Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Εργατικό Κέντρο, απεργία, κατάχρηση, απαγόρευση.

Περίληψη. Η ύπαρξη πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν στερεί από το Εργατικό Κέντρο τη δυνατότητα να κηρύξει απεργία. Η απεργία δεν αποτελεί το έσχατο μέσο επίλυσης των συλλογικών διαφορών συμφερόντων. Όταν ανακύπτει νομική διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, η οποία άπτεται συλλογικού συμφέροντος δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας.

ΜονΠρΘεσ 2417/2016, Αρμεν 2016.649.

Πρόεδρος: Αικατερίνη Κεραμιδά.

Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 19 § 2 ν. 1264/ 1982, ερμηνευόμενης ενόψει και του σκοπού της που είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου, ο χαρακτηρισμός μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν εξαρτάται από τη νομική μορφή της ή το φορέα της, ούτε από το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση ή τη λειτουργία της, αλλά από τη φύση των υπηρεσιών που παρέχει. Παρέπεται, συνεπώς, ότι και ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε ημεδαπές, είτε αλλοδαπές που ασκούν δραστηριότητα στην Ελλάδα και οι οποίες λειτουργούν με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και δεν τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς κρατικής εποπτείας, ούτε απολαύουν προνομίων, μπορούν να χαρακτηριστούν ως «επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, εφόσον η φύση των υπηρεσιών που παρέχουν δικαιολογεί τέτοιο χαρακτηρισμό (ΜονΠρΘεσ 3470/ 2012 Αρμ 2012.287).

Το αρ. 20 παρ. 1 εδ. στ` ν. 1264/1982, φαίνεται να ρυθμίζει θέμα αρμοδιότητας για κήρυξη απεργίας, στην περίπτωση που δεν υπάρχει ένωση προσώπων ή επιχειρησιακό σωματείο, ή κλαδικό σωματείο με μέλη τους περισσότερους από τους εργαζομένους σε εκμετάλλευση ή επιχείρηση κλπ. Στην περίπτωση αυτή, την απόφαση για απεργία την παίρνει το πιο αντιπροσωπευτικό Εργατικό Κέντρο. Η διάταξη αποσαφηνίζει ότι δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος παρέχεται επικουρικά, όταν δεν υπάρχει εγγύτερη οργάνωση, μέσω του Εργατικού Κέντρου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούν από μια τέτοια ρύθμιση να συναχθούν προτεραιότητες και αποκλεισμοί, ότι με άλλα λόγια η επικουρικότητα σημαίνει και αποκλειστικότητα υπέρ των εγγύτερων οργανώσεων, όταν υπάρχουν τέτοιες και έχουν μέλη τους περισσότερους από τους εργαζόμενους. Ο βαθμός εγγύτητας της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει μια απεργία με την επιχείρηση, τον κλάδο ή το επάγγελμα που αφορά η απεργία είναι αδιάφορος για το δικαίωμα της να κηρύσσει απεργία. Η εγγύτερη προς το πεδίο εργασιακών σχέσεων που αφορά μια απεργία συνδικαλιστική οργάνωση δεν αποκλείει το δικαίωμα της απώτερης, της λιγότερο αντιπροσωπευτικής, ή της ανώτερης. Έτσι, μια κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ομοσπονδία, ή Εργατικό Κέντρο, μπορούν να κηρύξουν απεργία σε μια επιχείρηση που ανήκει στον κλάδο, ή στην οποία εργάζονται εργαζόμενοι που ασκούν το ίδιο ή συναφές επάγγελμα, ή η οποία εδρεύει στην περιοχή που καλύπτει το Εργατικό Κέντρο, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση με μέλη τους περισσότερους ή τους λιγότερους εργαζομένους και ανεξάρτητα από το αν οι εργαζόμενοι των οποίων τα συμφέροντα εκπροσωπούνται από την οργάνωση είναι ή όχι μέλη της (Α. Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, Γ` έκδοση, σελ. 713 επ., X. Σεβαστίδης, Δικαίωμα της Απεργίας και Δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, εκδ. 2015, σελ. 72 επ., Κουκιάδης, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ. 919).

Περαιτέρω, η άσκηση του δικαιώματος απεργίας δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς τόσο του αρθ. 25 §3 του Συντάγματος όσο και του αρθ. 281 ΑΚ. Έτσι, το δικαστήριο, εκτός από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να τηρηθούν για τη νομότυπη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ελέγχει και το αν το ως άνω δικαίωμα έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 27/ 2004 ΝοΒ 2005.84, ΕφΑθ 5799/ 2001 ΔΕΕ 2001.1032). Κρίσιμα στοιχεία για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων αυτών, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, του μεγέθους των ζημιογόνων συνεπειών τις οποίες προκαλεί στον εργοδότη και το κοινωνικό σύνολο, σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκεια της, ή τον επιλεγέντα χρόνο και την τακτική, η οποία ακολουθείται στη διενέργεια απεργιακών κινητοποιήσεων, την έκταση της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και την προφανή ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών (ΕφΑθ 1770/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 846/2009 ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρ- Ξανθ 197/2013 Αρμ 2013.2404, ΜονΠρΘεσ 8492/2013 Αρμ 2013.1280, ΜονΠρΡοδ 45/2012 ΝοΒ 2012.905). Εξάλλου, ο εργοδότης κατά του οποίου στρέφεται η απεργία έχει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθ. 70 ΚΠολΔ και 22 επ. του ν. 1264/1982 έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι η απεργία είναι καταχρηστική, ή ότι δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμοι όροι για τη διενέργεια αυτής (ΜονΠρΘεσ 8492/2013 ό.π.).

Το άρθρ. 22 §3 ν. 1264/1982 ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα. Όμως, ως προς το εάν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευση αυτής με οριστική απόφαση, οι απόψεις τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία διίστανται. Ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα αν επιτρέπεται κατά την προβλεπόμενη από το άρθρ. 22 §4 του ως άνω νόμου, για την επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 19 - 22, διαδικασία των εργατικών διαφορών, να ζητηθεί από το δικαστήριο η διακοπή της απεργίας και η παράλειψη της στο μέλλον στασιάζεται στη θεωρία (υπέρ του καταψηφιστικού αιτήματος βλ. βασικά Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2007, σελ. 843 επ., Παπασταύρου, Απεργία, έκδ. 2002, παρ. 164 επ., Καρδάρα ΕΕργΔ 2004.1330, κατά βλ. κυρίως Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τ. Β/Π, 1984, σ. 1150 επ., Καζάκου, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2009, σελ. 457 επ., Μουδόπουλου, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 407, Δαβερώνα, Το δικαίωμα της απεργίας σε κρίσιμη καμπή, έκδ. 2009, σ. 237 επ., Τραυλού-Τζανετάτου, Το τεκμήριο νομιμότητας της απεργίας, ΕΕργΔ 2004.1075 επ., ήδη κατά της διακοπής, με αφορμή τα ασφαλιστικά μέτρα, Μπέης, Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, 1981, σελ. 36 επ.). Ως κρατούσα πρέπει να θεωρηθεί η υπέρ του καταψηφιστικού αιτήματος άποψη στη νομολογία (βλ. μακροσκελή κατάλογο σχετικών αποφάσεων σε Δαβερώνα, ό.π., σελ. 234, υποσ. 815, για αντίθετες αποφάσεις βλ. Καζάκου, ό.π., σελ. 459, υποσ. 298). Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, πειστικότερη και σύμφωνη με το Σύνταγμα (άρθρ. 23 § 1 και 22 § 4), καθώς και το τεκμήριο νομιμότητας, που με την ομόφωνη υπ’ αριθμ. 27/2004 απόφασή της υιοθέτησε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι η άποψη που απορρίπτει το καταψηφιστικό αίτημα για διακοπή της απεργίας και παράλειψη της στο μέλλον. Βασικό επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής είναι το ότι μια τόσο αυστηρή κύρωση κατά της παράνομης απεργίας θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί ρητά από τον νομοθέτη, πέραν του ότι το δίκαιο μας δεν αναγνωρίζει μια γενική αξίωση για παράλειψη (βλ. Μπέη, ό.π., σελ. 82 επ., Καζάκου, ό.π., σελ. 458 επ.). Εφόσον δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για τη δικαστική διακοπή της, δεν είναι δυνατό να συνάγουμε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα με argumentum a contrario ερμηνεία. Στην περίπτωση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως είναι η απεργία, δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή διατάξεων του ΑΚ, όπως εκείνων π.χ. που αφορούν τη νομή. Τούτο δε, καθώς θα εξομοιώνονταν αξιολογικά «περιπτώσεις παράνομων ενεργειών με ανομοιογενή προέλευση, φύση και τελολογία» (βλ. Τραυλού-Τζανετάτου, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, έκδ. 1981, σελ. 38, ομοίως Δαβερώνα, σελ. 240 επ.). Πολύ δε περισσότερο δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, αφού, σύμφωνα με τη συνταγματική απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας (άρθρ. 22 §4), δεν χωρεί ούτε έμμεση εκτέλεση της καταψηφιστικής απόφασης, δηλαδή η καταδίκη του εργαζομένου σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση προς εξαναγκασμό του για εργασία (βλ. Καζάκου, ό.π., σελ. 459). Άλλωστε, και σε επίπεδο λογικών επιχειρημάτων πειστικότερο είναι το argumentum a minore ad majus, σύμφωνα με το οποίο η απαγόρευση του ελάσσονος (της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα) δεν μπορεί παρά να σημαίνει και απαγόρευση του μείζονος (οριστική διακοπή της απεργίας, βλ. Ντάσιου, ό.π., σελ. 1153 επ.). To argumentum a contrario (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής), που οδηγεί σε αντίθετη θέση, δεν πείθει. Γιατί από τη σιωπή του νόμου δεν είναι δυνατή η άντληση περιορισμού, και μάλιστα δραστικότατου, ενός δικαιώματος και δη συνταγματικού. Αντίθετα, ως απότοκος της θεμελιακής αρχής της προστασίας του εργαζομένου, εφαρμοστέος είναι ο ερμηνευτικός κανόνας «εν αμφιβολία επιλέγεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο ερμηνεία» (βλ. Καζάκου, ό.π., σελ. 46 επ., Τραυλού- Τζανετάτου, Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, έκδ. 2005, σελ. 90 επ.). Άλλωστε ο κανόνας αυτός συνάδει προς τη βασική αρχή in dubio pro libertate που διέπει το σύστημα περιορισμών των συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. σχετικά Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ`, Θεμελιώδη Δικαιώματα, έκδ. 1988, σελ. 245 επ., Σπυρόπουλου, Συνταγματικό Δίκαιο, έκδ. 2005, σ. 162 επ.). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το επιχείρημα αυτό, σύμφωνα με το οποίο, αφού μια περίπτωση ρυθμίζεται από ορισμένο κανόνα δικαίου, η αντίθετη της αποκλείεται να υπάγεται στη ρύθμιση αυτή αλλά ισχύει γι’ αυτήν η αντίθετη ρύθμιση (δηλαδή επιτάσσει την ανόμοια ρύθμιση ανόμοιων περιπτώσεων), θεωρείται ως το «πιο ανασφαλές», καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μη ορθά αποτελέσματα (βλ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 1997, σελ. 55). Η επιβαλλόμενη τελολογική προσέγγιση της επίμαχης διάταξης του αρθ. 22 §3, εντασσόμενη στο όλο σύστημα προστασίας του δικαιώματος απεργίας του ν. 1284/1982, επιβάλλει την απόρριψη ενός τόσο δραστικού -και προβληματικού από συνταγματική σκοπιά-περιορισμού του δικαιώματος απεργίας, πολύ δε περισσότερο όταν ο παράνομος χαρακτήρας της αποδίδεται στην καταχρηστική άσκηση της, δηλαδή σε μια δυσχερή, αμφίρροπη και στασιαζόμενη νομικά από πλευράς δογματικής θεμελίωσής της κρίση (βλ. για το θέμα αυτό μεταξύ άλλων ..... , Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 22 επ., Καζάκου, ό.π., σελ. 422 επ., Δαβερώνα, σ. 135 επ.). Η άποψη αυτή εντάσσεται, εξάλλου, στο τεκμήριο της νομιμότητας που έχει υιοθετήσει ο Άρειος Πάγος, βάσει του οποίου η συγγνωστή νομική πλάνη καλύπτει τους απεργούς μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης. Η θέση αυτή του Ακυρωτικού Δικαστηρίου προϋποθέτει προφανώς λογικά και τελολογικά-αξιολογικά ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο μόνο σε αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της απεργίας μπορεί να αχθεί. Διαφορετικά, θα στερούνταν πρακτικής σημασίας η επέκταση του τεκμηρίου της νομιμότητας μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης (βλ. σχετικά Τραυλού-Τζανετάτου, ΕΕργΔ 2004.1078, Δαβερώνα, ό.π., σελ. 342, Καζάκου, ό.π., σελ. 460). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η υιοθέτηση της κρατούσας στη νομολογία άποψης έχει ουσιαστικά οδηγήσει σε πανηγυρική επαναφορά των ασφαλιστικών μέτρων, παρά την ρητή απαγόρευση τους από το ν. 1264/1982, με αποτέλεσμα την ανατροπή του όλου συστήματος θεσμικής οργάνωσης και προστασίας του δικαιώματος απεργίας, το οποίο έχει καταστεί «το πιο κακοποιημένο δικαίωμα», κατά τον πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, (βλ. για τη θέση αυτή Καζάκου, ό.π., σελ. 459 επ., κριτικά επίσης Ρήγος, Η δικαστική μεταχείριση της απεργίας, Δίκη 42 (2006). 165 επ., 167). Τέλος, η υιοθετούμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη ισχύει a fortiori για την περίπτωση μελλοντικής απαγόρευσης της απεργίας (βλ. αντί άλλων Καζάκου, σελ. 461 επ., Δαβερώνα, σελ. 243 επ., ΜονΠρΡοδ 45/2012 ό.π., ΜονΠρΘεσ 3470/2012 ό.π., ΜονΠρΑθ 343/2011 ΕΕργΔ 2011.264).
Τέλος, όταν ανακύπτει νομική διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, η οποία όμως, άπτεται του συλλογικού συμφέροντος αναλόγως των περιστάσεων δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Το ότι η συλλογική διαφορά συμφερόντων έχει συγχρόνως και χαρακτήρα νομικής διαφοράς, διαφοράς δηλαδή που μπορεί να επιλυθεί και από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν αναιρεί τη νομιμότητα του απεργιακού αιτήματος και το σχετικό ζήτημα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι δυνάμει σύμβασης έργου ανέλαβε για λογαριασμό των Ελληνικών Πετρελαίων τις εργασίες που αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή και ότι ένεκα του αναληφθέντος έργου υπάγεται στην έννοια των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη συνδικαλιστική οργάνωση με την από 23.3.2016 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε σ` αυτήν την 24.3.2016 κήρυξε απεργία κατά τις ημέρες της 29ης ώρα 7:00 έως και 31ης Μαρτίου 2016 ώρα 6:55, η οποία όμως είναι παράνομη, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου για την κήρυξη της και ειδικότερα, διότι: α) δεν της γνωστοποιήθηκαν εμπρόθεσμα και δη 4 πλήρεις ημέρες πριν την πραγματοποίησή της τα αιτήματα της απεργίας, λόγω του χαρακτήρα της ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, β) δεν προσκλήθηκε σε δημόσιο διάλογο 48 ώρες πριν την πραγματοποίηση της απεργίας, ομοίως λόγω του χαρακτήρα της ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, γ) κηρύχθηκε από δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, παρά την ύπαρξη δύο πρωτοβάθμιων ομοιοεπαγγελματικών σωματείων και ενός κλαδικού, τα οποία κατονομάζει, δ) αντικείμενό της είναι η επίλυση νομικής και όχι συλλογικής διαφοράς και ε) είναι καταχρηστική, αφενός επειδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συνήνεσαν στη μείωση των αποδοχών τους, επειδή υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ του προσδοκώμενου οφέλους των απεργών και της ζημίας που θα υποστεί η ίδια, καθώς η πραγματοποίηση της απεργίας θα παρείχε το δικαίωμα στα ΕΛ.ΠΕ. να καταγγείλουν τη σύμβαση έργου. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί: 1) να αναγνωριστεί ότι η ως άνω προκηρυχθείσα απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική, 2) να υποχρεωθεί η εναγόμενη συνδικαλιστική οργάνωση να παραλείψει την έναρξη της απεργίας ή να την διακόψει, εφόσον αυτή αρχίσει, και να απαγορευθεί η πραγματοποίηση ή η συνέχισή της, με την απειλή χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ, σε βάρος του εναγομένου σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την απόφαση που θα εκδοθεί για κάθε ημέρα παράβασης, 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να παραλείψει στο μέλλον απεργιακές κινητοποιήσεις με τα ίδια ή παρόμοια αιτήματα, απειλούμενης χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ, σε βάρος του σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την απόφαση που θα εκδοθεί για κάθε ημέρα παράβασης, 4) να επιτραπεί η επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί και μετά τις 19.00 μ.μ., καθώς και σε ημέρες αργίας ή εξαιρετέες. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (αρθ. 663 επ. ΚΠολΔ, 22 § 4 ν. 1264/1982). Σε ό,τι αφορά το πρώτο από τα αιτήματά της, της αναγνώρισης της ακυρότητας της προαναγγελθείσας απεργίας, κατά το μέτρο που στηρίζεται στον πρώτο και δεύτερο λόγο, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι εδράζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η ενάγουσα με μόνη την σύναψη σύμβασης έργου με τα Ελληνικά Πετρέλαια, έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιχείρησης κοινής ωφελείας, παρότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή το αντικείμενό της δεν είναι η παραγωγή ή η διύλιση ακάθαρτου πετρελαίου. Επομένως, δεν συγκαταλέγεται σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρ. 19 § 2 ν. 1264/1982, ενόψει του ότι η δραστηριότητά της δεν είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ομοίως, μη νόμιμος είναι και ο τρίτος λόγος ακυρότητας που επικαλείται η ενάγουσα, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στ. IΙΙ μείζονα σκέψη και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός ότι υφίστανται πράγματι πρωτοβάθμια συνδικαλιστικά σωματεία, δεν αφαιρεί από το εναγόμενο το δικαίωμα να κηρύξει απεργία σε μια επιχείρηση που εδρεύει στην περιοχή που καλύπτει το Εργατικό Κέντρο. Εξάλλου, απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο τέταρτος λόγος ακυρότητας, δεδομένου ότι η διεκδίκηση και διασφάλιση οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων αποτελεί νόμιμο αίτημα απεργίας, ακόμη και όταν οι ίδιοι λόγοι αποτελούν συνάμα νομικές διαφορές. Εξάλλου, το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα, κατά το μέρος που στηρίζεται στη βάση της καταχρηστικότητας, κρίνεται απορριπτέο κατά την αιτίαση ότι παραβιάστηκε η αρχή της ultima ratio δεδομένου ότι η μη εξάντληση των ηπιότερων μέσων και δη η μη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, δεν αποτελεί κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας απεργίας ως καταχρηστικής, ενόψει και της διάταξης του αρθ. 4 § 6 ν. 1876/1990, το οποίο παρέχει το δικαίωμα απεργίας ακόμη και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και πριν ολοκληρωθούν αυτές, εκτός αν αυτό έχει αποκλειστεί από προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, αποκλείοντας έτσι την προσφυγή στην απεργία, μόνο ως έσχατης λύσης. Ομοίως, κατά το σκέλος του ότι η απεργία είναι καταχρηστική επειδή οι εργαζόμενοι συνήνεσαν στη μείωση των αποδοχών τους είναι μη νόμιμος, διότι δεν τους αφαιρείται για το λόγο αυτό το δικαίωμα να διεκδικήσουν βελτίωση των οικονομικών τους συνθηκών. Τέλος, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματα αυτής, καθώς και τα παρεπόμενα τούτων αιτήματα, σύμφωνα με τις παραδοχές της υπό στοιχείο IΙΙ νομικής σκέψης που προηγήθηκε, ενώ μη νόμιμο τυγχάνει και το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, δοθέντος ότι διαπλαστικές και αναγνωριστικές δικαστικές αποφάσεις δεν επιτρέπεται να κηρυχθούν προσωρινά εκτελεστές (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 907, αριθμ. 3). Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι νόμιμη, κατά το αναγνωριστικό της αίτημα και κατά το μέρος που τούτο στηρίζεται στον πέμπτο λόγο, ήτοι της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθ. 23 §2, 25 §1 του Συντάγματος, 19 έως 22 ν. 1264/1982, όπως ισχύουν, 68, 70 και 176 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 

Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία δυνάμει σύμβασης έργου που συνήψε με τα Ελληνικά Πετρέλαια, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου «Εργασίες Φόρτωσης - Αποθήκευσης PVC, ανόργανων διαλυτών σε μεταφορικά μέσα - Φορτώσεις ΡΡ - Ενδοδιακίνηση». Για την εκτέλεση του έργου απασχολεί 31 εργαζόμενους, εκ των οποίων 24 χειριστές περονοφόρων οχημάτων, 4 βοηθούς και 3 ανειδίκευτους εργάτες. Η εναγόμενη συνδικαλιστική οργάνωση με την από 23.3.2016 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν την 24.3.2016 κήρυξε απεργία κατά τις ημέρες της 29ης ώρα 7:00 έως και 31ης Μαρτίου 2016 ώρα 6:55, με αιτήματα την αύξηση των αποδοχών του προσωπικού της εναγομένης που απασχολείται στο ανωτέρω έργο και την παύση της απασχόλησής του σε εργασίες μη συναφείς με τα κύρια καθήκοντα του. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η πραγματοποίηση της απεργίας είναι παράνομη ως καταχρηστική διότι η ζημία που θα υποστεί (καταγγελία της σύμβασης έργου) είναι δυσανάλογη σε σχέση με το επιδιωκόμενο όφελος των απεργών, ισχυρισμός που κρίνεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η πιο πάνω υπογραφείσα σύμβαση παρέχει το δικαίωμα στα ΕΛ. ΠΕ. (εργοδότρια) να καταγγείλει άνευ ετέρου τη σύμβαση. Στο Παράρτημα Α` στ. Β` της σύμβασης αυτής αναγράφεται ότι «για την εκτέλεση του έργου, ενδεικτικά αναφέρεται ότι θα χρειαστεί συνολικά προσωπικό 26 περίπου ατόμων, εκ των οποίων 22 θα πρέπει να είναι χειριστές περονοφόρου», ενώ ακολουθεί το πρόγραμμα εργασίας των χειριστών περονοφόρου και των υπολοίπων τεσσάρων εργαζομένων, καθώς και ειδικότεροι όροι καλού χειρισμού και συντήρησης του εξοπλισμού του εργοδότη, εκ μέρους του εργολάβου. Η ανωτέρω πρόβλεψη της σύμβασης έχει την έννοια ότι για την εύρυθμη εκπλήρωση αυτής απαιτείται η απασχόληση περίπου 26 ατόμων εκ μέρους της εργολάβου και όχι ότι προβλέπεται ως λόγος καταγγελίας της σύμβασης η πρόσκαιρη και σύντομης διάρκειας αδυναμία του εργολάβου να εκτελέσει τη σύμβαση λόγω απεργίας του προσωπικού του. Αντιθέτως, στο άρθρο 14 της ίδιας της σύμβασης, προβλέπεται η απεργία του προσωπικού της εργοδότριας ως λόγος ανωτέρας βίας, παρέχουσα στην τελευταία το δικαίωμα να μην καταβάλει στην εργολάβο αμοιβή ή αποζημίωση για όσο διάστημα διαρκεί η απεργία. Παρότι, δηλαδή, δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για την περίπτωση που απεργήσει το προσωπικό της εργολάβου (ενάγουσας), προβλέπεται (έστω και μονόπλευρα) η απεργία ως λόγος ανωτέρας βίας, δικαιολογών την μη καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος για όσο χρόνο διαρκέσει η απεργία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ζημία που θα υποστεί (καταγγελία της σύμβασης έργου) είναι δυσανάλογη σε σχέση με το επιδιωκόμενο όφελος των απεργών, κρίνεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας, λόγω της ήττας της στη δίκη αυτή (άρθρ. 591 §1 εδ. α`, 176 και 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...