Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

αναλήψεις από κοινό τραπεζικό λογαριασμό με κάρτα. Ανεύθυνο τράπεζας.

Άρειος Πάγος 211/ 2016, ΠολΤμήμα Α2, ΕφΑΔ 2017.423.

Πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρος ΑΠ, Εισηγητής: Κ. Τσόλας

Περίληψη. Αδικοπραξίες. Προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της υπό κρίση συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Περίπτωση θανάτου αποκλειστικού δικαιούχου τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων. Σταδιακή ανάληψη χρηματικών ποσών, μετά τον θάνατο αυτού, από τρίτο μη δικαιούχο, με τη χρήση της κάρτας και του κωδικού που είχε στην κατοχή του.
Η μη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού ή η μη αποδέσμευση της κάρτας αναλήψεων από αυτόν, με μόνη την πληροφόρηση του θανάτου και χωρίς σχετικό αίτημα των νομιμοποιούμενων προσώπων, δεν αποτελεί παράνομη παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας και συνεπώς δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας. Μη αποδεδειγμένοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί γνώσης των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας για τις παράνομες αναλήψεις και απόκρυψης αυτών με σκοπό παραπλάνησης των κληρονόμων - δικαιούχων του λογαριασμού. [Απορρίπτει την αναίρεση].

Διατάξεις: άρθρα 330 [εδ. β], 914 ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κανόνα δικαίου, αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, ή μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 6.10.2003 απεβίωσε στην Αθήνα ο Λ. - Π. Κ. και κατέλειπε τους ενάγοντες, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ειδικότερα την α’ εξ αυτών, ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, Μ. χήρα Λ.-Π. Κ., το γένος Δ. Ί. κατά ποσοστό 1/4, τους δε β’ , γ’ και δ’ εξ αυτών, τέκνα του, κατά ποσοστό ομοίως 1/4 τον καθένα, την δε κληρονομιά του αποδέχθηκαν οι ενάγοντες. Μεταξύ των στοιχείων της κληρονομιάς περιλαμβάνεται και η απαίτηση του κληρονομούμενου, ύψους 12.150.000 δρχ. ή 35.656,64 ευρώ κατά της εναγομένης, προερχόμενη από την κληρονομιά του προαποβιώσαντος την 15.5.2000 αδελφού του, Γ. Κ. του Α., του οποίου ο ως άνω κληρονομούμενος Λ.-Π. Κ. ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά την από 29.5.2000 δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς του από την μητέρα τους Μ. χήρα Α. Κ.. Ο ως άνω Λ.-Π. Κ. είχε ασκήσει κατά της εναγομένης την από 20.4.2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 4283/2006 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την αγωγή αυτή ως αόριστη. Την παραπάνω αξίωση του δικαιοπαρόχου τους ασκούν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή ως υπεισελθόντες στα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματά του. Ο ως άνω αποβιώσας, Γ. Κ. του Α., ήταν μοναδικός δικαιούχος δύο ατομικών ταμιευτικών λογαριασμών καταθέσεων που τηρούνταν στο υποκατάστημα ... της εναγομένης και συγκεκριμένα των με αριθμό ... λογαριασμών. Ο δεύτερος των εναγόντων, Α. Κ., ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πατέρα του Λ. - Π. Κ., προσήλθε στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης την 19.5.2000 και αφού ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι απεβίωσε ο θείος του Γ. Κ., ζήτησε αφενός να πληροφορηθεί τα υπόλοιπα των τραπεζικών του λογαριασμών, κατά την ημερομηνία θανάτου του (15.5.2000) και αφετέρου να του χορηγηθούν σχετικές περί τούτου βεβαιώσεις, προκειμένου ο Λ.-Π. Κ. να προβεί στη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς και στην έκδοση κληρονομητηρίου, που απαιτούνταν για την ανάληψη από αυτόν ως κληρονόμου των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους ως άνω λογαριασμούς. Τόσο ο κληρονόμος του θανόντος, όσο και ο δεύτερος των εναγόντων, δεν γνώριζαν ποιους συγκεκριμένους λογαριασμούς είχε ο θανών, ούτε ο δεύτερος των εναγόντων προσκόμισε βιβλιάρια λογαριασμών στην τράπεζα την 19.5.2000. Στις 24.5.2000, όταν ο Α. Κ. προσήλθε για να παραλάβει τις βεβαιώσεις περί του υπολοίπου των ως άνω λογαριασμών, ο υπάλληλος της εναγομένης ακολούθησε τη διαδικασία χορήγησης υπολοίπου της ημέρας, δηλαδή πληκτρολόγησε το ονοματεπώνυμο του αποβιώσαντος, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν τα βιβλιάρια και δεν είχε ζητηθεί από τον Α. Κ. αναλυτική κίνηση των λογαριασμών και εμφανίσθηκαν οι αριθμοί των δύο ατομικών λογαριασμών του αποβιώσαντος και το υπόλοιπο του καθενός της 24.5.2000. Το υπόλοιπο αυτό της 24.5.2000, αποτυπώθηκε στις από 24.5.2000 δύο βεβαιώσεις που χορηγήθηκαν στον δεύτερο των εναγόντων και ήταν για τον με αριθμό ... 