Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Δικηγόροι, δικαίωμα παράστασης στα δικαστήρια.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β', 407/ 2017 - , Δ.Ε.Ν. 2017.512.

         Πρόεδρος: Ν. ΠΑΣΣΟΣ, Εισηγητής: Θ. ΤΖΑΝΑΚΗΣ

Περίληψη. Ο Δικηγόρος ως δημόσιος λειτουργός έχει το δικαίωμα να εξασκή το λειτούργημά του μόνον στο Δικαστήριο στο οποίο είναι διορισμένος, καθώς και σε όλα τα Δικαστήρια του Δικηγορικού Συλλόγου και σε οποιοδήποτε Δικαστήριο της χώρας και χωρίς την σύμπραξη τοπικού Δικηγόρου – Δεν μπορεί να παρασταθή μόνος, ούτε για δική του προσωπική υπόθεση, σε ανώτερο Δικαστήριο από εκείνο του διορισμού του – Η διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων στο ανώτερο δικαστήριο καθιστά άκυρες τις πράξεις ανεξαρτήτως βλάβης. Εκ του ότι ο Δικηγόρος που έχει διορισθή σε κατώτερο δικαστήριο (Εφετείο) δύναται να συντάσση και να καταθέτη βοηθήματα και ένδικα μέσα που απευθύνονται προς ανώτερα δικαστήρια δεν προκύπτει ότι νομιμοποιείται και να επισπεύση την συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Κατά τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/ 27-9-2013) ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός και συλλειτουργός της δικαιοσύνης, κατά δε το άρθρο 4 εδ. β' του ιδίου νόμου την δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος για τον οποίο εκδίδεται απόφαση διορισμού από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 παρ. 1, 2, 5 του ως άνω Κώδικα, Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώρας. Επίσης ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο έχει το δικαίωμα να παρίσταται σε οποιαδήποτε προανακριτική ή ανακριτική Αρχή, καθώς και σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο πρώτου ή δευτέρου βαθμού ή και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές και δικονομικές πράξεις σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία της χώρας, πολιτικά και διοικητικά, καθώς και σε όλα τα Ειρηνοδικεία. Στην περίπτωση παράστασης ενώπιον του Αρείου Πάγου απαιτείται να συμπαρίσταται με δικηγόρο που έχει το δικαίωμα παράστασης στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας, κατά δε την παρ. 7 του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα ο Δικηγόρος που είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο δικηγόρος ως δημόσιος λειτουργός έχει το δικαίωμα να εξασκεί το λειτούργημά του μόνο στο Δικαστήριο όπου είναι διορισμένος και σε όλα τα Δικαστήρια της περιοχής του Δικηγορικού Συλλόγου όπου είναι εγγεγραμμένος αλλά και σε οποιοδήποτε Δικαστήριο της Χώρας ήδη και χωρίς τη σύμπραξη και τοπικού δικηγόρου (Ν. 3919/11). Σε ανώτερο Δικαστήριο από αυτό που είναι διορισμένος δεν μπορεί να παρασταθεί μόνος ούτε για δική του προσωπική υπόθεση, η παράσταση δε μη δικαιούμενου δικηγόρου ή η διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων από αυτόν στο ανώτερο δικαστήριο καθιστά άκυρες τις διαδικαστικές πράξεις, ανεξαρτήτως βλάβης (βλ. ΑΠ 94/02. ΑΠ 229/15 ΤΝΠ Νόμος). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι στη περίπτωση, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος κάποιου από τα διάδικα μέρη, επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου αλλά δεν έχει την λειτουργική αρμοδιότητά του - διορισμό για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι διαδικαστικές πράξεις καθίστανται άκυρες (βλ. σχετ ΑΠ 229/15 οπ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της 137/15 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (που επικύρωσε την 6595/00 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) ο ενάγων άσκησε την από 26-5-2015 αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως, ο δικηγόρος Αθηνών Π. Σ., ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων εταιριών επέσπευσε τη συζήτηση της αναιρέσεως καλώντας τον αναιρεσείοντα να παραστεί για την δικάσιμο της 27-9-2016 για την οποία είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Όπως όμως προκύπτει από την με ημερομηνία 31 Αυγούστου 2016 βεβαίωση του Γενικού Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο εντολοδόχος των αναιρεσιβλήτων Δικηγόρος Π. Σ. φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα του άνω Συλλόγου από 6ης Σεπτεμβρίου 2002 και ότι έχει προαχθεί στο Εφετείο από 16ης Οκτωβρίου 2007, χωρίς να σημειώνεται μετέπειτα μεταβολή αναφορικά με προαγωγή αυτού στον Άρειο Πάγο. Επομένως, η επίσπευση της συζητήσεως για την αρχική δικάσιμο (27-9-2016), κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (8-11-2016), ως πράξη της προδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον ο άνω δικηγόρος είναι δικηγόρος παρ' εφέταις και δεν αποδεικνύεται η λειτουργική αρμοδιότητά αυτού για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον του Αρείου Πάγου, είναι άκυρη ως διαδικαστική πράξη. Σημειώνεται ότι με την παρ. 3 του άρθρ. 28 του Ν. 4194/13, όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.6 του Ν. 4205/13, ορίζεται ότι «Δικηγόρος που είναι διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο δύναται να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που απευθύνονται ενώπιον ανωτέρων δικαστηρίων». Όμως η διάταξη αυτή δεν νομιμοποιεί τον παραπάνω δικηγόρο να επισπεύσει την συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού είναι δικηγόρος παρ' εφέταις και δεν μπορεί από μόνος του να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του παρόντος Ανώτατου Δικαστηρίου, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 26-5-2015 αιτήσεως αναιρέσεως(παρ. 12) και των από 25-8-2016 προσθέτων λόγων (βλ. ΑΠ 229/15 οπ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis