 ΕλλΔνη 1994. 193). Κατά τη θέση αυτή, η τελευταία υποχρέωση, ως μη αυτοτελής και παρεπόμενη, δεν έχει αυτοτελή υπόσταση, αφού αποτελεί την άλλη πλευρά της υποχρέωσης για θετική παροχή, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εν προκειμένω ασφαλιστέα απαίτηση και κατ` επέκταση, ούτε και ασφαλιστικά μέτρα. Προτεί­νεται ακόμη (ΜΠρΖακ 622/2010 ΕφΑΔ 2011. 339) το επιχείρημα ότι αφενός δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί ο πάροχος, με απόφαση ασφαλιστι­κών μέτρων να μην «καταγγείλει» την προμηθευτική σύμβαση (υπό την έννοια της διακοπής της παροχής των υπηρεσιών), που έχει συνάψει με τον αιτούντα, διότι θα πρόκειται για προσωρινή καταδίκη σε μη δήλωση βούλησης, ενόψει του ότι η καταγγελία, ως μονομερής δικαιοπραξία, είναι δήλωση της βούλησης, και ότι περαιτέρω δεν υπάρχει στον νόμο διάταξη που να καθιερώνει αυτού του είδους την παροχή, και αφε­τέρου ότι η απειλή του οφειλέτη ότι στο μέλλον δεν θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ούτε προσβολή των αντίστοιχων αξιώσεων του δανειστή αποτελεί, ούτε το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας στοιχειοθετεί. Όπως ορθά αντιπαρατηρείται (Σταματόπουλος, ό.π., 826 υποσημ. 33), η ανω­τέρω ερμηνευτική εκδοχή δεν παρουσιάζεται πειστική στο βαθμό που παραγνωρίζει ότι η υποχρέωση προς παράλειψη δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την αντί­στροφη όψη της υποχρέωσης για θετική παροχή, με περαιτέρω αποτέλεσμα να καταλήγει να εξαρτάται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από την εκάστοτε θεώρηση της αυτής έννομης σχέσης. Αμφίβολο εξ άλλου πρέπει να θεωρηθεί αφενός το κατά πόσον η διακοπή της παροχής των υπηρεσιών μπορεί να θεωρηθεί ως «καταγγελία» (ορθότερος θα έπρεπε να θεωρηθεί ο χαρακτηρισμός της ως «επίσχεσης» ή άσκησης ένστα­σης μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, δεδομένου ότι η διακοπή της εκτέλεσης ορισμένης σύμβασης δεν ταυ­τίζεται εννοιολογικά με την καταγγελία αυτής), ενώ και το επιχείρημα ότι η απαγόρευση παράβασης ορισμένης εξομοιώνεται λειτουργικά με «καταδίκη σε μη δήλωση βούλησης» ελέγχεται ως προς το νομικό του έρεισμα, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση αφενός μεν η καθεαυτή παροχή των υπηρεσιών αποτελεί υλική πράξη, αντίστοιχα δε η διακοπή της παροχής, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος ή η σύμβαση, αποτελεί συμβατική παράβαση, που ενερ­γοποιεί αντίστοιχα την αξίωση προς εκπλήρωση κατά το άρθρο 287 ΑΚ. Αμφίβολης ορθότητας, τέλος, θα πρέ­πει να θεωρηθεί και ο προτεινόμενος περιορισμός της εμβέλειας των ασφαλιστικών μέτρων κατά τρόπο που να αποκλείεται των ορίων της προσωρινής δικαστικής προστασίας η επαπειλούμενη συμβατική παράβαση, αφενός μεν επειδή η περίπτωση μπορεί να ενταχθεί αβίαστα στο εννοιολογικό εύρος της επείγουσας περί­στασης και αφετέρου επειδή η κατά το άρθρο 287 ΑΚ αξίωση προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης προς εκτέλεση υλικής πράξης, όταν αποδεδειγμένα επί­κειται παράβαση των υποχρεώσεων του οφειλέτη, είναι αγώγιμη είτε υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγω­γής, είτε της αγωγικής για καταδίκη σε πράξη (945, 946 ΚΠολΔ) ή παράλειψη ή ανοχή (947 ΚΠολΔ) και κατ` αποτέλεσμα δεκτική προστασίας στο πεδίο των ασφα­λιστικών μέτρων (βλ. Παρατηρήσεις Παν. Γιαννόπου­λου, σε ΕΠολΔ 2012. 491 επ.).

