Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Έννομο συμφέρον τρίτων για κήρυξη ως παράνομης απεργίας.

Ο "σ" Αλέξης-Τσε!
Περίληψη. Πρόσθετη παρέμβαση. Τρόπος άσκησης. Διαφορές για τη νομιμότητα απεργίας. Ενεργητική νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον για αναγνώριση απεργίας ως παράνομης και καταχρηστικής. Επικρατέστερη είναι η εκδοχή ότι νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 22 παρ. 4 Ν. 1264/1982 για αναγνώριση απεργίας ως παράνομης και καταχρηστικής, εκτός από τον εργοδότη και οποιοσδήποτε τρίτος του οποίου τα υλικά ή ηθικά συμφέροντα προσβάλλονται από την παράνομη και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας.
Η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο εντός των πλαισίων των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, κατόπιν σταθμίσεως των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση τούτου, το μέγεθος της επιπτώσεως των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή στην εθνική οικονομία, σε συνδυασμό προς τη μορφή και τη διάρκειά της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας και της επιχειρήσεως και της αναμενόμενης ωφελείας των απεργών.

Εφετείο Πειραιά 846/ 2009, ΠΕΙΡΝΟΜ 2010.58.

Πρόεδρος: Παρέσσα Τσαντεκίδου, Εισηγητής: Εμμανουήλ Βασιλάκης. 

Κατά την προκειμένη διαδικασία των εργατικών διαφορών η πρόσθετη παρέμβαση επιτρέπεται σύμφωνα με τα άρθρα 666 παρ. 1 και 231 ΚΠολΔ να ασκηθεί και με τις προτάσεις. Η εξαίρεση όμως αυτή από το γενικό κανόνα του άρθρου 80 παρ. 1 ιδίου Κώδικα ισχύει μόνο στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όχι δε και στην ενώπιον του Εφετείου, στην οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 668-673 αυτού, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται διάταξη σχετική προς τον τρόπο άσκησης πρόσθετης παρέμβασης. Συνεπώς, σύμφωνα και με το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμογή στην κατ`έφεση δίκη έχει ο κανόνας του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται κατά τις περί αγωγής διατάξεις, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου προς όλους τους διαδίκους (ΕφΑθ 1716/2004 ΝοΒ 2005,94, ΕφΑθ 1590/1999 ΕΕργΔ 2000,1061, ΕφΘεσ 3603/1999 ΝοΒ 49,67, ΕφΑθ 1617/92 Δίκη 1992,904). Κατά συνέπεια οι από 25.11.2009 (δύο) πρόσθετες παρεμβάσεις της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης-σωματείου με την επωνυμία «ΓΣΕΕ» υπέρ των εκκαλούντων σε αμφότερες τις εφέσεις (αρ. εκθ. κατ. 1292 και 1295/2009), οι οποίες ασκήθηκαν με προφορική δήλωση και κατάθεση προτάσεων κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου συζήτηση και όχι με κατάθεση δικογράφου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτες προεχόντως ελλείψει προδικασίας (άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔ) και απορριπτέες για το λόγο αυτό. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιβληθεί εις βάρος της προσθέτως παρεμβάσας και υπέρ των καθ` ων η παρέμβαση, εφόσον στους τελευταίους δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από τις πρόσθετες παρεμβάσεις.

Οι διαφορές για τη νομιμότητα μιας απεργίας προκύπτουν κατά κανόνα μεταξύ εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης ή μεταξύ εργοδοτικού σωματείου και συνδικαλιστικής οργάνωσης (βλ. Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 1996 σελ. 647). Ο νόμος δεν ορίζει ειδικά στην περίπτωση αυτή ποιος νομιμοποιείται ενεργητικά ή έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση απεργίας ως παράνομης και καταχρηστικής. Το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν 1264/1982 προβλέπει μόνο ότι «για διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19-22, αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της συνδικαλιστικής οργάνωσης που έχει κηρύξει την απεργία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 έως 676 του ΚΠολΔ». Είναι προφανές ότι το ζήτημα ποιος νομιμοποιείται να ασκεί τη σχετική αγωγή για τη νομιμότητα της απεργίας καταλείπεται από το Ν 1264/1982 στις γενικές διατάξεις. Επομένως, έχει εν προκειμένω εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία «Οποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διαγνωστέα έννομη σχέση δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 70 ΚΠολΔ παρ. 1115, σελ. 387) και οποιοσδήποτε τρίτος δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικά ότι συγκεκριμένη απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική. Στην περίπτωση δηλαδή της αναγνωριστικής αγωγής, ο κύκλος των νομιμοποιούμενων προσώπων διευρύνεται πέραν όσων ισχυρίζονται ότι είναι δικαιούχοι της επίδικης αξίωσης, για να συμπεριλάβει οποιονδήποτε ισχυρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον προς αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ορισμένης έννομης σχέσης «ιδίας ή αλλότριας» (πρβλ. ΑΠ 780/ 2007). Η νομιμοποίηση δεν συνδέεται εδώ με την ιδιότητα των διαδίκων ως υποκειμένων της έννομης σχέσης, αλλά εξαρτάται ευρύτερα από την αντικειμενική κρίση ως προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος (βλ. Μητσόπουλου, Η αναγνωριστική αγωγή, σελ. 137, Συνανιώτη, Η νομιμοποίηση των διαδίκων στην πολιτική δίκη, σελ. 112-119), οπότε το έννομο συμφέρον λειτουργεί νομιμοποιητικά και αναπληρώνει την άλλως ελλείπουσα νομιμοποίηση (Κ. Μπέη, ό.π., σελ. 387). Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση της νομιμοποίησης ειδικά στην αναγνωριστική αγωγή οφείλεται στον ιδιαίτερο σκοπό της τελευταίας, ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας της νομικής θέσης των εναγόντων-τρίτων, αβεβαιότητας, που μπορεί να προκαλείται ακόμη και από αλλότρια έννομη σχέση. Με αφετηρία τις παραπάνω παραδοχές, επικρατέστερη είναι η εκδοχή ότι νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 1264/ 1982, εκτός από τον εργοδότη και οποιοσδήποτε τρίτος του οποίου τα υλικά ή ηθικά συμφέροντα προσβάλλονται από την παράνομη και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας. (Λεβέντης, ΔΕΝ 1997,372 επ., Μαντζούφας, παρατ. υπό ΜΠρΑθ 687/ 1997 Αρμ 1997,666 επ., Παπασταύρου, Απεργία, Συλλογικό εργατικό δίκαιο (2002), σελ.182-183, Σεραφείμ, Συνδικαλιστικό και Σωματειακό Δίκαιο 2006, σ. 388, Αντίθετα, Βλαστός, Αστικά Σωματεία, Συνδικαλιστικές και Εργοδοτικές Οργανώσεις και Συνεταιρισμοί (2002), σελ. 538 επ., ο ίδιος, Δίκαιο σωματείων, σελ. 568 επ., Λ. Ντάσιος, ΕΕργΔ 56,385). Η απαραίτητη κατάφαση του εννόμου συμφέροντος του τρίτου προστατεύει την αναγνωριστική αγωγή από την τροπή της σε ένα είδος «actio popularis». Εξάλλου, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα της αντίθετης γνώμης, η οποία δίδει έμφαση στην ανυπαρξία αγώγιμης αξίωσης του τρίτου κατά της συνδικαλιστικής οργάνωσης των απεργών, για να καταλήξει έτσι σε αποκλεισμό του τρίτου από την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής. Διότι μόνον στην καταψηφιστική και όχι στην αναγνωριστική αγωγή είναι πράγματι κρίσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είναι δικαιούχος της επίδικης αξιώσεως. Το έννομο συμφέρον του τρίτου (ηθικό ή υλικό) επί της αγωγής του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 264/1982 είναι αναμφίβολα άμεσο, υπό την έννοια της υπάρξεως ενεστώσας και όχι μελλοντικής αβεβαιότητας. Η έννοια του «αμέσου» εννόμου συμφέροντος δεν συνδέεται με την άμεση ή έμμεση και αντανακλαστική ζημία που υφίστανται οι ενάγοντες από την παράνομη απεργιακή κινητοποίηση, αφού τέτοια θα είναι πάντα η ζημία, όταν την αναγνωριστική αγωγή θα ασκεί τρίτος μη υποκείμενο της εννόμου σχέσεως. Γι` αυτό ορθά υποστηρίζεται (Νίκας, ΠολΔικ Ι, παρ. 37 αριθ. 10), ότι στην αναγνωριστική αγωγή, η αβεβαιότητα μπορεί να προκαλεί κινδύνους για τα συμφέροντα του ενάγοντος «αμέσως ή εμμέσως». Εν τέλει πρέπει να σημειωθεί ότι ο αποκλεισμός των πολιτών που επικαλούνται και αποδεικνύουν άμεσο έννομο συμφέρον, από την δυνατότητα να επιδιώξουν δικαστικά την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα μιας απεργίας, θα αντιστρατευόταν την ιδέα ότι σκοπός της πολιτικής δίκης δεν είναι μόνον η προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά και η πραγμάτωση του δικαίου καθώς και η αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης [Νίκας, ΠολΔικ Ι, παρ. 24 αριθ. 2, Καλλιόπη Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, σελ. 82 επ.).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζουν αντιστοίχως ότι η απεργία, αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νομίμως συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις προς διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών εν γένει συμφερόντων των εργαζομένων (ΑΠ 1100/1980 ΕλλΔνη 28,1014, ΑΠ 1579/1990 ΔΕΝ 48,801) και ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται, προκύπτει ότι η απεργία περιλαμβάνεται στα υπό του Συντ. προβλεπόμενα ατομικά δικαιώματα και ειδικότερα εντάσσεται στα συναφή με την συνδικαλιστική ελευθερία δικαιώματα, τα οποία οφείλει να προστατεύει το Κράτος και ότι αυτή προστατεύεται υπό του νόμου, εφόσον προκηρύσσεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των υπ` αυτού τασσομένων. Το δικαίωμα της απεργίας ανήκει στα αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία, που παρέχουν την εγγύηση ότι η απόφαση περί απεργίας θα ληφθεί λελογισμένως και μετά την εξάντληση ηπιότερων μέσων και ότι κατ` αυτήν δεν θα παραβιασθούν οι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της εθνικής οικονομίας καθιερωμένοι κανόνες. Ειδικότερα, νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει ως προς τις επιχειρήσεις δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ως οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις φορτοεκφορτώσεως και αποθηκεύσεως στους λιμένες στα άρθρα 19 παρ. 2, περ. η`, 20 έως 22 του Ν 1264/1982, όπως ισχύουν. Ως απεργία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, χαρακτηρίζεται η από κοινού και προσχεδιασμένη αναστολή της παροχής εργασίας ικανού αριθμού εργαζομένων, οι οποίοι είτε ασκούν ορισμένο επάγγελμα, είτε απασχολούνται σε μία επιχείρηση, προς αγωνιστικό σκοπό και με την πρόθεση συνεχίσεως της εργασίας μετά την επίτευξη του σκοπού αυτού ή την λήξη του απεργιακού αγώνος. Σημειώνεται ότι τέτοια αποτελεί και η λεγόμενη λευκή ή αφανής απεργία, κατά την οποία οι απεργοί δεν απέχουν από την εργασία τους, παρέχουν όμως εργασία μειωμένης ποσότητας, δηλονότι εργάζονται με μικρότερη από τη συνηθισμένη αποδοτικότητα (βλ. ΕφΑθ 8092/1983 ΔΕΝ 1984,667, ΕφΑθ 8272/1980 ΔΕΝ 1981,354). Περαιτέρω, δοθέντος ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, εφ` όσον η άσκηση του εντάσσεται εντός πλαισίων εννόμων σχέσεων (συμβάσεων εργασίας) του ιδιωτικού δικαίου παρέχεται και η δικαστική προστασία από το άρθρο 281 ΑΚ προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος. Υπό την έννοια αυτή πρέπει να εξειδικεύονται και τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου αυτού, με γενική κατευθυντήριο οδηγία την διάταξη 25 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία κατ` αυτόν τον τρόπον επενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και συμφωνεί προς την αρχή της αμέσου ή εμμέσου τριτενεργείας (βλ. ΕφΑθ 4611/ 1990 ΕλλΔνη 34,90). Η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο εντός των πλαισίων των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 1264/1982, κατόπιν σταθμίσεως των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, ως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση τούτου, το μέγεθος της επιπτώσεως των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή στην εθνική οικονομία, σε συνδυασμό προς την μορφή και την διάρκειά της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχειρήσεως και της αναμενόμενης ωφελείας των απεργών (βλ. ΑΠ 75/1998 ΕλλΔνη 40,1364, ΑΠ 528/1990 ΕΕργΔ 49,832, ΑΠ 1293/1983 ΔΕΝ 40,429, ΕφΑθ 5799/2001, ΕφΘεσ 1608/2000 Αρμ 2000,1116, ΕφΑθ 8571/1998 ΕλλΔνη 40,1195, Λεβέντη, ό.π., σελ. 759 επ.). Καταχρηστική ειδικά είναι η απεργία όταν διεκδικεί αιτήματα, η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Τούτο παρέχει στον εργοδότη την εξουσία να διευθύνει και οργανώνει την επιχείρηση, να αποφασίζει για την οργανική της δομή και διάρθρωση, να συνιστά τμήματα ή εκμεταλλεύσεις και να τα καταργεί, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα σε άλλο τόπο, να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού. Εφ` όσον η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, δεν αποτελεί νόμιμο αίτημα απεργίας ο περιορισμός των ως άνω εξουσιών του εργοδότη. Στον πυρήνα της επιχειρηματικής και επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) ανήκει ένας ελάχιστος εύλογος χώρος, ο οποίος επιτρέπει στον επιχειρηματία να αναπτύσσει την επιχειρηματική του πρωτοβουλία και να λαμβάνει τις αναγκαίες προς τούτο αποφάσεις, προ παντός να αποφασίζει την ίδρυση, επέκταση, διακοπή ή περιορισμό λειτουργίας, επαναλειτουργία, οργανική δομή, αναδιάρθρωση κ.ο.κ. της επιχειρήσεως. Περιορισμός του ελαχίστου αυτού χώρου δια της ασκήσεως του δικαιώματος της απεργίας δεν είναι κατ`αρχήν νόμιμος (βλ. Γ. Λεβέντη, ό.π., σελ. 777 επ., Παπασταύρου, ό.π., παρ. 34 και 121, πρβλ. ΑΠ 1319/1998 ΕλλΔνη 40,110, ΑΠ 272/1996 ΔΕΕ 1996,974).

Με τις με αρ. εκθ. κατ. 10937 και 10949/2009 αγωγές τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, επικαλέστηκαν έννομο συμφέρον και άμεση βλάβη των υλικών συμφερόντων των ιδίων και των μελών που εκπροσωπούν ορισμένοι από αυτούς, από τη συνεχιζόμενη απεργία στον Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) του Ο. που έχουν κηρύξει οι εξ αυτών εναγόμενοι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «ΟΜΥΛΕ» και η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων με την επωνυμία «Ε.», οι οποίες εκπροσωπούνται από τους λοιπούς εναγομένους και ισχυριζόμενοι ότι η απεργία αυτή είναι παράνομη και καταχρηστική για τους αναφερόμενους σ` αυτές αναλυτικά λόγους, ζήτησαν: Με την πρώτη εξ αυτών να κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική η απεργία αυτή των εργαζομένων, να απαγορευθεί η παράταση και συνέχιση της απεργιακής κινητοποίησης ή η επανάληψη της στο μέλλον με τα ίδια ή παρεμφερή αιτήματα, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε παράβαση των όρων της εκδοθησομένης απόφασης και με την δεύτερη να αναγνωρισθεί ότι η περιγραφόμενη απεργία είναι παράνομη, να απαγορευθεί η παράταση και γενικά η συνέχιση της απεργιακής κινητοποίησης ή η επανάληψη της στο μέλλον, καθώς και γενικά κάθε απεργιακή κινητοποίηση με τα ίδια ή παρεμφερή αιτήματα, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ κατά της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων και προσωπικής κράτησης διαρκείας έξι (6) μηνών εις βάρος των νομίμων εκπροσώπων αυτών, για κάθε παράβαση των όρων της εκδοθησομένης απόφασης. Οι άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση και έγιναν κατ`ουσίαν δεκτές, οι δε εναγόμενοι με τις ως άνω εφέσεις τους διώκουν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την απόρριψη των αγωγών. Οι αγωγές αυτές, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, είναι νόμιμες μόνο κατά το αναγνωριστικό αίτημα καθεμιάς και μόνο ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας - καταχρηστικότητας της επικαλούμενης απεργίας της διεξαχθείσας μέχρι την ημέρα της συζήτησης. Κατά τα λοιπά αιτήματα οι αγωγές είναι απορριπτέες, διότι αυτά προσιδιάζουν στην καταψηφιστική αγωγή, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν έχουν οι ενάγοντες, αφού είναι τρίτοι στη σχέση εργοδότη και εργαζομένων και δεν είναι δικαιούχοι των αξιώσεων αυτών. Το έννομο συμφέρον των εναγόντων εξαντλείται στην αναγνώριση της ακυρότητας της ενεστώσας απεργίας και μόνο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε νόμιμες τις αγωγές καθόλατα αιτήματα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, κατά τους βάσιμους κατά ένα μέρος πρώτο λόγο σε κάθε έφεση.

Από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων, την χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων Γ.Κ. και Γ.Γ. ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι καταθέσεις των οποίων περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου και από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την από 13 Φεβρουαρίου 2002 Σύμβαση Παραχώρησης, που συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο., δυνάμει του άρθρου 35 του Ν 2932/2001, το Δημόσιο παραχώρησε προς τον Οργανισμό το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένος Πειραιώς, μαζί με τα υφιστάμενα κτίρια, τεχνικά έργα, προσχώσεις, εσωτερικές οδούς, οδικές προσβάσεις, εσωτερικό σιδηροδρομικό δίκτυο, παροχές κ.λπ., προκειμένου να επιτελεί τους σκοπούς που προβλέπονται στον ιδρυτικό του νόμο και να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, για χρονικό διάστημα 40 ετών, ήτοι μέχρι του έτους 2042, έναντι των ανταλλαγμάτων που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή. Μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβε έναντι του αντισυμβαλλομένου του Ελληνικού Δημοσίου ο Ο., ήταν και η μέριμνα για τη διαρκή αναβάθμιση του επιπέδου των παρεχομένων υπηρεσιών προς τους χρήστες, η λειτουργική κατάσταση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του, η συνεχής και αδιάλειπτη προσφορά των υπηρεσιών του στο κοινωνικό σύνολο και η διαρκής προστασία του περιβάλλοντος, υδάτινου και χερσαίου, με την τήρηση προδιαγραφών, ως προς τη διαχείριση των αποβλήτων, απορριμμάτων, πρόληψη και αποκατάσταση βλαβών, ανέλκυση ναυαγίων, κ.λπ. Προς το σκοπό της απρόσκοπτης επίτευξης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, όπως αυτές περιγράφονται στον ιδρυτικό του Ν 2688/1999, καθώς και σε νεότερους τροποποιητικούς και συμπληρωματικούς του, προβλέφθηκε η λειτουργία του Ο., υπό τη μορφή Ανωνύμου Εταιρείας, η οποία ρητά χαρακτηρίζεται ως εταιρεία κοινής ωφέλειας, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, προκειμένου να διαθέτει ευελιξία στη λήψη αποφάσεων και στην άμεση πραγματοποίηση των στόχων του, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, λόγω της ιδιάζουσας σημασίας των εγκαταστάσεων του λιμένος και του έργου που επιτελεί, ως σημαντικού πυλώνα της οικονομίας, του εμπορίου, του τουρισμού και της κρατικής πολιτικής. Έτσι, στα πλαίσια της λειτουργίας του Ο. ως ανώνυμης εταιρείας, χωρίς από τη μετατροπή αυτή να έχει θιγεί ο δημόσιος και εθνικός χαρακτήρας του, αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η λύση της ανάθεσης τμήματος των εργασιών του σε ιδιώτη, (νομικό ή φυσικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό επιχειρηματία), προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αύξηση της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων, ειδικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, να εξελιχθεί ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες, κυρίως στο διαμετακομιστικό εμπόριο και να ανταγωνισθεί άλλους λιμένες, κυρίως της Μεσογείου. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, συντάχθηκαν ειδικές μελέτες και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, η εκπονηθείσα για λογαριασμό του Ο. μελέτη από το Κέντρο Ερευνών του Πανεπιστημίου Πειραιά, αλλά και η ανατεθείσα από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΣΕ και εκπονηθείσα από την ερευνητική ομάδα του Κέντρου Ερευνών του Πανεπιστημίου Πειραιά μελέτη με τον τίτλο «Ανταγωνιστικότητα και Προοπτική Ανάπτυξης του Εμπορευματικού Λιμένα Πειραιά, έτους 2007».

Από την τελευταία προκύπτει ότι 1) η διατήρηση του καθεστώτος εκμεταλλεύσεως του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) υπό την υφισταμένη σήμερα μορφή χωρίς αλλαγή στην λειτουργία του Σταθμού είναι μη βιώσιμη, ελλείψει του απαιτουμένου χρόνου και διότι απαιτείται η σύμπραξη και η ικανοποίηση του ενδιαφέροντος των φορέων, οι οποίοι καθοδηγούν την ζήτηση των εμπορευματοκιβωτίων διεθνώς. 2) Στην περίπτωση κατά την οποία η Ο. ΑΕ δεν προβεί εγκαίρως σε διαρθρωτικές αλλαγές είναι βέβαιον ότι όχι μόνο θα μειωθεί σημαντικά η σημασία του ΣΕΜΠΟ στο διεθνές τοπίο θαλάσσιων μεταφορών, αλλά θα απαξιωθεί σταδιακώς λόγω της χρησιμοποιούμενης μη ανταγωνιστικής τεχνολογίας 3) Η Ο. ΑΕ πρέπει να προβεί αμέσως στην υλοποίηση ενός επενδυτικού στοιχείου, το οποίο γνωρίζει και το οποίο θα συμβάλει στην αύξηση της δυναμικότητας και στην ελαχιστοποίηση του κόστους/χρόνου διακινήσεως των εμπορευματοκιβωτίων. Η πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων δεν θα πρέπει να υπερβεί τα πέντε έτη, διότι άλλως θα έχουν πλήρως διαμορφωθεί οι ισορροπίες της παγκόσμιας αγοράς και οι ανταγωνιστικοί λιμένες της Μεσογείου θα έχουν απορροφήσει τη ζήτηση για την περιοχή. Στην αγορά της μεταφορτώσεως η διεθνής πρακτική υιοθετεί διάφορες μορφές οργανώσεων. Ανεξαρτήτως, όμως, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, το γεγονός ότι η αγορά είναι εντόνως ανταγωνιστική απαιτεί να υιοθετηθούν ευέλικτες μορφές ανταποκρίσεως στις ανάγκες των πελατών και να υπάρχουν δυνατότητες αναπτύξεως και εκμεταλλεύσεως των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Ετσι, η διοίκηση της Ο. Α.Ε., ακολουθούσα την διεθνή πρακτική, αποφάσισε όπως ο υπό κατασκευή Προβλήτας Ι παραμείνει στον Ο. και χρηματοδοτηθεί εξ ιδίων κεφαλαίων, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με ορισμένα ξένα κεφάλαια, τόσο για την υποδομή, όσο και για τον μηχανολογικό εξοπλισμό και να γίνει παραχώρηση του Προβλήτα II (ομού μετά του Προβλήτα III, ο οποίος δεν υφίσταται, αλλά ο ανάδοχος θα αναλάβει την υποχρέωση κατασκευής και εξοπλισμού), αφού έκρινε, ότι η εν λόγω στρατηγική συνιστούσε τη βέλτιστη οικονομική και αναπτυξιακή πρόταση, διότι συνδύαζε αφενός τον ελεύθερο ανταγωνισμό και αφετέρου την ταχεία ανάπτυξη των υποδομών και του εξοπλισμού, επιπλέον δε τη διασφάλιση των θέσεων και των όρων εργασίας του προσωπικού. Από τις αρχές του έτους 2007, η διοίκηση της Ο. Α.Ε., προσκάλεσε επανειλημμένως και γραπτώς σε διάλογο και συνεργασία τις εναγόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες είναι αναγνωρισμένα σωματεία - συνδικαλιστικές οργανώσεις του Ν 1264/1982 και έχουν ως μέλη τους η μεν πρώτη από αυτές σωματεία υπαλλήλων, η δε πέμπτη τους απασχολούμενους στην Ο. Α.Ε. λιμενεργάτες, οι οποίοι προσφέρουν την εργασία τους ως προσωπικό στο Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων και στη Διεύθυνση Φορτοεκφορτώσεως και εκτελούν τις εργασίες διακίνησης φορτοεκφορτώσεως, μεταφοράς και αποθηκεύσεως προϊόντων εμπορευματοκιβωτίων και αυτοκινήτων, προκειμένου να τις ενημερώσει για τη σχεδιαζόμενη ανάπτυξη του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων του Λιμένος Πειραιώς, μέσω της παραχωρήσεως μέρους των λιμενικών υπηρεσιών προς τρίτους, για το χρονοδιάγραμμα της σχεδιαζόμενης μεταβολής και τους λόγους που επέβαλαν αυτήν, για τη μη επέλευση δυσμενών συνεπειών στις εργασιακές σχέσεις και τη λήψη μέτρων υπέρ των εργαζομένων.

Κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο έως και Ιούνιο του έτους 2007 έλαβαν χώρα τόσο επίσημες, όσο και ανεπίσημες συναντήσεις, υπήρξε δε γραπτή και προφορική πληροφόρηση των εναγομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων και ενημέρωση των εκπροσώπων τους από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο., περί του ότι προβλέπεται να διατηρηθούν στο ακέραιο οι θέσεις και οι όροι εργασίας, ως και τα εν γένει δικαιώματα των εργαζομένων, να εφαρμοσθεί πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, να παρασχεθεί η δυνατότητα μετατάξεως σε φορείς και εταιρείες του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα και να επιβληθεί (ακόμη) στον ανάδοχο η υποχρέωση να καλύψει το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό του κατά ποσοστό 10% από τα τέκνα των εργαζομένων στον Ο. Ομως, οι εναγόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν ικανοποιήθηκαν από τις σχετικές με τα ως άνω αιτήματα τους διαβεβαιώσεις της εργοδότριας εταιρείας και για το λόγο αυτό κήρυξαν και πραγματοποίησαν απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες περιελάμβαναν 24ωρες απεργίες, αποχή από υπερωριακή εργασία ως και αποχή από εργασία Σαββάτου - Κυριακής και αργιών, κατά το από 5.1.2008 έως 31.3.2008 χρονικό διάστημα, προβάλλοντας ως αιτήματα, όπως αυτά διατυπώθηκαν στις σχετικές προς τον Ο. γνωστοποιήσεις της απεργίας: «Να μην παραχωρηθούν οι ΣΕΜΠΟ των Ο. και ΟΛΘ σε ιδιώτες, να συνεχισθεί και επιταχυνθεί η ανάπτυξη των Λιμανιών από τους ίδιους τους Οργανισμούς Λιμένων. Η ιδιωτικοποίηση των ΟΛΠ και ΟΛΘ θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την επέκταση της ιδιωτικοποίησης όλων των Οργανισμών Λιμένων. Η τυχόν παραχώρηση θα επιφέρει ανεπανόρθωτες βλάβες τόσο στους εργαζόμενους, όσο και στο κοινωνικό σύνολο». Ακολούθησε η άσκηση της από 27.2.2008 αγωγής του Ο., επί της οποίας εκδόθηκε η Π 88/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 258/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την τελευταία αναγνωρίστηκε ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων κατά την χρονική περίοδο από 5.1.2008 έως 31.3.2008, ως και η κατά την ίδια περίοδο διεξαχθείσα υπό των εργαζομένων της Ο. ΑΕ λευκή ή αφανής απεργία, είναι παράνομες και καταχρηστικές και απαγορεύτηκε στο μέλλον η πραγματοποίηση απεργιακών κινητοποιήσεων υπό την αυτή μορφή και τρόπο διεξαγωγής (της λευκής απεργίας περιλαμβανομένης), εφ` όσον θα επιστηρίζονται στους αυτούς λόγους και αιτήματα, ενώ απειλήθηκε σε βάρος εκάστης συνδικαλιστικής οργάνωσης χρηματική ποινή 4.000 ευρώ για κάθε ημέρα πραγματοποιήσεως απεργίας, κατά παράβαση της απαγορευτικής αυτής διάταξης. Περαιτέρω, με το Ν 3755/2009 «Κύρωση της σύμβασης παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων της ανώνυμης εταιρείας (Ο.Α.Ε.)» και ρύθμιση συναφών θεμάτων», κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η σύμβαση παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων της ανώνυμης εταιρείας (Ο. Α.Ε.)», που υπογράφηκε στον Πειραιά στις 25 Νοεμβρίου 2008, μεταξύ αφενός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε.», αφετέρου δε της Ανώνυμης Εταιρείας Αποκλειστικού Σκοπού (ΑΕΑΣ), με την επωνυμία «Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά Α.Ε.» και της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εταιρείας με την επωνυμία «C». Ομως, παρά την έκδοση της προαναφερομένης αποφάσεως και την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του ΣΕΜΠΟ του Ο. Α.Ε., οι εναγόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνέχισαν τις αντιδράσεις και κινητοποιήσεις, προβάλλοντας τα ίδια ως επί το πλείστον αιτήματα με εκείνα που είχαν υποβάλει κατά τις κινητοποιήσεις του προηγούμενου έτους.

Ειδικότερα, αφού πραγματοποίησαν νόμιμες Γενικές συνελεύσεις των μελών τους (άρθρα 20 παρ. 1 και 8 παρ. 3 Ν 1264/1982), εκ των οποίων η συνέλευση της Ε, πραγματοποιήθηκε στις 24.7.2009, προχώρησαν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες άρχισαν την 1.10.2009. Επομένως ως προς την κήρυξη τους τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις και οι απεργίες δεν είναι άκυρες, εξ αυτού του λόγου, απορριπτόμενης της ασκηθείσας αντέφεσης. Οι κινητοποιήσεις ανεστάλησαν στις 17.10.2009 και επανελήφθησαν εκ νέου στις 3.11.2009 συνεχίστηκαν δε μέχρι τη συζήτηση των αγωγών στον πρώτο βαθμό, στις 9.11.2009. Ολες οι ως άνω οι απεργίες αποτελούν ουσιαστικά μία ενιαία συνεχιζόμενη απεργία, διότι υπάρχει συνεχής δράση και επιδίωξη με τα ίδια μέσα για την επιτυχία του ίδιου (κατά βάση) σκοπού. Εχουν δηλαδή ουσιαστικά τα ίδια με τις προηγούμενες, από 5.1.2008 έως 31.3.2008 απεργιακές κινητοποιήσεις αιτήματα, παραβιάζοντας, έτσι, το διατακτικό της προαναφερομένης (258/2008) αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, όπως έχει αναφερθεί απαγορεύτηκε στο μέλλον η πραγματοποίηση απεργιακών κινητοποιήσεων, εφόσον θα στηρίζονταν στους αυτούς λόγους και αιτήματα και μάλιστα με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των οργανώσεων. Η κατά τα ανωτέρω νοούμενη κατ` ουσίαν ταυτότητα των αιτημάτων και των λόγων των δύο απεργιακών κινητοποιήσεων αναδεικνύεται τόσο από τις επίσημες γνωστοποιήσεις των απεργιακών κινητοποιήσεων, όσο και από τα δελτία τύπου που εξέδιδαν τις περιόδους εκείνες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Συγκεκριμένα, η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «Ε. Ο.», με το από 24.1.2008 έγγραφο της, που επιδόθηκε προς τον Ο. Α.Ε., τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, γνωστοποίησε, κατά λέξη, τα εξής: «Αιτήματα των Απεργιακών Κινητοποιήσεων: Να μην παραχωρηθεί ο ΣΕΜΠΟ του Ο. σε ιδιώτες, να συνεχιστεί και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη του Λιμανιού από τον ίδιο τον Ο. Η τυχόν παραχώρηση θα επιφέρει ανεπανόρθωτες βλάβες, τόσο στους εργαζόμενους όσο και στο κοινωνικό σύνολο». Εξάλλου, η ίδια αυτή συνδικαλιστική οργάνωση, με το από 24.9.2009 έγγραφό της, που επιδόθηκε στους ανωτέρω, γνωστοποίησε, κατά λέξη, τα εξής: «Αίτημα της Απεργιακής Κινητοποίησης: Αναστολή - πάγωμα της εγκατάστασης της C - ΣΕΠ την 1 Οκτωβρίου 2009 στην προβλήτα 2 του ΣΕΜΠΟ/Ο και μέχρι τη λήψη ψήφου εμπιστοσύνης από την Κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις εκλογές της 4.10.2009, για τους παρακάτω λόγους: 1. Η μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης 600 περίπου εργαζομένων που θα διατεθούν στον «παραχωρησιούχο» C. - ΣΕΠ. Η ενέργεια αυτή κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρου 28 του Ν 2190/1994 μέσω προεκλογικής περιόδου είναι παράνομη. Η παραχώρηση της Δημόσιας περιουσίας και η παραχώρηση - διάθεση εργαζομένων του Ο. (ευρύτερος Δημόσιος Τομέας) σε ξένη πολυεθνική εταιρεία, δημιουργεί αβεβαιότητα για την διατήρηση των εργασιακών σχέσεων και όρων απασχόλησης. Επιπλέον επισημαίνουμε: α. Βρισκόμαστε σε επίσημη προεκλογική περίοδο και όλα τα κόμματα της μέχρι τώρα αντιπολίτευσης έχουν καταψηφίσει και έχουν διαφωνήσει με την παραχώρηση του ΣΕΜΠΟ/Ο. στην C. Τα αποτελέσματα των εκλογών της 4.10.2009, ενδεχομένως να προσδιορίζουν αλλαγή στο επίπεδο της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Υπάρχουν δικαστικές εκκρεμότητες, όπως η προσφυγή στο ΣτΕ για τη μη νομιμότητα της παραχώρησης και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά για την ακυρότητα του Διοικητικού Συμβουλίου Ο. της 15.10.2008. Επίσης, εκκρεμεί καταγγελία στη Ευρωπαϊκή Ενωση για τις εκτός διακήρυξης και σύμβασης χορήγησης στην C. χορηγήσεις φορολογικών προνομίων και εγγυήσεις κεφαλαίων με το Ν 2687/1953». Στα από 2.11.2009 και 4.11.2009 έγγραφα της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία (ΟΜ.ΥΛ.Ε.) αναφέρεται ότι αίτημα της κρινόμενης απεργιακής κινητοποίησης είναι: «Να υπάρξει παράταση του καθεστώτος που έχει συμφωνηθεί στις 19.10.2009 και η δέσμευση της κυβέρνησης στο θέμα της διασφάλισης του Δημοσίου ελέγχου και της εργασιακής συνέχειας των εργαζομένων του Ο., με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Η παραχώρηση της προβλήτας II του ΣΕΜΠΟ Ο., πέραν του γεγονότος ότι συνθέτει ένα αποικιοκρατικό σύστημα χωρίς δημόσιο έλεγχο με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία και την τοπική κοινωνία οδηγεί τους εργαζόμενους σε απώλεια εργασιακών θέσεων. Συγκεκριμένα οι 700 εργαζόμενοι οι οποίοι εργάζονται στο ΣΕΜΠΟ και οι άλλοι εργαζόμενοι, οι οποίοι εργάζονται σε υποστηρικτικές σε αυτό θέσεις εργασίας, θα βρεθούν χωρίς εργασιακά δικαιώματα. Η παραχώρηση της προβλήτας II οδηγεί τους εργαζόμενους στον Ο. σε εργασιακή αβεβαιότητα και στον εργασιακό μεσαίωνα». Κυρίως, όμως, οι πραγματικές προθέσεις και οι σκοποί των απεργιακών κινητοποιήσεων αναδεικνύεται εναργεστέρα στα δελτία τύπου που εξέδωσε στις 8,11 και 13 Οκτωβρίου 2009 η ΟΜΥΛΕ. Στο πρώτο από αυτά αναφέρεται: «Η Διοίκηση του Ο. μέχρι την τελευταία στιγμή επιχειρεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το έγκλημα του ξεπουλήματος του ΣΕΜΠΟ. Οι εργαζόμενοι αντιστέκονται, καταδίκασαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης και στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα στη νέα κυβέρνηση: Να σταματήσει το ξεπούλημα του ΣΕΜΠΟ». Στο δεύτερο αναφέρουν: «Καλούμε την Κυβέρνηση να πάρει άμεσες και δραστικές πρωτοβουλίες, ώστε να παγώσει η εγκατάσταση της C. στο ΣΕΜΠΟ (προβλήτας II) του Ο. Η σύμβαση παραχώρησης που έχει υπογραφεί, καθώς και οι χαριστικές διατάξεις προς την C, που έχουν δοθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση και τη διοίκηση του Ο, πρέπει να σταματήσουν. Οι εργαζόμενοι στον Ο. και γενικότερα στα Λιμάνια διεκδικούμε να υπάρξει αναστροφή της εκποίησης του κερδοφόρου και με αναπτυξιακές δυνατότητες ΣΕΜΠΟ». Στο τρίτο δελτίο τύπου αναφέρεται: «Καλούμε την Κυβέρνηση να παγώσει την εγκατάσταση της C. στο ΣΕΜΠΟ. Η αποικιοκρατική και λεόντειος σύμβαση εκποίησης του ΣΕΜΠΟ (προβλήτας II) πρέπει να σταματήσει και να μην υπάρξουν τετελεσμένα. Οι εργαζόμενοι αναμένουν να υπάρξει θετική ανταπόκριση της κυβέρνησης στη συνάντηση της με τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις». Προκύπτει, επομένως ότι το βασικό αίτημα και επιδίωξη των κινητοποιήσεων είναι η μη παραχώρηση των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων της ανώνυμης εταιρείας «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε., όπως ήταν και το αίτημα των προηγούμενων απεργιακών κινητοποιήσεων του έτους 2008. Η διαφορά είναι ότι τότε δεν είχε ακόμα υπογραφεί η σύμβαση παραχώρησης και ο αγώνας ήταν να μην υπογραφεί, ενώ σήμερα αγωνίζονται για την κατάργηση της. Κοινός, όμως, παρονομαστής είναι να υλοποιηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές και το επενδυτικό πρόγραμμα που αποφασίστηκε για την επιβίωση και ανάπτυξη του Ο. Επομένως, είναι απορριπτέοι ο τρίτος και τέταρτος λόγος της με αρ. εκθ. κατ. 1292/2009 έφεσης και ο τέταρτος λόγος της με αρ. εκθ. κατ. 1295/2009 έφεσης, περί διαφορετικών αιτημάτων και λόγων της νέας απεργιακής κινητοποίησης σε σχέση με την προηγηθείσα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί και σε σχέση με όσα έχουν γίνει δεκτά από την προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου 258/2008, που εκδόθηκε για τις απεργιακές κινητοποιήσεις του έτους 2008, ότι τα αιτήματα των απεργών και οι σκοποί που επιδιώκουν με τις κινητοποιήσεις τους αν και δεν εξικνούνται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χαρακτηρίσουν την απεργία ως πολιτική, όπως ισχυρίζονται εν προκειμένω οι ενάγοντες και εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη, η αιτιολογία της οποίας πρέπει να αντικατασταθεί στο σημείο αυτό, θέτουν, όμως, υπό αμφισβήτηση τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργοδότιδας Ο. ΑΕ να χαράσσει η ιδία την επιχειρηματική της πολιτική, της οποίας (ελευθερίας) απόρροια και έκφραση είναι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Από τη διοίκηση της Ο. ΑΕ κρίθηκε ότι η παραχώρηση έναντι τιμήματος σε τρίτο, κατόπιν δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού, μέρους των λιμενικών υπηρεσιών (εκμετάλλευση του προβλήτα II με υποχρέωση κατασκευής από τον ανάδοχο και του προβλήτα III) είναι μια στρατηγικής σημασίας επιχειρηματική απόφαση, απολύτως αναγκαία για την επιβίωση της ζωτικής σημασίας για την εν γένει οικονομία της χώρας λειτουργία του λιμένος του Πειραιώς (πρβλ. Παπασταύρου, ό.π., παρ. 177, 178). Η απόφαση αυτή λήφθηκε κατόπιν σχεδιασμού και τεκμηριώσεως με επιστημονική μελέτη που διεξήχθη από επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Πειραιώς, κατόπιν σταθμίσεως των δεδομένων ότι οι απαιτούμενες επενδύσεις είναι εκτάσεως κεφαλαίου, πολλαπλάσιες των μεγεθών του Ο., ο οποίος δεν μπορεί να προβεί στην άντληση των απαιτουμένων κεφαλαίων και κατόπιν ελέγχου προς αποφυγήν δυσμενών επιπτώσεων στις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων του Ο. Η συγκεκριμένη επίδικη απεργιακή κινητοποίηση, έχουσα ως κυρίαρχο αίτημα να μην υλοποιηθεί και να μη εκτελεστεί η κυρωθείσα με νόμο σύμβαση παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III, η οποία κρίθηκε από την εργοδότιδα αναγκαία για την ανάπτυξη και επιβίωση της επιχειρήσεως, είναι παράνομη, καθ`όσον επιδιώκει, περιορίζοντας το διευθυντικό του δικαίωμα της Ο. ΑΕ, η άσκηση του οποίου, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του 281 ΑΚ, να την εξαναγκάσει να εφαρμόσει άλλη επιχειρηματική επιλογή, που δεν έχει επιλεγεί από αυτήν, αλλά έχει επιβληθεί από τρίτο, σύμφωνα μετά εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη (Παπασταύρου, ό.π., 121). Περαιτέρω, προκύπτει ότι με τις ως άνω απεργιακές κινητοποιήσεις η Ο. ΑΕ, υφίσταται τεράστια οικονομική ζημία λόγω της μειώσεως της εμπορικής της δραστηριότητος, δηλαδή της μειώσεως των κινήσεων στο Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων και στο Σταθμό Αυτοκινήτων και της εντεύθεν μειώσεως των εσόδων. Επί πλέον πλήγμα υφίστανται οι ελληνικές εξαγωγές, εφ`όσον δεν προωθήθηκαν ευπαθή εγχώρια προϊόντα (οπωροκηπευτικά, κατεψυγμένα, αγροτικά κ.λπ.) στο εξωτερικό, ενώ δεν εισήλθαν πρώτες ύλες, αναγκαίες για την εγχώρια παραγωγή. Ελλείψεις ενεφανίσθησαν στις βιομηχανίες χημικών προϊόντων, χρωμάτων, πλαστικών, σχοινιών, οικοδομικών υλικών κ.λπ. (βλ. προσκομιζόμενα αποσπάσματα δημοσιευμάτων εφημερίδων και ηλεκτρονικού τύπου). Κρίνεται επομένως ότι η βλάβη την οποία υφίσταται η Ο. ΑΕ, τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, εντεύθεν το κοινωνικό σύνολο σε σχέση με την επιδιωκόμενη ωφέλεια των εργαζομένων από την απεργία είναι προφανώς δυσανάλογη. Βάσει των ανωτέρω κρίνεται ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις υπερβαίνουν προφανώς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της απεργίας και τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, που κατοχυρώνονται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 τελευτ. εδάφ. του Συντ. και προσλαμβάνουν έτσι τον χαρακτήρα των καταχρηστικών και εντεύθεν απαγορευμένων. Και είναι μεν αληθές ότι παρά τις παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις επικρατεί έκδηλη ανησυχία στους εργαζομένους της Ο. ΑΕ, ως προς το μέλλον των εργασιακών τους σχέσεων και περί της καταργήσεως του προστατευτικού πλαισίου νομικών διατάξεων υπό το οποίο αυτές διέπονται, πράγμα το οποίο έστω και ασαφώς για πρώτη φορά έθεσαν στα αιτήματα των τελευταίων ανακοινώσεων για την απεργία (24.9.2009 και 2.11.2009 και 4.11.2009), χωρίς, όμως, από αυτά να αλλάζει ο σκοπός των απεργιακών κινητοποιήσεων, που είναι ταυτόσημος με εκείνο του 2008, εν τούτοις, η δικαιολογημένη κατ` αρχάς ανασφάλεια, δεν δύναται να άρει τον προαναφερθέντα χαρακτήρα των απεργιακών κινητοποιήσεων ως καταχρηστικών. Αλλωστε, ως συνομολογείται, οι εργαζόμενοι βρίσκονται ήδη σε διάλογο με την Ο. ΑΕ για την όσο δυνατόν επωφελέστερη ρύθμιση των εργασιακών τους σχέσεων με τη νέα εργοδοσία και την κατοχύρωση των οικονομικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους.

Επίσης, όμως, από το σύνολο των αποδείξεων προέκυψε ότι από την ως άνω παράνομη απεργία των εναγομένων υφίστανται ζημία οι ενάγοντες σε αμφότερες τις αγωγές. Συγκεκριμένα, το πρώτο ενάγον στην με αρ. εκθ. κατ. 10937/2009 αγωγή, καθώς και τα τρία πρώτα των εναγόντων στην με αρ. εκθ. κατ. 10949/2009 είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, διεπόμενα ως προς τους σκοπούς τους και την εν γένει λειτουργία τους από το Ν 2081/1992. Μεταξύ των άλλων, έχουν ως σκοπό «....την προστασία και την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, των επαγγελμάτων, του τομέα παροχής υπηρεσιών και των εξαγωγών, σύμφωνα με τα συμφέροντα και τους στόχους της ελληνικής οικονομίας, για την ανάπτυξη και την πρόοδο αυτής» και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του άνω νόμου, ασκούν κάθε αρμοδιότητα σχετική με το σκοπό τους, κατά τρόπο που συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη πραγματοποίηση του σκοπού τους και κάθε άλλη αρμοδιότητα, που αποδεδειγμένα συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους και στην εθνική οικονομική ανάπτυξη. Η τετάρτη των εναγόντων στην δεύτερη αγωγή είναι τριτοβάθμια οργάνωση εκπροσώπησης του ελληνικού εμπορίου, η οποία εκπροσωπεί το ελληνικό εμπόριο σε πανελλαδική κλίμακα και σε διεθνές επίπεδο. Σκοπός της είναι η με κάθε νόμιμο μέσο προάσπιση των συμφερόντων των μελών της. Οι υπόλοιποι ενάγοντες και στις δύο αγωγές είναι φυσικά και νομικά πρόσωπα, δηλαδή έμποροι και εμπορικές εταιρίες, που έχουν εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις. Από την κριθείσα ήδη ως παράνομη απεργιακή κινητοποίηση των εναγομένων μέχρι τη συζήτηση των αγωγών τους οι αμέσως ως άνω ενάγοντες στον πρώτο βαθμό έχουν ήδη υποστεί ζημία, καθώς δεν εισάγονται χρήσιμες πρώτες ύλες για την εγχώρια παραγωγή και προϊόντα του εξωτερικού, ενώ πλήττονται και οι εξαγωγές, εφ` όσον δεν προωθήθηκαν ευπαθή εγχώρια προϊόντα (οπωροκηπευτικά, κατεψυγμένα, αγροτικά κ.λπ.) στο εξωτερικό, η παραμονή των οποίων στα εμπορευματοκιβώτια προς φόρτωση και εξαγωγή, για μεγάλο χρονικό διάστημα, οδηγεί στην φθορά και με την πάροδο του χρόνου στην ολοσχερή καταστροφή τους (βλ. και το προσκομιζόμενο με ειδική επίκληση από 6.11.2009 Δελτίο Τύπου του Προέδρου του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας αλλά και εξώδικες οχλήσεις-διαμαρτυρίες εταιρειών και αποσπάσματα δημοσιευμάτων εφημερίδων). Επίσης η ως άνω απεργία θέτει εκποδών τη δυνατότητα άμεσου επιχειρηματικού σχεδιασμού εκ μέρους των εναγόντων για το εγγύς μέλλον, στοιχείου όμως απαραίτητου για την υγιά ανάπτυξη και βιωσιμότητα εν μέσω της πασίδηλης οικονομικής ύφεσης. Και ναι μεν η ζημία των εναγόντων είναι αντανακλαστική από την παράνομη απεργιακή κινητοποίηση, αφού τέτοια θα είναι πάντα η ζημία, όταν την αναγνωριστική αγωγή θα ασκεί τρίτος-μη υποκείμενο της εννόμου σχέσεως, όπως εν προκειμένω, αναμφίβολα, όμως, αυτοί έχουν άμεσο συμφέρον για την άρση της «ενεστώσας» αβεβαιότητας, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, και να επιδιώξουν δικαστικά την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της επίδικης απεργίας.

Περαιτέρω η εναγομένη ΟΜΥΛΕ είχε προβάλει πρωτοδίκως την ένσταση της καταχρηστικής εκ μέρους των εναγόντων άσκησης της αγωγής, η οποία είχε απορριφθεί, την οποία επαναφέρουν με λόγους της έφεσής της. Ειδικότερα η εναγομένη είχε ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα τους, αφού θα μπορούσαν να υποβάλλουν τα αιτήματά τους για την προώθηση των ευπαθών προϊόντων στους απεργούς και να ικανοποιηθούν, όπως έχουν ικανοποιήσει πολλά αιτήματα σε ανάλογες περιπτώσεις, πράγμα όμως που δεν έκαναν και πρώτη φορά με την αγωγή τους ζητούν να διασφαλιστεί η ομαλή διακίνηση των προϊόντων τους. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι τα περιστατικά αυτά δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση του σχετικού δικαιώματος των εναγόντων. Αλλά και το γεγονός ότι το πρώτο, δεύτερο και τέταρτη των εναγόντων της δεύτερης ως άνω αγωγής, συνέδραμαν τους απεργούς, αφού απηύθηναν κοινή έκκληση προς την πολιτεία και τάχθηκαν δημοσίως υπέρ των αιτημάτων τους, δεν μπορεί, άνευ ετέρου, να χαρακτηρίσει την άσκηση της αγωγής ως καταχρηστικής. Περαιτέρω οι λοιποί λόγοι των συνεκδικαζομένων εφέσεων είναι απορριπτέοι, αφού όλοι ανάγονται σε ισχυρισμούς που συνιστούν αρνήσεις των αγωγικών ισχυρισμών.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, δοθέντος ότι κρίθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επικαλούμενης απεργίας της διεξαγόμενης μέχρι την ημέρα της συζήτησης των αγωγών, ενώ δε νομιμοποιούνται στην υποβολή των λοιπών αιτημάτων των που συμπεριέλαβαν στις αγωγές τους, διότι αυτά προσιδιάζουν στην καταψηφιστική αγωγή, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν έχουν οι ενάγοντες, αφού είναι τρίτοι στη σχέση εργοδότη και εργαζομένων και δεν είναι δικαιούχοι των αξιώσεων αυτών, οι εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανιστεί η εκαλλούμενη κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις, που αναφέρονται στην απαγόρευση στο μέλλον της πραγματοποίησης απεργιακών κινητοποιήσεων με τους ίδιους λόγους και αιτήματα, την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης εις βάρος των εκπροσώπων των σωματείων και να κρατηθούν και να δικαστούν οι αγωγές κατά το μέρος αυτό και να απορριφθούν κατ` ουσίαν ως προς αυτό, παραμένοντας μόνο σε ισχύ οι διατάξεις της εκκαλούμενης περί αναγνώρισης της ακυρότητας της απεργίας. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να απορριφθεί η διά των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση, δοθέντος ότι η κήρυξη της απεργίας δεν έγινε και κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν 1264/1982, ως ισχυρίστηκαν οι αντεκκαλούντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...