Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Ελευθέρωση φυλακισμένου και συμμετοχή σ' αυτήν. Μεταβολή κατηγορίας.

Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς 116/ 2013, ΠοινΔικ 2015.101.
Πρόεδρος: Γ. Λαπατάς, Μέλη: Ι. Αποστολόπουλος (Εισηγητής), Σ. Κακαβιάς. Εισαγγελέας: Κ. Σοφουλάκης, Αντεισαγγελέας.
Περίληψη. Εξ αμελείας ελευθέρωση φυλακισμένου από σωφρονιστικό υπάλληλο, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συμμετοχή σε απόδραση φυλακισμένου από σωφρονιστικό υπάλληλο. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Εννοιολογικές διαφορές μεταξύ της ελευθέρωσης φυλακισμένου και της συμμετοχής σε απόδραση με την ιδιότητα του υπόχρεου προς φύλαξη. Στη δεύτερη περίπτωση ο κρατούμενος πρέπει να συμμετείχε ενεργητικά στην απόδρασή του, ενώ στην πρώτη ο τρίτος (εν προκειμένω σωφρονιστικός υπάλληλος) πρέπει να ενήργησε αυτοτελώς. Πραγματικά περιστατικά. Παραπομπή της πρώτης κατηγορουμένης-σωφρονιστικής υπαλλήλου για ελευθέρωση φυλακισμένου από αμέλεια. Παραπομπή της δεύτερης κατηγορουμένης-κρατουμένης για απόδραση κρατουμένου και του τρίτου κατηγορουμένου για ελευθέρωση φυλακισμένου από πρόθεση και απλή σωματική βλάβη.
 
Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Ι. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 περ. β` (όπως η περ. β` του άρθρου αντικαταστάθηκε με άρθρο 75 Ν 4139/2013) 3 και 7 του Ν 4022/2011 (ΦΕΚΑ` 219/3.6.2011) «περί της εκδίκασης πράξεων διαφθοράς πολιτικών και κρα­τικών αξιωματούχων, υποθέσεων μεγάλου κοινωνικού εν­διαφέροντος και μείζονος δημοσίου συμφέροντος και άλλες διατάξεις», με τις οποίες θεσπίστηκε ότι για τα υπαγόμενα στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου, κα­κουργήματα, που: α) διαπράττουν είτε πολιτικά πρόσωπα (υπουργοί ή υφυπουργοί, Βουλευτές, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, ακόμη και αν οι υπαίτιοι έχουν παύσει να φέ­ρουν την ιδιότητα αυτή), (περ. α` άρθρο 1), είτε κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή επωφελούμενοι από την ιδιότητα τους, γενικοί και ειδικοί γραμματείς Υπουργείων, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλί­ων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προ­σώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων, δημοσί­ων οργανισμών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το κράτος, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και υπάλληλοι κατά την έννοια των άρθρων 13α` και 263Α του ΠΚ (περ. β` άρθρο 1, όπως αυ­τή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 75 Ν 4139/2013, ΦΕΚ Α` 74/20.3.2013), β) χαρακτηρίζονται με πράξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως ιδιαίτερα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος (περ. γ` άρ­θρο 1), η ποινική δίωξη και εν συνεχεία η ανάκριση διενερ­γείται όταν πρόκειται για την κατά τόπο αρμοδιότητα των Εισαγγελιών της Αθήνας και Θεσσαλονίκης, από τα ειδικώς στο άρθρο 2 του νόμου αυτού αναφερόμενα πρόσωπα δικα­στικών λειτουργών, εντός των προβλεπομένων ενδεικτικών προθεσμιών, ενώ η περάτωση της κυρίας ανάκρισης, σε όλες τις περιπτώσεις (οπουδήποτε και αν τελούνται) κηρύσ­σεται από το συμβούλιο των εφετών με Βούλευμα (άρθρο 3 εδ. α`). Για το σκοπό μάλιστα αυτό, η δικογραφία υποβάλ­λεται μετά την εκ μέρους του Ανακριτή γνωστοποίηση ολοκλήρωσης της ανακρίσεως στους κατηγορουμένους στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, μέσα σε προθεσμία ενός μή­να, την εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο εφετών, το οποίο, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα, αποφαίνεται αμετα­κλήτως, είτε να μη γίνει κατηγορία είτε εκδίδοντας παραπε­μπτικό βούλευμα, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα ή κακουργήματα, ανεξαρτήτως της Βαρύτητας των τελευταί­ων ή εάν για αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περά­τωσης της ανάκρισης, και όταν από την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 έγκλημα (άρθρο 3 εδ. β`). Αρμοδίως, κατά συνέπεια, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου Σας η παρούσα ποινική δικογραφία με ΑΒΜ ..., μετά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, η οποία περαιώθηκε, νομοτύπως για όλους τους κατηγορουμένους και δη: α) για μεν την 1η (Λ.Ο.), των ως άνω κατηγορουμένων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ­θρων 270 παρ. 1α` και 308 παρ. 4 ΚΠΔ, συνταχθέντων των από 7.12.2012 και 11.4.2013 εκθέσεων ολοκληρώσεως της αρχικής και συμπληρωματικής ανακρίσεως αντιστοίχως, β) για δε τους 2η (επ.) C. ή Ε. ή Β. ή Β. ή Τ. ή V. (ον.) Μ. και 3ο Β. (επ.) Ρ. (ον.) εξ αυτών χωρίς να γνωστοποιηθεί ολοκλήρωση αυτής, επειδή κατοικούν εκτός της έδρας του Ανακριτή, και δεν έχουν διορίσει αντίκλητο σε αυτή και δέον να ερευνηθεί κατ` ουσίαν.

II. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 173 ΠΚ αν αποδρά­σει φυλακισμένος ή άλλος κρατούμενος με διαταγή της αρ­μόδιας αρχής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η παραπάνω ποινή εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή που θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος αυτός που απέδρασε (παρ. 1). Οποιοσδήποτε άλλος συμμετείχε στην απόδραση τιμω­ρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν ο συμμετέ­χων στην απόδραση έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ. 2, ως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 άρθρου 2 Ν 2479/1997 ΦΕΚ Α` 67/6.5.1997, το δε δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 Ν 3772/2009, ΦΕΚ Α` 112/10.7.2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της μεν παρ. 1 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 άρ­θρου 2 Ν 2479/1997, ΦΕΚ Α` 67/6.5.1997) του άρθρου 172 ΠΚ, όποιος με πρόθεση ελευθερώνει φυλακισμένο ή άλλον που κρατείται με διαταγή της αρχής τιμωρείται με φυλάκι­ση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε την παρ. 2 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 Ν 3772/2009, ΦΕΚ Α` 112/10.7.2009) ΠΚ, όποιος από αμέλεια γίνεται υπαίτιος ελευθερώσεως φυλακισμένου ή άλλου που κρατείται με δια­ταγή της αρχής τιμωρείται με φυλάκιση αν ήταν για οποιοδή­ποτε λόγο υπόχρεος να φυλάξει εκείνον που απέδρασε. Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων, σαφώς συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εννοιολογική διαφορά μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων της απόδρασης κρατουμένου και της ελευθερώσεως φυλακισμένου (ή κρατούμενου με διαταγή της αρχής) είναι το ότι στη μεν 1η περίπτωση (άρθρο 173 ΠΚ) ο κρατούμενος ως το κυρίαρχο πρόσωπο που προσπαθεί να ανακτήσει την προσωπική του ελευθερία, πρέπει να συμμετείχε ενεργητικά και κυριαρχικά ή να είχε έστω και μέρος της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην άρση της κράτησης του, οπότε ως υποκείμενο της πράξης αυτής (ως κυρίως δράστης και όχι συμμέτοχος κατ` άρθρο 173 παρ. 2 ΠΚ) νοείται μόνο ο φυλακισμένος ή ο κρατούμενος με διαταγή της αρχής (βλ. Α. Μπουρόπουλου, Ερμ. Ποιν. Κωδ., Β`, σελ. 108, Η. Γάφου, Ποιν. Δίκαιον, Β`, σελ. 108), ενώ ο τρίτος (στην έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνεται και ο υπόχρεος προς φύλαξη σω­ φρονιστικός ή αστυνομικός υπάλληλος) που συνέβαλε στην απόδραση διαπράττει το ιδιώνυμο έγκλημα της συμμετοχής σε απόδραση (Βλ. εμπεριστατωμένη πρόταση Εισαγγελέα Στ. Δασκαλόπουλου στην υπ` αριθ. 44926/1989 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, Αρμ 1989, 1138, και εκεί παραπομές σε Τούση-Γεωργίου, ό.π., σελ. 472, Καρανίκα, Ποιν. Δίκαιον, Β`, σελ. 172, Γκαμέρα, ό.π., σελ. 214, ΑΠ 532/1978 ΠοινΧρ ΚΗ`, 627, Μανωλεδάκη, Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, 1988, σελ. 175, σημ. 32), στη δε 2η περίπτωση (άρθρο 172 ΠΚ) η ως άνω άρση της κρατήσεως του φυλακισμένου ή κρατούμενου με διαταγή της αρχής, να επιτεύχθηκε με θετική ενέργεια ή παράλειψη τρίτου προσώπου, η οποία κατ` αντικειμενική αιτιώδη συνάφεια να οδηγεί στο αποτέλεσμα της άρσεως της φυλάξεως που επιβλήθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, έτσι ώστε αυτό να καταστεί ελεύθερο (Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποιν. Δίκαιον, Γεν. Μέρος, σελ. 274 επ.). Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση αυτού απαιτείται ο τρίτος, μόνος και χωρίς τη σύμπραξη του φυλακισμένου, να ενήργησε αυτοτελώς για να τον ελευθερώσει, αυτή δε η ελευθέρωση είναι αυτο­τελής πράξη του τρίτου (Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 175), με την έννοια ότι συγκροτείται χωρίς την ενεργό σύμπρα­ξη του με τον φυλακισμένο, γιατί η τελευταία ως συμμετο­χή σε απόδραση έχει αναχθεί σε ιδιώνυμο έγκλημα δόλου στο άρθρο 173 παρ. 2 ΠΚ (Βλ. εμπεριστατωμένη πρόταση Εισαγγελέα Στ. Δασκαλόπουλου, ό.π.). Επειδή δε, στην κατάστρωση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 172 ΠΚ, δεν υφί­σταται πράξη αποδράσεως κρατουμένου από αμέλεια, αλλά μόνο της ελευθερώσεως φυλακισμένου από αμέλεια, σαφώς συνάγεται πως ο από αμέλεια υπαίτιος μιας ελευθερώσεως ή αυτοελευθερώσεως φυλακισμένου ή κρατουμένου τελεί αξιόποινη πράξη μόνον αν η δική του συμπεριφορά έχει τα στοιχεία της ελευθερώσεως, όπως αποδόθηκαν ως άνω, αν δηλαδή αυτή κυριαρχικά προκάλεσε αιτιωδώς την εξουδετέ­ρωση των μέσων φυλάξεως και κατ` αποτέλεσμα την άρση τελικά της φυλάξεως αυτού (Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 176,177).

Τέλος, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, συ­νεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλη­μα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ` άρθρο 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδει­κτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης (ΑΠ 28/ 2012).
Εκ των ως άνω παρέπεται πως, όταν in cocreto, συνάγεται από την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών, ότι ο φυ­λακισμένος αποκλείεται κυριαρχικά να προκάλεσε αιτιωδώς την εξουδετέρωση των μέσων φυλάξεως και κατ` αποτέλε­σμα την άρση τελικά της φυλάξεως αυτού, τότε συντρέχει περίπτωση μεταβολής της κατηγορίας κατ` ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της ασκηθείσης αρχικώς διώξεως για συμμε­τοχή σε απόδραση του τρίτου είτε με την ιδιότητα του υπό­χρεου προς φύλαξη ή κράτηση είτε χωρίς αυτή, σε ελευθέ­ρωση φυλακισμένου που το μεν για αμφότερους (τρίτος και υπόχρεος) στοιχειοθετείται εκ προθέσεως (παρ. 1 του άρ­θρου 172 ΠΚ), το δε, για τον εξ αυτών υπόχρεο προβλέπεται και εξ αμελείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 172 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 28 ΠΚ, αναλόγως αν πρόκειται περί θετικής ενεργείας του ή παραλείψεως, η οποία διαπιστώνεται, αφενός εκ του ότι ο δράστης-υπόχρεος προς φύλαξη ή κράτηση δεν κατέ­βαλε την απαιτούμενη, κατ` αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου εκ του ότι αυτός εί­χε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του (ΑΠ 721/1998 ΠοινΧρ 1999, 244).

III. Στην προκειμένη περίπτωση από τα συλλεγέντα στοι­χεία της διενεργηθείσας αρχικώς αστυνομικής προανακρίσεως, και εν συνεχεία της κυρίας ανακρίσεως (αρχικής και συμπληρωματικής) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα του φακέλου, σε συνδυασμό με τις απολογίες απάντων των κατηγορουμένων, ειδικώς δε, όσον αφορά την 1 η εξ αυτών της αρχικής και συμπ/κής απολογίας της καθώς και τα συνο­δεύοντα αυτές υπομνήματά της, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η 2η των ως άνω κατηγορουμένων (επ.) C. ή Ε. ή Β. ή Β. ή Τ. η V. (ον.) Μ. κ.λπ., σερβικής το πιθανότερο καταγωγής, εισήχθη στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού (Τμήμα Γυναικών) στις 28.3.2012 και κρατήθηκε ως υπόδικη, δυνάμει του υπ` αριθ. 15/22.3.2012 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της Ανακρίτριας του 32ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, κατηγορούμενη για τις κακουργηματικές πράξεις: α) εγκληματικής οργάνωσης, Β) ληστείας κατά συναυτουργία και γ) διακεκριμένες περιπτώσεις κλο­πής από πρόσωπα που διαπράττουν κλοπές και ληστείες κατ` επάγ­γελμα και κατά συνήθεια, με ημερομηνία έναρξης της προσωρινής της κράτησης την 19.3.2012 [...]. Την 29.6.2012 και ενώ είχε ήδη κρατηθεί επί τρίμηνο, χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα κακής διαγωγής στο κατάστημα, με το υπ` αριθ. 2 από 29.6.2012 πρακτι­κό του Πενταμελούς Συμβουλίου Εργασίας Κρατουμένων του ΚΚΚΚ (άρθρα 41 παρ. 3 Σωφρ. Κώδικα και 28 Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α` και Β`, Λειτουργίας, ΥΑ 58819/03, ΦΕΚ Β` 463/2003) τοποθετήθηκε σε θέση εργασίας ελαιοχρωματιστού για το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 έως 30.9.2012 [...], προκειμένου εντός της εργασιακής της απασχόλησης, η οποία χορηγείται και στους τελούντες σε υποδικία -ως εν προκειμένω- με ανταπόδοση κατά την παροχή της, διπλάσι­ου κατ` ανώτατο αριθμού έκτισης ημερών ποινής (ευεργετικός υπο­λογισμός ημερών ποινής λόγω εργασίας), σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 1 και 2 Σωφρ. Κώδ. και του άρθρου 20 παρ. 5 του ως άνω Εσωτ. Καν. Λειτουργίας του Καταστήματος Κράτησης, χωρίς να υφίσταται από την κείμενη νομοθεσία υποχρέωση του Συμβουλίου, να ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του και ο ποινικός φάκελος της, εκ του οποίου ασφαλώς και προέκυπτε η επικινδυνότητα της ως κρατούμενης, ενόψει του ότι ετύγχανε ενεργό μέλος διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης με τη διεθνώς καθιερωμένη κωδική ονομασία «...», η οποία κατά την τελευταία διετία είχε διαπράξει στον Νομό Αττικής αλλά και γενικό­τερα στην Ελλάδα, εκατόν δεκαέξι (116) ληστείες, διακεκριμένες κλοπές σε κοσμηματοπωλεία και κλοπές μεταφορικών μέσων. Έτσι, της δόθηκε η ευκαιρία να εκπονήσει σχέδιο αποδράσεως, την υλοποίηση του οποίου ανέλαβαν οι ομοεθνείς της 3ος κατηγορού­μενος Β.Ρ. από κοινού με άλλους δυο αγνώστους στην ανάκριση άνδρες. Ειδικότερα, η 2η κατηγορουμένη (C.) αφού διαπίστωσε επί 12ήμερο από της αναλήψεως της εργασίας της (από 1.7 έως και της αποδράσεώς την 12.7) που της ανετέθη από την 1η κατηγορουμέ­νη Σωφ. Υπάλ. (Λ.Ο.), η οποία -σημειωτέον- εκτελούσε ήδη από 21.3.2012, χρέη αρχιφύλακα, κατά την 2η πρωινή (απογευματινή) κυρίως βάρδια (: 13.30 ή 14 μμ έως 20.00 ή 20.30 μμ), (άρθρα 8 παρ. 1, 9 παρ. 4, 35 παρ. 20 ΕΚΛ) μετά από νόμιμη ανάθεση ειδι­κών καθηκόντων εκ μέρους της Διευθύντριας, Σ.Μ., δοθέντος ότι έφερε το βαθμό της υπαρχιφύλακα [...], ο ελαιοχρωματισμός του γραφείου της τελευταίας (Διευθύντριας του Τμήματος Γυναικών του Κεντρικού ΚΚΚΚ), ότι το ως άνω γραφείο της Διευθύντριας βρισκό­ταν σε κομβική θέση αφενός διότι ήταν εν επαφή με την κεντρική πύλη [συρόμενη ηλεκτροκίνητη θύρα εισόδου (γκαραζόπορτα)] του τέως Καταστήματος Κράτησης Γυναικών και νυν τμήματος Γυναικών Κράτησης του Κεντρικού ΚΚΚΚ [...] και αφετέρου είχε οπτική επα­φή με το γραφείο του αρχιφύλακα, την είσοδο του θυρωρείου, την παράπλευρη είσοδο των επισκεπτών και των δικηγόρων των κρατουμένων και το κυριότερο της επιτρέπετο από την 1 η κατηγο­ρουμένη, η οποία είχε την αποκλειστική της φύλαξη και εποπτεία (άρθρο 57 παρ. 6 περ. 1 και 2 ΕΚΛ), ακωλύτως να χρησιμοποιεί το αναρτημένο σε επιφάνεια τοίχου, έναντι του θυρωρείου, καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ, με αριθμό κλήσεως..., κατά παράβαση των διατά­ξεων των άρθρων 22 παρ. Ια`, 5, 6β`, γ` σε συνδυασμό με άρθρο 12 παρ. 2α` ΕΚΛ), ενώ ταυτοχρόνως παρατήρησε: α) ότι κατά τις ώρες του απογευματινού επισκεπτηρίου (15.00 έως 18.00 μμ), (άρ­θρο 21 παρ. 4β` ΕΚΛ), η ως άνω κεντρική πύλη [συρόμενη ηλεκτροκίνητη θύρα εισόδου (γκαραζόπορτα)] ήταν μονίμως ανοικτή [...], κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 6 περ. 1 και 2 ΕΚΛ, χωρίς τούτο να επεβάλλετο από σπουδαίο λόγο, δοθέντος ότι οι επισκέπτες και οι δικηγόροι των κρατουμένων, εισήρχοντο από την παράπλευρη είσοδο, που παρέκαμπτε την κεντρική πύλη και η οποία ήταν ανεξάρτητη της τελευταίας (κεντρικής πύλης), β) ότι η μετά την κεντρική πύλη θύρα εισόδου του θυρωρείου, ασφάλιζε με κλειδιά που κρατούσε ο εκτελών χρέη θυρωρού, και από την οποία προφανώς παραλαμβάνονταν τρόφιμα και άλλα αντικείμενα για τις κρατούμενες, συνέλαβε σχέδιο παραπλάνησης των σωφρονιστικών υπαλλήλων-φυλάκων, προσποιούμενη ότι δήθεν για να καλλωπί­σει έτι περισσότερο το γραφείο της Διευθύντριας, ήταν απαραίτητη εξειδικευμένη ποικιλία χρωμάτων που δεν της είχαν διατεθεί από την 1η κατηγορουμένη, γνωρίζοντας ασφαλώς ότι τέτοιου είδους δεν υπάρχει στη φυλακή, οπότε πιθανολογώντας -κατά το σχέδιο της- ότι η τελευταία δεν θα ηρνείτο να της επιτρέψει κάτι τέτοιο, εν συνεχεία θα τα ζητούσε να τα φέρει κάποιος άγνωστος και μη δη­λωμένος ως επισκέπτης στο κατάστημα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη παρ. 4 του άρθρου 21 του ΕΚΛ, σε συνδυασμό με τη παρ. 1 του άρθρου 52 του Σωφ. Κωδ., πρόσωπα, τον οποίο -αν η τε­λευταία της επέτρεπε- ήθελε με την ευκαιρία αυτή «να τον δει», έχο­ντας ασφαλώς κατά νου, όταν θα ανοιγόταν, η θύρα του θυρωρείου για να τα παραλάβει, να αδράξει την ευκαιρία και να αποδράσει, με τη βοήθεια ασφαλώς των συνεργών της, οι οποίοι θα ρύθμιζαν τις υπόλοιπες λεπτομέρειες υλοποίησης του σχεδίου της, έχοντας προς τούτο διαρκή τηλεφωνική επαφή μαζί τους, μέσω του κοινοχρήστου προαναφερθέντος καρτοτηλεφώνου με αριθμό κλήσεως... στα κινη­τά τους τηλέφωνα που θα την ανέμεναν έξω του κατ/τος, αφού εν τω μεταξύ εξουδετερώνονταν όποια υπάλληλος θα τους άνοιγε τη θύρα του θυρωρείου, για να μην προβάλει οιαδήποτε αντίσταση και κυρίως να μην προλάβει να κλείσει την κεντρική πύλη και ματαιωθεί το σχέδιο τους.
Έτσι, μετά την 13.00 μμ της 12.7.2012, αφότου ανέλαβε υπηρεσία η 1 η κατηγορουμένη, ως εκτελούσα χρέη αρχιφύλακα κατά το ωράριο 13:00 έως 20:00 (2η πρωινή βάρδια), και πριν ή επισυμβεί το απο­γευματινό άνοιγμα περί ώρα 15.00 μμ των κελιών των κρατουμένων για αναψυχή (άρθρο 8 παρ. 1 ΕΚΛ), κινούμενη από υπερβάλλοντα ζήλο για τη διεκπεραίωση της όλης υπόθεσης του ελαιοχρωματι­σμού και εν γένει του καλλωπισμού του γραφείου της Διευθύντριας, ως ανταπόδοση στην εμπιστοσύνη που έδειξε η τελευταία στο πρό­σωπο της με την ανάθεση ειδικών καθηκόντων αρχιφύλακα, κατά τα ανωτέρω, επέτρεψε την έξοδο από το κελί της 2ης κατηγορουμένης, και την εν συνεχεία προσπέλαση της από το υπάρχον εκτός αυτού κιγκλίδωμα ως δικαιολογημένη, για να συνεχίσει τις εργασίες ελαιοχρωματισμού του γραφείου της Διευθύντριας που της είχαν ανατεθεί νομίμως ως προελέχθη, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1, 3 και 6 ΕΚΛ, διότι κάτι τέτοιο, η παράκαμψη δηλαδή του ωρολογίου προγράμματος για κρατουμένους οι οποίοι συμμετέχουν σε εκπαίδευση ή εργασία εντός ή εκτός καταστήμα­τος κράτησης, επιτρέπονταν μόνο μετά από θετική απόφαση του Συμβουλίου Φυλακής, η οποία και ασφαλώς δεν υπήρχε, με επακό­λουθο να δοθεί αρκετός χρόνος στην κρατούμενη 2η κατηγορουμέ­νη, να προετοιμάσει το σχέδιο απόδρασης της, επικοινωνώντας από το ως άνω καρτοτηλέφωνο που βρισκόταν στο χώρο του θυρωρεί­ου, ακωλύτως, χωρίς δηλαδή να της το απαγορεύσει η κατηγορου­μένη Σωφ. Υπάλ., ως ώφειλε από τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ΕΚΛ, σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα επικοινωνίας παρέ­χεται μόνον προς άτομα που έχουν άδεια επισκεπτηρίου και από καρτοτηλέφωνο που βρίσκονται στο εσωτερικό των πτερύγων του Καταστήματος Κράτησης, κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα των ωρών 14.00 μμ (: χρόνος α` κλήσεως), 17:58:27 (: χρόνος τε­λευταίας κλήσεως) έως 18.00 μμ (: χρόνος αποδράσεως) συνολικώς περί τα 12` και 32`` με τον 3ο συγκατηγορούμενό της, αλλά και με έτερο άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο (όπως αναφέρεται κατωτέ­ρω αναλυτικά), στα υπ` αριθ. κλήσεως... και... κινητά τηλέφωνα και ειδικότερα το πρώτον περί ώρα: [...] Εν τω μεταξύ, αφού έλαβε τη διαβεβαίωση, από τον 3ο συγκατηγορούμενό της ότι θα συνδράμει στην απόδραση της, κατά τα προαναφερόμενα, προσέγγισε την 1η κατηγορουμένη και προσποιήθηκε ότι αναζητεί ποικιλία χρωμάτων, για να καλλωπίσει το γραφείο της Διευθύντριας, όταν όμως έλαβε αρνητική απάντηση από την τελευταία, της πρότεινε αν μπορούσε να επιτρέψει σε κάποιο φιλικό της πρόσωπο (: άγνωστο στο κατά­στημα και μη δηλωμένο στο επισκεπτήριο της) να της τα φέρει στο κατάστημα και συγχρόνως «να τον δει». Πράγματι, πεισθείσα από τις διαβεβαιώσεις της η 1 η κατηγορουμένη, απεδέχθη να παραλάβει η ίδια την υπολειπόμενη ποικιλία χρωμάτων, που αναζητούσε η 2η κατηγορουμένη, κατά παράβαση ασφαλώς των διατάξεων του άρ­θρου 12 παρ. 2 περ. στ` ΕΚΛ, χωρίς να της επιτρέψει ωστόσο και το όλως παράτυπο επισκεπτήριο του «φιλικού της προσώπου», παρά το γεγονός ότι: α) ήδη από τις 15.10 μμ, είχε αρχίσει το επι­σκεπτήριο των συνηγόρων των κρατουμένων [...], β) στο θυρωρείο ευρίσκετο μόνο η υπάλληλος Κ.Χ. και ουδείς άλλος, η οποία ήταν επιφορτισμένη, για το άνοιγμα και το κλείσιμο της κεντρικής πύλης αλλά και της θύρας του θυρωρείου, την καταγραφή των συνηγόρων-επισκεπτών, αλλά και των κρατουμένων που επέστρεφαν από άδειες ή δικαστήρια, και γ) τα μέσα αποτροπής ενδεχόμενης από­δρασης (συναγερμός και βιντεοσκόπηση της θύρας εισόδου) υπο­λειτουργούσαν [...], με αποτέλεσμα, όταν περί ώρα 18.00 μμ της 12.7.2012, εμφανίσθηκε στην κεντρική πύλη ο παρακάτω άγνωστος άνδρας, χωρίς να κτυπήσει το κουδούνι αυτής (κεντρικής πύλης), όπως όλως αβασίμως ισχυρίζεται η 1η κατηγορουμένη, καθόσον κάτι τέτοιο δεν απαιτείτο, αφού ανεύρε την πύλη ανοικτή, ως άλ­λωστε ήταν μονίμως ως προελέχθη, και εν συνεχεία προσπέλασε τη μεταξύ αυτής (κεντρικής πύλης) και θύρας του θυρωρείου από­σταση, τότε για πρώτη φορά έκρουσε τη θύρα αυτού (θυρωρείου), οπότε η 1 η κατηγορουμένη ανέλαβε η ιδία να διεκπεραιώσει το όλο θέμα, λαμβάνοντας για το λόγο αυτό τα κλειδιά από την υπάλληλο Κ.Χ., επειδή η τελευταία, εκείνη τη χρονική στιγμή, έκανε έλεγχο στις κρατούμενες αδελφές Τ., οι οποίες είχαν επιστρέψει από μετα­γωγή στον Ανακριτή που της είχε καλέσει και παρέμειναν επί 2-2,5 ώρες στο χώρο αναμονής κρατουμένων [...], επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά, μη συνάδουσα με τα καθήκοντα της, ως προελέχθη, καθόσον, πέραν των ανωτέρω, δεν αντελήφθη ότι επρόκειτο περί τεχνάσματος που είχαν εφεύρει οι 2η και 3ος των κατηγορουμέ­νων καθώς και οι συνεργοί τους, δοθέντος ότι το άγνωστο πρόσω­πο που πλησίασε στο παράθυρο του κιγκλιδώματος της θύρας του θυρωρείου, δεν είχε πράγματι σκοπό να της παραδώσει χρώματα, αλλά να την παραπλανήσει για να ανοίξει τη θύρα, και για αυτό της επέδειξε ευμέγεθες αντικείμενο που δεν χωρούσε να διέλθει από το κιγκλίδωμα του παραθύρου, οπότε αυτή, για να τον διευκολύνει, ενεργώντας απερίσκεπτα, χωρίς να απομακρύνει από το σημείο ή άλλως πώς να ακινητοποιήσει τη 2η κατηγορουμένη, αποτρέποντας την επικείμενη απόδραση της, απασφάλισε μεν τη θύρα, πλην δε, ο άγνωστος άνδρας, αντί της παράδοσης των χρωμάτων, για να πε­τύχει την πλήρη εξουδετέρωση της, από ενδεχόμενη εκ μέρους της αντίσταση και κυρίως για να μην προλάβει να κλείσει τη συρόμενη ηλεκτρικά κεντρική πύλη, μέχρις ότου εξέλθουν ο ίδιος και η κρατούμενη-2η κατηγορουμένη, την έπληξε με τους γρόνθους του, στην κάτω αριστερή γνάθο (σαγόνι), συνεπεία δε του σφοδρού πλήγ­ματος κατέπεσε στο δάπεδο, υποστάσα εξ αυτού βαρεία σωματική βλάβη (ρωγμώδες κάταγμα δεξιού κονδύλου της κάτω γνάθου), [...], ενώ κατά την αναστάτωση και την εν γένει σύγχυση που επηκολούθησε η 2η κατηγορουμένη, η οποία εν τω μεταξύ είχε προσεγ­γίσει διακριτικά και αθόρυβα το σημείο, κατόρθωσε να εξέλθει από την ανοικτή θύρα και να τραπεί σε φυγή μαζί με το συνεργό της, επι­βαίνοντες σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού την οποία ο τελευταίος είχε σταθμεύσει στο πεζοδρόμιο έξωθι του καταστήματος, όπου τους ανέμεναν ο 3ος κατηγορούμενος και ακόμη ένας συνεργός τους με έτερη μοτοσικλέτα.

Η ως άνω συμπεριφορά της 1 ης κατηγορουμένης υποστασιοποιεί, κατά την κρίση μας, αντικειμενικά και υποκει­μενικά την πλημμεληματική πράξη της από αμέλεια ελευ­θερώσεως φυλακισμένου (άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ. 16`, 28, 172 παρ. 2α` ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 52 παρ. 1 Σωφρ. Κώδ. και τα άρθρα 8 παρ. 1, 3, 6, 12 παρ. 2 περ. α` και στ`, 21 παρ. 4, 22 παρ. 1α`, 5, 6, β`, γ` και 57 παρ. 6 περ. 1 και 2 Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α` και Β`, Λειτουργίας, ΥΑ 58819/2003, ΦΕΚ Β` 463/2003), κατ` ορθότερο νομικό χαρα­κτηρισμό της ασκηθείσης αρχικώς διώξεως για συμμετοχή σε απόδραση με την ιδιότητα του υπόχρεου προς φύλαξη ή κράτηση, διότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου (μαρτυρι­κή κατάθεση ή εύρημα) προκύπτει αποχρώντως ότι τελού­σε σε γνώση τόσο του σχεδίου της κρατουμένης-2ης κατη­γορουμένης για να αποδράσει με τη βοήθεια των συνεργών της, όσο και της επικινδυνότητας της κατά τα προλεχθέντα, διότι αποκλείεται να είχε μελετήσει τον υπηρεσιακό της φάκελο, κατά το χρονικό διάστημα από της αναθέσεως πα­ροχής εργασίας (29.6.2012), έως και της αποδράσεώς της (12.7.2012), τουναντίον αποδεικνύεται βασίμως πως, η 1η κατηγορουμένη πέραν των όσων αναφέρθησαν ανωτέρω, παραπλανήθηκε, από τις ψευδείς παραστάσεις της κρατούμενης-2ης κατηγορουμένης, η οποία προσποιήθηκε ότι ανα­ζητεί ποικιλία χρωμάτων για να καλλωπίσει το γραφείο της Διευθύντριας, όταν όμως έλαβε αρνητική απάντηση από την τελευταία, της πρότεινε αν μπορούσε να επιτρέψει σε κά­ποιο φιλικό της πρόσωπο (: άγνωστο στο κατάστημα και μη δηλωμένο στο επισκεπτήριο της) να της τα φέρει στο κατά­στημα και συγχρόνως «να τον δει», με αποτέλεσμα από τις διαβεβαιώσεις της αυτές να την παραπείσει και να αποδε­χθεί να παραλάβει η ίδια την υπολειπόμενη ποικιλία χρωμά­των, που αναζητούσε η 2η κατηγορουμένη, και εν συνεχεία να μην αντιληφθεί το τέχνασμα που είχαν εφεύρει η τελευ­ταία και ο 3ος των κατηγορουμένων καθώς και οι συνεργοί τους, δοθέντος ότι το άγνωστο πρόσωπο που πλησίασε στο παράθυρο του κιγκλιδώματος της θύρας του θυρωρείου, δεν είχε πράγματι σκοπό να της παραδώσει χρώματα, αλλά να την παραπλανήσει για να ανοίξει τη θύρα, και για αυτό της επέδειξε ευμέγεθες αντικείμενο που δεν χωρούσε να δι­έλθει από το κιγκλίδωμα του παραθύρου, οπότε αυτή, για να τον διευκολύνει, ενεργώντας απερίσκεπτα (όπως η ιδία ομολογεί άλλωστε), χωρίς να απομακρύνει από το σημείο ή άλλως πώς να ακινητοποιήσει τη 2η κατηγορουμένη, απο­τρέποντας την επικείμενη απόδραση της, απασφάλισε μεν τη θύρα, πλην δε, ο άγνωστος άνδρας, αντί της παράδοσης των χρωμάτων, για να πετύχει την πλήρη εξουδετέρωση της, από ενδεχόμενη εκ μέρους της αντίσταση και κυρίως για να μην προλάβει να κλείσει τη συρόμενη ηλεκτρικά κεντρι­κή πύλη, μέχρις ότου εξέλθουν ο ίδιος και η κρατούμενη-2η κατηγορουμένη, την έπληξε με τους γρόνθους του, στην κά­τω αριστερή γνάθο (σαγόνι), συνεπεία δε, της σφοδρότητας του πλήγματος κατέπεσε στο δάπεδο, υποστάσα εξ αυτού βαρεία σωματική βλάβη (ρωγμώδες κάταγμα δεξιού κονδύ­λου της κάτω γνάθου), ενώ κατά την αναστάτωση και την εν γένει σύγχυση που δημιουργήθηκε η 2η κατηγορουμένη, η οποία εν τω μεταξύ είχε προσεγγίσει διακριτικά και αθόρυβα το σημείο, κατόρθωσε να εξέλθει από την ανοικτή θύρα και να τραπεί σε φυγή μαζί με το συνεργό της, επιβαίνοντες σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού την οποία ο τελευταίος είχε σταθμεύσει στο πεζοδρόμιο έξωθι του καταστήματος, όπου τους ανέμεναν ο 3ος κατηγορούμενος και ακόμη ένας συνερ­γός τους με έτερη μοτοσικλέτα. Μόλις που αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, η όλη συμμετοχή της κρατούμενης-2ης κατηγορουμένης στην επιτευχθείσα εν τέ­λει απόδραση της, αφετηριάσθηκε με την επινόηση και την κατάστρωση του σχεδίου της απόδρασης, καθώς και με την τηλεφωνική συνομιλία της με τα ως άνω πρόσωπα, και εν συνεχεία τερματίσθηκε χωρίς την οιαδήποτε εκ μέρους της κυρίαρχη -κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας ειδι­κότερα εκτιθέμενα- ενεργό δράση της, ούτε άλλως πως είχε μέρος της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην άρση της κρά­τησης της, αφού το επιχειρησιακό σχέδιο υλοποίησης της απόδρασης της εκτελέσθηκε από τον 3ο κατηγορούμενο και τους άγνωστους συνεργούς του, η σε βάρος της δε αιτίαση, που της καταμαρτυρείται από τις κρατούμενες αδελφές Τ. [...] ότι κατά την ώρα που η 1η κατηγορουμένη σωφ, υπάλ., απασφάλιζε τη θύρα του θυρωρείου, πλησίασε την τελευ­ταία και της μίλησε, δεν αναιρεί κατά την κρίση μας τα ανω­τέρω λεχθέντα, δοθέντος ότι σκοπός ήταν όχι να της απο­σπάσει την προσοχή, αλλά να δικαιολογήσει την παρουσία της δίπλα της.
Περαιτέρω, και όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προέβα­λε η 1 η κατηγορουμένη απολογούμενη προανακριτικά αλλά και ανακριτικά (αρχικά και συμπληρωματικά) και δια των υπομνημάτων της, ότι ήταν συνεχώς δίπλα στην κρατούμενη-2η κατηγορουμένη και είχε ως εκ τούτου τον έλεγχο και την εποπτεία της (εκτός του χρονικού διαστήματος που έβα­φε), ότι τα επιτρεπόμενα τρόφιμα και λοιπά αντικείμενα που προορίζονται για τους κρατουμένους, εισάγονται και εκτός των ωρών του επισκεπτηρίου, ότι πριν κτυπήσει το κουδού­νι της εισόδου είχε δει την κρατούμενη να είναι στο γραφείο της Διευθύντριας, ότι δεν την είδε να τηλεφωνεί, ότι την ώρα που άνοιγε τη θύρα δεν ήταν δίπλα της η κρατούμενη και δεν της μιλούσε, κ.α.ο., αυτοί (οι ισχυρισμοί της) κρίνονται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αβάσιμοι στην ουσία τους, κα­θόσον, όπως ακριβώς διατυπώνονται δεν στοιχούν, με το εν τέλει θετικό αποτέλεσμα της επιτυχούς απόδρασης της κρατούμενης-2ης κατηγορουμένης, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή ως άνω συμπεριφορά της. Τέλος, και όσον αφορά την παράνομη συμπεριφορά του 3ου κατηγορουμένου Β. Ρ. στην απόδραση της κρατούμενης-2ης κατηγορουμένης, αυτή, αποκαλύφθηκε, μετά την έκ­δοση του υπ` αριθ. 520/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το οποίο επετράπη η άρση των κλήσεων που πραγματοποιήθησαν εκ μέρους της κρατουμένης-2ης κατηγορουμένης στον επίδικο χρόνο πριν την απόδραση από τη σταθερή τηλεφωνική συσκευή, με αριθμό κλήσεως ..., προς τις δυο ως άνω τηλεφωνικές συνδέσεις... και..., οι οποίες κλήθηκαν από το καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ που βρίσκεται έναντι του θυρωρείου, και από το οποίο, η κρατουμένη- 2η κατηγορουμένη, πραγματοποίησε αλλεπάλ­ληλες κλήσεις, με χρήση τηλεκαρτών κατά τα προαναφερό­μενα, καθ` ον χρόνον οι χρήστες αυτών ευρίσκοντο περιμε­τρικά του ΚΚΚΚ, ως τούτο προκύπτει [...]. Εκ των ως άνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο 3ος κατηγορούμενος Β.P., και οι έτεροι δυο τον αριθμό άγνωστοι στην ανάκριση δρά­στες, χρησιμοποίησαν τις υπ` αριθ....,...,... και... τηλεφωνι­κές συνδέσεις, τις οποίες ενεργοποίησαν λίγες ημέρες πριν την απόδραση σε ονόματα αλλοδαπών υπηκόων, προκειμέ­νου να καταστεί αδύνατος ο εντοπισμός τους [...]. Ειδικότερα όσον αφορά τον 3ο κατηγορούμενο B.R, η ως άνω ταυτοποίηση του, προκύπτει εκ του ότι: α) συνελήφθη την 18.10.2012, μαζί με την 2η κρατούμενη-κατηγορουμένη (C.) και έτερο ομοεθνή τους, για σωρεία εγκληματικών πρά­ξεων, που είχαν διαπράξει από διετίας (2010) πριν της κρα­τήσεως προσωρινώς (28.3.2012) της 2ης κατηγορουμένης (C), δραστηριότητα την οποία συνέχισαν και μετά την από­δραση της, ότε και συνελήφθησαν την 18.10.2012, και ως εκ τούτου καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του, ότι γνωρίστηκε με την τελευταία μετά την απόδραση της [...], Β) κατά την πα­ρακολούθηση του από αστυνομικούς πριν την επ` αυτοφώρω σύλληψη τους, είχε μισθώσει το υπ` αριθ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο από την εταιρία «...», δηλώνοντας ως τηλέφω­νο επικοινωνίας την υπ` αριθ. ... τηλεφωνική σύνδεση [...], η οποία είχε κληθεί πέντε (5) φορές πριν την απόδραση της 2ης κατηγορούμενης, από το υπ` αριθ. ... καρτοτηλέφωνο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, ως προελέχθη, οπότε εξ αυτού του λόγου επιβεβαιώνεται η ενεργός συμμε­τοχή του στην ελευθέρωση της, και γ) αναγνωρίσθηκε (με επιφύλαξη) από τον αστυνομικό υπάλληλο A.M., χάριν στην παρατηρητικότητα του οποίου, κατά την περιπολία μετά του συναδέλφου του Κ.Σ., είχε εντοπίσει τον 3ο κατηγορούμενο Β.P., μαζί με τους άλλους δυο ομοεθνείς του, λίγο πριν την απόδραση της κρατούμενης-2ης κατηγορουμένης, να κά­θονται σε παρακείμενη των φυλακών καφετερία με το δια­κριτικό τίτλο "...», και στον επίδικο χρόνο της απόδρασης να αποχωρούν με δυο μοτοσικλέτες, με κατεύθυνση προς τη συμβολή των οδών... (ένθα και το ΚΚΚΚ) και... [...].

Ενόψει των ανωτέρω, σαφώς συνάγεται πως, η παράνομη συμπεριφορά του 3ου κατηγορουμένου B.R, όσον άφορά μεν την εμπλοκή του στην επιτευχθείσα εν τέλει απόδραση της κρατουμένης-2ης κατηγορουμένης, επειδή αυτή αφετη­ριάσθηκε με την επινόηση και την κατάστρωση του σχεδίου της απόδρασης, καθώς και με την τηλεφωνική συνομιλία της με τα ως άνω πρόσωπα, και εν συνεχεία τερματίσθηκε χωρίς την οιαδήποτε εκ μέρους της κυρίαρχη -κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας ειδικότερα εκτιθέμενα- ενερ­γό δράση της, ούτε άλλως πως είχε μέρος της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην άρση της κράτησης της, αφού το επιχει­ρησιακό σχέδιο υλοποίησης της απόδρασης της εκτελέσθηκε από τον 3ο κατηγορούμενο και τους άγνωστους συνεργούς του, υποστασιοποιεί κατά την κρίση μας, αντικειμενικά και υποκειμενικά, την πλημμεληματική πράξη της από πρόθεση ελευθερώσεως φυλακισμένου (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α`, 27, 172 παρ. 1 ΠΚ) κατ` ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της ασκηθείσης αρχικώς διώξεως για συμμετοχή σε απόδραση με την ιδιότητα του τρίτου, όσον αφορά δε, την αποδοθείσα σε αυτόν πλημμεληματική πράξη της απλής σωματικής βλά­βης από κοινού με τους άλλους δύο αγνώστους στην ανά­κριση δράστες, σε βάρος της 1ης κατηγορουμένης, ναι μεν δεν αναγνωρίσθηκε από την τελευταία, ως το πρόσωπο που την έπληξε με τους γρόνθους του στο πρόσωπο, πλην δε, το γεγονός αυτό, δεν αναιρεί τη συμμετοχική του δράση στην κατάφαση του συγκεκριμένου αδικήματος, δοθέντος ότι ως ένας εκ των εμπνευστών του σχεδίου αποδράσεώς της, ασφαλώς και γνώριζε το σχέδιο δράσεως των συναυτουργών, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και ο τρόπος εξουδετερώσεως του υπαλλήλου, τη χρονική στιγμή που θα απασφάλιζε τη θύρα εισόδου του θυρωρείου, που από κοινού με αυτούς συναποφάσισαν, ενώ η συνεκτέλεσή του (και άρα και η πλήξη στο πρόσωπο της 1ης κατηγορουμένης, η οποία τελικώς ήταν αυτή που άνοιξε τη θύρα), πραγματοποιήθη­κε με διαδοχικές ενέργειες τινός εξ αυτών (συναυτουργών), δοθέντος ότι, όσον αφορά τη συνεκτέλεσή, το έγκλημα αυ­τό πραγματώνεται ακόμη και με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ Ολ 50/1990).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω: 1) Υφίστανται οι, εκ του άρ­θρου 313 ΚΠΔ, προβλεπόμενες επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο ε­ναντίον όλων των ως άνω κατηγορουμένων, για τις πλημμεληματικές πράξεις: της μεν 1ης κατηγορουμένης (Λ.Ο.): α) της ελευθέρωσης φυλακισμένου από αμέλεια, της 2ης (C), β) της απόδρασης κρατουμένου, του δε 3ου Β.P., γ) της ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση, και δ) της απλής σωματικής βλάβης από κοινού και πρέπει, σύμφω­να με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε` και 313 ΚΠΔ, να παραπεμφθούν αυτοί ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που είναι το αρμό­διο καθ` ύλην (για την γ` εκ των ως άνω πράξεων, διό της οποίας επαπειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, και λόγω συνάφειας, κατ` άρθρα 128, 129 ΚΠΔ για τις λοιπές), και κατά τόπο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατά­ξεις των άρθρων 1 περ. ε`, 112 παρ. 1,119παρ. 1,122 παρ. 1 περ. α`, 128 και 129 ΚΠΔ, για να δικαστούν για τις ανω­τέρω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμω­ρούνται από τις διατάξεις των άρθρων (άρθρα 1, 12, 13α`, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. Ια`, Β`, 27 παρ. 1, 28,45, 51, 53, 61,64-63,79,172 παρ. 1,2α`, 173 παρ. 1, 262 και 308 παρ. 1α` ΠΚ, σε συνδυασμό (μόνο όσον αφορά την πράξη της 1 ης εξ αυτών): με τα άρθρα 52 παρ. 1 Σωφρ. Κώδ. και τα άρ­θρα 8 παρ. 1, 3, 6, 12 παρ. 2 περ. α` και στ`, 21 παρ. 4, 22 παρ. 1α`, 5, 6, Β`, γ` και 57παρ. 6περ. 1 και 2 Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α` και Β`, Λειτουργίας, ΥΑ 58819/2003, ΦΕΚ Β` 463/2003), που έλαβε χώρα στον Κορυδαλλό Αττικής την 12.7.2012.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ­θρων 282 παρ. 1-2, 296, 315 παρ. 1, 3 (όπως τροποποιή­θηκε με το άρθρο 19 παρ. 1, 2 του Ν 3904/2010), 317 και 318 ΚΠΔ, το Συμβούλιο Σας πρέπει: α) όσον αφορά την 1η κατηγορουμένη (Λ.Ο.) να άρει τους επιβληθέντες σε αυτή περιοριστικούς όρους: της κατάθεσης εγγυοδοσίας ύψους 10.000 ευρώ, της εμφάνισης της κάθε 1η και 16η ημέρα εκάστου μηνός στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας της και της απαγόρευσης εξόδου αυτής από τη χώρα, δυνάμει της υπ` αριθ. ΑΝΑ/Δ/41/16.7.2012 Διάταξης του Ανακριτή του Α` Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιά, διότι δεν επιτρέπεται η επιβολή τους μετά τη μεταβολή της κατηγορίας, σε πλημμε­ληματική τοιαύτη κατά τα ως άνω, καθόσον η επαπειλούμε­νη κατ` αυτής ποινή (φυλ. 10 ημερών έως 5 ετών) δεν έχει ελάχιστο όριο τουλάχιστον τριών μηνών, που επιζητεί η διά­ταξη του άρθρου 282 παρ. 1 ΚΠΔ, Β) όσον αφορά τον 3ο κα­τηγορούμενο (Β.P.), προκειμένου να εξασφαλιστούν οι σκο­ποί της διατάξεως του άρθρου 296 ΚΠΔ, ήτοι να αποτραπεί ο κίνδυνος τελέσεως νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο δικαστήριο και η υποΒολή του στην εκτέ­λεση της απόφασης, να διατηρηθούν οι, ειδικώς μόνον για την πράξη της ελευθερώσεως κρατουμένου από πρόθεση, για την οποία επαπειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, επιβληθέντες σε αυτόν, περιοριστικοί όροι της εμ­φάνισης του κάθε 1 η και 16η ημέρα εκάστου μηνός στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του και της απαγόρευσης εξόδου αυτού από τη χώρα, δυνάμει της υπ` αριθ. ΑΝΑ/Δ/78/5.12.2012 Διάταξης του Ανακριτή του Α` Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιά, μέχρι την οριστική εκδίκαση της προκειμένης κατά αυτού κατηγορίας.

4 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Η ακούσια στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ψυχασθενούς σε νοσηλευτικό ίδρυμα για τους σκοπούς αυτής - η οποία γίνεται στα πλαίσια της δημόσιας ασφάλειας από επικίνδυνους ψυχασθενείς - προβλέπεται (εκτός από το άρθρο 69 ΠΚ, που εδώ δεν πρόκειται) ειδικά από το άρθρο 5 ΕΣΔΑ και τα άρθρα 95-99 Ν 2071/1992, που συνάδουν με το πρώτο. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτή πρέπει να προηγηθεί κάποια προετοιμασία, η οποία και νομιμοποιείται από τον άνω σκοπό και εντός των αναγκαίων προς τούτο ορίων. Η διαπίστωση της ψυχασθένειας κάποιου και το επικίνδυνον αυτού είναι σαφές ότι, εάν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με την εκούσια εξέταση κ.λπ. του ατόμου, επιβάλλεται να γίνεται με την ακούσια νοσηλεία αυτού σε μονάδα ψυχικής υγείας. Η ακούσια αυτή νοσηλεία προϋποθέτει τη σύλληψη του ατόμου και τη μεταφορά του στο κατάλληλο νοσοκομείο κ.λπ. Την προεργασία αυτή εποπτεύει, ελέγχει και τελικά διατάζει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας διαμονής του προσώπου κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 96 Ν 2071/1992.
Ο Εισαγγελέας στην άνω περίπτωση ενεργεί με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού (87 Συντ.) και με τις εγγυήσεις της ιδιότητας αυτής. Και ναι μεν η ενέργεια αυτού εμφανίζεται να έχει διοικητικό χαρακτήρα, αφού δεν συνδέεται με αξιόποινη πράξη, πλην όμως είναι σαφές ότι πρόκειται για παραγγελία με την οποία ζητείται η σύλληψη προσώπου και στηρίζεται σε ρητή
διάταξη νόμου (πρβλ. 123 παρ. 2 εδ. ιγ` ΠΔ 141/1991), που φέρει χαρακτήρα εν ευρεία έννοια καταδιωκτικού εγγράφου και δικαιολογεί τη σύλληψη. Επομένως η συμμόρφωση σε αυτή είναι υποχρεωτική τόσο για τα όργανα στα οποία απευθύνεται (Αστυνομική αρχή, βλ. άρθρα 9 Ν 1756/1988 και 18 Ν 1481/1984, πρβλ. άρθρο 13 ΚΠΔ) όσο και για το πρόσωπο που αφορά. Τα μεν πρώτα οφείλουν να την εκτελέσουν, το δε δεύτερο να υπαχθεί στη φυσική εξουσία των πρώτων
για την εκτέλεση της άνω παραγγελίας και δη για τη μεταφορά του προσώπου σε οικεία δημόσια ψυχιατρική κλινική. Έτσι, εφόσον το πρόσωπο δεν προσέρχεται οικειοθελώς, τα παραγγελθέντα αρμόδια αστυνομικά όργανα είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν την προς τούτο αναγκαία βία (βλ. και άρθρο 278 παρ. 2 εδ. β` ΚΠΔ και 119 ΠΔ 141/ 1991) για την εκτέλεση της παραγγελίας, η οποία άλλως θα εξηρτάτο από τη θέληση του προσώπου (πρβλ. και Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, 1982, σελ. 183, Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, 2005 Α, σελ. 299, No 404, Μπουρόπουλο, υπό 278 ΚΠΔ τομ. Α` σελ. 364, Ζησιάδη, - Ποινική Δικονομία, τόμ. Β`, 1977, σελ. 254 No 491). Η άνω βία καλύπτεται από το άρθρο 20 ΠΚ. Η παραγγελία του Εισαγγελέα απευθύνεται στην οικεία αστυνομική αρχή, ήτοι στον διοικητή αυτής. Η ανάθεση από τον τελευταίο της εκτέλεσης αυτής σε αστυνομικό υπάλληλο που τελεί υπό τις διαταγές του, είναι ζήτημα εσωτερικό, δηλ. της οικείας υπηρεσίας (πρβλ. και άρθρο 123 παρ. 5 ΠΔ 141/1991) διαρκεί δε μέχρι της παραδόσεως του προσώπου στην οικεία κλινική (και όχι στον επικεφαλής του ΕΚΑ, αφού και αυτός στην κλινική θα τον μεταφέρει και ο οποίος δεν εκπροσωπεί αυτή), που είναι και ο σκοπός της συλλήψεως. Ορθά έχει στο σημείο αυτό ολόκληρο το εδ. β` της 1007/3/ 7.11.10.2001 διαταγής της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης θεσσαλονίκης και η οποία πρέπει να εφαρμόζεται. Αφής στιγμής το πρόσωπο συλλαμβάνεται σε εκτέλεση της εισαγγελικής παραγγελίας, τούτο τελεί «υπό κράτηση με διαταγή της αρχής» - δηλ. της εισαγγελικής (βλ. και ΓνωμΕισΑΠ 7/2006) και για όσο χρόνο ορίζει ο Ν 2071/1992 (πρβλ. γι` αυτό ΓνωμΕισΑΠ 12/2006).
Επομένως έχουν εφαρμογή εδώ τα άρθρα 172,173 ΠΚ. Τα άρθρα αυτά δεν έχουν εφαρμογή μόνον όταν υπάρχει σύλληψη στα πλαίσια αξιόποινης πράξης αλλά σε κάθε περίπτωση νόμιμης σύλληψης από αρμόδια αρχή σε εκτέλεση νόμιμης παραγγελίας αρμόδιας αρχής
[Γνωμ/ση ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή 12/ 2007].

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

ΓνωμΕισΑΠ 7/2006
θέμα: Νομική κατάσταση του κρατουμένου αλλοδαπού με σκοπό την απέλαση του.

1. Σ` απάντηση του 4000/4/38α από 20.5.2006 εγγράφου ερωτήματος σας, που
αναφέρεται στο νομικό καθεστώς που τελεί ο κρατούμενος αλλοδαπός με σκοπό την απέλαση του ή την επαναπροώθηση στη χώρα του και στο εάν στοιχειοθετείται απ` αυτόν το αδίκημα της απόδρασης κρατουμένου στην περίπτωση που αποδράσει, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα.
2. Από το άρθρο 173 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει το πλημμέλημα της απόδρασης
κρατουμένου, ορίζεται ότι αν αποδράσει ο φυλακισμένος ή άλλος κρατούμενος με διαταγή της αρμόδιας αρχής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι υποκείμενα του εγκλήματος αυτού είναι οι φυλακισμένοι και οι κρατούμενοι. Φυλακισμένος νοείται κάθε άτομο που έχει στερηθεί την προσωπική ελευθερία ως αποτέλεσμα της καταδίκης του λόγω μιας αξιόποινης πράξης. Η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας γίνεται με τον εγκλεισμό του σ` ορισμένο περίκλειστο χώρο υπό την επιτήρηση των κρατικών οργάνων (καταδικασμένος κρατούμενος). Κρατούμενος νοείται κάθε άτομο που έχει στερηθεί την προσωπική του ελευθερία μέσω της δράσεως μιας δημόσιας αρχής, ως αποτέλεσμα της καταδίκης λόγω μιας αξιόποινης πράξης. Ώστε, κρατούμενος θεωρείται το συγκεκριμένο πρόσωπο εναντίον του οποίου επιτρέπεται η σύλληψη,
η υποβολή του δηλ. στη φυσική εξουσία κρατικών οργάνων με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσωρινή έστω στέρηση της ελευθερίας του, είτε λόγω ποινικής κατηγορίας (υπόδικος κρατούμενος), είτε για την επίτευξη συγκεκριμένου άλλου νόμιμου δικαστικού ή διοικητικού σκοπού, όπως για την εκτέλεση του διοικητικού μέτρου της απέλασης (μετανάστες κρατούμενοι) ή για την εκτέλεση της προσωποκράτησης κατά τις διατάξεις του ΚΠΟΔ και του ΚΕΔΕ (κρατούμενοι για χρέη) ή για την ακούσια νοσηλεία του ως επικίνδυνου ψυχοπαθούς (ψυχικά ασθενείς κρατούμενοι)
ή για τη βίαιη προσαγωγή του σ` ορισμένο τόπο ή αρχή
(Κ. Xρυσόγονος, Ατομικά Δικαιώματα, 2002, σελ. 217).
Ενδεικτικά, κρατούμενοι με διαταγή της αρμόδιας αρχής, που μπορεί να
αποτελέσουν υποκείμενα του εγκλήματος της απόδρασης κρατουμένου, είναι όσοι κρατούνται υπό τις κατωτέρω περιπτώσεις:
α. οι συλλαμβανόμενοι, κατ` εξαίρεση, χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένο
δικαστικό ένταλμα, από τους γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους των άρθρων 33 και 34 για αυτόφωρα κακουργήματα ή πλημμελήματα με σκοπό να προσαχθούν άμεσα στον εισαγνελέα πλημ/κών (άρθρα 6 παρ. 2 του Συντάγματος, 275 παρ. 1 ΠΚ).
β. οι συλλαμβανόμενοι από αστυνομικούς η προανακριτικούς υπαλλήλους για
αυτόφωρο πταίσμα με σκοπό να προσαχθούν είτε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα προς βεβαίωση της ταυτότητας τους είτε απευθείας στον δημόσιο κατήγορο προς άμεση εισαγωγή σε δίκη, όποτε αυτή είναι εφικτή (άρθρα 409,410 ΚΠΔ).
γ. οι συλλαμβανόμενοι από αστυνομικούς υπαλλήλους με σκοπό να εκτελεσθεί σε βάρος τους κάποιο μέτρο ασφαλείας που επέβαλε το ποινικό δικαστήριο, όπως για τα περιοριστικά της ελευθερίας μέτρα της φύλαξης των ακαταλόγιστων εγκληματιών σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, της εισαγωγής αλκοολικών και τοξικομανών σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, της παραπομπής σε επανορθωτικό κατάστημα εργασίας και την απέλαση (άρθρα 69,71,72 και 74 ΠΚ).
συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

συνέχεια: δ. οι συλλαμβανόμενοι από τους αστυνομικούς υπαλλήλους με σκοπό την εκτέλεση του διοικητικού μέτρου της απέλασης ή της άμεσης επαναπροώθησής τους στη χώρα της προελεύσεως τους ή της καταγωγής (άρθρο 76 Ν 3386/2005).
ε. οι συλλαμβανόμενοι από αστυνομικούς κατ` εντολή του εισαγγελέα Πλημμ/κών
ως ψυχασθενείς για ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό κατάστημα (άρθρο 95 Ν
2071/1992, Παραγγ. ΕισΑΠ 1421/2004 ΠοινΔικ 2004, 1386, Contra ΓνωμΕισΑΠ
12/1999 ΠοινΔικ 2000,270, ΠοινΧρ 1999,969).
στ. οι συλλαμβανόμενοι από τους αστυνομικούς υπαλλήλους κατ` εντολή του
εισαγγελέα Εφετών προς εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως (Ν
3251/2004).
ζ. οι συλλαμβανόμενοι από τους δικαστικούς επιμελητές οφειλέτες του δημοσίου
για προσωποκράτηση κατά τις διατάξεις του ΚΠΟΔ και του ΚΕΔΕ (Ν 1867/1989).
η. οι συλλαμβανόμενοι από τους αστυνομικούς υπαλλήλους σε εκτέλεση εντάλματος
ανακριτικού υπαλλήλου ή δικαστηρίου για τη βίαιη προσαγωγή τους, είτε ως
λιπομάρτυρες, είτε ως πραγματογγώμονες ή ως κατηγορούμενοι που δεν
εμφανίζονται ενώπιον ΐους από απείθεια (άρθρα 202 παρ. 1, 229, 231 παρ.
4,353,375,272,340 παρ. 2,346 ΚΠΔ).
θ. οι συλλαμβανόμενοι από τους αστυνομικούς υπαλλήλους κατά τη διαδικασία της
εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών (άρθρα 436 επ. ΚΠΔ).
3. Όσον αφορά τους αλλοδαπούς, η κατοχυρούμενη από το άρθρο 5 του Συντάγματος
ελευθερία των προσώπων αναφέρεται στη στενή έννοια της ελευθερίας δηλ. στην
προσωπική ασφάλεια, και δεν επεκτείνεται και στην οικονομική ελευθερία, ως
προς την οποία μπορούν να γίνουν διακρίσεις.Έτσι ο καθορισμός των όρων και
των προϋποθέσεων εισόδου και παραμονής στη χώρα των αλλοδαπών ανήκει στο
ρυθμιστικό πεδίο του κοινού νομοθέτη και δεν καθιερώνεται δικαίωμα
οποιουδήποτε αλλοδαπού που εισέρχεται, ακόμα και νόμιμα, στη χώρα να αξιώσει
τη μόνιμη παραμονή του σ` αυτή (Κ. Xpuooyovos, Ατομικά δικαιώματα, 2002, σελ.
212).
Η περί απελάσεως απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη (ΓνωμΕισΑΠ
13/1984 ΠοινΧρ ΛΕ`, 279), κατά της οποίας χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των
διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2519/2000 ΠΛογ 2001, 1495, ΣτΕ 2190/ 2001 ΠΛογ
2001,1499).
Η σύλληψη με σκοπό την επαναπροώθηση ή την απέλαση του αλλοδαπού που
εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη χώρα προβλέπεται από τις διατάξεις των
άρθρων 76 παρ. 2 και 83 παρ. 2 του Ν 3386/2005 "Είσοδος, διαμονή και
κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", οι οποίες
είναι εναρμονισμένες τόσον με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 του
Συντάγματος, όσον και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των διεθνών
συμβάσεων της ΕΣΔΑ (άρθρο 5 παρ. 1), του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (άρθρο 1)
και του ΔΣΑΠΔ (άρθρα 12 και 13). Η μεν επαναπροώθηση διατάσσεται με απόφαση
του διοικητή της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής που διαπίστωσε την παράνομη
είσοδο ή έξοδο του αλλοδαπού, η οποία εκδίδεται ύστερα από έγκριση του
εισαγγελέα πλημ/κών περί αποχής από την ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές,
η δε διοικητική απέλαση διατάσσεται με απόφαση του οικείου αστυνομικού
διευθυντή του Νομού ή του αρμοδίως οριζόμενου Αξιωματικού των Γενικών
Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και θεσσαλονίκης, στις περιφέρειες των οποίων
διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις. Ο καθορισμός λεπτομερειών για την εκτέλεση
αποφάσεων της διοικητικής απέλασης αλλοδαπών έγινε με την ΚΥΑ των Υπουργών
Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης 4803/7α της 18/26.6.1992 (ΦΕΚ Β`
407). Από τις διατάξεις αυτές προβλέπεται ότι η απέλαση του αλλοδαπού
εκτελείται άμεσα ή εντός του αναγκαίου από τις συγκεκριμένες περιστάσεις
χρόνου, ενώ η προσωρινή κράτηση αυτού διατάσσεται μόνον στην περίπτωση που
κρίνεται από τις εν γένει περιστάσεις ύποπτος φυγής ή ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Παράλληλα, αναγνωρίζεται στον υπό απέλαση αλλοδαπό αφενός μεν δικαίωμα
προσφυγής κατά της απόφασης απέλασης ενώπιον του Υπουργού Δημόσιας Τάξης,
αφετέρου δε το δικαίωμα προβολής αντιρρήσεων κατά της απόφασης προσωρινής
κράτησης ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια
του οποίου κρατείται.
συνέχεια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

συνέχεια. 4. Κατ` ακολουθία, η σύλληψη και η επακολουθούσα αναγκαία κράτηση του αλλοδαπού με σκοπό την επαναπροώθηση του ή την απέλαση του από τη χώρα είναι νόμιμες διοικητικές πράξεις, που γίνονται σε εκτέλεση διαταγής της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 2 και 83 παρ. 2 του Ν 3386/2005 "Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", οι οποίες είναι εναρμονισμένες τόσο με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 του Συντάγματος, όσο και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των διεθνών συμβάσεων της ΕΣΔΑ (άρθρο 5 παρ. 1), του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής (άρθρο 1) και του ΔΣΑΠΔ (άρθρα 12 και 13), ο δε αλλοδαπός που κρατείται για τους ως άνω λόγους θεωρείται κρατούμενος με διαταγή της αρμόδιας αρχής, με αναπόδραστη συνέπεια, εάν αποδράσει ή εάν ελευθερωθεί υπαιτίως από τους επιφορτισμένους με τη φρούρηση του αστυνομικούς, να στοιχειοθετούνται απ` αυτούς τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 173 και 172 πλημμελήματα της απόδρασης κρατουμένου και της ελευθέρωσης φυλακισμένου, αντίστοιχα.
Ο Αντεισαγνελέας του Αρείου Πάγου, Φώτιος Μακρής

Addthis