Με την κρινόμενη αίτηση της η αιτούσα επικαλού­μενη ότι κατεπείγον και άμεσο κίνδυνο κλεισίματος της επιχείρηση της, ζητά να ρυθμιστεί προσωρινά η κατά­σταση και ειδικότερα, για τους εκτιθέμενους σε αυτήν [αίτηση] λόγους, να υποχρεωθεί η καθ` ης: α] να επα­νασυνδέσει την παροχή ύδρευσης στο μίσθιο πυρηνελαιουργείο της στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, ιδιοκτησίας της εται­ρείας «...», τοποθετώντας εκ νέου το αφαιρεθέν υδρόμετρο και β] να εκδίδει εφεξής τα τιμολόγια παροχής των κοινόχρη­στων δαπανών επ` ονόματι αυτής [αιτούσας εταιρείας]. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση, η οποία αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της (κατ` άρθρο 683 § 1 ΚΠολΔ, Ι.Κατράς, «Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων-Αναγκαστικής Εκτέλεσης-Διαταγών Πληρωμής και Απόδοσης», έκδ. 2009, § 86, Β1, σ. 420 και § 10, ΑΙ, σ. 108, Τζίφρας, «Ασφα­λιστικά Μέτρα», 4η εκδ. [1985], II, σ. 294- με την επι­σήμανση ότι το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ανάγεται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, ώστε να μην τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 54 αυτού [ήτοι της υπ` αριθ. Φ/Α.5/22/14887/937 (ΦΕΚ Β 3536/31.12.2012) ΥΑ «Έγκριση του Κανονι­σμού Λειτουργίας της Βιομηχανικής Περιοχής Πατρών σύμφωνα με το άρθρο 63 § 4 του ν. 3982/2011 (ΦΕΚ 143/Α)» που ορίζει ότι «για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, ορίζονται αποκλειστικώς αρμό­δια τα Δικαστήρια των Αθηνών» (πρβλ. ΑΠ 1146/2008 ΤΝΠ-Νόμος), καθόσον το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα και δη η αξίωση για συνεχή παροχή νερού που σχετίζεται με την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονι­σμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών δεν είναι αντικεί­μενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 682 ΚΠολΔ, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας κατ` αρθρ. 20 § 1 Συντάγματος (βλ. ΑΠ 75/2014 ΧρΙΔ 2014. 448). Περαιτέρω η ένδικη αίτηση που είναι επαρ­κώς ορισμένη, παρά του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ` ης, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο αίτημα της, διότι προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, δεκτού γενομέ­νου του σχετικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού της καθ` ης, ενώ κατά το πρώτο αίτημα της, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατά­ξεις των άρθρων 361, 200, 281 και 288 ΑΚ σε συνδυα­σμό με τις διατάξεις των άρθρων 682 § 1 εδ. α`, 731 και 732 ΚΠολΔ. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τις συν­δυασμένες διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, το Δικαστήριο μπορεί, ώσπου να εκδώσει στο πλαίσιο της κύριας δίκης την τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφαση του, να διατάξει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, επιλέγοντας το κατά την κρίση του προσφορότερο ασφαλιστικό μέτρο σύμφωνα με τα άρθρα 731 και (ιδίως) 732 ΚΠολΔ (βλ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία τ. 16 (1990), υπό το άρθρο 732, § 3.12 σ. 809). Συγκεκριμένα η σύμβαση υδροδότησης είναι διαρκής, αφού ως διαρκείς χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, στις οποίες, κατά τη βούληση των μερών, η διάρκεια απο­τελεί περιεχόμενο της παροχής και σε αυτές [διαρκείς συμβάσεις] εντάσσονται και οι λεγόμενες προμηθευτι­ κές συμβάσεις, όπου υπάρχει υποχρέωση του προμη­θευτή να παράγει και προμηθεύει συνεχώς το συμφω­νημένο αντικείμενο (βλ. Κουκιάδη, «Τινά περί των διαρ­κών ενοχικών συμβάσεων», Αρμ ΚΗ`, § Α, σ. 749 επ. και ιδίως 751, Σταθόπουλο στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου. Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 361-373, αρ. περιθ. 20-21, Παπακώστα-Κατσιάνη, «Ανατροπή των διαρκών συμβατικών σχέσεων» ΝοΒ 29, § Ι σ. 790/1, βλ. γενικά για τις διαρκείς συμβάσεις Ζούρλα, ΕρμΑΚ εισαγ. άρθ. 361- 373 αρ. περιθ. 54, Αστ. Γεωργιάδη, «Ενοχικό δίκαιο-Γενικό Μέρος», § 3 (2β), σ. 63/4, Ζέπο, ΕνοχΔ Ι, σ. 334, Μαντζούφα, ΕνοχΔ 3η έκδ. σ. 27). Στην προκεί­μενη δε περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα (το οποίο σημειωτέον δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμε­λιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 682 ΚΠολΔ, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας κατ` άρθ. 20 § 1 Συντάγματος - βλ. ΑΠ 75/2014 ΧρΙΔ 2014. 448) και δη η αξίωση για συνεχή παροχή νερού απορρέει από διαρκή [προμηθευτική] σύμβαση και γι' αυτό το Δικαστή­ριο μπορεί να διατάξει σύμφωνα με τα άρθρα 731 και 732 ΚΠολΔ την προσωρινή ρύθμιση της απορρέουσας από τη διαρκή σύμβαση υδροδότησης κατάσταση προκειμένου να εξακολουθήσει προσωρινά να βρίσκεται σε λειτουργία η διαρκής έννομη σχέση, με λήψη ασφαλιστι­κού μέτρου και δη την προσωρινή ρύθμιση της κατάστα­σης (ΚΠολΔ 731, 732) ώσπου να εκδοθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης η τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφαση (βλ. Κράνη, ό.π. υπό τα άρθρα 731-732 αριθ. 5 in fine αναφορικά με τις διαφορές από διαρκείς παροχές κοινής ωφέλειας). Επιπλέον, δεν προ­σκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, διότι η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου δεν οδηγεί στην ολοκληρωτική ικανοποίηση της προαναφερόμενης εκ του ουσιαστικού δικαίου ασφαλι­στέας και προσωρινώς ρυθμιστέας αξίωσης, καθόσον τούτη έχει ως αντικείμενο παροχή διαρκή και όχι εφά­παξ εκπληρωτέα, αλλά απλώς διατηρεί προσωρινά σε λειτουργία τη διαρκή [προμηθευτική] σύμβαση και συνε­πώς δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής δια­τήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στη διαμορφωμένη κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η μετα­βολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ` όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (βλ. Παρατηρήσεις Π. Γιαννό­πουλου, ό.π. σ. 491). Δηλαδή λόγω της διάρκειας (εδώ: της περιοδικότητας) των παροχών της υποχρέωσης του οφειλέτη, η προαναφερόμενη εκ του ουσιαστικού δικαίου ασφαλιστέα και προσωρινώς ρυθμιστέα αξίωση έχει τόση διάρκεια, όση και η έννομη σχέση, από την οποία απορρέει (ad hoc ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992. 223, Μπέης, ΠολΔ 692, § 4.2.4 σ. 122/4 και § 5.1.2 σ. 137/8 και άρθρο 731 § 3.44 σ. 772, ΜΠρΑΘ 15611/1989 Δ 21. 874, ΜΠρΑΘ 18001/1982 ΕΕργΔ 42.185, ΜΠρΠειρ 2491/1982 ΝοΒ 31. 557). Έτσι, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου δεν δημιουργεί αμετάκλητες ή δυσχερώς αναστρέψιμες καταστάσεις, που ματαιώνουν τον πρακτικό σκοπό της κύριας δίκης (βλ. Κράνη ό.π., υπό το άρθρο 692 αριθ. 3 και υπό τα άρθρα 731-732 αριθ.in fine αναφορικά με τις διαφορές από διαρκείς παρο­χές κοινής ωφέλειας για την τελευταία αυτή περίπτωση βλ. και Μπέη, ό.π., υπό το άρθρο 731 παρ. 4.4.1 σ. 781 - για το ότι η ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώμα­τος από μόνο της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αλλά πρέ­πει αυτή [ικανοποίηση] να συνδυάζεται με την πιθανολόγηση του ασφαλιστέου δικαιώματος και ως εκ τούτου με τη μη δημιουργία αμετάκλητης κατάστασης αντίθετης με εκείνη που πρόκειται να δημιουργηθεί με τη διαγνωστική δίκη: βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π., σ. 827).

Η καθ` ης με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά την προφορική συζήτηση της ένδικης αίτησης, που περιλήφθηκε και στο έγγραφο σημείωμα της, αρνεί­ται αιτιολογημένα τα θεμελιωτικά της υπό κρίση αίτησης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα αρνείται: α] την ενεργητική νομιμοποίηση της αιτούσας, διατεινόμενη ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, η αιτούσα δεν είναι νομίμως εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών (ούτε και επικαλείται τις προϋποθέσεις νόμιμης εγκατάστασης της σε αυτήν) και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται να αξιώσει την υδροδότηση της από αυτήν [καθ` ης] (για το ότι ο ισχυρισμός αυτός ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης [ενεργητικής] νομι­μοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής/αίτησης: βλ. ΑΠ 980/2014, ΑΠ 716/2014, ΑΠ 137/2008 ΤΝΠ-Νόμος), β] την ύπαρξη ασφαλιστέου δικαιώματος της αιτούσας για εξακολούθηση της υδροδότησης του εν λόγω γηπέδου από αυτήν [καθ` ης], επικαλούμενη νόμιμο δικαίωμα της να διακόψει την υδροδότηση του γηπέδου της αιτούσας, λόγω υπέρογκων ληξιπρόθεσμων οφειλών της ιδιοκτήτριας του γηπέδου «...», έναντι αυτής [καθ` ης], γ] την ύπαρξη κινδύνου, επικουρικά δε επικαλείται αφενός μεν υπαιτιότητα της αιτούσας για τον κίνδυνο που τυχόν υφίσταται σε περίπτωση μη υδροδό­τησης της, αφετέρου υπέρτερο δικό της κίνδυνο σε περί­πτωση που υποχρεωθεί να παράσχει υδροδότηση στην αιτούσα (για τη διάκριση των ασφαλιστικών μέτρων σε δύο κατηγορίες: τα συντηρητικά που αντιδιαστέλλονται από τα λεγόμενα ρυθμιστικά ασφαλιστικά μέτρα, τα τελευταία αποσκοπούν στην προσωρινή ενεργοποίηση ή αδρανοποίηση της εριζόμενης έννομης σχέσης [προ­σωρινή ρύθμιση έννομων σχέσεων (άρθρα 731-736 ΚΠολΔ) αλλά και προσωρινή επιδίκαση ορισμένων χρη­ματικών απαιτήσεων (άρθρα 728-730 ΚΠολΔ)] και συν­δέονται κατά βάση, όχι με τον επικείμενο κίνδυνο αλλά, με την επείγουσα περίπτωση του άρθρου 682 § 1 εδ, α` ΚΠολΔ: βλ. Κράνη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ II [2000], Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθρα 682-738 αριθ. 16, Μπέης, ό.π. Εισαγωγή στην προσωρινή δικα­στική προστασία αρ. 4.1 και 4.2, σ. 9 έως και 10, ώστε η άρνηση της επείγουσας περίπτωσης να μην αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης: βλ. Τζίφρα, ό.π., σ. 24, Ι. Κατρά, ό.π., § 17, Β5, σ. 121). Επικουρικά δε η καθ` ης προβάλλει ένσταση κατα­χρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας λόγω; α) προφανούς κατάχρησης της «αυτοτελούς» νομικής προσωπικότητας της ιδίας, έναντι της ιδιοκτήτριας του γηπέδου «..», με την οποία αποτελούν στην πραγματικότητα ταυτόσημες εταιρίες και β) εν γένει παραβατικής συμπεριφοράς της αιτούσας έναντι αυτής [καθ` ης] και της μη βούλησης της πρώτης [αιτούσας] να συμμορφωθεί έστω και στοιχειωδώς με τα ισχύο­ντα εντός της Β1.ΠΕ. Πατρών, η οποία πρέπει να απορ­ριφθεί ως η νόμιμη διότι τα επικαλούμενα από την καθ` ης πραγματικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, καθόσον κατά την έννοια της τελευ­ταίας αυτής διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκεί­ται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που δια­μορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανα­τροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001 ΧρΙΔ 2001. 217, ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36. 1531, ΑΠ 213/2008, ΑΠ 1566/2000 ΕλλΔνη 43. 450)... Περαιτέρω πιθανολογείται ότι από το έτος 1995 έως το 2005 η «...» εγκατέστησε και λειτουργούσε κανονικά την επιχεί­ρηση πυρηνελαιουργείας στο ως άνω περιγραφόμενο γήπεδο, απολάμβανε τα προνόμια της εγκατάστασης της καθ` ης στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών και τις υπηρεσίες/υποδομές που της παρείχε η τελευταία [καθ` ης] και κατέ­βαλε κανονικά τα κοινόχρηστα που η καθ` ης τα εξέδιδε επ` ονόματι της. Το 2005 η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία «...» λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων δεν μπόρεσε να συνεχίσει τη λειτουργία του πυρηνελαιουργείου εξαι­τίας έλλειψης ρευστότητας. Τότε ιδρύθηκε η αιτούσα εταιρεία «..», με συναφές αντικείμενο εργασιών, η οποία από το έτος 2005 μίσθωσε ολόκληρη τη μονάδα του πυρηνελαιουρ­γείου στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών από την «...»... Από τα ανωτέρω πιθανολογείται ότι η αιτούσα δεν είναι νομίμως εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών και συνεπώς, δεν έχει δικαίωμα υδροδότησης έναντι της καθ` ης, διότι ο ισχύον Κανονισμός Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών στο άρθρο 4 ορίζει ότι «§ 7: Για κάθε περαιτέρω εγκατάσταση, είτε με εκούσια μεταβίβαση της κυριότητας του βιομηχανικού γηπέδου είτε με εκμί­σθωση ή παραχώρηση της χρήσης του σε άλλη επιχεί­ρηση, με οποιαδήποτε έννομη σχέση εμπράγματης ή ενοχικής φύσεως, απαιτείται η προηγούμενη αποδοχή του ΦΟΕ ή του ΦΔΔ σε περίπτωση μεταβίβασης/παραχώρησης της διοίκησης και διαχείρισης της ΒΙ.ΠΕ., κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται είτε από κοινού είτε από μία από τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις.... Σε κάθε περίπτωση περαιτέρω εγκατάστασης, εάν η νέα επιχείρηση που θα εγκατασταθεί στο γήπεδο προτίθε­ται να μεταβάλει ή να επεκτείνει την εγκεκριμένη επιχει­ρηματική δραστηριότητα, τότε θα πρέπει να υποβάλει και τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στην § 1 του παρόντος άρθρου. Κατά τα λοιπά ισχύουν ανα­λογικά τα οριζόμενα ανωτέρω στις §§ 4 και 5 του παρό­ντος άρθρου. Εντός ενός (1) μήνα από τη σύναψη της σύμβασης με την οποία επέρχεται περαιτέρω εγκατά­σταση, η νέα εγκατεστημένη επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει αντίγραφο της στον ΦΟΕ (ή στον ΦΔΔ σε περίπτωση μεταβίβασης/παραχώρησης της διοί­κησης και διαχείρισης της ΒΙ.ΠΕ.). § 8: Απαγορεύεται, χωρίς προηγούμενη έγγραφη αποδοχή του ΦΟΕ η μετα­βολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας που εγκρί­θηκε και ασκείται στο γήπεδο. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τους καθολικούς και ειδικούς εν γένει δια­δόχους της επιχείρησης πρώτης εγκατάστασης. ... §12. Κανένα αίτημα περαιτέρω εγκατάστασης ή μεταβολής δραστηριότητας ή εγκατάστασης ή ανανέωσης άδειας σταθμού ηλεκτροπαραγωγής ή εκμίσθωσης δεν θα εξε­τάζεται από τον ΦΟΕ ή τον ΦΔΔ, εάν η ενδιαφερόμενη εγκατεστημένη επιχείρηση έχει ανεξόφλητες ληξιπρόθε­σμες οφειλές από κοινόχρηστες δαπάνες ή άλλες οφει­λές». Ειδικότερα οι §§ 4 και 5 του άρθρου 4 του Κανο­νισμού Λειτουργίας ορίζουν ότι «§ 4: Ο ΦΟΕ αποφαί­νεται επί του αιτήματος, εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας το, εντός το αργότερο 30 εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης και την παροχή από την αιτούσα επιχείρηση όλων των ζητηθέντων στοιχείων. Η απόρ­ριψη πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να εστιάζεται κυρίως στη συμβατότητα της αιτούμενης δραστηριότη­τας με τις επιτρεπόμενες στη ΒΙ.ΠΕ. με τις ασκούμενες δραστηριότητες από τις εγκατεστημένες επιχειρήσεις και τα έργα υποδομής. Σε περίπτωση καθυστερημένης ανταπόκρισης ο ΦΟΕ υποχρεούται να επιστρέψει την αμοιβή που προβλέπεται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου. § 5: Σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος ο ΦΟΕ γνωστοποιεί εγγράφως στην αιτούσα επιχείρηση τους ειδικούς οικονομικούς και τεχνικούς όρους υπό τους οποίους θα τελεί η εγκατάσταση της στη ΒΙ.ΠΕ. ΠΑΤΡΩΝ και οι οποίοι θα περιληφθούν στη σχετική σύμβαση. Η επιχείρηση θα πρέπει να προσέλ­θει για την υπογραφή της σύμβασης, με την οποία θα πραγματοποιηθεί η εγκατάσταση της στη ΒΙ.ΠΕ., εντός προθεσμίας που θα ορίσει ο ΦΟΕ στο έγγραφο απο­δοχής του αιτήματος. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τους 3 μήνες από την παραπάνω γνωστοποί­ηση, δύναται όμως να παραταθεί για 2 ακόμη μήνες κατ` ανώτατο όριο, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της επιχείρησης επί του οποίου αποφαίνεται ο ΦΟΕ. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας (αρχικής και παραταθείσας) για λόγους που ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης της επιχείρησης, παύει να ισχύει η δέσμευση του γηπέδου πρώτης εγκατάστασης που αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο». Συνεπώς ο ισχύον Κανονισμός Λειτουργίας (άρθρο 4 §§ 4,5, 7, 8 και 12) της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιβάλλει: 1) την υποβολή αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο, ιδιοκτήτη ή μισθωτή και 2) την αποδοχή του Φορέα Οργάνωσης και Εκμε­τάλλευσης και δη την καθ` ης, προκειμένου μία μισθώ­τρια επιχείρηση να εγκατασταθεί νόμιμα στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών. Θέτει επίσης ως προϋπόθεση για την εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος την προηγούμενη εξόφληση όλων των οφειλών από κοινόχρηστες δαπάνες, ήτοι προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, αφού σαφώς πιθανολογείται ότι ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα στην καθ` ης είτε από κοι­νού με την ιδιοκτήτρια του γηπέδου «...» είτε από μία από τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις και δη από την αιτούσα «...» και ουδέποτε ελή­φθη από την τελευταία προηγούμενη αποδοχή της από την καθ` ης για την από 3.12.2013 μίσθωση του γηπέ­δου ιδιοκτησίας της «...» προς την αιτούσα «...», ουδέποτε υποβλήθηκαν στην καθ` ης,από τις ανωτέρω συμβαλλόμενες εταιρείες τα πληροφο­ριακά στοιχεία που αναφέρονται στην § 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών καίτοι επανειλημμένως ζητήθηκαν από την καθ` ης, ούτε προ­σκομίσθηκε από την αιτούσα στην καθ` ης εντός ενός (1) μήνα από τη σύναψη της από 3.12.2013 σύμβασης μίσθωσης αντίγραφο αυτής στον ΦΟΕ δηλ. στην καθ` ης, ώστε να καταστεί εφικτό να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του Κανονισμού Λειτουργίας διαδικασία.

Κατ` ακολουθίαν των ανω­τέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η καθ` ης έχει υπο­χρέωση να υδροδοτεί μόνο τις νόμιμα εγκατεστημένες στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιχειρήσεις και η αιτούσα δεν είναι για τους λόγους που εκτέθηκαν νόμιμα εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιχείρηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis