Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Καταδολίευση λόγω εικονικότητας, αδικοπραξία υπό προϋποθέσεις, πλειστηριασμός.

Άρειος Πάγος, Ολομέλεια 12/ 2008.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β` Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αναστάσιο-Φιλητά Περίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπροέδρους, Κωνσταντίνο Κούκλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Γεώργιο Πετράκη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο- Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά.
Περίληψη.  Καταδολίευση δανειστών. Αναγκαστικός πλειστηριασμός των μοναδικών ακινήτων του καθού η εκτέλεση, ύστερα από μεθόδευση του ιδίου, του υπερθεματιστή και του φερομένου ως δανειστή. Ο πλειστηριασμός που έγινε ύστερα από τη δημιουργία ψευδών χρεών, προκειμένου να μην ικανοποιηθεί απαίτηση πραγματικού δανειστή, δεν υπόκειται σε διάρρηξη. Αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων στην περίπτωση καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης που έγινε με συμπαιγνία ανάμεσα στο φερόμενο ως οφειλέτη και τον τρίτο. Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ΄ αριθμ. 1734/2007 απόφαση του Α1 Τμήματος και επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 604/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.06.1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2000 μη οριστική, 90/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14.03.2006 αίτησή τους.  Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1734/2007 απόφαση του Α1` Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ λόγο της αίτησης αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 08.10.2007 κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν: ο μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή του παραπεμφθέντος λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-10-2007 κλήση των αναιρεσιβλήτων νόμιμα εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της από 14-3-2006 αιτήσεως των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 604/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ο οποίος παραπέμφθηκε σ`αυτή με την 1734/2007 απόφαση του Α1 τμήματος του Αρείου Πάγου, διότι κρίθηκε ότι με τον παρόντα λόγο δημιουργούνται ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος και η παραπομπή είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ). Τα ζητήματα που δημιουργούνται είναι: α) αν υπόκειται σε διάρρηξη ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, ο οποίος έγινε ύστερα από μεθόδευση του καθού η εκτέλεση, του υπερθεματιστή και του φερόμενου ως δανειστή που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση, προκειμένου ο πρώτος να αποφύγει την ικανοποίηση των δανειστών του και β) αν η καταδολίευση των δανειστών, που γίνεται από τον οφειλέτη με τη μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων ύστερα από μεθοδευμένο πλειστηριασμό, αποτελεί αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ

Από τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 ΑΚ συνάγεται, ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από τη νομική φύση του, δεν υπόκειται σε προσβολή με βάση την κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ καταδολίευση δανειστών, διότι σε διάρρηξη, με τους όρους των άρθρων 940 - 944 ΑΚ, υπόκεινται μόνο οι απαλλοτριώσεις των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οι οποίες γίνονται από αυτόν όχι αναγκαστικά αλλά εκουσίως και με σκοπό βλάβης του δανειστή που επιδιώκει τη διάρρηξη. Αλλά και όταν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός έγινε ύστερα από τη δημιουργία ψευδών χρεών και μεθόδευση του καθού η εκτέλεση, του υπερθεματιστή και του φερόμενου ως δανειστή που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση, προκειμένου ο πρώτος να αποφύγει την ικανοποίηση των πραγματικών δανειστών του, δεν υπόκειται, και στην περίπτωση αυτή, σε διάρρηξη, διότι, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ναι μεν ο πλειστηριασμός εξομοιώνεται με πώληση, πλην όμως αυτή ενεργείται υπό το κράτος της αρχής και με τη δημοσιότητα και τις διατυπώσεις που απαιτεί ο νόμος για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, λαμβάνεται πρόνοια για την επίτευξη μεγαλύτερου πλειστηριάσματος και παρέχεται, αφενός μεν η ευχέρεια σε οποιονδήποτε να πλειοδοτήσει, αφετέρου δε η δυνατότητα σε κάθε δανειστή για αναγγελία της απαιτήσεώς του κατά την κατάταξη. 

Εξάλλου, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόπεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβην των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα

Περαιτέρω, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Με την έννοια αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, τίκτουσα υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, υπάρχει και στην περίπτωση της καταδολίευσης των δανειστών που γίνεται από τον οφειλέτη με τη μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων, ύστερα από μεθοδευμένο πλειστηριασμό

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής αποζημιώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, των αναιρεσιβλήτων κατά των δύο αναιρεσειόντων και κατά δύο άλλων προσώπων που αναφέρονται πιο κάτω, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: 
Ύστερα από επίσπευση του πρώτου εναγομένου ... (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), στις 21-1-1998 εκπλειστηριάστηκαν αναγκαστικώς τα δύο αναφερόμενα αγροτεμάχια, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου Χ (ο οποίος επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη). Υπερθεματιστής στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) Χ2. Ο καθού η εκτέλεση προμνημονευόμενος Χ, ο οποίος διατηρούσε νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως στην ... , στις 26-2-1997 είχε θανατώσει με πρόθεση τον ηλικίας 21 ετών Ψ, γιο των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφό της τρίτης (ήδη αναιρεσιβλήτων). Αυτός, μετά το έγκλημα εξαφανίστηκε και κατέστη άγνωστης διαμονής. Συνελήφθη στο εξωτερικό, μετά δύο και πλέον έτη, βάσει του 3/1997 εντάλματος σύλληψης του Α` Ανακριτή Πατρών και, αφού εκδόθηκε στην Ελλάδα, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με τις 71-72-73/2002 αποφάσεις του Μ.Ο. Εφετείου Πατρών, για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Στο μεταξύ, ο πρώτος εναγόμενος, με αίτησή του, την οποία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας στις 5-6-1997, ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής εις βάρος του δεύτερου εναγομένου Χ, με βάση 64 συναλλαγματικές, ποσού της καθεμιάς 1467,37 ευρώ, που φέρονταν ότι τις είχε εκδώσει ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) σε διαταγή του στη ... Ηλείας στις 30-8-1995 και ότι τις είχε αποδεχτεί ο δεύτερος εναγόμενος αυθημερόν στη ... , λήξεως των μεν 29 από αυτές στις 30-10-1995 των δε υπόλοιπων 35 στις 30-12-1995. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 140/5-6-1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του πιο πάνω Δικαστηρίου. Αλλά οι προαναφερόμενες συναλλαγματικές είναι όλες προχρονολογημένες, δηλαδή εκδόθηκαν πραγματικά μετά τις 26-2-1997, που έγινε η ανθρωποκτονία και έως τις 28-5-1997 που υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Όμως, η απαίτηση του πρώτου εναγομένου κατά του δεύτερου εναγομένου, συνολικού ποσού 93.910,49 ευρώ, που ενσωμάτωναν οι πιο πάνω συναλλαγματικές, δεν ήταν αληθινή, αλλά εικονική, τη δημιούργησαν δε (την εικονική απαίτηση) αυτοί, με σκοπό να επιτευχθεί η αποξένωση του δεύτερου εναγομένου από τα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, με την απαλλοτρίωση τούτων χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και έτσι να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, που είχαν, κατά του δεύτερου εναγομένου, κατά του οποίοι αυτοί άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 8-10-1997 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν το συνολικό ποσό των 234.776,23 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Με βάση το ως άνω ψευδές και ανύπαρκτο χρέος, ο πρώτος εναγόμενος επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση, κατά την οποία εκπλειστηριάστηκαν τα ως άνω εμφανή περιουσιακά στοιχεία του δεύτερου εναγομένου, με εκπλειστηρίασμα πολύ κατώτερο όχι μόνο της πραγματικής αγοραίας αξίας τους, αλλά και της τιμής που θα μπορούσαν να επιτύχουν σε κανονικές συνθήκες πλειστηριασμού. Όλοι δε οι εναγόμενοι, δέχτηκε το Εφετείο, τελούντες σε συμπαιγνία μεταξύ τους, κατέστρωσαν σχέδιο, που είχε ως στόχο την καταδολίευση των δανειστών- εναγόντων, ως εξής: Ο πρώτος εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε αληθινή απαίτηση κατά του δεύτερου εναγομένου από τις πιο πάνω συναλλαγματικές και ότι ο τελευταίος ήταν άγνωστης διαμονής από τις 26-2-1997 που τέλεσε την ανθρωποκτονία, με την από 28-5-1997 αίτησή του για την έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, παρέστησε ψευδώς στη Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ότι είχε αληθινή απαίτηση κατά του δεύτερου εναγομένου, συνολικού ύψους 93.910,49 ευρώ και ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, δηλαδή, ότι ήταν κάτοικος... Αχαΐας και έτσι πέτυχε να την παραπλανήσει και να εκδώσει την 140/5-6-1997 διαταγή πληρωμής, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος επιτάσσεται να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο 93.910,49 ευρώ, πλέον τόκων, ποσό το οποίο δεν οφείλεται στην πραγματικότητα. 
Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στο δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... , ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν γνωστής διαμονής, ενώ γνώριζε ότι ήταν άγνωστης διαμονής από 26-2-1997, με συνέπεια να τον παραπλανήσει και να προβεί στην επίδοση αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, με επιταγή προς πληρωμή, της ως άνω 140/1997 διαταγής πληρωμής στην πρώην κατοικία του τελευταίου στα ... Αχαΐας, την οποία παρέλαβε η σύζυγος αυτού....., η οποία εμφανίστηκε ως σύνοικος αυτού και να συντάξει την υπό αριθμό ..... σχετική έκθεση επιδόσεως. Ο πρώτος εναγόμενος με τίτλο εκτελεστό την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, για να ικανοποιηθεί η ανύπαρκτη απαίτηση, επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό των προαναφερόμενων δύο (2) ακινήτων του δεύτερου εναγομένου, τα οποία ήταν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά του στοιχεία. Παρέστησε δε ψευδώς στο δικαστικό επιμελητή, ότι ο καθ`ου η εκτέλεση, δεύτερος εναγόμενος, ήταν γνωστής διαμονής, δηλαδή κάτοικος ...... Αχαΐας με συνέπεια να παραπλανήσει αυτόν και να προβεί στην επίδοση της υπό αριθμό .... σχετικής εκθέσεως κατασχέσεως των ανωτέρω ακινήτων στην πρώην κατοικία αυτού στα ...... Αχαΐας, την οποία παρέλαβε η τρίτη εναγομένη Χ1, (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) η οποία, μολονότι γνώριζε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής από 26-2-1997, κατόπιν υποκινήσεως από τους δύο πρώτους εναγομένους, εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον ως άνω δικαστικό επιμελητή, ότι η ίδια ήταν σύνοικος αυτού. Περαιτέρω, ο τέταρτος εναγόμενος, Χ2, (αδελφός του δεύτερου εναγομένου), σε συμπαιγνία με τους υπόλοιπους εναγομένους, υπερθεμάτισε κατά το διενεργηθέντα στις 21-1-1998 αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον της συμβ/φου Σαγέϊκων ..., μολονότι γνώριζε ότι τα ανωτέρω προαναφερθέντα δύο ακίνητα του καθ`ου, δεύτερου εναγομένου, ήταν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία αυτού και ότι η οφειλή του τελευταίου προς τον επισπεύδοντα πρώτο εναγόμενο, ήταν ανύπαρκτη, ψευδής και εικονική, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν σ` αυτόν τα ανωτέρω ακίνητα στα ευτελή για την πραγματική αξία αυτών, ποσά των 29.347,03 ευρώ και 12.179,02 ευρώ, αντίστοιχα, γνωρίζοντας ότι τα ως άνω ποσά ήταν κατά πολύ μικρότερα από αυτά που θα μπορούσαν να επιτευχθούν υπό κανονικές συνθήκες εκπλειστηριάσεως, δηλ. από το ποσό των 176.082,19 ευρώ τουλάχιστον και για τα δύο ακίνητα, αφού η πραγματική τους αξία υπερβαίνει τα 234.776,23 ευρώ. Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος, σε συμπαιγνία με το δεύτερο εναγόμενο και στη συνέχεια όλοι οι εναγόμενοι, τελούντες σε συμπαιγνία, με όλες τις πιο πάνω αξιόποινες, πράξεις τους (καταδολίευση δανειστών, ηθική αυτουργία στην. ανωτέρω πράξη, απάτη επί δικαστηρίου και απάτες) αποσκοπούσαν και πέτυχαν να αποξενωθεί ο δεύτερος εναγόμενος από τα μοναδικά ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία και έτσι κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως των εναγόντων, για χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την εκ προθέσεως ανθρωποκτονία του Ψ, η οποία και τους επιδικάστηκε με την 140/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από τις αδικοπραξίες των εναγομένων, ανέρχεται σε 58.694,06 ευρώ για τον καθένα, καθόσον αν ο πλειστηριασμός γινόταν κάτω από κανονικές συνθήκες, χωρίς να παρεμβληθεί η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, σύμφωνα με την κανονική πορεία των πραγμάτων και τις περιστάσεις θα επιτυγχάνονταν πλειστηρίασμα τουλάχιστον 176.082,11 ευρώ. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά (και) την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει σε κάθε αναιρεσίβλητο το ποσό των 58.694 ευρώ (176.082,3), ως αποζημίωσή τους, για τη ζημία που υπέστησαν από την αδικοπραξία, την οποία όλοι οι εναγόμενοι, κατά τα προεκτιθέμενα, τέλεσαν εις βάρος τους, κρίνοντας έτσι ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμάται (και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου αυτού που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει ν`απορριφθεί, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 14-3-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 604/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. 
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis