Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Ιδιωτική τηλεόραση, απεργία, απαγόρευση, ultima ratio, αναλογικότητα.

Περίληψη. Η γενική συνέλευση του σωματείου που αποφάσισε νομότυπα της κήρυξη απεργίας μπορεί να αναθέσει στο διοικητικό συμβούλιο τον καθορισμό των λεπτομερειών της. Η διάθεση προσωπικού ασφαλείας δεν είναι πάντα απαραίτητη, αλλά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που το είδος της επιχείρησης ή το είδος της απεργίας την καθιστούν αναγκαία. Σε αντίθεση με τον τύπο και το διαδίκτυο, η ιδιωτική τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν θεωρούνται επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Επιτρέπεται η απεργία με αιτήματα που στρέφονται εναντίον επιχειρηματικών αποφάσεων του εργοδότη, όταν μάλιστα αποβλέπουν στη διαφύλαξη των συμφερόντων των εργαζομένων, χωρίς να αποτελεί το έσχατο μέσο επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας. Η αρχή της αναλογικότητας έχει τυποποιηθεί στο νόμο και δεν επιτρέπεται η επίκλησή της, προκειμένου να θεμελιωθεί η καταχρηστικότητα της απεργίας.

ΜονΠρΘεσ 13.134/ 2015, Αρμεν 2015.1904 [όμοια και ΜονΠρωτΗρ 198/ 15].
Δικαστής: Χριστόφορος Σεβαστίδης. 

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1264/82 «Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Για ολιγόωρες στάσεις εφόσον δεν πραγματοποιούνται την ίδια μέρα ή μέσα στην ίδια εβδομάδα αρκεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό τους ορίζει διαφορετικά». Ζήτημα που απασχόλησε πολλές φορές τα Δικαστήρια είναι το εύρος της εξουσιοδότησης που μπορεί να δώσει η Γενική Συνέλευση στο Διοικητικό Συμβούλιο προς εκτέλεση της απόφασης. Η Γενική Συνέλευση λοιπόν που αποφάσισε νομότυπα την κήρυξη της απεργίας μπορεί να αναθέσει στο Διοικητικό Συμβούλιο τον καθορισμό των λεπτομερειών της απεργίας, όπως π.χ. να καθορίσει την ημερομηνία έναρξης της απεργίας, την διάρκειά της, την μορφή της, το προσωπικό ασφαλείας, τη λύση ή την διακοπή της ή και την προσθήκη νέων απεργιακών αιτημάτων (έτσι Α. Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 711 και Γ. Λεβέντης, Εργατική Νομοθεσία, έκδ. 1986, σελ. 323, αντίθετος ο Δ. Παπασταύρου, Η απεργία, σελ. 227 επ., ο οποίος ενώ κατ’ αρχήν δέχεται ότι η γενική συνέλευση είναι ελεύθερη να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο για όλες τις λεπτομέρειες, ωστόσο αποκλείει τη δυνατότητα εξουσιοδότησης ως προς την ημερομηνία έναρξης της απεργίας, την διάρκεια, την έκταση και τη μορφή της καθώς και την προσθήκη νέων αιτημάτων). Τούτο είναι εύλογο δεδομένου ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, έχοντας την δυνατότητα να κάνει διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη, αλλά και λόγω του ευέλικτου σχήματός του, γνωρίζει κάθε στιγμή σε ποια φάση βρίσκεται ο διάλογος και μπορεί να σταθμίζει με ακρίβεια όλες τις παραμέτρους και να αποφασίζει για την εξέλιξη του αγώνα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι πολλές φορές οι συζητήσεις με τον εργοδότη διαρκούν αρκετές ημέρες και προκύπτουν συνεχώς νέα δεδομένα που πρέπει να συνεκτιμηθούν, θα ήταν εντελώς παράλογο να απαιτείται η καθημερινή σύγκληση γενικής συνέλευσης, ώστε να ενημερώνεται και να αποφασίζει για λεπτομέρειες σχετικά με την πορεία του απεργιακού αγώνα. Η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων αυτών στο Διοικητικό Συμβούλιο δεν διευκολύνει μόνο τα εργατικά συνδικάτα, αλλά και την εργοδοτική πλευρά, αφού σε περίπτωση που βρεθεί λύση από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, θα μπορεί το διοικητικό συμβούλιο να διακόπτει την απεργία, ενώ υπό την αντίθετη εκδοχή θα έπρεπε παρά την εξεύρεση λύσης να συνεχίζεται η απεργία μέχρι να συγκληθεί εκ νέου η γενική συνέλευση, πράγμα άτοπο (Χρ. Σεβαστίδης, Το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 77). Αυτό που δεν επιτρέπεται πάντως είναι η εν λευκώ εξουσιοδότηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο να αποφασίζει εκείνο για την κήρυξη της απεργίας, ώστε τελικά η απόφαση για την απεργία να μεταφέρεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου από την Γενική Συνέλευση στο Διοικητικό Συμβούλιο. Ειδικότερα τέτοια απαγορευμένη εν λευκώ εξουσιοδότηση υπάρχει όταν ανατίθεται στο Διοικητικό Συμβούλιο η κήρυξη απεργίας για οποιαδήποτε μελλοντικά αιτήματα προκύψουν ή όταν αφήνεται σ’ αυτό η απόλυτη πρωτοβουλία να κηρύξει ή όχι την απεργία (Γ. Λεβέντης, ανωτ., 323 και Α. Καζάκος, ανωτ., 711). Πάντως στο πλαίσιο της ερμηνείας της απόφασης της ΓΣ που πρέπει να μην είναι προσηλωμένη στη γραμματική διατύπωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η «εν λευκώ» εξουσιοδότηση στο ΔΣ αποτελεί απόφαση της ίδιας της ΓΣ, την οποία απλώς εκτελεί το ΔΣ (έτσι Δ. Τραυλός- Τζανετάτος, Ζητήματα από την κήρυξη διαδοχικών στάσεων εργασίας, ΝοΒ 30, σελ. 1441, ομοίως ΕφΑθ 8272/1980, ΕΕργΔ 1981.332).

II. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 ν. 1264/82 «Η συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία κηρύσσει την απεργία φροντίζει κατά την διάρκεια της απεργίας να υπάρχει το αναγκαίο προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών ή ατυχημάτων». Η υποχρέωση διάθεσης προσωπικού ασφαλείας από την πλευρά των εργαζομένων αποτελεί νομοθετικά αποδεκτή ρύθμιση του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας. Η διατήρηση της βιωσιμότητας της επιχείρησης και μετά την απεργία δεν μπορεί παρά να είναι αυτονόητη επιδίωξη τόσο του εργοδότη όσο και των εργαζομένων. Αναντίρρητα πάντως η ρύθμιση αυτή δημιουργεί έναν ακόμα περιορισμό στο άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος (έτσι Κ. Μικρούδης, Προσωπικό ασφαλείας και κάλυψης των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ΔΕΕ 2006.470). Για το λόγο αυτό θα μπορεί να βρει έδαφος εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η φύση της απεργίας ή το είδος της επιχείρησης είναι τέτοιες που καθιστούν αναγκαία την διάθεση προσωπικού ασφαλείας. Σε κάθε άλλη περίπτωση η συνδικαλιστική οργάνωση μπορεί να προχωρήσει στην κήρυξη απεργίας χωρίς να έχει διαθέσει προηγουμένως προσωπικό ασφαλείας, όπως π.χ. σε επιχείρηση που δεν διαθέτει εγκαταστάσεις επιρρεπείς σε καταστροφές, ή σε περίπτωση κήρυξης λευκής απεργίας, ή ολιγόωρης στάσης εργασίας (Χρ. Σεβαστίδης, ανωτ., σελ. 90, Σ. Βλαστός, Δίκαιο σωματείων, συνδικαλιστικών και εργοδοτικών οργανώσεων, σελ. 542, Κ. Μικρούδης, ανωτ., 470, Π. Δαβερώνας, το δικαίωμα της απεργίας σε κρίσιμη καμπή, σελ. 97, Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο Β II, σελ. 964 και στη νομολογία ΜονΠρΠειρ 1701/2006, ΔΕΝ 62.342, αντίθετος Γ. Λεβέντης, ανωτ., σελ. 354). Με άλλα λόγια η υποχρέωση προς διάθεση προσωπικού ασφαλείας δεν υπάρχει για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε είδους έκτακτου και απρόβλεπτου κινδύνου (π.χ. ενδεχόμενο πυρκαγιάς που μπορεί να συμβεί σε κλειστή επιχείρηση), αλλά έχει σκοπό την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων που προκαλούνται από την ίδια τη φύση της επιχείρησης ή των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί και που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν εάν η επιχείρηση λειτουργούσε κανονικά (Γ. Ληξουριώτης, Δικαίωμα απεργίας και προσωπικό ασφαλείας, ΕΕργΔ 47.213 επ., ΜονΠρΑθ 1861/1990, ΕΕργΔ 1990.836, ΜονΠρΑθ 202/2010, αδημ., ΜονΠρΑθ 340/2011, αδημ., που αφορούν ad hoc απεργίες εργαζομένων σε τηλεοπτικούς σταθμούς).

III. Σε συμμόρφωση προς την Συνταγματική επιταγή του άρθρου 23 παρ. 2β’, ο ν. 1264/82 ορίζει στο άρθρο 19 παρ. 2 ότι η απεργία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ, στα ΝΠΔΔ, στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, επιτρέπεται μετά από την τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 20 παρ. 2 και 21, που θέτουν σαφώς αυστηρότερες προϋποθέσεις νομιμότητας της απεργίας, σε σχέση με τις κοινές επιχειρήσεις. Δικαιολογητική βάση αυτού του περιορισμού είναι ότι η απεργία αυτών των μισθωτών δεν πλήττει μόνο τον εργοδότη, αλλά σημαντικά αγαθά του κοινωνικού συνόλου. Οι περιορισμοί αυτοί βέβαια είναι συνταγματικοί εφόσον δεν φτάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του. Στο ίδιο άρθρο (19 παρ. 2) ο νομοθέτης απαριθμεί τις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών συγκαταλέγονται και οι επιχειρήσεις «τηλεπικοινωνιών και ταχυδρομείων, ραδιοφωνίας και τηλεόρασης» (περ. στ’). Η απαρίθμηση του νόμου είναι περιοριστική και δεν επιτρέπεται αναλογική διεύρυνση (έτσι μεταξύ άλλων Γ. Λεβέντης, Εργατική Νομοθεσία, σελ. 318, Καζάκος, ανωτ., σελ. 709). Μία από τις αυστηρότερες προϋποθέσεις που προβλέπεται για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας είναι η πρόβλεψη προσωπικού για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας (άρθρο 21 παρ. 2 ν. 1264/82). Επομένως, το ζητούμενο είναι εν προκειμένω εάν στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας εμπίπτουν και οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί. Αν, ωστόσο, τα ιδιωτικά ΜΜΕ είναι κοινής ωφέλειας και έχουν ζωτική σημασία για την κοινωνία, τότε θα έπρεπε να είναι αδύνατη η διακοπή λειτουργίας τους και να παρεμβαίνει το Κράτος κάθε φορά που κινδυνεύουν με κλείσιμο, για να τα διατηρήσει σε λειτουργία. Ο επιχειρηματίας, ωστόσο, όσο ελεύθερος είναι να λειτουργήσει ιδιωτικό τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό σταθμό, λαμβάνοντας φυσικά την άδεια από την αρμόδια Αρχή, τόσο ελεύθερος είναι να τον μεταβιβάσει ή να διακόψει οριστικά την λειτουργία του. Συνεπώς, δεν συμβιβάζεται η ιδέα να θεωρείται η ιδιωτική επιχείρηση ως παρέχουσα υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για την κοινωνία και ταυτόχρονα να δίνεται το δικαίωμα στον επιχειρηματία να διακόπτει όποτε θέλει τη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης. Από απόψεως ουσίας και πάλι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν μπορεί να θεωρούνται ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, αφού η ενημέρωση παρέχεται παράλληλα από τον δημόσιο τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό φορέα, τις εφημερίδες, τα περιοδικά και το διαδίκτυο. Δεν υπάρχει εξάλλου κανείς επαρκής δικαιολογητικός λόγος, ώστε η ιδιωτική τηλεόραση και το ραδιόφωνο να θεωρούνται κοινής ωφέλειας επιχειρήσεις, σε αντίθεση με τον τύπο και το διαδίκτυο. Θα πρέπει, επίσης, να εκτιμηθεί κατά πόσο η επιχείρηση, από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 19 παρ. 2, έχει μονοπωλιακό χαρακτήρα. Σε καταφατική περίπτωση είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχει πράγματι ζωτική σημασία για τις βασικές ανάγκες της κοινωνίας και ότι είναι κοινής ωφέλειας. Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή υπάρχουν περισσότερες επιχειρήσεις που εξυπηρετούν ίδιες κοινωνικές ανάγκες (ενημέρωσης, μεταφοράς, τηλεπικοινωνίες κλπ.), θα πρέπει να εκτιμηθεί εάν υφίσταται εκτός από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και κρατική επιχείρηση, έστω κι αν αυτή λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι ανάγκες του κοινωνικού συνόλου ικανοποιούνται συνήθως από την κρατική επιχείρηση (π.χ. ΝΕΡΙΤ), οπότε οι λοιπές ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ζωτική σημασία για το κοινωνικό σύνολο (Χρ. Σεβαστίδης, ανωτ., 97 επ, ΜονΠρΑθ 340/2011, ΜονΠρΑΘ 120/2011, ΜονΠρΑΘ 1070/2011, ΜονΠρΑΘ 2332/2009, αδημ.).

IV. Αναφορικά με τη νομιμότητα του αιτήματος της απεργίας που στρέφεται εναντίον επιχειρηματικών αποφάσεων υπενθυμίζεται ότι, οι πολλαπλοί περιορισμοί της επιχειρηματικής ελευθερίας έχουν εδώ και δεκαετίες γίνει αποδεκτοί στο νομικό μας σύστημα, είτε με τη μορφή κανονισμών εργασίας, νομοθετικών απαγορεύσεων διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας κλπ., είτε με τη μορφή νομοθετικών περιορισμών του δικαιώματος καταγγελίας, είτε με την υποχρέωση διαβούλευσης με τους εργαζομένους στη διαδικασία των ομαδικών απολύσεων (βλ. Α. Καζάκο, ανωτ., σελ. 740). Επισημαίνεται ότι η αναγωγή της διαφύλαξης του απρόσβλητου του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη είναι εντελώς αυθαίρετη και παραβλέπει το εύρος του συνταγματικού προσδιορισμού των σκοπούμενων με την απεργία συλλογικών συμφερόντων. Παραβλέπει, επίσης, το γεγονός ότι η έννομη τάξη αποδέχθηκε το δικαίωμα της απεργίας, ακριβώς για να εξασφαλισθεί ένας αντίποδας στις εργοδοτικές εξουσίες (βλ. σχετικά Τραυλός- Τζανετάτος, Απεργία και κίνδυνος λειτουργίας της εκμετάλλευσης, σελ. 271 επ., επίσης Α. Καζάκος, ανωτ., σελ. 63 επ., Γ. Ληξουριώτης, Ο σκοπός του δικαιώματος της απεργίας, σελ. 141). Έτσι ορθά εντάσσονται τα θέματα των απολύσεων όταν οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους στην κατηγορία των «οικονομικών συμφερόντων» που αναφέρει το άρθρο 23 παρ. 2 Σ, γιατί το θιγόμενο συμφέρον είναι η διακινδύνευση της απασχόλησης που συνιστά τον πρωταρχικό όρο για τη θέση του μισθωτού στην επιχείρηση (I. Κουκιάδης, Απεργία και αναδιάρθρωση επιχειρήσεων, ΔΕΝ 49, σελ. 1220). Ο εργοδότης, συνεπώς, μπορεί να κάνει χρήση του διευθυντικού του δικαιώματος και να προβεί σε κλείσιμο εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, σε μετεγκατάσταση σε άλλη περιοχή, σε οργανωτική αναδιάρθρωση των τμημάτων, σε απολύσεις προσωπικού κλπ. Το δικαίωμά του αυτό στηρίζεται πράγματι στην ελευθερία της επιχειρηματικής δράσης που αποτελεί έκφραση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Το δικαίωμα, όμως, αυτό δεν αποκλείει, ούτε αντιστρατεύεται το δικαίωμα της απεργίας. Δεν έχει απολύτως καμία σημασία εάν οι απολύσεις που έγιναν για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι, ή όχι, δικαιολογημένες και νόμιμες. Αυτό θα το αποφασίσει το αρμόδιο Δικαστήριο που θα κρίνει επί ενδεχόμενης αγωγής που θα ασκήσουν οι απολυμένοι. Θα ήταν εξάλλου άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι η απόφαση των συνδικαλιστικών ενώσεων για κήρυξη απεργίας είτε με τη μορφή της συμπαράστασης στους απολυμένους συναδέλφους (απεργία αλληλεγγύης), είτε για διαφύλαξη των θέσεων εργασίας των λοιπών εργαζομένων, θα πρέπει να περιμένει την πολυετή λήξη των δικαστικών διενέξεων για τη νομιμότητα των απολύσεων. Το Δικαστήριο που κρίνει για τη νομιμότητα της απεργίας δεν μπορεί να εξετάσει ούτε παρεμπιπτόντως το ζήτημα του δικαιολογημένου των απολύσεων. Από τη στιγμή που τηρούνται οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα και το νόμο προϋποθέσεις, ιδίως δε εφόσον η απεργία γίνεται για να διαφυλαχθούν «οικονομικά και εργασιακά» δικαιώματα, δεν υπάρχει χώρος για έρευνα άλλων προϋποθέσεων, γιατί με μια τέτοια μεθοδολογία ερμηνευτικής διεύρυνσης των προϋποθέσεων, συρρικνώνεται αντίστοιχα το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας. Αντίθετα, πρέπει «εν αμφιβολία» να επιλέγεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο ερμηνεία (in dubio pro libertate) (βλ. σχετικά Α. Καζάκο, ανωτ., σελ. 96, Τραυλό - Τζανετάτο, η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 91). Το Σύνταγμα δεν δίνει προβάδισμα στην επιχειρηματική δράση. Αντιθέτως, κατά την πειστικότερη άποψη από τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος συνάγεται μια αξιολογική υπεροχή του δικαιώματος απεργίας έναντι του συγκρουόμενου με αυτό δικαιώματος της επιχειρηματικής δράσης, λόγω του άρρηκτου δεσμού του με την αξία και προσωπικότητα του εργαζομένου (μεταξύ άλλων Τραυλού - Τζανετάτου, Διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και Σύνταγμα σε: Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις, 1987, σελ. 92 επ., ιδίου Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, ανωτ., σελ. 89 επ., Α. Καζάκου, ανωτ., σελ. 85 επ).

V. Με την αρχή της αναλογικότητας συνδέεται από ορισμένη πλευρά και η αρχή της ultima ratio. Σύμφωνα με την αρχή αυτή η απεργία είναι το έσχατο μέσο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εργαζόμενοι, αφού πρώτα εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες εξεύρεσης ειρηνικής λύσης με τον εργοδότη τους. Επομένως, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πρώτα όλα τα μέσα ειρηνικής επίλυσης της διαφοράς με διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών και μόνο εάν η εργοδοτική πλευρά αρνείται τις διαπραγματεύσεις είναι δυνατή η άμεση προσφυγή στην απεργία. Ανάμεσα στα δύο στάδια των διαπραγματεύσεων και της αγωνιστικής διεκδίκησης πρέπει να υπάρχει σαφής οριοθέτηση, ώστε οι συζητήσεις να γίνονται χωρίς την χρήση επιθετικών όπλων. Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή πραγματοποιηθεί απεργία κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, τότε αυτή θα είναι καταχρηστική. Πριν την ισχύ του ν. 1876/1990 η κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία (βλ. ΟλΑΠ 526/1967, ΔΕΝ 1967.936, ΕφΑθ 9477/1983, ΕΕΔ 43.330, ΕφΑθ 1597/1984, ΕΕΔ 40.713, Καποδίστριας, ΕΕΔ 1979, σελ. 8, Βάγιας, Η νομική προπαρασκευή της απεργίας, ΕΕΔ 1982.712, Καλομοίρης, Βασικαί έννοιαι του ελληνικού εργασιακού δικαίου, 1973, σελ. 388, Ανανιάδης, Το σύστημα του Ελληνικού εργατικού δικαίου, όπως θεμελιώνεται από το Σύνταγμα του 1975, ΕΕΝ 42.944, Λεβέντης, Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, ΝοΒ 1984.242) τάσσονταν υπέρ της εφαρμογής της παραπάνω αρχής στο δίκαιο της απεργίας, μεταφέροντας ουσιαστικά απόψεις που κυριαρχούσαν στη Γερμανία επί δεκαετίες και απηχούσαν την αποστροφή προς το δικαίωμα της απεργίας και τη σαφή στάση υπέρ ενός εκ των κοινωνικών ανταγωνιστών. Η υιοθέτηση αυτής της αρχής στο ελληνικό δίκαιο έγινε χωρίς να λάβει υπόψη τις ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στις δύο έννομες τάξεις. Στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει μια λεπτομερής ρύθμιση των προϋποθέσεων νόμιμης άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, σε αντίθεση με το γερμανικό δίκαιο, όπου ο δικαστής μπορεί στο πλαίσιο της δικαιοπλαστικής του εξουσίας να προσφύγει και να αξιοποιήσει γενικές αρχές του δικαίου (Δ. Ζερδελής, Αναλογικότητα και Απεργία, σελ. 92). Με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1876/ 1990 το οποίο ορίζει ότι «Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας μεσολάβησης και διαιτησίας, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων διατηρούν το δικαίωμα της απεργίας, εκτός αν αυτό έχει αποκλειστεί από προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας» η αμφισβήτηση πλέον έχει αρθεί με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Η αρχή της ultima ratio στο πλαίσιο της απεργίας αποτελεί πλέον έννοια ξένη στο ελληνικό δίκαιο (έτσι Τραυλός - Τζανετάτος, Η απεργία ως ultima ratio, ανωτ., σελ. 4106, Π. Δαβερώνας, σελ. 209, Δ. Ζερδελής, ανωτ, σελ. 98, Α. Καζάκος, σελ. 788, I. Κουκιάδης, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, ανωτ., σελ. 935-936 και υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ακόμα δικαίου Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμ. Β II, 790 επ.). Αποσυνδέθηκε με άλλα λόγια το στάδιο των διαπραγματεύσεων από την υποχρέωση αποχής από τον απεργιακό αγώνα και νομιμοποιήθηκε η παράλληλη λειτουργία και των δύο αυτών μορφών συνδικαλιστικής δράσης. Το δικαίωμα της απεργίας που στο Σύνταγμα προστατεύεται πλήρως και χωρίς υποσημειώσεις με μόνες εξαιρέσεις αυτές των δικαστικών λειτουργών και των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας, με εισαγωγή αρχών, όπως εκείνες της αναλογικότητας, του έσχατου μέσου, της υποχρέωσης ειρήνης, που οδηγούν σε περιορισμούς τους οποίους η έννομη τάξη δεν προβλέπει, υφίσταται ανεπίτρεπτη συρρίκνωση σε πείσμα της αρχής in dubio pro libertate (Δ. Τραυλός- Τζανετάτος, η απεργία ως ultima ratio, τιμ. Τόμος Κ. Μπέη, σελ. 4115).

VI. Η προερχόμενη από το δημόσιο δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, ενώ αποτελεί περιορισμό των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων, κατέληξε να λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού του ίδιου του δικαιώματος και είναι πέραν των άλλων και περιττή. Τούτο δε καθώς η τήρηση της αναλογικότητας ή της καλής πίστης στην άσκηση του απεργιακού δικαιώματος έχει τυποποιηθεί στο δίκαιο με τις διατάξεις των άρθρων 19, 20, 21 ν. 1264/82 που υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να διαθέτουν το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας και να προειδοποιήσουν τον εργοδότη (Α. Καζάκος, ανωτ., σελ. 772, Δ. Ζερδελής, ανωτ., σελ. 115 επ). Με την τήρηση αυτών των υποχρεώσεων η ζημία του εργοδότη ή του κοινωνικού συνόλου δεν μπορεί να είναι πλέον «δυσανάλογη» σε σχέση με την επιδιωκόμενη ωφέλεια των απεργών, όσο σημαντική κι αν είναι αυτή η ζημία. Συνεπώς, η προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, είτε ευθέως είτε με χρήση του άρθρου 281 ΑΚ, ως εργαλείο περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας, πρέπει να αποκλεισθεί. Άλλο είναι, βέβαια, το ζήτημα ότι η απεργία θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα του εργοδότη ή εξ αντανακλάσεως και στο κοινωνικό σύνολο, ως αναπόδραστη συνέπεια αυτής της ίδιας της φύσης του δικαιώματος. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερη είναι η βλάβη στα (οικονομικά) συμφέροντα του εργοδότη, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες αίσιας έκβασης του εργατικού αγώνα (Βλ. I. Κουκιάδη, Απεργία και αναδιάρθρωση επιχειρήσεων, γνμδ σε ΔΕΝ 49.1217 επ. (1223). Για το στοιχείο της βλάβης ως σύμφυτο με την έννοια της απεργίας βλ. ήδη Τραυλό-Τζανετάτο, Απεργία και κίνδυνος λειτουργίας της εκμετάλλευσης, σελ. 156, ιδίου, Εργατικό δίκαιο και πολιτική σελ. 190 επ., Ληξουριώτης, ανωτ., σελ. 263 επ.). Από την άλλη πάλι, οι τρίτοι αμέτοχοι του απεργιακού αγώνα και το κοινωνικό σύνολο οφείλουν να ανεχθούν τις συνέπειες της απεργίας, μέσα σε μια κοινωνία αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης (Δ. Ζερδελής, ανωτ., 117). Η συχνή αναφορά και επίκληση του γενικού συμφέροντος (για την προβληματική χρήση της έννοιας του «γενικού συμφέροντος» στη νομολογία και για τον τρόπο που από «περιορισμός των περιορισμών» μεταμορφώθηκε «ως διπρόσωπος Ιανός» σε περιορισμό των συνταγματικών δικαιωμάτων, βλ. Κ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, έκδ. 2006, σελ. 85 επ.) ως στοιχείου απονομιμοποίησης της απεργίας λειτουργεί τελικά μονομερώς σε βάρος των απεργών.

VII. Τα επιχειρήματα της άποψης περί δυνατότητας απαγόρευσης της παράνομης απεργίας και για το μέλλον έχουν ήδη αμφισβητηθεί έντονα τόσο από τη θεωρία, όσο και την παλαιότερη, αλλά και πρόσφατη νομολογία (ΕφΑθ 9477/83, ΕΕργΔ 1984.330, ΜονΠρΑθ 3868/1985, ΕλλΔνη 1985.752, ΜονΠρΑθ 1795/2009, Μον- ΠρΑθ 1936/2006, ΜονΠρΑθ 764/2007, ΜονΠρΑθ 1134/2008, (όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ΜονΠρΑθ343/2011, ΕΕργΔ 2011.261. Στη θεωρία Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό, ΒΙΙ, 1150 επ., Δ. Τραυλός- Τζανετάτος, απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, ανωτ., σελ. 36 επ., Μουδόπουλος, Συλλογικό εργατικό δίκαιο, 2005, 407, Α. Καζάκος, ανωτ., σελ. 799 επ., Π. Δαβερώνας, ανωτ., σελ. 239 επ.). Έτσι, γίνεται δεκτό ότι το δίκαιο δεν προβλέπει γενική αξίωση για παράλειψη παράνομων πράξεων και επομένως, εφόσον δεν υπάρχει ειδική διάταξη που να επιτρέπει τη δικαστική απαγόρευση της απεργίας κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να στηριχθεί σε μια δήθεν «γενική αξίωση» του δικαίου. Ακριβώς η επίκληση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα στην οποία προβαίνει η αντίθετη άποψη, δηλαδή των άρθρων 57, 58, 60, 989, 1108, 1112, 1132, 1133 ΑΚ, είναι ενισχυτική του προβαλλόμενου εδώ αντεπιχειρήματος. Σε όλες τις επικαλούμενες διατάξεις προβλέπεται ρητά δικαίωμα του προσβληθέντος «να ζητήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον», κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ν. 1264/82. Κατά δεύτερον, από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 3 ν. 1264/82 προκύπτει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συνάγει ως συμπέρασμα η παλαιότερη νομολογιακή και θεωρητική άποψη. Η απαγόρευση της διακοπής της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα που είναι το έλασσον, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται και το μείζον, που είναι η διακοπή της με οριστική απόφαση της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών. Η παράγραφος 3 του άρθρου 22 θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου. Η παράγραφος 3 ξεκαθάρισε νομοθετικά αυτό που γίνονταν δεκτό στη νομολογία και πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 1264/82, δηλαδή τον αποκλεισμό της δυνατότητας διακοπής της απεργίας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. ενδ. Μον- ΠρΘεσ 3729/79, ΕΕργΔ 38.820 και Τραυλό-Τζανετάτο, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, 1981, σελ. 42 επ.), διότι έτσι θα οδηγούνταν σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση. Η παράγραφος 4 όρισε την διαδικασία των εργατικών διαφορών ως προσήκουσα για την εξέταση των απεργιακών διαφορών. Έχει, επομένως, τελείως διαφορετικό αντικείμενο ρύθμισης από αυτό της παραγράφου 3 και είναι εντελώς αυθαίρετο να συνάγει κανείς εξ αντιδιαστολής επιχείρημα σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της διακοπής της απεργίας με την ειδική διαδικασία. Αποφασιστικό επιχείρημα είναι και αυτό που εδράζεται στο τεκμήριο νομιμότητας της απεργίας. Σύμφωνα με την ΟλΑΠ 27/ 2004 (ΕΕργΔ 2004.971 επ. βλ. σχετικά Τραυλό-Τζανετάτο, ΕΕργΔ 2004.1073 επ., Καζάκο, σελ. 670 επ., Δαβερώνα σελ. 65 επ.) μέχρι την τελεσίδικη διάγνωση του παράνομου χαρακτήρα μιας απεργίας, αυτή καλύπτεται από το τεκμήριο της νομιμότητας και οι απεργοί μπορούν να επικαλούνται συγγνωστή νομική πλάνη σε σχέση με τον παράνομο χαρακτήρα της απεργίας. Θα ήταν αντιφατικό να υιοθετηθεί από τη μια μεριά η άποψη ότι μπορεί να καλύπτεται με το τεκμήριο νομιμότητας η απεργία μέχρι την τελεσίδικη κρίση και από την άλλη να είναι νοητή καταψηφιστική διάταξη στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που να απαγορεύει στο μέλλον τη συνέχιση της απεργίας και μάλιστα με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Τέλος, επιχείρημα συνιστά η παράβλεψη του θεμελιώδους άρθρου 22 παρ. 4 Σ που ορίζει ότι «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται» (βλ. και Τραυλό-Τζανετάτο, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 44) και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καλέσει τα μέλη του εργατικού συνδικάτου να επανέλθουν στην εργασία τους και μάλιστα με απειλή χρηματικής και προσωπικής κράτησης, διότι τούτο θα συνιστούσε υποχρέωση σε αναγκαστική εργασία. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω θα πρέπει να θεωρηθούν εσφαλμένες οι αντιλήψεις που υποστηρίζουν τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να κηρύσσει προσωρινά εκτελεστή την καταψηφιστική του απόφαση περί διακοπής της παράνομης απεργίας και παράλειψής της στο μέλλον, καθώς και την επιβολή χρηματικών ποινών ή προσωπικής κράτησης σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ή στους εκπροσώπους αυτών. Κάτι τέτοιο θα προσέκρουε ως προς το σκέλος του προσωρινά εκτελεστού στην απόφαση της ΟλΑΠ 27/2004, αφού το τεκμήριο νομιμότητας της απεργίας για το διάστημα μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης που αναγνωρίζει την παρανομία (ενέργεια ex nunc και όχι ex tunc) θέτει εκποδών την προσωρινή εκτελεστότητα (Α. Καζάκος, σελ. 806-807, Τραυλός- Τζανετάτος, ΕΕργΔ 2004.1075-1076). Ως προς δε την έμμεση αναγκαστική εκτέλεση (χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατά των απεργών), κάτι τέτοιο έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη συνταγματική διάταξη για απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας (βλ. Α. Καζάκο, σελ. 806-807 καθώς και ΜονΠρΑθ 343/2011, ΕΕΔ 2011.263 και ΜονΠρΑθ 1124/2011, ΕΕΔ 2012.745, ΜονΠρΘεσ 28125/2011, ΕΕΔ 2012.1983, αντίθετα ΕφΑθ 1770/2011, ΕΕΔ 2012.739).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι αδειούχος τηλεοπτικός σταθμός που εκπέμπει πανελλαδικά ενημερωτικό πρόγραμμα γενικού περιεχομένου. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι το πρώτο εναγόμενο σωματείο, του οποίου πρόεδρος και αντιπρόεδρος είναι αντίστοιχα ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, της γνωστοποίησε στις 22.9.2015 ότι κηρύσσει 24ωρη προειδοποιητική απεργία όλων των τεχνικών που εργάζονται στην ενάγουσα από ώρα 06.00’ της 28.9.2015 έως ώρα 06.0 της 29.9.2015. Εκθέτει εν συνεχεία ότι η κηρυχθείσα απεργία είναι παράνομη διότι κηρύχθηκε από αναρμόδιο όργανο και συγκεκριμένα από το ΔΣ της πρώτης εναγομένης, ενώ αρμόδιο όργανο ήταν η ΓΣ καθώς και ότι η εξουσιοδότηση προς το ΔΣ ήταν άκυρη διότι έγινε εν λευκώ. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η πρώτη εναγομένη δεν διέθεσε το αναγκαίο προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, αν και η ενάγουσα είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, καθώς και το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι η απεργία είναι παράνομη, διότι οι λόγοι που οδήγησαν την ενάγουσα σε απολύσεις προσωπικού είναι αμιγώς οικονομοτεχνικοί και τέλος ότι η εναγομένη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα κήρυξης απεργίας, αφού αυτό δεν ήταν το έσχατο μέσο και διότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας που θα υποστεί η ενάγουσα και του οφέλους των απεργών. Με βάση τα παραπάνω ζητά να αναγνωρισθεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας της 24ωρης απεργίας που κήρυξε η πρώτη εναγομένη, να απαγορευθεί στους εναγομένους η πραγματοποίηση της απεργίας με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της απόφασης, να απαγορευτεί στους εναγομένους να προκηρύσσουν στο μέλλον απεργίες, ή στάσεις εργασίας, για τους ίδιους λόγους και με τα ίδια αιτήματα, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η αγωγή αρμόδια εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρο 22 παρ. 4 ν. 1264/82) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη ως προς το αναγνωριστικό αίτημα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στα άρθρα που μνημονεύονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς και στα άρθρα 281 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ. Δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, καθώς και τα παρεπόμενα τούτου αιτήματα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη (με αριθμό VII). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση της ένορκης εξέτασης του μάρτυρα απόδειξης, καθώς και την ανωμοτί εξέταση του δευτέρου εναγομένου, καθώς και από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι αδειούχος τηλεοπτικός σταθμός που εκπέμπει πανελλαδικά ενημερωτικό πρόγραμμα γενικού περιεχομένου, λειτουργώντας αμιγώς με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος. Στις 22.9.2015 η πρώτη εναγομένη, της οποίας πρόεδρος και αντιπρόεδρος είναι ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων αντίστοιχα, επέδωσε στην ενάγουσα εξώδικη γνωστοποίηση απεργίας, με την οποία δήλωνε ότι προβαίνει σε 24ωρη προειδοποιητική απεργία όλων των τεχνικών που εργάζονται στην ενάγουσα από ώρα 06.00’ της 28.9.2015 έως ώρα 06.00’ της 29.9.2015. Δικαιολογητική βάση της απεργίας είναι σύμφωνα με την ανακοίνωση της πρώτης εναγομένης, η αιφνιδιαστική απόλυση ακόμα τριών τεχνικών-μελών της ενάγουσας. Η ενάγουσα παρέχει υπηρεσίες ενημέρωσης και ψυχαγωγίας όμοιες με αυτές που παρέχουν και τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα ραδιόφωνα, οι εφημερίδες, τα περιοδικά και το διαδίκτυο. Το κοινωνικό σύνολο, επομένως, μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της ενημέρωσης και ψυχαγωγίας από άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δημόσια ή ιδιωτικά. Συνεπώς, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (με αριθμό III), η ενάγουσα δεν έχει ούτε μονοπωλιακό χαρακτήρα, ούτε ζωτική σημασία για το κοινωνικό σύνολο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας υπό την έννοια του άρθρου 19 παρ. 2 ν. 1264/1982. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται και σχετική υποχρέωση της πρώτης εναγομένης για πρόβλεψη, κατά τη διάρκεια της εξαγγελθείσας απεργίας, προσωπικού για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Περαιτέρω προέκυψε ότι οι τεχνικοί τηλεόρασης που είναι μέλη της πρώτης εναγομένης έχουν καθήκοντα που ανάγονται στην κάλυψη των τηλεοπτικών προγραμμάτων της ενάγουσας και δεν είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα φύλαξης των εγκαταστάσεων του τηλεοπτικού σταθμού. Εξάλλου, εργασίες φύλαξης του σταθμού και των εγκαταστάσεων αυτού έχουν ανατεθεί από την ενάγουσα σε ιδιωτική εταιρία φύλαξης (security). Επιπλέον, η ενάγουσα εταιρία δεν συγκαταλέγεται στις επιχειρήσεις εκείνες που χρησιμοποιούν επικίνδυνες πρώτες ύλες ή εκ της φύσεώς τους είναι επιρρεπείς σε ατυχήματα ή καταστροφές και απαιτούν επιπρόσθετες υπηρεσίες φύλαξης. Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (με αριθμό II) η πρώτη εναγομένη δεν είχε υποχρέωση διάθεσης προσωπικού για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της ενάγουσας. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η πρώτη εναγομένη είναι πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ευρύτερης περιφέρειας, καλύπτοντας τους τεχνικούς τηλεόρασης της Βόρειας Ελλάδας. Η απόφαση, δηλαδή, για κήρυξη απεργίας λαμβάνεται κατ’ αρχήν από το διοικητικό συμβούλιο εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 19 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης ανήκει και η απόφαση για «κάθοδο του κλάδου σε συνδικαλιστικούς αγώνες και την κήρυξη της απεργίας». Η διάταξη αυτή του καταστατικού υπερισχύει της γενικής πρόβλεψης του νόμου και για την νομότυπη απόφαση κήρυξης απεργίας απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης. Οι εναγόμενοι προσκομίζουν τα πρακτικά της 25ης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης από 16 Μαΐου 2015, από τα οποία προκύπτει ότι στο άρθρο 2 «εξουσιοδοτείται το Δ.Σ. για απεργιακές κινητοποιήσεις όπου και όταν αυτό αποφασιστεί». Η εξουσιοδότηση μάλιστα αυτή έγινε ομόφωνα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη (με αριθμό I) δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση «εν λευκώ εξουσιοδότησης» προς το ΔΣ, αφού η απόφαση για κήρυξη της απεργίας ελήφθη από την αρμόδια ΓΣ, η οποία απλά εξουσιοδότησε το ΔΣ να αποφασίσει το χρόνο και την διάρκεια της απεργίας. Εξάλλου, το ΔΣ βασισμένο στην ίδια εξουσιοδότηση της ΓΣ έλαβε και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα αποφάσεις κήρυξης απεργίας, όπως στις 4.9.2015, στις 5.9.2015, στις 8.9.2015 και στις 10.9.2015. Η απόφαση της ΓΣ να εξουσιοδοτήσει το ΔΣ δεν είναι εξάλλου χρονικά απομακρυσμένη από την λήψη αποφάσεων του τελευταίου περί απεργιακών κινητοποιήσεων και με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής συνάγεται ότι η απόφαση εξουσιοδότησης της ΓΣ προς το ΔΣ είχε λάβει υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες που οδήγησαν τελικά στην κήρυξη των απεργιών. Όπως δε εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, η αυστηρή προσήλωση στη γραμματική διατύπωση της απόφασης της ΓΣ και η τυχόν ερμηνεία ότι πρόκειται για «εν λευκώ εξουσιοδότηση» θα είχε υπερακοντίσει το σκοπό του νομοθέ- τη, ότι δηλαδή «εν αμφιβολία» θα πρέπει να επιλέγεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο ερμηνεία (in dubio pro libertate). Εν συνεχεία η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι οι καταγγελίες των τριών εργαζομένων - τεχνικών στις οποίες προέβη ήταν απόλυτα δικαιολογημένες για λόγους οικονομοτεχνικούς λόγω του ότι ο τζίρος της ενάγουσας παρουσιάζει συνεχή πτώση και ότι συνεπώς η απεργία που κήρυξε η εναγομένη δεν δικαιολογείται. Ο λόγος αυτός, όμως, που προβάλλει η ενάγουσα και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στην ένδικη αγωγή. Όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη (αριθμός IV) στην προκείμενη δίκη το Δικαστήριο δεν κρίνει τη νομιμότητα ή μη των απολύσεων, ούτε το εάν πράγματι υφίστανται ή όχι οικονομοτεχνικοί λόγοι ως θεμελιωτική βάση των απολύσεων. Μια έρευνα τέτοιου είδους θα διεύρυνε τις προϋποθέσεις νομιμότητας και θα συρρίκνωνε ανεπίτρεπτα το αντίστοιχο συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας. Η πρώτη εναγομένη νόμιμα αποφάσισε την κήρυξη της απεργίας αφού οι απολύσεις των μελών της ανάγονται σαφώς στη διαφύλαξη «των οικονομικών συμφερόντων» που προβλέπει το άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι το θιγόμενο συμφέρον για την εναγομένη είναι αφενός η διακινδύνευση της απασχόλησης των λοιπών μελών της που συνιστά και τον πρωταρχικό όρο για τη θέση του μισθωτού στην επιχείρηση και αφετέρου η κήρυξη της απεργίας γίνεται προφανώς με τη μορφή συμπαράστασης στους απολυθέντες τεχνικούς-μέλη της εναγομένης. Το δικαιολογημένο ενδιαφέρον των εργαζομένων και η αγωνία τους για την διατήρηση των θέσεων εργασίας τους προκύπτει από την τακτική της ενάγουσας να απολύσει την ίδια ημέρα μαζί με τους τρεις τεχνικούς και άλλους τρεις διοικητικούς υπαλλήλους, καθιστώντας έτσι άκρως επισφαλή και αβέβαιη την διατήρηση και των λοιπών θέσεων εργασίας. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα της απεργίας αφού με αυτήν επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο η οικονομική της κατάσταση, μειώνονται τα διαφημιστικά της έσοδα και η αξιοπιστία της έναντι των πελατών της. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα όσα αναφέρθηκαν και στη μείζονα σκέψη (με αριθμούς V και VI) οι αρχές του εσχάτου μέσου (ultima ratio) και της σύγκρισης ζημίας-οφέλους από την απεργία, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο νομικό μας σύστημα. Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη τήρησε όλες τις προϋποθέσεις νομιμότητας της απεργίας, όπως ορίζονται στο ν. 1264/1982 και ως εκ τούτου δεν χωρεί άλλος περαιτέρω έλεγχος. Ο ίδιος ο νόμος 1876/1990 στο άρθρο 4 παρ. 6 δίνει τη δυνατότητα στους εργαζομένους να κηρύσσουν και να πραγματοποιούν απεργίες ακόμα και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας μεσολάβησης και διαιτησίας. Πολύ περισσότερο μάλιστα οι εργαζόμενοι διατηρούν αυτό το δικαίωμα στην υπό κρίση περίπτωση που η ενάγουσα προέβη σε απολύσεις προσωπικού, χωρίς να κάνει καμία διαβούλευση με τους εργαζομένους, ενώ δηλώνει ο μάρτυρας απόδειξης και γενικός της διευθυντής ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ανακαλέσει τις συγκεκριμένες απολύσεις. Τέλος, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι θα υποστεί οικονομική βλάβη από την απεργία είναι αναπόδραστη συνέπεια της φύσης του δικαιώματος της απεργίας που είναι δικαίωμα βλάβης και δεν ασκεί καμία επιρροή στη νομιμότητα αυτής. Χωρίς πρόκληση βλάβης στα οικονομικά συμφέροντα του εργοδότη, το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας δεν θα είχε καμία απολύτως αξία. Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, θα καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 Ν. 1264/ 1982, ύστερα από τη στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση του εργοδότη, το μέγεθος της επίπτωσης των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκεια της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία με την εκ της απεργίας απειλούμενη ή επερχόμενη ζημία της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών, καθώς και το ανεδαφικό και παράνομο των αιτημάτων της απεργίας (ιδίως όταν είναι αντίθετα προς κανόνες δημόσιας τάξης), όχι όμως διότι είναι αδικαιολόγητα ή απλώς υπερβολικά (ΑΠ 543/ 2013).
Απεργία, παρανομία, κατάχρηση δικαιώματος, ομολογία

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"Ο εργοδότης κατά του οποίου στρέφεται η απεργία έχει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 70 του ΚΠολΔ και 24 του ν. 1264/ 1982, έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι η απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική. Επίσης, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 946 παρ. 1 και 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν η παράνομη απεργία έχει ήδη κηρυχθεί ή πραγματοποιείται, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα και πάντως το έννομο συμφέρον του εργοδότη, για την ομαλή και αδιάκοπη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης, δικαιούται ο τελευταίος να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή τη μη έναρξη ή τη διακοπή της απεργίας (άρση της προσβολής), ενώ αν έχει εξαγγελθεί και επίκειται με πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, η πραγματοποίηση ή επανάληψη τέτοιας απεργίας, ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την απαγόρευση της, δηλαδή την παράλειψη της στο μέλλον, με απειλή των μέσων έμμεσης εκτέλεσης του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 528/ 1990)".
Απεργία, παρανομία, κατάχρηση δικαιώματος, ομολογία

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...