Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Δικηγόροι, νομικοί σύμβουλοι, συμβάσεις έργου.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1,  540/ 2017, Δ.Ε.Ν 2017.715.
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Δικηγόροι. Παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή. Πότε είναι επιτρεπτή. Προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή νομικός σύμβουλος. Θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης.
Γι’ αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση), επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο. Το Εφετείο, εν προκειμένω, αν και δέχθηκε ότι η ενάγουσα, νεαρή δικηγόρος τότε, είχε προληφθεί χωρίς τήρηση της νόμιμης διαδικασίας σε δημόσια αρχή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωσή της επρόκειτο για πρόσληψη νομικού συμβούλου, για την οποία, κατ’ εξαίρεση, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της νόμιμης διαδικασίας πρόσληψης. Εάν, όμως, η εξαίρεση ήταν τόσο ευρεία, ώστε να εμπίπτουν σ’ αυτήν περιπτώσεις όπως αυτή της ενάγουσας, η νόμιμη διαδικασία δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει εφαρμογή. Ενώ, η εξαίρεση αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος, επομένως η πρόσληψη της ενάγουσας ως δικηγόρου υπήρξε άκυρη και λειτούργησε απλή σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Ωστόσο και στην περίπτωση αυτή δικαιούται αποζημιώσεως απολύσεως, καθόσον οι διατάξεις του ν. 3198/55 εφαρμόζονται και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας και περαιτέρω, αναλόγως, και επί της σχέσεως εμμίσθου εντολής.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυαν και έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η ένδικη σχέση εργασίας, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετησία ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι α) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και β) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται από την κατάρτισή τους ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.

2. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 εδ. α’ και β’ του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ, τέλος, στο εδ. δ’ της παρ.6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ήτοι, από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ’ αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες". Από τη σαφή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της μεθοδολογίας του δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο νόμο ως απόκλιση από κάποιο γενικότερο κανόνα που τίθεται με αυτόν, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με στενό τρόπο, συνάγεται ότι ως προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση), επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο. 

3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία απέκτησε την ιδιότητα του δικηγόρου στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών κατά μήνα Απρίλιο 2004, άρχισε από τον αμέσως επόμενο μήνα να παρέχει νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικού χαρακτήρα προς τους υπαλλήλους ή τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής (ΑΔΑ), η οποία ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ότι η πρόσληψη της ενάγουσας και η εν συνεχεία παροχή των νομικών υπηρεσιών της έγινε με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από την εναγομένη ως μισθώσεις έργου και είχαν διάρκεια ολίγων μηνών εκάστη. Ότι κατά την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα ήταν ενταγμένη στο τμήμα νομικής υποστήριξης της εναγομένης και, έχοντας την υποχρέωση καθημερινής φυσικής παρουσίας στο χώρο των γραφείων της, παρείχε συμβουλές α) για θέματα που προέκυπταν κατά την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη λειτουργία της εναγομένης, β) για την προετοιμασία της δευτερογενούς νομοθεσίας, γ) για ζητήματα χορήγησης αδειών, δ) για τον έλεγχο καταγγελιών και τη διεξαγωγή ακροάσεων, ε) για την προετοιμασία εισηγήσεων επί θεμάτων ρυθμιστικού χαρακτήρα, όπως έγκρισης ή απόρριψης αιτημάτων μεταβίβασης, μεταβολών επωνυμίας, γνωστοποίησης καταχωρήσεων, προστασίας προσωπικών δεδομένων και επεξεργασίας κειμένων, στ) για την εποπτεία της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού στον τομέα της τηλεπικοινωνίας και ζ) για την υποστήριξη των επιτροπών διενέργειας των διαγωνισμών προμήθειας του πάσης φύσεως εξοπλισμού ή των υπηρεσιών, που ήσαν απαραίτητες για την καλή λειτουργία της εναγομένης. Ότι η κύρια απασχόληση της ενάγουσας συνίστατο στην παροχή των ως άνω υπηρεσιών με τη συμμετοχή της σε ομάδες εργασίας. Ότι, όταν αυτή αναλάμβανε τη δικαστική εκπροσώπηση της εναγομένης, αυτό γινόταν με αυτοτελείς εντολές, για τις οποίες αμειβόταν με το γραμμάτιο προείσπραξης. Ότι αν και οι εκάστοτε συμβάσεις έργου ήσαν ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν συνεχής και αδιάκοπη. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με την εναγομένη με μια ενιαία "σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου", διότι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία οι συμβάσεις έργου ή ορισμένου χρόνου αποτελούν απαγορευμένες μορφές απασχόλησης για τους δικηγόρους. Και ότι για την πρόσληψή της με τη σχέση αυτή, την οποία χαρακτήρισε ως "σχέση νομικού συμβούλου", δεν χρειαζόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν έγκυρη και ότι για τη λύση της ήταν απαραίτητη η έγγραφη καταγγελία και η καταβολή αποζημιώσεως. Οπότε, απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε αναγνωρίσει ότι η ενάγουσα δικαιούται για την ως άνω αιτία αποζημίωση ποσού 17.230,80 ευρώ.

4. Με την κρίση αυτή, το εφετείο παραβίασε με κακή ερμηνεία και εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Διότι αν και δέχθηκε, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών του παραδοχών προκύπτει, ότι η ενάγουσα, νεαρή δικηγόρος τότε, είχε προληφθεί χωρίς τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για να προσφέρει στην εναγομένη δημόσια αρχή πάσης φύσεως νομικές υπηρεσίες, τόσο εξώδικες όσο και δικαστικές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωσή της επρόκειτο για πρόσληψη νομικού συμβούλου, για την οποία, κατ’ εξαίρεση, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Εάν, όμως, η εξαίρεση ήταν τόσο ευρεία, ώστε να εμπίπτουν σ’ αυτήν περιπτώσεις όπως αυτή της ενάγουσας, η νόμιμη διαδικασία δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει εφαρμογή. Ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.2), η εξαίρεση αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος του οικείου νομικού προσώπου (είναι χαρακτηριστικό ότι στο νόμο χρησιμοποιείται ενικός αριθμός). Ως εκ τούτου, η πρόσληψη της ενάγουσας ως δικηγόρου της εναγομένης ΑΔΑ υπήρξε άκυρη και μεταξύ τους λειτούργησε απλή σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απολύσεως, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ’ αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ’ εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/ 1962). Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι’ αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απολύσεως, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1272/2006). Επομένως, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής επιδικάσθηκε αποζημίωση απολύσεως και η οποία επικυρώθηκε με την απόρριψη της έφεσης που είχε ασκηθεί εναντίον της, είναι ορθό. 

6. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν εφαρμόζεται αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παράγεται δεδικασμένο ως προς το ότι μεταξύ των διαδίκων είχε λειτουργήσει έγκυρη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε ατύπως. Το δεδικασμένο αυτό είναι καταφανώς δυσμενές για την αναιρεσείουσα ΑΔΑ, η οποία με την αίτηση αναιρέσεως, εμμέσως πλην σαφώς, επιδιώκει την ανατροπή του. Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών οι οποίες υπήρξαν ως προς την αληθινή έννοια της εξαίρεσης που εισάγεται με το άρθρο 11 παρ.1 εδ. β’ του ν. 1649/1986 και προκάλεσαν την έκδοση της αναιρουμένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 179, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, την 4050/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis