Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Ανακοπή ερημοδικίας, ανωτέρα βία, αγωγόσημο.

Άρειος Πάγος 1091/ 2015, ΕφΑΔ 2016.176.
Πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρος ΑΠ, Εισηγητής: Εμ. Κλαδογένης

Περίληψη. Ανακοπή επιτρέπεται κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην για λόγους ανωτέρας βίας βάσει του άρθρου 501 ΚΠολΔ. Η έννοια της ανωτέρας βίας έγκειται σε γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο διά μέτρων άκρας επιμέλειας. Δεν συνιστά τέτοια περίπτωση η πλημμέλεια του συνηγόρου ή του διαδίκου για την εκπρόθεσμη καταβολή του δικαστικού ενσήμου που οδηγεί στο να δικασθεί ο τελευταίος ερήμην ούτε η μη επικοινωνία του δικαστηρίου με το δικηγόρο του, ώστε να του θέσει προθεσμία για τη συμπλήρωσή της. Η παραβίαση του καθήκοντος καθοδηγητικής λειτουργίας εκ μέρους του δικαστή που ορίζεται στο άρθρο 227 ΚΠολΔ δεν αποτελεί, επίσης, λόγο ανωτέρας βίας. Η μη εξέταση της ουσίας της αγωγής επιδεχόμενης από το δικαστήριο πλασματικής ερημοδικίας (λόγος έφεσης) δεν περιλαμβάνεται, τέλος, ούτε εκείνη στην περιπτωσιολογία της έννοιας της ανωτέρας βίας.
Διατάξεις: άρθρα 227, 501, 553 [παρ. 1 εδ. α'], 559 [αρ. 6 και 14] ΚΠολΔ, 24 [παρ. 1 εδ. α'] ΕισΝΚΠολΔ, 2 Ν ΓΠΟΗ/1912

Από την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, κατά την οποία "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ Ολ 40/96, ΑΠ 128/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατετέθη και στο Εφετείο και στο Πρωτοδικείο εμπροθέσμως και στρέφεται κατά της συμπροσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 1197/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της υπ’ αριθ. 2254/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης την από 26.9.2005 αγωγή από ασφαλιστική σύμβαση. Το δικαστήριο δίκασε την υπόθεση ερήμην του ενάγοντος, επειδή αυτός, καίτοι παραστάς κατά την συζήτηση, δεν κατέβαλε το κατά νόμον δικαστικό ένσημο και με την υπ’ αριθ. 214/2007 απόφαση απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1197/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2254/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση. Επομένως, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ’ ό μέρος στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1197/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η εν λόγω υπόθεση δικάσθηκε ακολούθως και στο Εφετείο Αθηνών και με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 2254/2012 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος, επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε σε εκείνην η πρωτόδικη απόφαση.

Παραδεκτή όμως, είναι η αίτηση αναιρέσεως, καθ’ ό μέρος ασκείται κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην" και κατά τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 2 Ν ΓΠΟΗ/1912 καθιερώνει την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Μετά το ΝΔ 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2), σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου, κατά το άρθρο 2 του Ν ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι’ αυτό, σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ όταν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με το άρθρο 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν 2145/1993 και ήδη ισχύει από 28.5.1993 (άρθρο 69 αυτού), με το οποίο ορίζεται: "Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας", καταργήθηκε η αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Έτσι, από 28.5.1993 επιτρέπεται πλέον ανακοπή ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, είτε αυτή εκδόθηκε στην πρώτη ή σε μεταγενέστερη συζήτηση, είτε στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό, μόνο όμως εφόσον εκείνος ο οποίος δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Με βάση δε την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφ. α’ ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, το παραδεκτό και οι λόγοι της εν λόγω ανακοπής κρίνονται με βάση την αμέσως ανωτέρω διάταξη, εφόσον η ανακοπτομένη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την 28.5.1993 (ΑΠ 835/2010).

Ως ανωτέρω βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ούτε με την λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και συνέσεως. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανωτέρα βία έννοια ταυτιζομένη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιουμένη έναντι της τελευταίας μόνον κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγομένη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δι’ ανατροπής της κυρώσεως εκ της παραβάσεως δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζομένη ως στενοτέρα έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενό της επομένως η δικονομική ανωτέρα βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμελείας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας ανταποκρίσεως σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Περίπτωση δικονομικής ανωτέρας βίας μπορεί να αποτελεί και η πράξη της δικαστικής αρχής, αλλά υπό το θετικό της περιεχόμενο και όχι ως παράλειψη ενεργείας, ιδίως όπου η ενέργειά της επιβάλλεται στα πλαίσια της καθοδηγητικής λειτουργίας της, αφού αυτή αποσκοπεί στην κάλυψη της ελλείψεως επιμελείας. Τέτοια περίπτωση καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας της δικαστικής αρχής χαράσσει, μεταξύ άλλων και το άρθρο 227 ΚΠολΔ, ορίζον στην παρ. 1 αυτού ότι "Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία". Η παραβίαση όμως εκ μέρους του δικαστού του εκ της διατάξεως του άρθρου τούτου καθήκοντός του, αποτελούσα λόγον εφέσεως, αλλά όχι και αναιρέσεως δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως λόγος ανωτέρας βίας, αφού η εφαρμογή της αποσκοπεί στην αποτροπή των συνεπειών εκ της μη συνιστώσης έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός ελλείψεως επιμελείας του διαδίκου (ΑΠ 1892/2006, ΑΠ1572/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη υπόθεση, με αυτό τούτο το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ’ αριθ. 214/2007 οριστική του απόφαση, απέρριψε την από 26.9.2005 και υπ’ αριθ. καταθ. .../2005 αγωγή του, δεχόμενο πλασματική ερημοδικία του λόγω μη καταβολής εκ μέρους του δικαστικού ενσήμου, για τους εξής λόγους: 1) το Δικαστήριο όφειλε να του είχε τάξει προθεσμία προκειμένου ο ανακόπτων να συμπληρώσει τυχόν παράλειψη καταβολής δικαστικού ενσήμου, 2) ο ανακόπτων κατέβαλε το δικαστικό ένσημο και 3) το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Σύμφωνα όμως με όσα λεπτομερώς προεκτέθηκαν στις οικείες νομικές σκέψεις, οι αιτιάσεις του ανακόπτοντος είναι απορριπτέες αφού ουδείς από τους ανωτέρω λόγους ανακοπής αποδίδει την ερημοδικία του ενάγοντος σε πλημμελή κλήτευσή του ή σε λόγο ανωτέρας βίας. Ειδικότερα, δεν συνιστά ανωτέρα βία η πλημμέλεια του ανακόπτοντος ή του συνηγόρου του για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή του αιτουμένου δικαστικού ενσήμου, ούτε συνιστά ανωτέρα βία η μη επικοινωνία του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκειμένου να του θέσει προθεσμία για τη συμπλήρωση της ανωτέρω έλλειψης, αφού σε κάθε περίπτωση, ο ανακόπτων και ο συνήγορός του όφειλαν να είχαν επιδείξει άκρα επιμέλεια και σύνεση, προκειμένου να είχαν αποφύγει τη σχετική παράλειψη. Η δε παραβίαση εκ μέρους του δικαστή του από τη διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ καθήκοντός του δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως λόγος ανώτερης βίας, αφού η εφαρμογή της αποσκοπεί στην αποτροπή των συνεπειών από τη μη συνιστώσα έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός έλλειψη επιμέλειας του διαδίκου. Περαιτέρω δεν συνιστά ανωτέρα βία ούτε το ότι το Δικαστήριο δεχόμενο πλασματική ερημοδικία, δεν εξέτασε την ουσία της αγωγής του ανακόπτοντος, αφού, αν έσφαλε, αυτός είναι ενδεχομένως λόγος εφέσεως και όχι νόμιμος λόγος ανακοπής ερημοδικίας κατ’ άρθρο 501 του ΚΠολΔ. Τέλος, με την κρινόμενη ανακοπή του, ο ανακόπτων ουδόλως υποστηρίζει ότι είχε καταβάλει και προσκομίσει στο Δικαστήριο, πριν από την έκδοση της ανακοπτόμενης απόφασης, το απαιτούμενο για την αγωγή του δικαστικό ένσημο. Αντιθέτως, υποστηρίζει μόνο, αορίστως, ότι κατέβαλε το δικαστικό ένσημο και προσκομίζει τα υπ’ αριθ. ... και ... έντυπα αγωγόσημα με τα επικολλημένα ένσημα υπέρ Ταμείου Νομικών και Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, όπου στην αιτιολογία κατάθεσης αναφέρει "ανακοπή ερημοδικίας". Συνακόλουθα, επειδή τα επικαλούμενα από τον ανακόπτοντα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν νόμιμο λόγο ανακοπής ερημοδικίας (έλλειψη κλήτευσης, πλημμελής κλήτευση ή ανωτέρα βία) ενώ περαιτέρω ο ανακόπτων ουδόλως μνημονεύει περιστατικά που να συνιστούν ανωτέρα βία ως προς τη μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου (αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας), η κρινόμενη ανακοπή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη εν όψει και του ότι έχει καταργηθεί η αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας κατά τα προεκτεθέντα ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας εκείνου. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 6 και 14 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς απεφάνθη, σύμφωνα με τις εκτεθείσες σκέψεις, ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να δικασθεί ερήμην λόγω μη καταβολής εκ μέρους του του αναλόγου δικαστικού ενσήμου, ενώ η επικαλουμένη ως γεγονός ανωτέρας βίας παράλειψη εκ μέρους του δικαστηρίου να ειδοποιήσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ή και τον ίδιο τον τελευταίο για την παράλειψή τους να καταβάλουν το δικαστικό ένσημο, δεν αποτελεί γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο δια μέτρων άκρας επιμέλειας. Ακολούθως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται, όταν η απόφαση περιέχει ελλειπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες επί περιστατικών τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικώς όμως με την εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς αιτιολογίες, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικώς όμως με την εφαρμογή της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 501 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis