Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Έφεση, έννομο συμφέρον, δημόσια έγγραφα, αγωγή κλήρου, διεκδικητική αγωγή, πλαστογραφία, .

Εφετείο Αθηνών 1427/ 2015, ΕφΑΔ 2016.760.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Μανωλίδη, Πρόεδρο Εφετών, Αλεξάνδρα Σιούτη, Εφέτη και Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Εφέτη- Εισηγήτρια.

Περίληψη. Πολιτική δικονομία. Έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης. Συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντος όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής του και απέρριψε την κύρια βάση, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές αξιώσεις και με διαφορετική αντικειμενική ενέργεια του δεδικασμένου. Δημόσια έγγραφα. Έννοια και αποδεικτική δύναμη. Συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ανταπόδειξη.
Πότε απαιτείται η προσβολή τους ως πλαστών. Διάκριση ανάμεσα σε γεγονός που «έγινε» από το συμβολαιογράφο ή «έγινε ενώπιόν του» και σε απλό περιστατικό. Η ικανότητα όρασης του συμβαλλομένου κατά το χρόνο υπογραφής συμβολαιογραφικού εγγράφου συνιστά απλά περιστατικό που επηρεάζει την ικανότητα υπογραφής και είναι επιδεκτική απλής ανταπόδειξης. Ιατρικές γνωματεύσεις. Έκταση αποδεικτικής δύναμης. Έγκυρο το συμβόλαιο γονικής παροχής εφόσον η παρέχουσα δεν είχε απολέσει πλήρως την όρασή της κατά το χρόνο υπογραφής. Προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Έννοια πλαστότητας. Το άκυρο συμβόλαιο ισχύει ως ιδιωτικό έγγραφο, αν φέρει τις υπογραφές των συμβαλλομένων, πλην όμως δεν αρκεί για να καλύψει τον απαιτούμενο συμβολαιογραφικό τύπο για τις δικαιοπραξίες που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, οι οποίες κατά συνέπεια είναι άκυρες λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου. Κληρονομία. Δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Προϋποθέσεις - περιπτώσεις ακυρότητας. Μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση ακυρότητας αφού δεν αρκεί το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος δεν ήταν κύριος λόγω επικαλούμενης ακυρότητας του τίτλου κτήσεως (γονική παροχή). Συμπλήρωση της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε σιγή το αίτημα. Αγωγή περί κλήρου. Διεκδικητική αγωγή. Στοιχεία για το ορισμένο. Αν η διεκδικητική αγωγή που αφορά ακίνητο στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ` αυτή τα απαιτούμενα για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομιά και περαιτέρω ότι έχει προβεί σε μεταγραφή του σχετικού δημοσίου εγγράφου, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη. Ορθή κατά το διατακτικό η κρίση της προσβαλλόμενης, εσφαλμένη ως προς την αιτιολογία της. Αντικατάσταση αιτιολογιών, απόρριψη ως ουσία αβάσιμης της έφεσης κατά της απόφασης 813/ 2011 ΠΠρΑθ.

Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. (ΑΠ 496 /2010 δημ.στη ΝΟΜΟΣ). Αλλωστε, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωση της στοιχείων ή ασκήθηκε απαράδεκτα ή δεν στηρίζεται στο νόμο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος. Περαιτέρω επί έφεσης του ενάγοντος, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) κατ` ουσία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους άνω τυπικούς λόγους, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα από την προσβληθείσα. Στην περίπτωση αυτή, αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο οδηγεί σε διάφορο κατ` αποτέλεσμα διατακτικό (βλ. ΑΠ 40/2006 δημ.στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42,925, ΑΠ 103/2001 ΕλλΔνη 42,714, ΑΠ 455/1995 ΕλλΔνη 37,1319, ΑΠ 457/1989 Δ 12,180, ΕφΑθ 6048/2005 ΕλλΔνη 2006,894, ΕφΘεσ 2204/2005 Αρμ 2005,1785). Εξάλλου, αν πρωτοδίκως η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη και εκκαλεί την απόφαση ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να την απορρίψει ως απαράδεκτη και αντιστρόφως με απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η απόρριψη της αγωγής με εναλλαγή του ενός από τους ως άνω δύο τυπικούς λόγους στη θέση του άλλου δεν άγει σε διαφορετικό κατά αποτέλεσμα διατακτικό. (Σ. Σαμουήλ Η έφεση εκδ.2003 σελ. 334, Εφ Αθ 2798/1998 δημ. στη ΝΟΜΟΣ).

Με την από 17-10-2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εκκαλούσα - ενάγουσα εξέθετε ότι την 12-11-2004 απεβίωσε στην Αθήνα η μητέρα της .., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα δύο τέκνα της, δηλ. την ενάγουσα και τον .., που απεβίωσε την 22-9-2006, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλ. την 1η εναγομένη σύζυγό του και τα τέκνα του, 2η και 3η των εναγομένων. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι η ... ήταν τυφλή ήδη από το 1998, εξαιτίας του σακχαρώδη διαβήτη, από τον οποίο έπασχε και για το λόγο αυτό ελάμβανε επίδομα απολύτου αναπηρίας από το ΙΚΑ, το δε υπ’ αριθμόν ....../3-4-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με το οποίο αυτή μεταβίβασε στον υιό της... την ψιλή κυριότητα των λεπτομερώς περιγραφομένων στο αγωγικό δικόγραφο δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα και αποθήκη) επί της οδού ... αρ. ... στον Αγιο Αρτέμιο Αθηνών, είναι πλαστό καθόσον σε αυτό «βεβαιώνεται ότι η συμβαλλόμενη μητέρα της ήταν πρόσωπο μη εξαιρούμενο από το νόμο, ενώ η συμβολαιογράφος είχε άμεση αντίληψη ότι ήταν τυφλή», άλλως είναι άκυρο, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος 2830/2000 (Κώδικας συμβολαιογράφων) για τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων με συμβαλλόμενο τυφλό. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενες αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθμόν .../31-5-2007 δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας ..., νομίμως μεταγραφείσα, την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία του ..., στην οποία περιλαμβάνονταν οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η πλαστότητα του προρρηθέντος συμβολαίου γονικής παροχής, άλλως η ακυρότητά του λόγω μη τήρησης του νομίμου τύπου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, για το λόγο ότι ο κληρονομούμενος δεν ήταν αποκλειστικός κύριος των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν το 50% των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, που περιήλθε σε αυτήν από κληρονομία της μητέρας της. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η γονική παροχή, η ενάγουσα ισχυρισθείσα ότι η πραγματική κληρονομία της μητέρας της αποτελούνταν από ποσοστό 25% επί μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος επί της οδού ... αρ. ... στο Γαλάτσι, αξίας 10.955,97 ευρώ, ενώ η πλασματική κληρονομία αποτελούνταν από το ως άνω περιουσιακό στοιχείο πλέον της αξίας της ψιλής κυριότητας των οριζοντίων ιδιοκτησιών που μεταβιβάσθηκαν λόγω γονικής παροχής στον αδελφό της ..., αξίας 79.816, 19 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 90.772,16 ευρώ, ζήτησε α) «να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ως καθολικών διαδόχων του ...., να συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία της ... την παροχή που ο δικαιοπάροχός τους έλαβε με την υπ’ αριθμ. ...../2003 πράξη σύστασης γονικής παροχής», β) «να αναγνωρισθεί ότι η αξία των ακινήτων που έλαβε ως γονική παροχή ο δικαιοπάροχος των καθών ... υπερκαλύπτει την μερίδα του στην ως άνω κληρονομιά», γ) να αναγνωριστεί το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας στο σύνολο της καταληφθείσας από τη μητέρα της κληρονομία, δ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ’ αριθμ. ....../31-5-2007 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλλιθέας ..., με την οποία οι εναγόμενες αποδέχθηκαν το κληρονομικό μερίδιο του ... επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου της μητέρας του στο Γαλάτσι και ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδώσουν στην ενάγουσα τη νομή του 1/8 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στο Γαλάτσι και τέλος να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή περί αναγνώρισης της πλαστότητας του συμβολαίου γονικής παροχής, καθώς και της ακυρότητάς του λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου, εν σιγή το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπ’ αρ. ....../2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας και ως απαράδεκτο το αίτημα περί απόδοσης, ενώ δέχθηκε την επικουρικά σωρευθείσα αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την ένδικη έφεσή της και ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της κατά τη διάταξη που απέρριψε τις κύρια σωρρευθείσες αιτήσεις, ώστε, ακολούθως να γίνουν δεκτές αυτές. Πρέπει δε να παρατηρηθεί, αναφορικά με τους σχετικούς λόγους έφεσης της ενάγουσας, ότι αυτή έχει έννομο συμφέρον για την προβολή τους, εφόσον η αγωγή της έγινε δεκτή κατά την επικουρική της αίτηση και απορρίφθηκε κατά τις κύρια σωρρευθείσες αιτήσεις, οι οποίες συνιστούν διάφορες οπωσδήποτε αξιώσεις και άρα αντικείμενο δίκης (219 παρ. 1 ΚΠολΔ). Και τούτο, διότι σε καθεμία περίπτωση, είναι διαφορετική η αντικειμενική ενέργεια του δεδικασμένου (βλ. Ν.Νίκας Πολιτική Δικονομία εκδ. 2007 τόμος ΙΙΙ σελ. 35-62, Σαμουήλ, Η έφεση, εκδ. 2003 σελ. 138, ΕφΑθ 3370/1991 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 115/1971 ΕΕΝ 39-234)

Δημόσια έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 438 του ΚΠολΔ είναι όσα έχουν συνταχθεί από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, εντός των ορίων της κατά λειτουργία, καθ΄ ύλη και κατά τόπον αρμοδιότητάς του, μετά από τήρηση των νόμιμων τύπων. Στην έννοια των δημοσίων εγγράφων εμπίπτουν τόσο τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 8-11 του Ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων, ΑΠ 486/2014, ΑΠ 307/2013 αμφ. δημ. στη ΝΟΜΟΣ), όσο και οι ιατρικές γνωματεύσεις της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ (ΑΠ 683/2013, ΑΠ1843/2013, ΑΠ1531/2010, ΑΠ 791/1995 όλες δημ. στη ΝΟΜΟΣ). Τα δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα που βεβαιώνονται σε αυτά (438, 440, 441 του ΚΠολΔ). Τα αντικειμενικά όρια όμως της πλήρους αυτής απόδειξης διαφέρουν ανάλογα με τη φύση του γεγονότος που βεβαιώνεται. Ετσι, ειδικά για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, τα γεγονότα που βεβαιώνονται σε αυτά ότι έγιναν από τον συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αποδεικνύονται πλήρως, η δε ανταπόδειξή τους επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού κατά τη διαδικασία των άρθρων 460-465 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, τα γεγονότα που βεβαιώνονται στο συμβόλαιο, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος, αποδεικνύονται πλήρως, επιτρέπεται όμως ακόμη και η απλή ανταπόδειξη, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (440 του ΚΠολΔ) ή έστω η κύρια απόδειξη του αντιθέτου. Η ικανότητα όρασης του συμβαλλομένου, κατά το χρόνο υπογραφής συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεν συνιστά γεγονός που «έγινε» από το συμβολαιογράφο ή «έγινε ενώπιόν του» κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ. Συνιστά απλά περιστατικό, που επηρεάζει την ικανότητα υπογραφής, την αλήθεια του οποίου όφειλε -βάσει του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 2830/2000 να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος με βάση την υποκειμενική του κρίση («ιδίας…αισθήσεσι») επιδεκτική απλής ανταπόδειξης (Αν. Βαλτούδη Γνωμ. Δημ. στη ΕφΑΔ 2012 σελ. 299-308 και τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία). Οσον αφορά τις ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις, αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, από την οποία μπορεί να συναχθεί διαφορετικό πόρισμα, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους αναφορικά με ασθένεια, αναπηρία, κλπ, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται (πχ ανικανότητα προς εργασία), οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ. (ΑΠ1843/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ1531/2010, ΑΠ 791/1995 οπ). 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό. Ως πλαστογραφία, προκειμένου περί δημοσίου εγγράφου, νοείται και η εκ μέρους του συντάκτη ή εκδότη τους βεβαίωση ψευδών περιστατικών κατά την έννοια του 242 του ΠΚ (νοητική πλαστογραφία). Εχει κριθεί (ΑΠ 479/2000 δημ στη ΝΟΜΟΣ) ότι ο συμβολαιογράφος διαπράττει ψευδή βεβαίωση αν από πρόθεση παραλείψει τη καταχώρηση περιστατικού, που υποπίπτει στην αντίληψή του (ή καταχωρήσει με πρόθεση περιστατικό σαφώς αντίθετο από εκείνο που υποπίπτει σε αυτή) και δύναται κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της από αυτόν βεβαιούμενης δήλωσης. Κατά το άρθρο 461 του ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική. Για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα και θεωρείται ότι υπάρχει αυτή, όταν παρίσταται στο δικαστήριο ο διάδικος (ΕφΑθ 3317/1990 ΕλλΔνη 1991-150). Η αγωγή περί πλαστότητας είναι αναγνωριστική, κατ΄ εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα του άρθρου 70 ΚΠολΔ, έχει ως αίτημα την αναγνώριση της πλαστότητας, που αποτελεί πραγματικό γεγονός και όχι έννομη σχέση (Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα Ερμ ΚΠολΔ τόμος Α σελ. 821, Βας. Βαθρακοκοίλη Ερμ ΚΠολΔ τόμος Β στο άρθρο 461 σελ. 975 παρ. 2). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 και 4 του Ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων) είναι υποχρεωτική η σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή δύο μαρτύρων κατά την ανάγνωση και υπογραφή συμβολαιογραφικών εγγράφων μόνο σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής για οποιονδήποτε λόγο από κάποιον εμφανιζόμενο, ενώ η μη τήρηση της ως άνω υποχρέωσης επιφέρει ακυρότητα του εγγράφου. Λόγος αδυναμίας για υπογραφή είναι και η ικανότητα όρασης του υπογράφοντος (ΕφΘεσ 2022/1992 Αρμ.1993-205). Το άκυρο κατ΄ άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 2830/2000 συμβόλαιο ισχύει ως ιδιωτικό έγγραφο, αν φέρει τις υπογραφές των συμβαλλομένων, πλην όμως είναι προφανές ότι δεν αρκεί για να καλύψει τον απαιτούμενο από τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 του ΑΚ συμβολαιογραφικό τύπο για τις δικαιοπραξίες που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων. Κατά συνέπεια οι δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρες λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου κατ΄ άρθρο 159 παρ. 1 του ΑΚ (βλ. ad hoc Αν. Βαλτούδη Γνωμοδότηση ο.π).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των υπ’ αριθμόν α) 229/2009 ένορκης βεβαίωσης της ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκόμισε η εκκαλούσα και β) 420/14-1-2009, 421/14-1-2009, και 422/14-1-2009 ενόρκων βεβαιώσεων των ... αντίστοιχα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών .., που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων ( βλ. τις υπ` αριθμ. 8512δ, 8513δ και 8514δ/9-1- 2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ανδρέα Μιχόπουλου και 7007Ζ/12-1-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Γ. Πάπαρη) και των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12 Νοεμβρίου 2004 απεβίωσε στην Αθήνα, σε ηλικία 71 ετών, η ... χήρα... κάτοικος εν ζωή Αθηνών, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα μοναδικά τέκνα της, δηλ. την ενάγουσα και τον ... Ο τελευταίος απεβίωσε στις 22-9-2006, στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του, 1η εναγομένη και τα τέκνα τους 2η και 3η των εναγομένων. Η χήρα ... με το υπ’ αριθμόν ...../3-4-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., νομίμως μεταγραφέν, μεταβίβασε στον υιό της ... την ψιλή κυριότητα των κάτωθι οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της πολυώροφης οικοδομής κείμενης επί των οδών ... στη συνοικία Αγίου Αρτεμίου στο Παγκράτι Δήμου Αθηναίων και συγκεκριμένα α) το με στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του 2ου ορόφου, εμβαδού 87 τμ με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου εκ 51,40/1000, μαζί με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχείο Ρ-9 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή της οικοδομής εμβαδού 10,12 τμ και β) την με στοιχείο ΑΠ-7 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 3,60 τμ με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου εκ 1/1000. Η ίδια παρακράτησε την επικαρπία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών εφ’ όρου ζωής της. Στο ανωτέρω συμβόλαιο και συγκεκριμένα στην τελευταία σελίδα αναγράφεται ότι «διαβάστηκε στους συμβαλλόμενους καθαρά και μεγαλόφωνα, οι οποίοι το άκουσαν, βεβαίωσαν ολόκληρο το περιεχόμενό του και το υπέγραψαν αυτοί και εγώ η Συμβολαιογράφος, όπως ο νόμος ορίζει», χωρίς να γίνεται οιαδήποτε αναφορά σε αδυναμία υπογραφής αυτού από την παρέχουσα χήρα ... Πολύ δε περισσότερο δεν βεβαιώνεται σε αυτό ότι η ανωτέρω συμβαλλόμενη «ήταν πρόσωπο μη εξαιρούμενο από το νόμο», όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αγωγή της. Όσον αφορά την επικαλούμενη από την ενάγουσα αδυναμία υπογραφής του συμβολαίου λόγω τυφλότητας της... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμόν 16886/8-10-1992 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ χορηγήθηκε στην χήρα ... σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της ... Με την υπ’ αριθμόν 10683/15-7- 1998 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ χορηγήθηκε στην ανωτέρω για το διάστημα από 3-4-1998 μέχρι 30-4-2000 50% προσαύξηση στη σύνταξη «λόγω απολύτου αναπηρίας», επειδή σύμφωνα με την υπ’ αρ. 1521/2-7-1998 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, παρουσίαζε «ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη μετ΄ επιπλοκών -διαβητική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων με υψηλό ακρωτηριασμό αριστερού σκέλους, διαβητική αμφιβληστροπάθεια, εστιακή αφακία άμφω με ΥΔΑΟ 1/20 (πρακτικά τυφλή) ΠΑ>80% από 3-4-1998 μέχρι 2-4-2000, ήτοι δύο έτη και έχρηζε βοήθειας και συμπαράστασης ετέρου προσώπου» και κρίθηκε ανάπηρη «κατά την έννοια του άρθρου 29 παρ. 10 του ΑΝ 1846/1951…γιατί δεν μπορεί να ικανοποιεί τις στοιχειώδεις ανάγκες της (να φάει, να ενδυθεί κλπ)». Με την υπ’ αριθμόν 15187/23-10-2000 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ παρατάθηκε η χορήγηση της ανωτέρω προσαύξησης για το διάστημα από 1-5- 2000 μέχρι 30-4-2002, επειδή σύμφωνα με την υπ’ αρ. 1916/3-10-2000 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, παρουσίαζε «μετεγχική αφακία- ενδοφακός ΔΑΟ με αλλοίωση διαβητική αμφιβληστροπάθεια και ΥΔΑΟ <1/20 πρακτικά τυφλή, Υψηλός ακρωτηριασμός αριστερού μηριαίου λόγω διαβητικής γάγγραινας, φέρει τεχνική πρόθεση ΠΑ>80%». Κατά το διάστημα από 15-3-2001 έως 21-3-2001 η ... νοσηλεύθηκε στην Καρδιολογική Κλινική του Ιπποκρατείου Γ.Ν.Α. λόγω στεφανιαίας νόσου 3 αγγείων, καρδιακής ανεπάρκειας, σακχαρώδους διαβήτη, τύφλωσης από διαβητική αμφιβληστροπάθεια, ακρωτηριασμού κάτω άκρου και ήπιας χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας. Με την υπ’ αριθμόν 2923/5-2-2003 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ παρατάθηκε η χορήγηση της ανωτέρω προσαύξησης (επίδομα απολύτου αναπηρίας) εφ΄όρου ζωής της, επειδή σύμφωνα με την υπ’ αρ. 68/15-1-2003 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, παρουσίαζε «οφθαλμολογική πάθηση ήτοι ΔΑΟ: Αφακία- ενδοφακός βυθός , διαβητική αμφιβληστροπάθεια, ΥΔΑΟ 1/20 πρακτικά τυφλή. Ακρωτηριασμός αριστερού σκέλους στο ύψος μεσότητας μηρού λόγω διαβητικής γάγγραινας, φέρει τεχνική πρόθεση ΠΑ>80%». Σύμφωνα με την τελευταία αυτή γνωμάτευση η ανωτέρω προσήλθε «συνοδευόμενη από οικείο άτομο επί αναπηρικού αμαξιδίου και βαδίζει με βοήθεια περιπατητήρα Δεν προσανατολίζεται στο χώρο, δεν αναγνωρίζει επιδεικνυόμενα αντικείμενα, φέρει τεχνητό μέλος λόγω ακρωτηριασμού αριστερού σκέλους του ύψους του μηριαίου». Βασικό κριτήριο για τη χορήγηση του επιδόματος αναπηρίας (προσαύξηση 50%) σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 10 του ΑΝ 1846/1951 ήταν η αδυναμία του ασφαλισμένου να εξυπηρετεί από μόνος του τις στοιχειώδεις ανάγκες ένδυσης, διατροφής, προσωπικής υγιεινής κλπ και η ανάγκη συνδρομής τρίτου προσώπου σε μόνιμη βάση, και όχι αυτή καθεαυτή η τυφλότητα. Η ..., παρόλο που ελάμβανε το ανωτέρω επίδομα από το 1998 και μέχρι το θάνατό της εξαιτίας των διαφόρων παθήσεων από τις οποίες έπασχε, μεταξύ των οποίων και οφθαλμολογικής φύσης, δεν ήταν απολύτως τυφλή, υπό την έννοια ότι είχε απολέσει εξ΄ ολοκλήρου την όρασή της και αδυνατούσε να υπογράψει συμβολαιογραφικά έγγραφα. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο καταλήγει λαμβάνοντας υπόψη τα κάτωθι: Η ... από τότε που χήρεψε (1992) ζούσε μόνη της, καθόσον αμφότερα τα τέκνα της είχαν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες. Τα τελευταία χρόνια κατοικούσε επί της οδού ... στην Αθήνα σε μισθωμένο διαμέρισμα, ενώ ειδικά τους τελευταίους μήνες της ζωής της είχε εγκατασταθεί στο προρρηθέν διαμέρισμα επί της οδού ... και .., του οποίου είχε την επικαρπία. Λόγω των κινητικών προβλημάτων εξαιτίας του ακρωτηριασμού της δεν έβγαινε εκτός οικίας μόνη της και έτσι για τις εξωτερικές εργασίες (πχ. ψώνια) την εξυπηρετούσαν τα τέκνα της. Εντός της οικίας της κινούνταν με τη βοήθεια περιπατητήρα (ΠΙ) και αυτοεξυπηρετούνταν στις καθημερινές της ανάγκες (φαγητό, ένδυση κλπ) και μόνο τους τελευταίους μήνες της ζωής της προσλήφθηκε οικιακή βοηθός (χωρίς να προκύπτει αν ήταν επί 24ώρου βάσης), σύμφωνα με τους μάρτυρες. Τα τέκνα της την επισκέπτονταν συχνά, ο δε υιός της ... αρκετές νύχτες διέμενε μαζί της. Οτι δεν ήταν απόλυτα τυφλή και ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αν και ζούσε μόνη της, χρησιμοποιούσε τη τηλεφωνική συσκευή και το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης) και ελάμβανε καθημερινά την αναγκαία φαρμακευτική αγωγή που απαρτίζονταν από 10 διαφορετικά σκευάσματα (βλ. το από 21-3-2001 ενημερωτικό- εξιτήριο Καρδιολογικής Κλινικής του Ιπποκρατείου Γ.Ν.Α.), καθώς επίσης ελάμβανε και ενέσιμη ινσουλίνη καθημερινά αφού ήταν ινσουλινοεξαρτώμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής της η... κατάρτισε και άλλες -πλην της επίδικης- δικαιοπραξίες ενώπιον συμβολαιογράφου, τις οποίες υπέγραψε αυτοπροσώπως, όπως τα προσκομισθέντα α) υπ’ αριθμόν 29923/10-3-2000 πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ... και β) υπ’ αριθμόν 584/30-12-2002 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., στα οποία ουδόλως αναφέρεται ότι αυτή αδυνατούσε να υπογράψει λόγω προβλήματος όρασης. Η συμβολαιογράφος ..., που συνέταξε και το επίδικο συμβόλαιο, στην ένορκη βεβαίωσή της, ανέφερε ότι όταν πήγε στην οικία της ... την υποδέχθηκε η ίδια στην πόρτα του διαμερίσματος και την συνόδεψε στο σαλόνι του σπιτιού, κινούμενη με τη βοήθεια περιπατητήρα (Πι), επέμεινε δε να την κεράσει και να την περιποιηθεί, ότι η ίδια (συμβολαιογράφος) ανέγνωσε το συμβόλαιο από την αρχή μέχρι το τέλος καθαρά και δυνατά και στην συνέχεια υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι στο κάτω περιθώριο κάθε φύλλου όπως τους υπέδειξε. Η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος διευκρινίζει ότι σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και της υπογραφής του συμβολαίου δεν διαπίστωσε καμία απολύτως αδυναμία υπογραφής της παρέχουσας ..., η οποία υπέγραφε με χέρι σταθερό, χωρίς να ξεφύγει εκτός της σελίδας ή εκτός των περιθωρίων του συμβολαιογραφικού κειμένου γεγονός που θα την έκανε να ανησυχήσει για την δυνατότητα όρασης της παρέχουσας. Εξάλλου τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από απλή επισκόπηση του επίδικου συμβολαίου, όπου η υπογραφή της..., χαρακτηρίζεται για την σταθερότητά της και αποδεικνύει άτομο που βλέπει και τι υπογράφει και σε ποιό σημείο, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ή τρόμο, σημειωτέον δε ότι η γνησιότητα της υπογραφής της ουδόλως αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη βεβαίωση του συζύγου της τρίτης εναγομένης ..., ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι επισκεπτόταν τακτικά στην οικία της την ... και την έβλεπε να διαβάζει, να παρακολουθεί τηλεόραση, να ανοίγει λογαριασμούς και να έχει πλήρη αντίληψη του χώρου και του προσανατολισμού. Το ότι η ως άνω αποβιώσασα δεν ήταν εντελώς τυφλή επιβεβαιώνει και η νονά της τρίτης των εναγομένων ... Η ένορκη βεβαίωση της ..., ξαδέλφης της ενάγουσας, που αναφέρεται σε πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, έλλειψη προσανατολισμού ακόμη και εντός της οικίας της και μη αναγνώριση προσώπων παρά μόνο από τη φωνή, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι η ... ζούσε μόνη της και η ενάγουσα κόρη της, η οποία κατοικεί στη Γλυφάδα, τη βοηθούσε μόνο στις δουλειές του σπιτιού. Η δε ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., υιού της ενάγουσας, περί αδυναμίας υπογραφής, επίσης δεν κρίνεται πειστική, λόγω του ότι αναφέρεται σε μονογραφή επί του επιδίκου συμβολαίου, ενώ πρόκειται για υπογραφή και δη για ολογραφή του επωνύμου της και είναι όμοια με τις υπογραφές που έχει θέσει και σε άλλα έγγραφα. Συνεπώς η οφθαλμολογική πάθηση (διαβητική αμφιβληστροπάθεια) της ... είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της όρασής της σε βαθμό τέτοιο (οπτική οξύτητα 1/20), ώστε σύμφωνα με το Ν. 1846/1951, σε συνδυασμό και με τον ακρωτηριασμό του αριστερού της μηρού, να δικαιούται επίδομα αναπηρίας από το ΙΚΑ, όμως δεν την είχε καταστήσει ολικά τυφλή ώστε να στερηθεί της δυνατότητας υπογραφής κατά το Ν. 2830/2000. Κατ΄ ακολουθίαν το υπ’ αριθμόν ....../3-4-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... δεν είναι πλαστό, με την έννοια ότι η ανωτέρω συμβολαιογράφος δεν παρέλειψε από πρόθεση να καταχωρήσει ότι η συμβαλλόμενη ... αδυνατούσε να υπογράψει λόγω τυφλότητας, αφού αποδείχθηκε ότι η τελευταία μπορούσε να υπογράψει, συνακόλουθα δε, ούτε και άκυρο κατ΄ άρθρ 9 παρ. 4 του Ν. 2830/2000. Με τα δεδομένα αυτά, έπρεπε η ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης πλαστότητας, άλλως ακυρότητας του συμβολαίου γονικής παροχής, να απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1193, 1198, 1710, 1846 και 1857 παρ. 2 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ναι μεν ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, αλλά η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων δεν μεταβιβάζεται σε αυτόν χωρίς τη μεταγραφή της δήλωσης για την αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον με την οποία γίνεται η δήλωση του κληρονόμου ότι θέλει να είναι κληρονόμος, τελειούται συγχρόνως με τη δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη μόνο 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι` αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ προσέτι μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει των διατάξεων του ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (βλ. Μπαλή, Κληρον. Δίκ., έκδ.τετάρτη, παρ. 173 και 174, σελ. 269 επ., Τούση, Κληρον. Δίκ., έκδ.1969, παρ. 136, σελ. 335 και παρ. 137, σελ. 338). Η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας μπορεί προσέτι να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής, η οποία δεν εμποδίζεται, καθ` όσον η αρχή, που αναλαμβάνει να συντάξει αυτήν είναι εντεταλμένη για την πιστοποίηση της σχετικής δηλώσεως, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς (βλ. Μπαλή, Γεν. Αρχ., εκδ. εβδόμη, παρ. 40, αριθ. 3, σελ. 128, Τούση, Γεν. Αρχ., έκδ. 1978, παρ. 77, σελ. 416, ΕφΘεσ 300/2010 , ΕφΠατρ 435/2006 δημ. αμφ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 117/1993 Αρμ 1993 σελ. 221). Στην προκείμενη περίπτωση, η κυρίως σωρευόμενη αίτηση της ενάγουσας περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπ’ αριθμόν 6253/31-5-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας ................ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν, σε περίπτωση απόδειξης αυτών, λόγους ακυρότητας της σχετικής δήλωσης βούλησης των εναγομένων κατά τη σύνταξη της παραπάνω μονομερούς δικαιοπραξίας, αφού δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχός τους ................ δεν ήταν αποκλειστικός κύριος των περιγραφομένων σε αυτή ακινήτων λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας της γονικής παροχής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε εν σιγή την αίτηση αυτή, δεν έσφαλε, αλλά το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου ελέγχου του νομίμου της αγωγής, κατά το κεφάλαιο που μεταβιβάζεται με την έφεση, συμπληρώνει κατ΄ άρθρο 534 του ΚΠολΔ τη σχετική αιτιολογία (βλ. Σ. Σαμουήλ ο.π. σελ. 427).

Κατά τα άρθρα 111 παρ 2, 118 παρ 4, 216 παρ 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, που συντελείται με την ευκρινή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για τη στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, αλλά ούτε και με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1198/2009 ΕπΕμπΔ 2010/419, ΑΠ 187/2006 Δ 2006. 907, ΑΠ 252/2006 Δ 2006. 1066, ΑΠ 524/2002 Δνη 43. 1612). Εξάλλου, από τα άρθρα 1710, 1813, 1871 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής περί κλήρου, με την οποία ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος ζητεί να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα και να του αποδοθεί το αντίστοιχο μέρος της κληρονομίας, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί τον θάνατο του κληρονομουμένου, το κληρονομικό του δικαίωμα, αναφέροντας τη συγγενική σχέση που τον συνδέει με τον κληρονομούμενο και στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, την ιδιότητα των επιδίκων ως κληρονομιαίων αντικειμένων, την κατοχή και την κατακράτησή τους από τον εναγόμενο ως κληρονόμο του συγκεκριμένου κληρονομουμένου, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος (ΑΠ ΑΠ 1369/2014, ΑΠ788/2005, ΑΠ1374/2000 όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΠ). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενώ από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 ΑΚ, προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παράγωγα, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, αν η διεκδικητική αγωγή που αφορά ακίνητο, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ` αυτή τα απαιτούμενα για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομιά και περαιτέρω ότι έχει προβεί σε μεταγραφή του σχετικού δημοσίου εγγράφου, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη. (ΑΠ 388/2014 δημ. στη ΝΟΜΟΣ). 
Στην προκείμενη περίπτωση, η κυρίως σωρευόμενη αίτηση της ενάγουσας περί απόδοσης εκ μέρους των εναγομένων της νομής του ½ εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων (οριζοντίων ιδιοκτησιών που μεταβιβάσθηκαν με τη γονική παροχή), που συνάδει κατά περίπτωση είτε σε περί κλήρου αγωγή είτε σε διεκδικητική, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας και των αντιφάσεών της. Και τούτο διότι στην μεν περίπτωση της διεκδικητικής αγωγής η ενάγουσα δεν αναφέρει ότι αποδέχθηκε με δημόσιο έγγραφο και μάλιστα μεταγεγραμμένο την κληρονομία της μητέρας της ... αναφορικά με τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες επί της οδού... στο Παγκράτι, στη δε περίπτωση της περί κλήρου αγωγής η ενάγουσα αντιφάσκει αναφέροντας ότι οι εναγόμενες κατέχουν τα επίδικα ακίνητα αντιποιούμενες το κληρονομικό της δικαίωμα, ενώ κατά τα λοιπά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ισχυρίζεται ότι τα κατέχουν ως κληρονόμοι του .., στον οποίο είχαν περιέλθει με γονική παροχή και όχι από κληρονομιά της ... Έσφαλε συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την εν λόγω αίτηση ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η ένδικη αγωγή δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του Κτηματολογίου Ρόδου, αφού η περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα (Παγκράτι Αθηνών), δεν υπάγεται στον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου, πλην όμως ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε απορρίπτοντας τη σχετική σωρευθείσα αίτηση, ως απαράδεκτη γιατί η απόρριψη της αίτησης ως αόριστης δεν άγει σε δυσμενέστερο για την εκκαλούσα διατακτικό, δοθέντος ότι ουσιώδες μέρος της απόφασης είναι το διατακτικό αυτής και όχι οι αιτιολογίες. Επομένως, σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν, εφόσον η κρίση αυτή της εκκαλουμένης όπως διατυπώνεται στο διατακτικό της είναι ορθή κατ΄ αποτέλεσμα, αλλά εσφαλμένη ως προς την αιτιολογία της, πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία αυτή με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή προκαταβληθέντος για το παραδεκτό αυτής παραβόλου (με αριθμούς 060082, 060081,1631874,1631879) συνολικού ποσού 200 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το Ν. 4055/2012. 
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εκκαλούσα λόγω της ήττας της, στην αιτούμενη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων , για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με 63 παρ. 1α, 68 παρ. 1 και 69 παρ. 1 του Ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την με αρ. κατ. 958/14-2-2014 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 813/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
- ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσία την έφεση.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
- ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου με αριθμούς 060082, 060081, 1631874, 1631879 συνολικού ποσού (διακοσίων) 200 ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...