Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Απάτη κατ' επάγγελμα, διορισμός στο δημόσιο με πλαστά στοιχεία.

Συμβούλιο Πλημλειοδικών Αθηνών 4485/ 2015, ΠοινΔικ 2016.404.

Πρόεδρος: Ι. Παπαϊωάννου Μέλη: Α. Κτενά, Θ. Μασιάλ ας (Εισηγητής) Εισαγγελέας: Δ. Μουζάκης, Αντεισαγγελέας.

Περίληψη. Κακουργηματική απάτη κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Προσκόμιση πλαστού πτυχίου για πρόσληψη στο Δημόσιο. Ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το Δημόσιο δεν υπέστη ζημία, καθ’ όσον όλο το χρονικό διάστημα προσέφερε την εργασία του, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφού η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή του μισθού αντισταθμίζεται από ισάξια αντιπαροχή. Απορριπτέος ο ισχυρισμός, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι νομίμως για το ελληνικό Δημόσιο λαμβάνει αυτός μισθό εκ του λόγου ότι προσερχόταν στην εργασία του, διότι αυτό δεν συνιστά άνευ ετέρου ισάξια αντιπαροχή, καθ’ όσον ο εργοδότης απέβλεπε σε συγκεκριμένες ιδιότητες που εξασφαλίζουν ένα minimum εγγυήσεων στο δημόσιο τομέα. Παραπομπή του κατηγορουμένου για το ως άνω έγκλημα. Παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για μερικότερες πράξεις.
Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Η σε βάρος του ως άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή το υπ’ αριθ. πρωτ. .../21.4.2015 έγγραφο του Δήμου ..., μετά το πέρας της παραγγελθείσας συναφώς προκαταρκτικής εξέτασης, με την από 26.6.2015 παραγγελία μας προς τον ανακριτή του 12ου τακτικού τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών για διενέργεια κυρίας ανάκρισης, η οποία περατώθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 εδ. α΄ και 308 παρ. 4 ΚΠΔ, με την απολογία του κατηγορουμένου και τη γνωστοποίηση του πέρατος της ανάκρισης σε αυτόν (βλ. την από 6.11.2015 έκθεση γνωστοποίησης πέρατος ανάκρισης) και αφού σε βάρος του εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../2015 διάταξη του ανωτέρω ανακριτή, με την οποία του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου του από τη Χώρα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ «όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, ναι μεν δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη την οποία αυτός παραπείσθηκε να διαπράξει, πλην αυτό προϋποθέτει ότι η αντιπαροχή είναι νόμιμη. Στην περίπτωση, π.χ., όπου κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο, πετύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει αυτή τη θέση και συνεπώς να παράσχει τις υπηρεσίες που παρέχει όποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και τα νόμιμα προσόντα, και προσελήφθη εκ του λόγου αυτού παρανόμως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή σ’ αυτόν αποδοχών της θέσεως που παρανόμως κατέλαβε έχει ισοσταθμισθεί από την παροχή της (μη νόμιμης) εργασίας του και ότι, επομένως, δεν έχει τελεσθεί το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 196/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, γίνεται δεκτό (βλ. Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, 22006, σελ. 511) ότι όταν ο εργοδότης παραπλανάται ως προς τις γνώσεις και ικανότητες του προσλαμβανόμενου, λόγω ψευδών παραστάσεων του τελευταίου («απάτη περί την πρόσληψη»), η ζημία του έγκειται: α) στην εκ μέρους του ανάληψη της υποχρέωσης να καταβάλει αμοιβή υπερβαίνουσα την ποιότητα των προσδοκώμενων υπηρεσιών και β) στο γεγονός ότι η παρεχόμενη από το δράστη εργασία δεν ανταποκρίνεται στον καταβαλλόμενο μισθό. Με άλλες λέξεις, σε περίπτωση πρόσληψης προσώπου σε δημόσια θέση εξαιτίας αξιόποινης παραπλάνησης εκ μέρους του ως προς τις απαιτούμενες να συντρέχουν στο πρόσωπό του προϋποθέσεις για την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας, η περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου συνίσταται αντικειμενικά στη δαπάνη που υποβλήθηκε για την απασχόληση προσώπου διαφορετικού από εκείνο που σύμφωνα με το νόμο έπρεπε να απασχοληθεί, δεν μπορεί δε να κρίνεται ότι νομίμως, ευλόγως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο λαμβάνει αυτός μισθό, εκ του λόγου και μόνον ότι δεν απολύθηκε ή ότι προσέρχεται στον τόπο της εργασίας του κατά την καθορισμένη ώρα και, αναλόγως, αποχωρεί, διότι τα παραπάνω δεν συνιστούν άνευ ετέρου ισάξια αντιπαροχή, αφού βάσει των συγκεκριμένων αναγκών και επιδιώξεων, ο εργοδότης απέβλεπε σε συγκεκριμένες ιδιότητες, προσδιοριζόμενες μάλιστα από το νόμο, που εξασφαλίζουν ένα minimum ηθικών και άλλων εγγυήσεων στο δημόσιο τομέα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κρίσιμο στοιχείο της σύμβασης εργασίας είναι και η αυτοπρόσωπη και προσήκουσα παροχή εργασίας (βλ. συναφώς και Ν. Δεληδήμο, Η de facto αντιπαροχή ως κριτήριο ποινικής αξιολόγησης, ΠοινΧρ 2014, 477). Εξάλλου, επί απάτης που τελέστηκε με την υποβολή πλαστών/αναληθών πιστοποιητικών με σκοπό την πρόσληψη, χρόνος τέλεσης είναι όχι μόνον ο χρόνος υποβολής της αίτησης και των πλαστών/ψευδών δικαιολογητικών (ήτοι ο χρόνος πραγμάτωσης της αρχικής συμπεριφοράς), αλλά και ο χρόνος της κάθε μίας παράλειψης, πριν από την μηνιαία καταβολή του μισθού, δοθέντος ότι κάθε νέα καταβολή θεμελιώνεται στην παράλειψη του δράστη να την αποτρέπει, καίτοι έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, τουλάχιστον από την προγενέστερη επικίνδυνη ενέργειά του (αρχική απάτη), πρόκειται συνεπώς για απάτη κατ’ εξακολούθηση (βλ. έτσι Χ. Μυλωνόπουλο, ό.π., σελ. 531 και 557).

Εξάλλου, σύμφωνα με το εδ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, μεταξύ άλλων, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ (ως το εν λόγω χρηματικό ποσό αναπροσαρμόστηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2δ΄ Ν 4055/2012 που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, αλλά εφαρμόζεται ως επιεικέστερη κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ΄ ΠΚ (όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν 2408/1996) «κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 486/2014, ΑΠ 338/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 170/2015, ΑΠ 56/2015, ΑΠ 1109/2014, ΑΠ 1486/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Ειδικότερα, σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ’ εξακολούθηση. Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μία μοναδική πράξη απάτης (ΑΠ 125/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας κυρίας ανάκρισης και της προηγηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου (συμπεριλαμβανομένου του υπομνήματος παροχής εξηγήσεων αυτού κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης), αξιολογούμενο κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ), προκύπτουν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με αφορμή το υπ’ αριθ. πρωτ. .../16.12.2013 έγγραφο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με το οποίο καλούνταν οι Προϊστάμενοι Διοικητικού/Προσωπικού να προβούν σε εμπεριστατωμένο έλεγχο των στοιχείων του προσωπικού μητρώου των υπαλλήλων και σε διασταύρωση των δικαιολογητικών/τυπικών προσόντων διορισμού, μετάταξης ή μετατροπής της εργασιακής σχέσης σε αορίστου χρόνου, διαπιστώθηκε ότι ο απολυτήριος τίτλος Λυκείου, που υπήρχε στον υπηρεσιακό φάκελο του κατηγορουμένου Ι.Κ., υπαλλήλου ΔΕ 29 Οδηγός του Δήμου ..., δεν αντιστοιχούσε με τα στοιχεία που υπήρχαν στα αρχεία του σχολείου. Ειδικότερα, αφού με την υπ’ αριθ. ./2000 προκήρυξη για την πλήρωση οργανικών θέσεων μόνιμου προσωπικού υπηρεσιών ανταποδοτικού χαρακτήρα (καθαριότητας, ύδρευσης, κοιμητηρίου) με σειρά προτεραιότητας (βλ. το υπ’ αριθ. .../25.5.2000 ΦΕΚ), προκηρύχθηκε από τον Δήμαρχο ... η πλήρωση εννέα (9) συνολικά θέσεων και δη δύο (2) θέσεων κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ 29 οδηγών αυτοκινήτων) και επτά (7) θέσεων υποχρεωτικής εκπαίδευσης (πέντε ΥΕ 16 εργατών καθαριότητας, μίας εργάτη ύδρευσης και μίας εργάτη νεκροταφείου), ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Δήμο ... (νυν Καλλικρατικός Δήμος ...) την υπ’ αριθ. πρωτ. .../28.6.2000 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση υποψήφιου για πρόσληψη στο δημόσιο τομέα με προτεραιότητα, δηλώνοντας σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι τυγχάνει κάτοχος τίτλου σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και δη απολυτηρίου Λυκείου από το έτος 1988 με βαθμό 13 και 1/15, προσκομίζοντας, μεταξύ άλλων, ως απαραίτητο δικαιολογητικό και το υπ’ αριθ. πρωτ. ... και με αριθμ. μητρ. μαθητών ... απολυτήριο του 1ου Επαγ/κού Λυκείου Αθηνών. Πράγματι, με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../29.9.2000 απόφαση του Δημάρχου ... αποφασίστηκε η πρόσληψη αυτού ως οδηγού αυτοκινήτου με ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του την 2.10.2000, ενώ με την υπ’ αριθ. .../2001 απόφαση του ανωτέρω Δημάρχου διορίστηκε αυτός ως δόκιμος υπάλληλος του Δήμου σε κενή οργανική θέση μόνιμου προσωπικού υπηρεσιών ανταποδοτικού χαρακτήρα κλάδου ΔΕ 29 Οδηγών Αυτοκινήτων με εισαγωγικό βαθμό Δ΄ (βλ. το υπ’ αριθ. .../20.4.2001 ΦΕΚ). Εξάλλου, με την υπ’ αριθ. .../5.11.2003 απόφαση του Δημάρχου ... αποφασίστηκε η μονιμοποίηση του ανωτέρω κατηγορουμένου στον εν λόγω Δήμο, κατόπιν διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας (βλ. το υπ’ αριθ. .../9.12.2003 ΦΕΚ), θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι την 11.2.2014, όταν με την υπ’ αριθ. .../2014 απόφαση του Δημάρχου του Δήμου ..., η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. .../20.5.2014 ΦΕΚ, έγινε δεκτή η παραίτηση αυτού από την προαναφερθείσα θέση, καθόσον αυτός είχε υποβάλει τις υπ’ αριθ. πρωτ. .../27.1.2014 και .../11.2.2014 αιτήσεις παραίτησής του από την υπηρεσία «για προσωπικούς λόγους», έχοντας εν τω μεταξύ λάβει ως ακαθάριστες αποδοχές για όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από 2.10.2000 έως 11.2.2014) το συνολικό χρηματικό ποσό των 116.693,25 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. .../18.5.2015 βεβαίωση του Δήμου ...). Όπως, όμως, διαπιστώθηκε (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. .../13.6.2014 έγγραφο του 2ου ΕΠΑ.Λ. Αθηνών), το προαναφερθέν με αριθμ. πρωτ. ... και αριθμ. μητρ. μαθητών ... απολυτήριο του 1ου Επαγγελματικού Λυκείου Αθηνών, του οποίου ο κατηγορούμενος έκανε χρήση, προσκομίζοντας αυτό, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ως απαραίτητο δικαιολογητικό κατά την κατάθεση της υπ’ αριθ. πρωτ. .../28.6.2000 αίτησής του για πρόσληψη στο δημόσιο τομέα, ήταν πλαστό, καθόσον αυτό δεν είχε εκδοθεί από το ως άνω σχολείο, ο δε κατηγορούμενος δεν διέθετε τέτοιο τίτλο σπουδών (έχοντας ολοκληρώσει μόνο την 1η τάξη του Λυκείου), ο οποίος (τίτλος) αποτελούσε απαραίτητο προσόν για τον διορισμό του στην ανωτέρω δημόσια θέση, με αποτέλεσμα με την υπ’ αριθ. .../2015 απόφαση του Δημάρχου ... να ανακληθεί η υπ’ αριθ. .../2001 απόφαση του Δημάρχου ... περί διορισμού του, καθόσον ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 27 Ν 3584/2007.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογήθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος απολογούμενος υποστήριξε ότι πράγματι δεν κατόρθωσε να αποφοιτήσει από το Λύκειο, ισχυριζόμενος ότι το πλαστό απολυτήριο Λυκείου το προμηθεύτηκε το έτος 1993 από πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας δεν γνωρίζει, προβαίνοντας στην κατά τα άνω χρήση αυτού το έτος 2000, κατά την υποβολή της αίτησής του για την πρόσληψη στην ανωτέρω θέση στο Δήμο ... Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ουδεμία ζημία υπέστη από την κατά τα άνω συμπεριφορά του ο προαναφερθείς Δήμος, καθόσον αυτός όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 2.10.2000 έως 11.2.2014) προσέφερε κανονικά την εργασία του εργαζόμενος «με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο» (βλ. το υπόμνημα παροχής εγγράφων εξηγήσεων που υπέβαλε) και προσφέροντας «την προσδοκώμενη υπηρεσία στο Δήμο» (βλ. την από 19.5.2015 ένορκη κατάθεση της Α.Π., υπαλλήλου του τμήματος μισθοδοσίας του Δήμου ...) όντας «συνεπής στο ωράριό του και στις υποχρεώσεις του» (βλ. την από 10.6.2015 ένορκη κατάθεση του δημοτικού υπαλλήλου Ά.Ε.), με αποτέλεσμα η ζημία του Δήμου ... από την καταβολή σ’ αυτόν των αποδοχών της θέσης, την οποία παρανόμως κατέλαβε, να αντισταθμίζεται από ισάξια αντιπαροχή και να μην στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ’ αυτόν εγκλήματος, αντικρούεται από τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι η αντιπαροχή είναι νόμιμη (ενώ αυτός δεν προσελήφθη νομίμως), σε κάθε δε περίπτωση η ανωτέρω αντιπαροχή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ισάξια και προσηκόντως παρασχεθείσα, αφού αντικειμενικά και βάσει των συγκεκριμένων αναγκών και επιδιώξεων, ο Δήμος απέβλεπε σε συγκεκριμένες ιδιότητες, προσδιοριζόμενες μάλιστα από το νόμο (κατοχή απολυτηρίου Λυκείου), που εξασφαλίζουν ένα minimum ηθικών, επαγγελματικών και άλλων εγγυήσεων στον δημόσιο τομέα, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται τελικά περιουσιακή βλάβη του ανωτέρω Δήμου, κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των συνολικών αποδοχών που κατέβαλε στον κατηγορούμενο. Ειρήσθω ότι η αυτοπρόσωπη παροχή εργασίας αποτελεί όρο για την εκπλήρωση της σύστοιχης προς αυτή υποχρέωσης για προσήκουσα εκπλήρωση της εκ μέρους του προσληφθέντος, που προσερχόμενος καθημερινά στη θέση του για να εργασθεί δίχως όμως να διαθέτει ικανότητες, παραβιάζει το καταλυτικό αυτό στοιχείο της σύμβασης εργασίας, διότι ναι μεν αυτός είναι το πρόσωπο που συνεβλήθη, πλην όμως δεν είναι το πρόσωπο εκείνο που βάσει ιδιοτήτων όριζε ο νόμος ότι έπρεπε να συμβληθεί (βλ. έτσι Ν. Δεληδήμο, ό.π., ΠοινΧρ 2014, 478). Συνακόλουθα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τόσο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης προσλήψεώς του στον ανωτέρω Δήμο, όταν και συνυπέβαλε ως απαραίτητο δικαιολογητικό το προαναφερθέν πλαστό απολυτήριο Λυκείου, όσο και πριν από κάθε μηνιαία καταβολή του μισθού του, πλην του χρονικού διαστήματος από 2.10.2000 έως 16.11.2000 για το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 περ. β΄ και 5, 112 και 113 ΠΚ, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο συνεπεία παραγραφής, αρχικώς παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι πληρούσε το απαραίτητο, κατά τη σχετική προκήρυξη για τη θέση του οδηγού αυτοκινήτου, προσόν της κατοχής απολυτηρίου τίτλου Λυκείου, ακολούθως δε αθέμιτα απέκρυψε ότι δεν ήταν απόφοιτος Λυκείου, διατηρώντας έτσι την αρχική πλάνη και με τις πιο πάνω πράξεις εξαπάτησης έπεισε τον Δήμαρχο του ανωτέρω Δήμου να προβεί στον διορισμό του στην προαναφερθείσα θέση, καθώς και να του καταβάλει κάθε φορά τον αντίστοιχο για τη θέση του μηνιαίο μισθό, καίτοι αυτός στην πραγματικότητα δεν διέθετε τα αναγκαία προς τούτο τυπικά προσόντα, αποκομίζοντας έτσι, ως είχε εξαρχής σκοπό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 116.693,25 ευρώ, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε, ζημιώνοντας αντίστοιχα, κατά το προαναφερθέν ποσό την περιουσία του Δήμου ... (και νυν Δήμου ...), στην ανωτέρω δε πράξη του προέβη ενεργώντας κατ’ επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη και επί μακρόν (για χρονικό διάστημα περίπου 13 ½ ετών) τέλεση αυτής, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει για την κατάρτιση και χρήση του πλαστού πτυχίου, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.

Επειδή, από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκε ότι προέκυψαν κατά την κρίση μας, αφενός μεν πρέπει το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 309 παρ. 1 περ. β΄ και 310 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ, να παύσει οριστικά τη σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αναφορικά με τις μερικότερες πράξεις κακουργηματικής απάτης, οι οποίες φέρονται τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 2.10.2000 έως 16.11.2000, καθόσον έχουν παρέλθει ήδη δέκα πέντε (15) έτη από τότε που αυτές φέρονται τελεσθείσες, αφετέρου δε και για το λοιπό χρονικό διάστημα (ήτοι από 17.11.2000 έως και 11.2.2014), επειδή προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις (βλ. ΑΠ Ολ 9/2001, ΑΠ 290/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχα προξενηθείσα ζημία υπερβαίνον το ποσό των 30.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. στ΄, 14 παρ. 1, 16, 17, 18 εδ. α΄, 26 παρ. 1 εδ. α΄, 27, 51, 52, 60, 63, 79, 98 παρ. 2 και 386 παρ. 3 περ. α΄-1 ΠΚ, πρέπει το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 στοιχ. ε΄ και 313 ΚΠΔ, να τον παραπέμψει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, το οποίο τυγχάνει αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον κατά τα άρθρα 1 περ. ε΄, 111 παρ. 1, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ, για να δικαστεί για την ως άνω σε βαθμό κακουργήματος διωκόμενη πράξη.

Επειδή, τέλος, σε βάρος του κατηγορουμένου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../2015 διάταξη του ανακριτή του 12ου τακτικού τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα. Η ισχύς της ως άνω διάταξης επιβολής περιοριστικού όρου, ο οποίος είναι ανάλογος με την ένταση των υπαρχουσών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του, τη βαρύτητα της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξης και της προβλεπόμενης γι’ αυτήν ποινής, πρέπει να διατηρηθεί (άρθρο 315 παρ. 1 ΚΠΔ, ως αντικ. με το άρθρο 19 Ν 3904/2010) μέχρι την οριστική εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του και κρίνεται απολύτως αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί αυτός από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο δικαστήριο και η υποβολή του στην εκτέλεση της τυχόν καταδικαστικής απόφασης (άρθρα 282 παρ. 1 και 296 ΚΠΔ). [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...