Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Ιδιωτικές κλινικές, επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας, μετενέργεια, jura novit curia, παραίτηση από ένδικο μέσο, έγκριση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β', 318/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Μετενέργεια συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Πολιτική δικονομία. Προσβολή αποφάσεως με αναίρεση. Η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση. Παραίτηση από δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου. Είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρ. 297 ΚΠολΔ και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου, η έλλειψη της οποίας, όμως, μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων.
Απαράδεκτες οι επικαλούμενες αιτιάσεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας, οι οποίες αφορούν εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, εφόσον τη συνδρομή ή μη αυτών ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, ανεξαρτήτως της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων. Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4046/2012, στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, του οποίου παύει η καταβολή στο νοσηλευτικό προσωπικό, που απασχολείται σε ιδιωτικές κλινικές κατά τη διάρκεια της μετενέργειας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α’ , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ’ αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα. Συνεπώς η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η τριετής - και πλέον διετής - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980). Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 30.10.2015 και με αριθ. κατάθ. …2015 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 5460/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το νομίμως προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα εταιρεία υπ’ αριθμ. ...9.11.2015 πρακτικό του ΔΣ αυτής περί παροχής πληρεξουσιότητας, που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εκπροσώπου αυτής από δημόσια αρχή (ΚΕΠ) κατ’ άρθρο 665 παρ. 2 εδ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 4055/2012 και ίσχυε κατά το χρόνο χορήγησης της ανωτέρω πληρεξουσιότητας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Πειραιώς Τιμόθεο Σιγάλα να προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης, να υποβάλλει αίτηση αναστολής και να παραστεί κατά τη εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και της αίτησης αναστολής ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενέκρινε όλες τις πράξεις του ως άνω εντολοδόχου που ενήργησε ή θα ενεργήσει στο πλαίσιο των παρεχομένων εντολών ως έγκυρες, νόμιμες και ισχυρές και κατά συνέπεια και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή από το δικαίωμα αυτής για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση. Επομένως ο με τις νομότυπα κατατεθείσες είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο προτάσεις της αναιρεσίβλητης (άρθ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός αυτής περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι κατά τη κατάθεση αυτής (30 Οκτωβρίου 2015) η προσβαλλομένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν είχε εισέτι καταστεί τελεσίδικη, αφού η επίδοση αυτής με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα μεταγενεστέρως στις 5 Νοεμβρίου 2015, όπως προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη υπ’ αριθ. .../5.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Τ., και κατά συνέπεια αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 6 Δεκεμβρίου 2015, εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατ’ αυτής από κανένα των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά το χρόνο που έτρεχε η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης μετά την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα εταιρεία δια της παροχής της από 9 Νοεμβρίου 2015 σχετικής πληρεξουσιότητας ενέκρινε την ήδη ασκηθείσα από 30 Οκτωβρίου 2015 αίτηση αναίρεσης και κατά συνέπεια ισχυροποίησε την σιωπηρά παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης, καθιστώντας τελεσίδικη τη προσβαλλομένη απόφαση ήδη από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά τα άνω προαναφερθέντα.

Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 442/2008, ΑΠ 760/2004). Η ανωτέρω διάταξη όμως αφορά "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 2212/2013, ΑΠ 435/1994). Τοιαύτη περίπτωση δεν συντρέχει οσάκις ο διάδικος ισχυρίζεται μόνο ότι το επικαλούμενο στην αγωγή δικαίωμα δεν θεμελιώνεται στο νόμο ή με νεώτερη διάταξη νόμου αυτό έχει πλέον καταργηθεί, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι έργο του δικαστηρίου της ουσίας (πρωτοδικείου ή εφετείου) είναι να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εφαρμογή του νόμου, ήτοι στην προσήκουσα υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων στο δικόγραφο της αγωγής κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτές στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που τις θεμελιώνουν, βάσει της αρχής jura novit curia, ενώ ο εκ μέρους των διαδίκων διδόμενος νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται ή δεν θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 1468/2005, ΑΠ 157/2004). Επομένως ο με τις νομότυπα κατατεθείσες είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο προτάσεις της αναιρεσίβλητης (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου των επί μέρους λόγων αναίρεσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, επειδή στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία της προβολής στο δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας των σχετικών ισχυρισμών, αφορώντων τη νομιμότητα της καταβολής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας μετά την Π.Υ.Σ. 6/2012 και τον τρόπο υπολογισμού του επιδόματος σπουδών για την εύρεση του συνολικού ύψους της αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω αποχώρησης αυτής από την εργασία της ενόψει συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες εν λόγω αιτιάσεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας αφορούν εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή ή μη των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, ανεξαρτήτως της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε τη παράγραφο 2 εδάφ. α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ. ΑΠ 143/ 1984, ΑΠ 743/ 2014, ΑΠ 599/ 2011, ΑΠ 897/ 2008, ΑΠ 75/ 2008, ΑΠ 331/ 2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 20.1.2016 πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22 Ιανουαρίου.2016 με αριθ. κατάθεσης …/22.1.2016, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2016, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε εντός της αυτής προθεσμίας στην αναιρεσίβλητη νόμιμα, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει την έκθεση επίδοσης αυτών στην αναιρεσίβλητη, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών. Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα των διαλαμβανομένων στο δικόγραφο της από 30.10.2015 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διατυπώνονται σε αυτήν κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα. 

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι μετά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος. Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξη συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου. Επομένως στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξη συλλογική ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο έχει ως αιτία καταβολής το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από το προσωπικό τη τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί το έργο της ίασης των νοσηλευομένων ασθενών, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα του νοσηλευτικού προσωπικού. Του εν λόγω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας παύει επομένως η καταβολή, μετά την πάροδο του κατά τα ανωτέρω τριμήνου, κατ’ εφαρμογή της άνω διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή προκύπτει και από τις σχετικές διατυπώσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 28 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο κεφάλαιο 4 με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ανάπτυξης" παρ.4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής που έχουν ενσωματωθεί ως παράρτημα V στο Ν. 4046/2012 και συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής (άρθρο 1 παρ.6 του Νόμου αυτού), όπου γίνεται λόγος για "επίδομα επικινδυνότητας" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous") και "επίδομα βαρέων επαγγελμάτων" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous professions"). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι στο νόμο δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ επιδόματος επικίνδυνης και επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 ΙΙΙ α και 2 του Ν. 754/1978 "Περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ, ως και άλλων τινών συναφών διατάξεων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Α περ. α και 2 παρ. 1 κεφ. IV περ. α εδάφια αα και γγ και β εδάφιο ββ του Π.Δ/τος 904/1978 (ΦΕΚ Α 217), με τις οποίες διατηρήθηκε σε ισχύ το επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ή άλλων Υπουργείων και συγκεκριμένα σε ακτινολόγους και ακτινοθεραπευτές ιατρούς, εμφανιστές χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων και αδελφές νοσοκόμους που απασχολούνται σε κέντρα ή σταθμούς αιμοδοσίας, του άρθρου 4 του Ν. 1031/1982 "Περί του υπηρετούντος νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού εις υπηρεσίας Αιμοδοσίας Νοσηλευτικών ιδρυμάτων ΝΔ 2592/1953", με το οποίο χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε όλο το προσωπικό που απασχολείται στα εν λόγω κέντρα και σταθμούς, των άρθρων 40, 41 παρ. 1 και 2 και 43 του Ν. 1193/1981 "Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων", με τις δύο πρώτες των οποίων χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" στους παρασκευαστές των αμιγών μικροβιολογικών εργαστηρίων και του ΚΕΕΦ (άρθ. 40), στο πάσης φύσεως μόνιμο νοσηλευτικό προσωπικό και τους φυσικοθεραπευτές που απασχολούνται σε σανατόρια και φυματιολογικές κλινικές ή διαγνωστικά κέντρα, νοσοκομεία λοιμωδών νοσημάτων και αιμοδυναμικά εργαστήρια (εδάφιο ββ της περ. α του κεφ. IV της παρ. 1 του άρθ. 2 του ως άνω 904/1078 Π. Δ/τος) και στους χημικούς, βιοχημικούς, φυσικούς και χημικούς - μηχανικούς των εργαστηρίων βιοχημείας και ιστοχημείας (άρθ. 41 παρ. 1 και 2 αντιστοίχως) και με τη τρίτη των οποίων χορηγήθηκε επίδομα "ανθυγιεινής εργασίας" στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμους και τις μαίες των κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, του άρθρου 14 παρ.1 και 2 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (στις διατάξεις του οποίου υπάγονται κατά το άρθρο 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των ΟΤΑ), με την οποία ορίσθηκε ότι τα επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π. Δ/τος 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981 (η τελευταία αφορούσε τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και στο προσωπικό των ΑΕΙ που απασχολείται αποκλειστικά σε αντίστοιχα εργαστήρια ή κλινικές των ανωτέρω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή σε εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας ή περιγραφικής ανατομικής και στους επόπτες δημόσιας υγείας του κλάδου ΑΡ 6 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών) εξακολουθούν να καταβάλλονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στα ποσά που είχαν διαμορφωθεί κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν απασχολείται στο αντικείμενο ή σε χώρο που κατά τις οικείες διατάξεις δικαιολογεί την καταβολή του, και των παραγράφων 1 περ. Α υποπ. α και 2 περ.α της υπ’ αριθ. οικ2/16519/0022/ 24.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ.1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011" (ΦΕΚ Β 465), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού και προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" ύψους 150 ευρώ μηνιαίως στους μόνιμους, δόκιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού με ειδικότητα, μεταξύ άλλων, προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, απασχολουμένου σε Νοσοκομεία, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας και σε ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και αγροτικά ιατρεία που υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία. Και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής στις συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού του στενού δημόσιου τομέα (Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ) στους οποίους χορηγούν το χαρακτηριζόμενο από αυτές ως "επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής, ούτε και αναλόγως, επί του νοσηλευτικού προσωπικού του απασχολουμένου σε ιδιωτικές κλινικές Επομένως το Ειρηνοδικείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένως έλαβε υπόψη και εφάρμοσε αυτές, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δικαιούται και το νοσηλευτικό προσωπικό που απασχολείται σε ιδιωτικές κλινικές και κατά τη διάρκεια του σταδίου της μετενέργειας. Επί του εν λόγω προσωπικού αντιθέτως εφαρμόζονται οι σχετικές ρυθμίσεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ.4 της υπ’ αριθ.  6/2012 Π.Υ.Σ. κατά τη διάρκεια της μετενέργειας, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας
Ειδικότερα με τις διατάξεις της από 17.5.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 53/25.5.2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 12969/7.10.2005 Απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1415), της οποίας οι διατάξεις - ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ.2 από 22.6.2009 ομοίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) και στη συνέχεια με το άρθρο 2 του κεφαλαίου Δ της υπ’ αριθμό 20/2011 ομοίας Διαιτητικής Απόφασης (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), της οποίας κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η ισχύς έληξε με καταγγελία στις 1.3.2012, γίνεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που χορηγείται σε πολλές κατηγορίες προσωπικού (ακόμη και σε περιπτώσεις που οι συνθήκες εργασίας δεν το δικαιολογούν ή το δικαιολογούν οριακά) και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, που χορηγείται σπανιότερα και για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές. Ειδικότερα η χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της πρώτης από τις πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται για όλες σχεδόν τις ειδικότητες ιατρικού προσωπικού [άρθ. 3 κεφ. Ι (ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. ια], για το νοσηλευτικό προσωπικό [άρθ. 3 κεφ. ΙΙ (ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. β5], για τους φυσικοθεραπευτές (άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.5], για τους αρχιμαγείρους, μαγείρους και βοηθούς αυτών, ως και για τους λατζέρηδες, ράπτες, κουρείς και ταξινόμους [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Α, Β, Γ, Δ παρ 2.2], για τους θυρωρούς, κλητήρες, οδηγούς ανελκυστήρων, φύλακες, νυκτοφύλακες, για τους καθαριστές, τραπεζοκόμους, θαλαμηπόλους, πλύντες, σιδερώτριες, κλιβανιστές, αποστειρωτές [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Ε, ΣΤ παρ 2.2), για τους τεχνίτες υδραυλικούς και εργαζομένους στα καλοριφέρ, για τους ξυλουργούς συντηρητές και για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους και βοηθούς αυτών [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Ζ, παρ. 2,2, περ. Η παρ 2.4 και περ. Θ παρ. 2.2). Αντιθέτως η χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται μόνο για τους συντηρητές ιατρικών μηχανημάτων που απασχολούνται με τη συντήρηση μηχανημάτων σε τμήματα ακτινοθεραπείας (κοβάλτιο) ή τμήματα πυρηνικής ιατρικής (γ - κάμερα) [άρθ. 3 κεφ. ΙΙΙ (ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ) περ. Ι παρ 2 εδ. τελ.]. Επίσης προβλέπεται η χορήγηση χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και χωριστού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.3 και 2.4], ως και η χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" (ένα επίδομα) στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων που απασχολούνται σε εργαστήρια ισοτόπων, μικροβιολογίας, κυτταρολογίας, αιματολογίας, αιμοδοσίας, ενδοκρινολογίας, μονάδων τεχνητού νεφρού και στους χειριστές ηλεκτροεγκεφαλογραφικών μηχανημάτων, αξονικών και μαγνητικών τομογράφων και ακτινοθεραπευτικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γ παρ 2.4], στους παρασκευαστές και βοηθούς τμημάτων βιοχημείας και ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γα παρ 2.4] , στους βιοχημικούς, βιολόγους και κλινικούς χημικούς [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Δ παρ 2.5] και στους οδηγούς ασθενοφόρων [άρθ. 3 κεφ. V (ΟΔΗΓΟΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΩΝ) παρ 2.5]. 
Επομένως με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις η καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας είτε αυτοτελώς, είτε ως επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται για ειδικότητες εργαζομένων σε ιδιωτικές κλινικές, των οποίων η εργασία επάγεται κινδύνους για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτών. Σημειώνεται ότι η αναφερομένη στην προσβαλλομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου από 28.6.2012 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών με έδρα την Αθήνα και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ) (πράξη κατάθ. Υπ. Εργ. …/2.7.2012), που προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και στους νοσηλευτές, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί της εφαρμογής της ανωτέρω συλλογικής σύμβασης εργασίας στην επίδικη έννομη σχέση και ειδικότερα περί της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως μέλους εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που υπέγραψε τη σύμβαση. Τέλος η από την αναιρεσίβλητη επίκληση της νεώτερης υπ’ αριθ. 2/53212/0022/15.7.2014 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β 2012), με την οποία χορηγήθηκε επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150 ευρώ μηνιαίως και σε νοσηλευτές και νοσοκόμους είναι αλυσιτελής, διότι η εν λόγω απόφαση αφορά το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των ΟΤΑ, το οποίο δεν κάλυπτε η προηγούμενη υπ’ αριθ. οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινή Υπουργική Απόφαση. Επομένως είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου) πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου η πλημμέλεια ότι προκειμένου να υπολογίσει το ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης στο αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 17.002,72 ευρώ αντί του πράγματι οφειλομένου ποσού των 13.865,40 ευρώ, λόγω της αποχώρησης στις 16.5.2014, με κοινή συναίνεση των διαδίκων, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, έχουσας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής της, από την εργασία της ως νοσηλεύτριας στην ιδιωτική κλινική που διατηρεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, στην οποία είχε προσληφθεί δυνάμει της από 1.7.1981 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνυπολόγισε εσφαλμένα και το προβλεπόμενο από τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις επίδομα ανθυγιεινής εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Με την διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ως άνω υπ’ αριθ. 6/ 2012 Π.Υ.Σ. διατηρήθηκαν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη καταβολή του επιδόματος σπουδών. Στη διάταξη αυτή δεν ορίζεται ο τρόπος (βάση) υπολογισμού των διατηρουμένων επιδομάτων και επομένως ο υπολογισμός αυτών και ειδικότερα του επιδόματος σπουδών θα γίνει με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της τελευταίας και έχουσας ήδη λήξει συλλογικής ρύθμισης. 
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 3 κατηγορία II (ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ. 2 περ. β της από 17.5.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 53/25.5.2005), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 12969/7.10.2005 Απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1415), της οποίας οι διατάξεις - ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ.2 της τελευταίας από 22.6.2009 ομοίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) και στη συνέχεια με το άρθρο 2 του κεφαλαίου Δ της υπ’ αριθμό 20/2011 ομοίας Διαιτητικής Απόφασης (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), που έχει ήδη λήξει με καταγγελία, ορίζεται ότι τα προβλεπόμενα στη περίπτωση β επιδόματα, στα οποία περιλαμβάνεται και το υπό στοιχείο β4 επίδομα σπουδών του νοσηλευτικού προσωπικού, υπολογίζεται στους βασικούς μηνιαίους μισθούς προσαυξημένο με το επίδομα υπηρεσίας - προϋπηρεσίας. Στη προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο της αναίρεσης και με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559, αφού πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου) λόγο αναίρεσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 2 της ως άνω υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. διότι για την εύρεση του ύψους της αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στο αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 17.002,72 ευρώ αντί του πράγματι οφειλομένου ποσού των 13.865,40 ευρώ, λόγω αποχώρησης αυτής με κοινή συναίνεση, στις 16.5.2014 από την εργασία της ως νοσηλεύτριας στη ... που εκμεταλλεύεται στη Θεσσαλονίκη η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία που την είχε προσλάβει από 1.7.1981 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει συνταξιοδότησής της τελευταίας, εσφαλμένως προέβη, μεταξύ άλλων, στον υπολογισμό του επιδόματος σπουδών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επί του βασικού μισθού πλέον των προσαυξήσεων (για τη προϋπηρεσία αυτής) αντί μόνου επί του βασικού μισθού (βλ. σελ. 1 - 2 και 8 - 9 του αναιρετηρίου). Ο λόγος αυτός είναι κατά τα ήδη προεκτεθέντα αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, εφόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 5460/11.8.2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...