24.839.590 δρχ. και για τον έτερο λογαριασμό με αριθμό ... δρχ., 34.422.405. Από τη διατύπωση του κειμένου των ως άνω βεβαιώσεων προκύπτει ότι αυτές αναγράφουν το υπόλοιπο των λογαριασμών στις 24.5.2000 και όχι αυτό της ημερομηνίας θανάτου (15.5.2000) του Γ. Κ.. Μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 6626/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέτασσε τη χορήγηση κληρονομητηρίου στο Λ.-Π. Κ., στις 7.11.2000 προσήλθε εκ νέου ο δεύτερος ενάγων στο προαναφερθέν υποκατάστημα της εναγομένης με τα βιβλιάρια των ως άνω λογαριασμών και ζήτησε την ενημέρωσή τους, οπότε κατά την διαδικασία της ενημέρωσης, που έγινε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της εναγομένης, αποτυπώθηκαν στο βιβλιάριο διαδοχικές αναλήψεις που έγιναν από το λογαριασμό υπ’ αριθ. ... με τη χρήση της υπ’ αριθ. ... κάρτας …., η οποία είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του αποβιώσαντος, από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης της εναγομένης, μετά το θάνατο του Γ. Κ., δηλαδή μετά την 15.5.2000 και έτσι το υπόλοιπο του ένδικου λογαριασμού ανερχόταν την 7.11.2000 στο ποσό των 14.015.514 δρχ. Άμεσα ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος αγνοούσε την ύπαρξη της κάρτας, κάλεσε τον πατέρα του Λ. - Π. Κ., ο οποίος δήλωσε την απώλεια της κάρτας, όπως αποδεικνύεται από το από 7.11.2000 δελτίο μεταβολής στοιχείων …. που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη και την ημερομηνία αυτή έγινε η αποσύνδεση του λογαριασμού υπ’ αριθ. ... από την κάρτα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Κ. στις 23.2.1996 προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης, ..., και ζήτησε και του χορηγήθηκε η ως άνω κάρτα …, προκειμένου μέσω αυτής να πραγματοποιεί συναλλαγές στα μηχανήματα αυτόματης συναλλαγής (ATM) με σύνδεση στον υπ’ αριθ. ... ατομικό λογαριασμό του. Ουδέποτε ο Γ. Κ. πραγματοποίησε αναλήψεις με την κάρτα αυτή, η οποία ενεργοποιήθηκε την 8.3.1996 και παρελήφθη και ο μυστικός αριθμός της από αυτόν και έληξε μετά από το πέρας διετίας από την έκδοσή της, οπότε και ανανεώθηκε αυτόματα από την εναγομένη βάσει σχετικού όρου της συμβάσεως με τον αποβιώσαντα, με την αποστολή σε αυτόν νέας κάρτας προς αντικατάσταση της προηγούμενης και όλες οι αναλήψεις με αυτήν και μάλιστα επιτυχείς έγιναν μετά το θάνατό του, από πρόσωπο που είχε στην κατοχή του την κάρτα και το έγγραφο με το μυστικό αριθμό. Ειδικότερα από την επομένη κιόλας ημέρα του θανάτου του Γ. Κ. πραγματοποιούνταν συνεχείς αναλήψεις (…τον αριθμό) από τον ως άνω λογαριασμό, ποσών ύψους από 50.000 δρχ. έως 400.000 δρχ. ημερησίως με αποτέλεσμα να αναληφθεί συνολικά το ποσό των 12.150.000 δρχ. έως την 7.11.2000. Μεταξύ των ανωτέρω αναλήψεων περιλαμβάνονται και τέσσερις αναλήψεις που έγιναν την 16.5.2000, οι δύο από αυτές, και την 23.5.2000 οι ετέρες δύο από αυτές, με ποσά ανάληψης 50.000 δρχ., 200.000 δρχ., 100.000 δρχ. και 200.000 δρχ. αντίστοιχα και συνολικά ποσού 550.000 δρχ. Για τις ως άνω αναλήψεις δεν προέκυψε ευθύνη της εναγομένης καθότι έγιναν με τη χρήση της προαναφερθείσας κάρτας από την 16.5.2000 έως την 3.11.2000, ενώ η απώλεια της κάρτας δηλώθηκε στις 7.11.2000 οπότε και έγινε η αποδέσμευση του λογαριασμού από την κάρτα. Η μη δέσμευση του επίμαχου λογαριασμού είτε στις 19.5.2000 είτε στις 24.5.2000 δεν αποτελεί παράνομη πράξη των οργάνων της εναγομένης, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο από τον δεύτερο ενάγοντα, ούτε άλλωστε μπορούσε αυτός να ζητήσει να δεσμευθεί ο λογαριασμός, διότι ήταν ατομικός λογαριασμός και ο δεύτερος ενάγων ή ο πατέρας του, που εκπροσωπούσε, δεν ήταν νομιμοποιημένοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος.
Περαιτέρω είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης ενήργησαν παράνομα διότι αν και γνώριζαν τις παράνομες αναλήψεις απέκρυψαν αυτές, και έδωσαν ψευδή βεβαίωση για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, καθότι αποδείχθηκε ότι η ως άνω βεβαίωση είναι αληθής καθόσον αναφέρει το υπόλοιπο της ίδιας ημέρας κατά την οποία έγινε η έρευνα (24.5.2000) και όχι αυτό κατά την ημερομηνία του θανάτου του Γ. Κ. (15.5.2000), το οποίο και πράγματι ήταν και προκειμένου να χορηγηθεί η βεβαίωση αυτή ο υπάλληλος της εναγομένης πληκτρολόγησε τα στοιχεία του δικαιούχου και εμφανίστηκε το υπόλοιπο της ημέρας εκείνης, ενώ δεν εμφανίστηκαν οι κινήσεις του λογαριασμού, ώστε να διαπιστωθεί από τον υπάλληλο ότι είχαν μεσολαβήσει κινήσεις στον λογαριασμό μεταξύ του θανάτου του Γ. Κ. και της ημέρας εκείνης. Επομένως, δεν εκδόθηκε εν γνώσει των υπαλλήλων της εναγομένης ότι δεν ανταποκρινόταν στα ζητηθέντα και προς τον σκοπό παραπλανήσεως των κληρονόμων καθόσον λόγω της διαδικασίας εκδόσεως και χορήγησης της δεν υπήρχε δυνατότητα να γίνουν αντιληπτές οι ως άνω παράνομες αναλήψεις, μόνο δε αν είχε ζητηθεί αναλυτική κίνηση λογαριασμού από το δεύτερο ενάγοντα, την οποία όπως και ο ίδιος συνομολογεί δεν ζήτησε, θα είχαν διαπιστωθεί αυτές. Άλλωστε τόσο οι υπάλληλοι της εναγομένης, όσο και ο δεύτερος ενάγων, δεν είχαν λόγο να αμφιβάλλουν ότι το αναγραφόμενο στην ως άνω βεβαίωση υπόλοιπο ήταν το ίδιο με εκείνο της 15.5.2000, αφού γνώριζαν ότι ο μοναδικός δικαιούχος των λογαριασμών είχε αποβιώσει, ενώ ταυτόχρονα αγνοούσαν, ο μεν δεύτερος αυτήν καθαυτή την ύπαρξη της κάρτας αυτόματων συναλλαγών, οι δε υπάλληλοι της εναγομένης ότι αυτή είχε περιέλθει σε τρίτο μη δικαιούχο πρόσωπο, μαζί με τον μυστικό αριθμό. Περαιτέρω, ακόμα και αν η ως άνω βεβαίωση απεικόνιζε το υπόλοιπο του λογαριασμού της 15.5.2000 και όχι της 24.5.2000, όπως προέκυψε ότι πράγματι έγινε, δεν θα ήταν δυνατό να αποφευχθούν οι παράνομες αναλήψεις, καθότι όπως προαναφέρθηκε αυτές θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές μόνο αν είχε ζητηθεί αναλυτική κίνηση λογαριασμών από το δεύτερο ενάγοντα, πράγμα που όπως προαναφέρθηκε δεν ζήτησε, ενώ ούτε οι υπάλληλοι της εναγομένης έκριναν σκόπιμο να γίνει με δική τους πρωτοβουλία στο διάστημα από την 19.5.2000 έως την 24.5.2000, καθότι όπως προαναφέρθηκε ο μοναδικός δικαιούχος του λογαριασμού είχε αποβιώσει και δεν ανεμένετο κίνηση του λογαριασμού.
Συνεπώς, ενόψει του ότι δεν προέκυψε ότι ήταν σε γνώση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ως άνω παράνομες αναλήψεις και υπαιτίως τις απέκρυψαν από τους ενάγοντες, ούτε ότι εν γνώσει τους και με σκοπό παραπλάνησης των δικαιούχων του επίμαχου λογαριασμού εξέδωσαν την ανωτέρω επίδικη βεβαίωση με περιεχόμενο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη έκδοση βεβαίωσης που να απεικονίζει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού την ημέρα του θανάτου του Γ. Κ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες αναλήψεις, δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και επομένως εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρ. 914 ΑΚ δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από τις ως άνω παράνομες αναλήψεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 3 του ΝΔ της 17-7/13.8.1923, που οι αναιρεσείοντες (επιπλέον) επικαλούνται. Τούτο διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. [...]

Παρατηρήσεις Ευάγγελος Ι. Μαργαρίτης, Δικηγόρος, ΔΝ.

Η παράλειψη αποτροπής της ανάληψης μέσω κάρτας χρηματικού ποσού εκ τραπεζικής κατάθεσης μετά το θάνατο του δικαιούχου αυτής από τρίτο μη δικαιούχο δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των υπαλλήλων της τράπεζας.
Η υπό σχολιασμό απόφαση του Αρείου Πάγου αξιολογεί αδικοπρακτικά την παράλειψη υπαλλήλων της τράπεζας να αποτρέψουν άνευ δικαιώματος αναλήψεις χρηματικών ποσών συντελεσθείσες από το λογαριασμό του θανόντος από τρίτο, μη δικαιούχο του τραπεζικού λογαριασμού, μέσω χρήσης κάρτας αναλήψεως, μετά το θάνατο του δικαιούχου.
Πιο αναλυτικά, ο κληρονόμος του αρχικώς δικαιούχου του λογαριασμού διαπίστωσε μετά το θάνατο του τελευταίου ότι άγνωστο πρόσωπο είχε προβεί σε αναλήψεις από τραπεζικό λογαριασμό μέσω κάρτας αναλήψεως. Όταν το διαπίστωσε, ειδοποίησε αμέσως την Τράπεζα η οποία και απενεργοποίησε την κάρτα αναλήψεων. Ωστόσο, ήδη είχαν γίνει αναλήψεις μεγάλων ποσών από το λογαριασμό, η κατάσταση του οποίου είχε αποτυπωθεί σε βεβαίωση της Τράπεζας εκδοθείσας μερικές μέρες μετά το θάνατο του δικαιούχου. Μάλιστα, αναλήψεις χρηματικών ποσών είχαν γίνει ήδη μετά το θάνατο του δικαιούχου και πριν την έκδοση της ως άνω βεβαίωσης, χωρίς ωστόσο την ημέρα έκδοσης της βεβαίωσης αυτής να γίνει αντιληπτό από τους υπαλλήλους της Τράπεζας ότι γίνονταν αναλήψεις μετά το θάνατο του δικαιούχου του λογαριασμού.
Οι κληρονόμοι του αρχικού κληρονόμου, που στο μεταξύ απεβίωσε, ενήγαγαν την Τράπεζα επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, και δη ότι ενήργησαν παράνομα διότι αν και γνώριζαν τις παράνομες αναλήψεις απέκρυψαν αυτές, και έδωσαν ψευδή βεβαίωση για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού.
Η αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου απορρίφθηκε, όπως και η Έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Τρεις των εναγόντων άσκησαν αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε από τον ΑΠ.
Ο ΑΠ δέχθηκε ότι οι παραδοχές ότι: … δεν προέκυψε ότι ήταν σε γνώση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ως άνω παράνομες αναλήψεις και υπαιτίως τις απέκρυψαν από τους ενάγοντες, ούτε ότι εν γνώσει τους και με σκοπό παραπλάνησης των δικαιούχων του επίμαχου λογαριασμού εξέδωσαν την ανωτέρω επίδικη βεβαίωση με περιεχόμενο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη έκδοση βεβαίωσης που να απεικονίζει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού την ημέρα του θανάτου του Γ. Κ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες αναλήψεις, δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και επομένως εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ. 914 ΑΚ δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από τις ως άνω παράνομες αναλήψεις», με βάση τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασαν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 3 του ΝΔ της 17-7/13.8.1923, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνταν, απορρίπτοντας την αναίρεση.
Και τούτο, κατά τον ΑΠ, διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης.
Το μείζον ζήτημα που τίθεται με την υπό σχολιασμό απόφαση είναι η αντίληψη της έννοιας του παρανόμου κατ’ άρθρον 914.
Γίνεται δεκτό ότι η ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και άρα της γέννησης υποχρέωσης προς αποζημίωση, προϋποθέτει ότι υφίσταται (υπαίτια) προσβολή εννόμου αγαθού, η οποία προκαλεί κάποια ζημία. Η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ υποχρεώνει τον υπαίτιο μιας ζημιογόνου πράξεως ν' αποκαταστήσει αυτή τη ζημία που προξένησε υπαιτίως και «παρανόμως», ήτοι λόγω ζημιογόνου προσβολής κάποιου εννόμου αγαθού. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γενική ευθύνη από αδικοπραξία για κάθε υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία όμως δεν παραβιάζει εν γένει κάθε κανόνα δικαίου, αλλά μόνο στο μέτρο που προσβάλλει κάποιο έννομο αγαθό μάλιστα προκαλώντας ζημία. Η προϋπόθεση της παρανομίας προκύπτει από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η έννοια όμως του «παρανόμου» δεν είναι προδεδομένη. Αντίθετα, κρίνεται από την αντίθεση της πράξεως (ή παράλειψης) σε άλλες διατάξεις, εκτός της 914 ΑΚ, πρόκειται δηλαδή για ένα «λευκό κανόνα δικαίου»[25]. Η 914 ΑΚ δεν είναι προσδιοριστική του επιτρεπτού και του απαγορευμένου μίας συμπεριφοράς ως προς το παράνομό της[26], αλλά προσδιοριστική της κύρωσης για την πράξη ή παράλειψη που είναι παράνομη (και υπαίτια). Το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως κρίνεται από το κατά πόσο θα διαπιστωθεί η παράνομη προσβολή κάποιου εννόμου αγαθού. Με άλλα λόγια, από το κατά πόσο διαπιστώνεται προσβολή ενός εννόμου αγαθού λόγω πράξης ή παράλειψης την οποία κανόνας δικαίου, επιτακτικός ή απαγορευτικός, απαγορεύει ή επιτάσσει, αντίστοιχα, έχοντας στο προστατευτικό πεδίο του το έννομο αγαθό το οποίο προσεβλήθη. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, η «παρανομία» στο άρθρο 914 ΑΚ δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά προσβολή κάποιου εννόμου αγαθού λόγω παραβίασης κανόνα δικαίου που επιτάσσει κάποια συμπεριφορά για την προστασία του εν λόγω εννόμου αγαθού. Έτσι, το παράνομο μιας συμπεριφοράς δεν προκύπτει από κάθε αντίθεση της υπό κρίση συμπεριφοράς σε οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, αλλά απαιτείται ο κανόνας αυτός να έχει τεθεί για την προστασία κάποιου εννόμου αγαθού το οποίο λόγω της παράβασης αυτού του κανόνα να υφίσταται προσβολή. Αυτός ο κανόνας δικαίου για την προστασία του εννόμου αγαθού δεν είναι απαραίτητο να είναι γραπτός, αλλά μπορεί να είναι και άγραφος, προϊόν της διάπλασης του δικαίου από το δικαστή[27]. Η καλή πίστη, όμως, στη γενικότητά της, είναι ζήτημα αν αρκεί για να θεμελιώσει παρανομία, ή με άλλη διατύπωση είναι ζήτημα αν η υποχρέωση καλόπιστης συμπεριφοράς αποτελεί κανόνα δικαίου για την προστασία κάποιου εννόμου αγαθού.
Αρχικά, η προσβολή απολύτου δικαιώματος είναι παράνομη, διότι ενέχει εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα αυτό στο δικαιούχο να απαιτεί από τον καθένα το σεβασμό των δικαιωμάτων του και την αποχή από κάθε βλαπτική σε βάρος του ενέργειας, είναι εφοδιασμένα δηλαδή με «εξουσία αποκλεισμού» και είναι εξοπλισμένα με «κοινωνικοτυπική προφάνεια» (Sozialtypische Offenkündigkeit)[28].
Έννομο αγαθό, κατά τα ανωτέρω, δε συνιστά μόνο κάθε απόλυτο δικαίωμα. Στην έννοια των εννόμων αγαθών περιλαμβάνονται και τα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα. Η αναγνώριση αδικοπρακτικής προστασίας και στα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα σημαίνει ότι παράνομη είναι και κάθε πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνοντας σε κάποιο κανόνα δικαίου που προστατεύει (τουλάχιστον) ιδιωτικό συμφέρον το προσβάλλει. Παρανομία υφίσταται δηλαδή και σε κάθε περίπτωση πράξης ή παράλειψης με την οποία παραβιάζεται κανόνας δικαίου στο προστατευτικό πεδίο του οποίου βρίσκεται κάποιο ιδιωτικό συμφέρον, επιτάσσει δηλαδή μια συμπεριφορά (θετική ή αρνητική) ώστε το εν λόγω συμφέρον να μένει ανεπηρέαστο από οποιοδήποτε προσβολή. Έτσι, παρανομία θεωρείται και η παραβίαση κανόνα δικαίου που αποβλέπει στην προστασία ενός συμφέροντος, το οποίο, χωρίς να ανάγεται σε δικαίωμα, σύμφωνα «με τον σκοπό του κανόνα δικαίου» βρίσκεται στην προστατευτική σφαίρα του εν λόγω κανόνα, εξυψούμενο εν τέλει από απλό συμφέρον, σε εννόμως προστατευόμενο συμφέρον[29]. Έτσι, διατάξεις π.χ. περί πλαστογραφίας και απάτης του Ποινικού Κώδικα, ή αυτή του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 περί του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής[30], θεωρείται ότι έχουν τεθεί όχι μόνο χάριν της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, αλλά (και) χάριν ιδιωτικού.
Για τους λόγους αυτούς, η επίκληση της αντίθεσης μιας συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης για τη θεμελίωση του παρανόμου δεν βρίσκει έρεισμα στο σύστημα του ισχύοντος δικαίου.
Πλην όμως, στην υπό σχολιασμό απόφαση, ο ΑΠ επικαλείται την εξέταση της αντίθεσης της συμπεριφοράς των υπαλλήλων της Τράπεζας προς το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά που επιδείχθηκε δεν ήταν τέτοια και άρα ούτε αδικοπρακτικά κρίσιμη.
Ωστόσο, ο ΑΠ στην πραγματικότητα στηρίζει την αξιολόγηση της παράλειψης των υπαλλήλων της Τραπέζης στην μη εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, με άλλα λόγια στη μη διάγνωση απατηλής κατά ΠΚ συμπεριφοράς των υπαλλήλων της Τράπεζας.
Κάνοντας ανέλεγκτα δεκτά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα δικαστήρια της ουσίας έκρινε ότι δεν προέκυψε ότι ήταν σε γνώση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ως άνω παράνομες αναλήψεις ούτε ότι υπαιτίως τις απέκρυψαν από τους ενάγοντες, ούτε ότι εν γνώσει τους και με σκοπό παραπλάνησης των δικαιούχων του επίμαχου λογαριασμού εξέδωσαν την ανωτέρω επίδικη βεβαίωση με περιεχόμενο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Με άλλα λόγια, δέχεται, ουσιαστικά, ότι δε στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας λόγω μη παραβίασης κανόνα που προστατεύει ιδιωτικό συμφέρον, όπως αυτός της απάτης του ΠΚ. Αυτή λοιπόν την αιτιολογία θα έπρεπε να αναφέρει ο ΑΠ, τη μη προσβολή προστατευτικού κανόνα, για να απορρίψει την αναίρεση επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου, και όχι το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης.
Μάλιστα, η αναγνώριση άγραφων υποχρεώσεων από το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης θα μπορούσε με μια ευρεία εξειδίκευσή τους στην ένδικη περίπτωση να λειτουργήσει ως δημιουργική υποχρεώσεων εκ μέρους των υπαλλήλων της Τράπεζας, καταγιγνώσκοντας εν τέλει σε βάρος τους αδικοπρακτική ευθύνη! Θα μπορούσε δηλαδή να σκεφτεί κανείς ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας είχαν πράγματι υποχρέωση εξέτασης της κίνησης του λογαριασμού του θανόντος μετά το θάνατό του και ότι η παράλειψή τους αυτή στοιχειοθετεί αδικοπρακτική τους υποχρέωση! Μια τέτοια ερμηνεία όμως δε μπορεί να γίνει δεκτή, διότι το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και οι επιταγές της έννομης τάξης δεν μπορούν να αποτελέσουν πηγές κανόνων δικαίου στο πεδίο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αφού το «αστικό παράνομο» μόνο κατά τις διακρίσεις που προηγουμένως εκτέθηκαν μπορεί να στοιχειοθετηθεί.

Υποσημειώσεις.

[25]. Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 15 αρ. 28· Απ. Γεωργιάδης, εις ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 914, αρ. 6 επ.· Γ. Γεωργιάδης, εις Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 914, αρ. 8, Σπυριδάκης· Το αδίκημα κατά ΑΚ 914, 15.4· Χριστοδούλου, Η τάση για διεύρυνση του παρανόμου, σ. 4. 259· Καράσης, Συρροή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, σ. 312.

[26]. Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 15 αρ. 27.

[27]. Έτσι και Δωρής, Σκέψεις για την προϋπόθεση της «παρανομίας», σ. 511

[28]. Για την οποία βλ. Παπανικολάου, Η ευθύνη της Τράπεζας, σ. 26, υποσ. 82, με περαιτέρω αναφορές.

[29]. Δωρής, Η προσβολή εννόμου αγαθού, σ. 233, 249· ο ίδιος, Σκέψεις για την προϋπόθεση της «παρανομίας», σ. 514· Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 15 αρ. 37· Απ. Γεωργιάδης, εις ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 914, αρ. 50, 52· Σπυριδάκης, Το αδίκημα κατά ΑΚ 914, 16.3· Παπανικολάου, Η ευθύνη της Τράπεζας, αρ. 25· ο ίδιος, Οι δικαιοηθικές αρχές, αρ. 52· Γ. Γεωργιάδη, εις Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 914, αρ. 17 επ. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 1257/2005 ΝΟΜΟS· ΑΠ 900/2003 ΝΟΜΟS.

[30]. Έτσι, κατά την κρατούσα γνώμη, και η διάταξη ΑΚ 281 που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Βλ. και ΑΠ 917/2008 ΝΟΜΟS· ΕφΔυτΜακεδ 62/2006 ΝΟΜΟS. Σχετ. βλ. και Απ. Γεωργιάδη, εις ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 281, αρ. 26· τον ίδιο, ό.π., άρθρο 914, αρ. 56· Γ. Γεωργιάδη, εις Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 914, αρ. 19· Καράση, Κατάχρηση Θεσμού, σ. 262. Επιφυλακτικός, ορθώς, ο Παπανικολάου, ΝοΒ 1992, 511.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...