Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Υπέρασπιση, ΣΔΟΕ, πραγματογνωμοσύνη, προκαταρκτική εξέταση.

Συμβούλιο Πλημ/ κών Πειραιώς 536/ 2016.
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Κωνσταντίνα Λέκκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Κωνσταντίνο Σπυράκο, Πλημμελειοδίκη και Κωνσταντίνα Τσίκου, Πλημμελειοδίκη-Εισηγήτρια, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Μαρία Πετρουλάκη.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Προσφυγή ακύρωσης πραγματογνωμοσύνης. Ανακοίνωση ονόματος πραγματογνώμονος. Απόλυτη ακυρότητα. Υπερασπίσεως δικαιώματα. Αναγκαία η ανακοίνωση ονόματος πραγματογνώμονος στους διαδίκους, ακόμη και κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Μη ανακοίνωσή της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Περιπτώσεις που η μη ανακοίνωση δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. ΣΔΟΕ. Αρμοδιότητα ΣΔΟΕ και ΓΓΔΕ για την αποκάλυψη σοβαρών παραβάσεων οικονομικής φύσης και για την επιβολή του διοικητικού μέτρου της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων (άρθ. 30 παρ. 5 του ν. 3296/2004). Διάκριση του μέτρου αυτού από αυτό της απαγόρευσης κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθ. 48 του ν. 3691/2008 από όργανα της ποινικής δικαιοσύνης.
Διορισμός πραγματογνώμονος από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ στο πλαίσιο ελέγχου αλλαγής χαρακτηριστικών και ταυτότητας πλοίου και υποβολή της εκθέσεώς του. Δέσμευση του πλοίου, εν προκειμένω, από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ. Οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, εν προκειμένω, δεν ενεργούσαν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, αφού δεν υπήρχε προηγούμενη παραγγελία του Εισαγγελέως, αλλά ενεργούσαν κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου του ΣΔΟΕ. Εξωποινική διαδικασία του ΣΔΟΕ. Ως εκ τούτου, η πράξη της δέσμευσης ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη. Δεν είναι αναγκαία η ανακοίνωση στον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν υπήρξε ελεγχόμενος και στον οποίο δεν αποδίδεται η συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Επιπλέον, αφού επρόκειτο για διοικητική διαδικασία, και όχι για ποινική διαδικασία, το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε θα ληφθεί υπ’ όψιν ως απλό έγγραφο, και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Αναρμοδιότητα Συμβουλίου να κηρύξει την ακυρότητα της επίμαχης πραγματογνωμοσύνης, αφού επρόκειτο για έγγραφο συνταχθέν στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας. Απορρίπτει προσφυγές.

Κατά τη διάταξη του α. 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του α. 175 ΚΠΔ, η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις, σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν είναι συναφείς με εκείνη που ακυρώθηκε. Κατά τη διάταξη του α. 373 παρ. 2 ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο α. 171 ΚΠΔ, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του α. 176 παρ. 1 ΚΠΔ, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα, των μεν πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, των δε πράξεων της επ` ακροατηρίω διαδικασίας, κύριας και προπαρασκευαστικής, το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της κατηγορίας δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από το α. 192 ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα το ονοματεπώνυμό τους στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο (όπως όταν ο διάδικος είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο) ή αν συντρέχει περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (α. 204 παρ. 2 ΚΠΔ), όπως θα συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση αστυνομικής προανάκρισης (ΣυμβΑΠ 1222/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 360, ΣυμβΑΠ 956/2003, ΠοινΔικ 2003, σελ. 11635 = ΠοινΛογ 2003, σελ. 1034, ΑΠ 1808/1988, ΝοΒ 1989, σελ. 479, ΑΠ 690/1971, ΠοινΧρ 1972, σελ. 221, ΣυμβΕφΑΘ 2856/2011, ΠοινΧρ 2012, σελ. 289) ή στην περίπτωση του ο.. 187 ΚΠΔ που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να οριστεί τακτικός πραγματογνώμονας ή στην περίπτωση που η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης ανατέθηκε σε εργαστήριο που ιδρύθηκε ειδικά από το νόμο, όπως είναι το Τμήμα Εργαστηρίου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας (α. 3 παρ. 1, 10 ν.δ. 1273/1972, α. 48 περ. η` π.δ. 342/1977), τα εργαστήρια και οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες των Α.Ε.Ι., των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., του Γενικού Χημείου του Κράτους, του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΓνμδΕισ-ΑΠ 7/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 296 = ΠοινΧρ 2010, σελ. 61, ΑΠ 1443/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 697 = ΝοΒ 2000, σελ. 313). Αυτό απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των α. 191 και 192 ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαίρεσης του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, προκειμένου περί κακουργήματος, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου κατ’ α. 204 παρ. 1 ΚΠΔ. Η παράλειψη της γνωστοποίησης αυτής μόνο ως προς τον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπισή του και στην άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί κατά το α. 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 1269/2010, ΑΠ 2467/2008, Συμβ.ΔΠ 2176/2007, ΠοινΔικ 2008, σελ. 304 ΠοινΧρ 2008, σελ. 120 - ΝοΒ 2008, σελ. 993, ΣυμβΑΠ 835/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 1240, ΑΠ 1443/1999, ΠοινΔικ 2000, σελ. 119 - ΠοινΧρ 2000, σελ. 697 - ΝοΒ 2003, σελ. 313, ΑΠ 532/1998, ΠοινΔικ 1999, σελ. 614) που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το Δικαστικό Συμβούλιο που το εξέδωσε έλαβε υπόψη την άκυρη πραγματογνωμοσύνη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο και στηρίχθηκε και σ’ αυτή για το σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ 1443/1999, ο.π.), διότι επί διαδοχικών πράξεων τιις ποινικής διαδικασίας, όταν η μία είναι άκυρη, η ακυρότητα εκτείνεται αυτοδικαίως και στις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την άκυρη πράξη, υπό τον όρο όμως ότι εκείνες εξαρτώνται δικονομικώς από αυτήν (Ολ.ΑΠ 2/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 1570). Ως εξαρτώμενες θεωρούνται όσες πράξεις παρήχθησαν συνεπεία της άκυρης αρχικής, που αποτελεί οικονομική προϋπόθεση και λογικό νόμιμο όρο των μεταγενέστερων πράξεων, οι οποίες συνιστούν έτσι το αναγκαίο αποτέλεσμα εκείνης. Η εξάρτηση πρέπει να είναι αποκλειστική και πραγματική και όχι τυχαία ή ευκαιριακή, έτσι ώστε οι μεταγενέστερες πράξεις να βρίσκονται σε σχέση προέλευσης από την άκυρη πράξη. Μόνο τότε κατ’ ανάγκη ελλείπει και η εγκυρότητα των μεταγενέστερων πράξεων. Εναπόκειται δε πάντοτε στο δικαστή της ουσίας να εκτιμήσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν υφίσταται τέτοια εξάρτηση, ενώ αυτή ερευνάται και αναιρετικώς, κατά την εξέταση λώγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία. Αν δεν έγινε γνωστοποίηση, η ακυρότητα απαγγέλεται από το δικαστικό συμβούλιο και διατάσσεται η επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης (ΕφΠειρ 301/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 893). Η έννοια των ως άνω διατάξεων των α. 192 και 204 ΚΠΔ είναι ότι γίνεται ανακοίνωση του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα που διορίστηκε στους διαδίκους και ειδικότερα σε εκείνον τον διάδικο ο οποίος έχει σχέση με την αξιόποινη πράξη που είναι προς εξακρίβωση. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι του αυτουργού ή του ηθικού αυτουργού ή του συμμετόχου, δηλ. η έννοια της συμμετοχής προσεγγίζεται ερμηνευτικά επί τη βάσει του περιεχομένου των διατάξεων των α. 45 - 47 ΠΚ (συμμετοχή ..). Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η ανακοίνωτη του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο στον οποίο δεν αποδίδεται η αξιόποινη πράξη της οποίας διατάχθηκε η διακρίβωση με πραγματογνωμοσύνη (ΣυμβΕφθεσσαλ 1/2012, Αρμ 2012, σελ. 613).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των α. 31 και 43 ΚΠΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με α. 2 και 5 ν. 3160/2003 και ακολούθους το α. 31 με α. 5 ν. 3346/2005 και α. 8 ν. 3904/2010 και το α. 43 με α. . 27 παρ. 3 ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αναβαθμίστηκε η προκαταρκτική εξέταση, η οποία αποτελεί στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή γίνεται κατόπιν μήνωσης ή έγκλησης κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση ορισμένης πράξης, το πρόσωπο τούτο έχει δικαιώματα ανάλογα προς εκείνα τα οποία αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ποινικό δικονομικό δίκαιο κατά τη διάρκεια της προδικασίας και ειδικότερα της προανάκρισης ή της κυρίας ανάκρισης (ΑΠ 2176/2007, ΠοινΔικ 2008, σελ. 304 - ΠοινΧρ 2008, σελ. 120 - ΝοΒ 2008, σελ. 993, ΑΠ 1524/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 993, ΑΠ 1604/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ, σελ.. 1023, Κωνσταντινίδης Α., Έκθεσις επί του Σχ. Ν. «Επιτάχυνσις της ποινικής διαδικασίας κ.λπ.» της Δ/νσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, ΠοινΧρ ΝΓ`, σε/ν. 1049, Δαλακούρας Θ., Η λειτουργική αρμοδιότης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών υπό το φως των ρυθμίσεων του ν. 3160/2003, ΠοινΧρ ΝΔ, σελ.. 585).
Επομένως η υποχρέωση γνωστοποίησης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων καταλαμβάνει την περίπτωση εκείνη κατά την οποία διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν μήνυσης ή έγκλησης κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση ορισμένης πράξης. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο διενεργών την προκαταρκτική εξέταση να γνωστοποιήσει στα ανωτέρω πρόσωπα τους διορισθέντες απ’ αυτόν πραγματογνώμονες, προκειμένου αυτά να ασκήσουν τα δικαιώματά τους από τα α. 191, 192 και 204 ΚΠΔ, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας. Μάλιστα υποστηρίζεται ότι η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται εκ του ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της άκυρης πραγματογνωμοσύνης και προσκόμισε ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που συνετάγη επιμελεία αυτού (ΑΠ 2176/2007, ο.π.) ή διόρισε τεχνικό σύμβουλο εξ ιδίας πρωτοβουλίας (ΕφΠειρ 301/2002, ο.π.).

Τέλος, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών, που συστάθηκε με το α. 4 ν. 2343/1995 και η λειτουργία του διεπόταν από το π.δ. 218/1996 (Οργανισμός Σ.Δ.Ο.Ε.) και το π.δ. 154/1997 (Κανονισμός Λειτουργίας του Σ.Δ.Ο.Ε.), με το α. 30 παρ. 1, 24 ν. 3296/2004 καταργήθηκε και στη θέση του συστάθηκε η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.), υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, η λειτουργία της οποίας διέπεται από το α, 30 του ν. 3296/2004 και το (εκδοθέν κατ` εξουσιοδότηση του α, 30 παρ. 7 ν. 3296/2004) π.ό, 85/2005 (Όργάνωση της ΥΠ.Ε.Ε. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών) και η οποία στη συνέχεια με το α. 88 παρ. 1 ν. 3842/2010 μετονομάσθηκε σε Σ.Δ.Ο.Ε., ενώ τελικά με την υπ` αρ. ΥΑ6α1166403ΕΞ2013/31.10.2013 (ΦΕΚ Β` 2775/31.10.2013) οι αρμοδιότητες προληπτικού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και προσωρινού φορολογικού ελέγχου, καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας μεταβιβάσθηκαν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, για να ακολουθήσει η μεταφορά στην ίδια υπηρεσία και άλλων υποθέσεων από το Σ.Δ.Ο.Ε. (υπ` αρ. ΑΝ.ΥΠ.ΟΙΚ.0003681ΕΞ2015/10.11.2015, ΦΕΚ Β` 2426/11.11.2015). Ειδικότερα, με το προαναφερθέν α. 30 ν. 3296/2004, όπως οι λέξεις «μεγάλης φοροδιαφυγής και» της παρ. 1 διαγρ. με α. 52 παρ. 3 ν. 4223/2013, η περ. β` της παρ. 2 καταργ. και οι περ. γ` δ` και αναρίθμ. αντιστοίχως σε β` γ` και δ` με α. 52 παρ. 1 ν. 4223/2013, η νέα περ. ε` της παρ. 2 προστ. με α 52 παρ. 5 ν. 4223/2013, η περ. στ` της παρ. 2 προστ. με α. 25 παρ. 2 ν. 4321/2015, η οποία όμως καταργ. με παρ. 1ε υποπαρ. Δ.7 ν. 4336/2015, οι λέξεις «φορολογικές και τελωνειακές» της περ. δ` της παρ. 5 διαγρ. με α. 52 παρ. 2 ν. 4223/2013, τα δύο πρώτα εδ. της παρ. 9 είχαν προστ. με παρ. 3 άρθρου 25 ν. 4321/2015, η οποία όμως καταργ. από τότε που ίσχuσε με παρ. 1ε υποπαρ. Δ.7 ν. 4336/2015, σύμφωνα με την οποία: «οι εκθέσεις της Ειδικής Γραμματείας Σ.Δ.Ο.Ε., που έχουν συνταχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 4321/2015 για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί καταλογιστικές πράξεις στη Φορολογική και Τελωνειακή Διοίκηση, θεωρούνται δελτία πληροφοριών» και με την επισήμανση ότι με α. 52 παρ. 4 ν. 4223/2013 ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση ε` της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004, όπως αναριθμείται με την ανωτέρω παράγραφο 1 σε περίπτωση δ` διαγράφονπαι οι λέξεις “μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και", αλλά οι λέξεις αυτές συναντώνται στην περ, ε` της παρ. 5 και όχι της παρ. 2, ορίζονται τα εξής (τα οποία επαναλαμβάνονται στο α. 2 του προαναφερθέντος π.δ. 85/2005). «2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, [μεγάλης φοροδιαφυγής και] λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα: α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και. σημασίας, όπως η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), οι απάτες και παρατυπίες, οι παραβάσεις που σχετίζονται με προμήθειες, επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, οι παράνομες χρηματιστηριακές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και γενικά οι οικονομικές απάτες σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από τον τόπο τέλεσης, β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογίκης vομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος, ιδίως στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, με έμφαση στο Φ.Π.Α., καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας. β(γ), Η έρευνα, αποκάλυψη και καταπολέμηση παράνομων συναλλαγών απατών και δραστηριοτήτων, που διενεργούνται με χρήση ηλεκτρονικών μέσων, του διαδικτύου και νέων τεχνολογιών. γ(δ). Η πρόληψη, δίωξη και καταπολέμηση άλλων παραβάσεων όπως, παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και εκρηκτικών, πρόδρομων και ψυχοτρόπων ουσιών, τοξικών και επικίνδυνων ουσιών (ραδιενεργά και πυρηνικά υλικά, τοξικά απόβλητα κ.λπ.) αρχαιοτήτων και πολιτιστικών αγαθών. δ(ε). Η προστασία, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, του αιγιαλού και της παραλίας, ως και των ανταλλάξιμων και δημόσιων κτημάτων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, από τις αυθαίρετες καταπατήσεις και κατασκευές επ’ αυτών, ε. Η εκτέλεση των εισαγγελικών παραγγελιών εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του. στ. Ο μερικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας με έμφαση στη φορολογία εισοδήματος και ο έλεγχος εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσία. [.5. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε: α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, ανεξάρτητα από τον φορέα εκμετάλλευσής τους και του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο τελούν. β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχόμενου, όταν υπάρχουν στοιχεία ή βάσιμες υπόνοιες για την τέλεση οικονομικών παραβάσεων, μετά από συναίνεση του ελεγχόμενου ή του αρμόδιου εισαγγελέα και, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, του επιτόπιου δικαστικού λειτουργού. Οταν πρόκειται για έρευνα σε κατοικία, είναι πάντοτε απαραίτητη η παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής, γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτοως αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ισχύουσες κάθε φορά ειδικές διατάξεις και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα αδικήματα που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία και ανάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας. Ειδικών Ελέγχων, δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά [φορολογικές και τελωνειακός] διατάξεις, ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και [μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και] λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα 6. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων έχουν πρόσβαση και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση του έργου και της αποστολής τους, ύστερα από σχετική υπηρεσιακή εντολή, μη υποκείμενοι σε περιορισμούς διατάξεων περί απορρήτου, υποχρεούμενοι όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 2683/1999, ΦΕΚ 19 Α`), 7. Η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. [...] 8. Οι αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων εκτείνονται σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και ασκούνται από τις επί μέρους υπηρεσίες του, παράλληλα και ανεξάρτητα από τις άλλες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Οι υπηρεσίες της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων λειτουργούν όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία και κατά τις ημέρες αργιών και τις νυκτερινές ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες των υπηρεσιών τους. Το προσωπικό αυτών τελεί σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή του, όταν παρίσταται ανάγκη, και θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε τόπο και χρόνο, κάθε φορά που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του, πάντοτε, όμως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τον κανονισμό λειτουργίας του και τις εντολές των προϊσταμένων του. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες και στοιχεία, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της αποστολής της, με άλλες αρχές, υπηρεσίες και φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού και συμμετέχει σε θεσμοθετημένα διυπηρεσιακά όργανα. Οι αστυνομικές, λιμενικές, στρατιωτικές και λοιπές αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται, όταν τους ζητηθεί, να συνδράμουν άμεσα και αποτελεσματικά τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, καθώς επίσης και να χορηγούν κάθε σχετική πληροφορία ή στοιχείο. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων συνεπικουρεί, όποτε της ζητείται, την Τράπεζα και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη διερεύνηση παραβάσεων της τραπεζικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά. «Τα όργανα του ΣΔΟΕ δύνανται να συμμετέχουν στα Μικτά κλιμάκια ελέγχου των επιχειρήσεων και χώρων εργασίας του πέμπτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 151 του ν. 3655/2008. Ο συντονισμός, η συγκρότηση, ο έλεγχος και η παρακολούθηση της δράσης των μικτών κλιμακίων γίνεται με συνεργασία του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Διοικητή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή των ειδικά από αυτούς εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων με βαθμό Προϊσταμένου Διεύθυνσης και για το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και των υποδιοικητών του. Μετά την ολοκλήρωση του κοινού ελέγχου τα όργανα του ΣΔΟΕ προβαίνουν αυτοτελώς σε όλες τις νόμιμες ενέργειες, όπως αυτές προβλέπονται απο τις αρμοδιότητες τους. 9. Οι εκθέσεις της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε.) οι οποίες έχουν συνταχθεί τηρούμενης της διαδικασίας των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 2690/1999, θεωρούνται για τη Φορολογική Διοίκηση εκθέσεις ελέγχου, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 28 τον ν. 4174/2013 (Α` 170) "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), παράγοντας άμεσα την προβλεπόμενη απά το ίδιο εδάφιο οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του ιδίου ως άνω νόμου. Οι υπάλληλοι της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε) στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους δύναται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 41747/2013. [...]. 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. 14. Τα δικαιώματα και καθήκοντα του παραπάνω προσωπικού ορίζονται αναλυτικά με προεδρικό διάταγμα κανονισμού καθηκόντων, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2343/1995, καθώς και οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Ν. 820/1978 (ΦΕΚ 174 Α), περί ανακριτικών καθηκόντων, δικαιωμάτων έρευνας και πρόσβασης σε πληροφορίες και στοιχεία, ισχύουν ανάλογα και για το προσωπικό της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων. 18. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, σε περιπτώσεις διενέργειας ελέγχων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κατόπιν εντολής και του αρμόδιου προϊσταμένου τους, φέρουν ειδική ενδυμασία ή διακριτικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα, για τα θέματα λειτουργίας των υπηρεσιών της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, στο σχετικό προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων στους οποίους ανατίθενται ειδικές αποστο)ώς και παράλληλα έχουν εκπαιδευτεί στη χρήση όπλων, οπλοφορούν, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τις σχετικές εντολές του προϊσταμένου τους ή αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και τα οριζόμενα. και στο προεδρικό διάταγμα του προηγούμενου εδαφίου. 20. Για τις προκαταρκτικές εξετάσεις και προανακρίσεις υποθέσεων αρμοδιότητας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, για τις οποίες επιλαμβάνεται υπηρεσία αυτού με πανελλαδική αρμοδιότητα, η κατά τόπον αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Ο Εισαγγελέας, καθώς και οι οικείοι ανακριτικοί υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, προτιμώνται στην περίπτωση που για την ίδια υπόθεση επελήφθησαν και άλλοι αρμόδιοι εισαγγελείς ή ανακριτικοί υπάλληλοι. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας ενημερώνει, συνεργάζεται και μπορεί να ζητεί τη συνδρομή του συναρμόδιου Εισαγγελέα. Μετά το πέρας της προανάκρισης, παραπέμπει την υπόθεση στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής. Η προανάκριση ή η ανάκριση για τις υποθέσεις της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων περατώνεται μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ 165 Α`). Δεν αποτελεί λόγο αναβολής της δίκης η άσκηση, σχετικής με την υπόθεση, προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων, είναι το οριζόμενο στα άρθρα 122 έως και 124 του Κ.Π.Δ. ή εκείνο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση. 23. Οι διατάξεις του άρθρου 1 74 του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α`) και του άρθρου 57 παράγραφος 1 του Ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 1 13 Α`), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και για το σύνολο των υποθέσεων και του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκουν».

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3296/2004 και του π.δ. 85/2005 προκύπτουν τα εξής (ΟλΣτΕ 3316/2014, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3931/2015, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1260/2015, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 4618/2014, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 4173/2014, ΝΟΜΟΣ): Στην ΥΠ.Ε.Ε. (και ήδη Σ.Δ.Ο.Ε. και Γ.Γ.Δ.Ε.) παρέχονται ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, καθώς και παραβάσεις της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της παρ. 5 περ. του α. 30 ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι` του α. 2 π.δ. 85/2005. Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (δηλαδή στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ` αυτού σε περίπτωση διαπίστωσης, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τέλεσης της πιθανολογηθείσας παράβασης, καθώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα) και προβλέπεται έκδοση πράξης διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξης αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του Δ` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικράτειας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει. Συναφώς εχει κριθεί (ΟλΣτΕ 3316/2014, ο.π ΣτΕ 1260/2015, ο.π., ΣτΕ 4618/2014, ο.π., ΣτΕ 4173/2014, ο.π.), ότι το μέτρο αυτό, ως διοικητικό μέτρο που κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, διακρίνεται από την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του α. 48 ν. 3691/2008 από όργανο της ποινικής δικαιοσύνης στο πλαίσιο διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης, προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης και το οποίο εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας και κατά συνέπεια, ενόψει της διαφορετικής φύσεως των διατάξεων που προβλέπουν τη λήψη των ανωτέρω μέτρων (α. 30 παρ. 5 ν. 3296/2004 - α. 48 ν. 3691/2008) και των διαφορετικών σκοπών που υπηρετούνται με τις διατάξεις αυτές, σε περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται παραλλήλως από τα αρμόδια όργανα, συνισχύουν, ως αυτοτελείς και διακεκριμένες αιτίες δέσμευσης των οικείων περιουσιακών στοιχείων. Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε ότι θεμελιώνεται έννομο συμφέρον υποβολής ενώπιον του ΣτΕ αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης δέσμευσης κατ’ α. 30 παρ. 5 περ. ε` ν. 3296/2004, ανεξαρτήτως του αν προηγουμένως έχει διαταχθεί με βούλευμα Δικαστικού Συμβουλίου ή δέσμευση της κίνησης τραπεζικών λογαριασμών και η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κατ’ α. 8 ν. 3691/2008, αν και τελικά η διάταξη της περ. ε` της παρ. 5 τον α. 30 ν. 3296/2004 κρίθηκε αντισυνταγματική (ΟλΣτΕ 3316/2014, ο.π., ΣτΕ 1260/2015, ο.π., ΣτΕ 4618/2014, ο.π., ΣτΕ 4173/2014, ο.π.).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 11.07.2014 αναφορά της Περιφερειακής Δ/νσης Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. και τα συνημμένα σε αυτή έγγραφα, προέκυψαν τα εξής; Κατόπιν υποβολής στην Περιφερειακή Δ/νση Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. ανώνυμης καταγγελίας ότι πρόσωπο ονόματι ... , προκειμένου να αποκρύψει τη σύνδεση του ονόματός του με το πλοίο «...», πρώην «...», σημαίας ..., με έδρα τα νησιά ....., μεθοδεύει την αλλαγή των χαρακτηριστικών του πλοίου, διαδίδει δε ότι ιδιοκτήτρια του πλοίου είναι η ... με Α.Δ.Τ. ... , νόμιμη εκπρόσωπος της off shore εταιρείας «...» και στενή συνεργάτιδά του (υπ’ αρ. ..../2011 πληροφορικό δελτίο), εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω υπηρεσίας η υπ’ αρ. ..../15.11.2011 εντολή ελέγχου - έρευνας για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), σε συνδυασμό με τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω πληροφορικό δελτίο, με την οποία δόθηκε εντολή σε υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. να μεταβούν και να ενεργήσουν, «σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 30 του Νόμου 3296/2004 (ΦΕΚ Α ` 253/14/12.2003), όπως ισχύει ...» στην έδρα της επιχείρησης «...» και εξουσιοδοτήθηκαν όπως συντάξουν και επιδώσουν στον ελεγχόμενο, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την «κλήση προς ακρόαση του α. 6 ν. 2960/1999». Κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην έδρα της ως άνω ελεγχόμενης εταιρίας, δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις του π.δ. 186/1002 (Κ.Β.Σ.), καθώς και των λοιπών διατάξεων νόμων που αφορούν επιρριπτόμενους και παρακρατούμενους φόρους, διαπιστώθηκε όμως η ανέλκυση σκάφους στο οποίο πραγματοποιούνταν εργασίες ανακατασκευής πρωραίου τμήματος, το οποίο σύμφωνα με το εκ των υστέρων επιδειχθέν έγγραφο εθνικότητας φέρει το όνομα "...", έχει αριθμό νηολογίου ... λιμένα νηολόγησης .. , σημαία ... και είναι ιδιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρίας «...», με έδρα τις νήσους ... , αλλά κατά τη στιγμή του ελέγχου είχαν αφαιρεθεί από μεν το πλοίο η ταμπέλα με το όνομα αυτού, από δε τις μηχανές του τα αντίστοιχα ταμπελάκια με τους σειριακούς αριθμούς αυτών. Προκειμένου να εξετασθούν τα διαλαμβανόμενα στο προαναφερθέν πληροφορικό δελτίο, οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. προέβησαν στη δέσμευση του εν λόγω σκάφους, αλλά και των πινακίδων των μηχανών που τελικά προσκομίσθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου (βλ. υπ’ αρ. ../15.11.2011 έκθεση δέσμευσης πλοίου), συνεπεία δε αυτής εκδόθηκε ακολούθους το υπ` αρ. ....../15.11.2011 υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου και για την περαιτέρω έρευνα των διαλαμβανόμενων στο ως άνω πληροφορικό δελτίο εκδόθηκε η υπ’ αρ. ..../16.11.2011 εντολή ελέγχου. Στην έκθεση δέσμευσης αποτυπώθηκαν οι διαπιστώσεις του ελέγχου που έχουν ειδικότερα ως εξής: «Στο ως άνω πλοίο πραγματοποιείτο εργασία αποκατάστασης του πλωριαίου τμήματος (επιμήκυνση προς την πλώρη) στο ναυπηγείο ... Από τις μηχανές του ως άνου πλοίου μάρκας ... είχαν αφαιρεθεί - αποκολληθεί τα ταμπελάκια με τα ...αυτών ... Δεν επεδείχθηκαν νομιμοποιητικά έγγραφα κατοχής - κυκλοφορίας του σκάφους, ενώ είχε αφαιρεθεί και η πινακίδα, με το όνομα τον πλοίου, γι ’ αυτό προβήκαμε στη δέσμευση του πλοίου με το όνομα «...», καθώς και των αναφερομένων ως άνω ετικετών (δυο τον αριθμό) με τα .. τωv μηχανών του, εις χείρας του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «...» τον οποίο και ορίσαμε μεσεγγυούχο και στον οποίο εξηγήσαμε τις συνέπειες σε περίπτωση πώλησης ή απώλειας του πλοίου και την υποχρέωσή του να το διαφυλάζει και να το παραδώσει οποτεδήποτε το ζητήσει η δικαστική αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34, 243 παρ. 1, 251, 252, 259 και 266 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 164 και 2 του ν. 2960/2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα). Παρακαλούμε όπως προσκομιστούν στοιχεία ιδιοκτησίας του σκάφους, πιστοποιητικό εθνικότητας, δελτίο κίνησης από Τελωνειακή Αρχή Λαυρίου, κατάπλους στο λιμάνι Λαυρίου με λίστα επίβαινόντων, αποδεικτικό κατάθεσης του ως άνω δελτίου κινήσεως στο .. Τελωνείο .., διαβατήριο του πλοιάρχου .... , καταστατικό με μέλη - εταίρους πλοιοκτήτριας εταιρείας, καθώς και εκπροσώπηση αυτής». Μετά τη δέσμευση του πλοίου, συνεχίσθηκε από το Σ.Δ.Ο.Ε. η έρευνα για τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω πληροφοριακό δελτίο. Από την έρευνα προέκυψε ότι η εταιρία «....», η οποία έχει πετύχει την έκδοση της υπ` αρ. ..../2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσό των 978.999,49€ κατά της εταιρίας «...» («...»), πλοιοκτήτριας της θαλαμηγού ... , επιδιώκει, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, την αναγκαστική κατάσχεση της θαλαμηγού "..." υποστηρίζει δε ότι η θαλαμηγός «...» είναι η ίδια θαλαμηγός «...», της οποίας τα διακριτικά στοιχεία αλλοιώθηκαν προκειμένου να εμποδιστεί η αναγκαστική κατάσχεσή της (βλ. υπ` αρ. 750/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά). Ωστόσο, επειδή η διαπίστωση μετασκευής ή μη του σκάφους «...» ούτως ώστε πλέον να εμφανίζεται με άλλα χαρακτηριστικά, απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστημονικού πεδίου ναυπηγού, οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. όρισαν ως πραγματογνώμονα, σύμφωνα με τα α. 183, 185, 186 ΚΠΔ (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. ΕΜΠ. .../24.10.2013 έγγραφο του Σ.Α.Ο.Ε.) τον ..., Ναυπηγό Μηχανολόγο Μηχανικό, προκειμένου, αφού επιθεωρήσει το σκάφος «...» και τις μετασκευές - εργασίες που έχουν γίνει πάνω σε αυτό, να αποφανθεί με αιτιολογημένη έκθεσή του περί: 1) της αντιστοιχίας των αναφερομένων στο έγγραφο εθνικότητας του εν λόγω σκάφους χαρακτηριστικών του, με τα χαρακτηριστικά του δεσμευθέντος σκάφους, 2) του είδους των μετασκευών - εργασιών που πραγματοποιήθηκαν επί του ως άνω σκάφους και αν αυτές είναι τέτοιου μεγέθους και είδους, ώστε να έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή των χαρακτηριστικών του, 3) της πιθανότητας ή βεβαιότητας ότι το εν λόγω σκάφος ταυτίζεται τελικά με το σκάφος «...», το οποίο, σύμφωνα με το έγγραφο εθνικότητας, είναι σημαίας ελληνικής, ... , ιδιοκτησίας της εταιρίας «...», 4) οποιουδήποτε άλλου στοιχείου προκύψει από την πείρα και την επιστήμη του. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αφού έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα κατ` α. 194 ΚΠΔ (βλ. από 24.10.2013 πρωτόκολλο ορκοδοσίας πραγματογνώμονα), υπέβαλε στο Σ.Δ.Ο.Ε. την από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνη του, η οποία απαντά στα ως άνω τεθέντα ερωτήματα ως εξής: Στο 1ο ερώτημα: «Οι κύριες διαστάσεις του σκάφους ... δεν ταιριάζουν με το έγγραφο εθνικότητας της 01.09.2010 και σχεδόν ταιριάζουν με αυτές του εγγράφου εθνικότητας της 23.08.2011. Οι αποκλίσεις που προκύπτουν (στο έγγραφο εθνικότητας της 23.08.2011) από αυτά που μέτρησε ο υπογράφων πιθανόν να οφείλονται στις εργασίες επισκευών που έγιναν. Οι μηχανές του σκάφους είναι .... τύπου ... και όχι ... που αναφέρεται στα πινακίδια των μηχανών. Επιπλέον, οι μηχανές με αριθμό παραγωγής .... και ... έχουν 16 κυλίνδρους, ενώ αυτές στο σκάφος 12 κυλίνδρους η κάθε μία...". Στο 2ο ερώτημα: «.. στο ανωτέρω σκάφος και κυρίως στις υπερκατασκευές του είχαν ήδη εκτελεστεί διάφορες εκτεταμένης έκτασης εργασίες που οι περισσότερες είχαν αποπερατωθεί και άλλες βρίσκονταν προς το τέλος τους. Έτσι, η ακριβής περιγραφή των εργασιών που είχαν εκτελεστεί δεν ήταν δυνατή. Επίσης, από την κοστολόγηση των επισκευών στα ναυπηγεία “...” και τα δελτία αποστολής υλικών που παρήγγειλε το ναυπηγείο προκύπτει ότι στις υπερκατασκευές του σκάφους έγιναν εκτεταμένες ελασματουργικές εργασίες και εργασίες αντικατάστασης - τοποθέτησης πλαστικών τμημάτων του. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή των χαρακτηριστικών του σκάφους». Στο 3ο ερώτημα; «Με βάση τα έγγραφα εθνικότητας των δύο σκαφών και λόγω των εκτεταμένων επισκευών του σκάφους που επιθεωρήθηκε δεν ήταν δυνατόν να καταγραφεί με βεβαιότητα η ταύτιση των δύο σκαφών. Οι μηχανές όμως του σκάφους ....“...” δεν ήταν αυτές που περιγράφονται στα πινακίδιά τους και στα έγγραφα εθνικότητας του σκάφους, αλλά όμοιες με αυτές που αναφέρονται στο έγγραφο εθνικότητας του "...”» (βλ. από Μαϊου 2014 πραγματογνωμοσύνη που αφορά την επιθεώρηση του Θαλαμηγού σκάφους «...........»). Τελικά, οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. συνέταξαν την από 11.07.2014 πορισματική αναφορά, με την οποία προτάθηκε: α) να υποβληθεί αυτή στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά προς παροχή περαιτέρω οδηγιών ως προς τη διατήρηση ή μη της εν λόγω δέσμευσης του σκάφους «...» ή αντικατάστασής της με κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις της λαθρεμπορίας και β) αντίγραφό της να διαβιβασθεί στο κατά τόπο αρμόδιο … Τελωνείο ..........., προκειμένου οι υπηρεσίες του, οι οποίες έχουν επιληφθεί της αναζήτησης υπέρ του Δημοσίου των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, γνωστοποιήσουν άμεσα στο Σ.Δ.Ο.Ε. τη σύμφωνη ή μη γνώμη τους ως προς την αποδέσμευση του σκάφους. 
Ήδη, κατόπιν υποβολής της ως άνω αναφοράς του Σ.Δ.Ο.Ε. στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, διενεργείται προκαταρκτική εξέταση με Α.Β.Μ. ../4258, στα πλαίσια της οποίας, εφόσον δεν προέκυψε μέχρι στιγμής παράβαση του Κ.Β.Σ. εκ μέρους της «...» (βλ. σελ. 2 αναφοράς), ο δε έλεγχος των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων σε βάρος της «...» βρίσκεται σε εξέλιξη (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. ..../28.04.2015 έγγραφο Α` Τελωνείου .... μετά των συνημμένων εγγράφων), διερευνάται ήδη τυχόν τέλεση του κακουργήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000€ και της άμεσης συνέργειας σε αυτή (α. 46 παρ. 1 στοιχ. βζ 316 παρ. 3 εδ. α` - 1 ΠΚ), συνιστάμενης στο ότι με πλαστογράφηση των πινακίδων των μηχανών και της επωνυμίας του πλοίου «......», επιχειρήθηκε να αποκρυβεί ότι ταυτίζεται με το πλοίο «.........» και έτσι να ζημιωθεί ο εγείρων αξιώσεις επί του πλοίου «.....». Προς τούτο ελήφθησαν ανωμοτί εξηγήσεις των κάτωθι υπόπτων: 1) ... , το γένος ... , φερόμενης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας «...» (βλ. φωτοαντίγραφα (i) του από 25.06.2010 Πρακτικού Οργανωτικής Γενικής Συνέλευσης Εταίρων και Διοίκησης (..), από το οποίο προκύπτει ότι η ... εξελέγη Διευθύντρια (Director) της άνω εταιρίας, (ϋ) του από 25.06.2010 Πρακτικού, από το οποίο προκύπτει, ότι η ως άνω Διευθύντρια είναι και Γραμματέας της ίδιας εταιρίας, (iii) του από 25.06.2010 Πρακτικού Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας, από το οποίο προκύπτει ότι χορηγείται στην ως άνω Διευθύντρια και Γραμματέα Γενικό Πληρεξούσιο (), (iv) του από 22.11.2011 Πιστοποιητικού Αξιωματούχων, από το οποίο προκύπτει ότι η ως άνω εταιρία λειτουργεί - δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη Τουρκίας (...), ενώ η ... είναι τόσο Διευθύντρια, όσο και Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γραμματέας, Ταμίας και κάτοχος όλων των μετοχών - 500 τον αριθμό - της εν λόγω εταιρίας), 2) ... και 3) ... , οι οποίοι τυχγάνουν σύζυγοι και πρώην εταίροι - η δε σύζυγος και πρώην διαχειρίστρια - της «...) και φέρονται ως αληθείς ιδιοκτήτες της ως άνω εταιρίας αλλά και της «... », λαμβανομένων υπόψη ότι: α) ο 2ος μηνυόμενος καταγγέλλεται ως αληθής ιδιοκτήτης της «…….» από τη «... » (βλ. ενδεικτικά προαναφερθείσα υπ` αρ. 750/2012 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), β) αμφότεροι εμφανίζονται να έχουν πωλήσει τα εταιρικά τους μερίδια της «…» στους …. και …., με νέο διαχειριστή τον πρώτο των αγοραστών (ΦΕΚ ΤΑΕ&ΕΠΕ 12337/3 Τ 10.2008), πλην όμως η εταιρία αυτή κατά τον έλεγχο δε βρέθηκε στη φερόμενη έδρα της στα Μέγαρα (…..…), ο δε φερόμενος νέος διαχειριστής αυτής δεν βρέθηκε ούτε στη φερόμενη έδρα της εταιρίας, ούτε στο πρατήριο υγρών καυσίμων που φέρεται να διατηρεί στα (...), το οποίο στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί, ούτε στη δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του στον Πειραιά (...), γ) διατηρούν ευρύτερες επαγγελματικές σχέσεις με την 1η μηνυόμενη, καθώς η 3η μηνυόμενη, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της εταιρίας «...», υπεκμισθώνει στην 1η μηνυόμενη τα ακίνητα επί της … στο Χαϊδάρι επί της …. στο Χαϊδάρι επί της … στο Χαϊδάρι, επί των οδών ... στα Κάτω Πατήσια, όπου η τελευταία στεγάζει πρατήρια υγρών καυσίμων της ατομικής της επιχείρησης, όπως και στο ακίνητο επί της … στο Χαϊδάρι, ιδιοκτησίας της εταιρίας «...», νομίμως εκπροσωπούμενης από την 3η μηνυόμενη, το οποίο στις 29.01.2009 εκμισθώθηκε στην εταιρία «….», νομίμους εκπροσωπουμένη από τον πατέρα της 3η μηνυομένης, … και την 01.05.2012 υπεκμισθώθηκε στην μηνωόμενη από την εταιρία «..», νομίμως εκπροσωπουμένη από το .... 4) …. , εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας «...», ο οποίος κατά ανεξήγητο τρόπο εμφανίζεται να είναι καταθέτης στα παραστατικά - καταθετήρια (μερικής) εξόφλησης των Τιμολογίων Παροχής Υπηρεσιών της επισκευής του σκάφους «…….», αντί της λήπτριας των τιμολογίων και υπόχρεης προς εξόφλησή τους εταιρίας «..» (βλ. από 22.12.201E 30.12.201E 20.04.2012, 23.04.2012 δελτία κατάθεσης).
Εν τω μεταξύ η εταιρία «….», με τις από 01.10.2012 και 18.01.2013 επιστολές της προς το Σ.Δ.Ο.Ε., ζήτησε την αποδέσμευση του πλοίου «……» λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη δέσμευσή του, στις οποίες με τα υπ’ αρ. πρωτ. …../09.10.2012 και …/28.02.2013 έγγραφα του Προϊσταμένου της . Υποδιεύθυνσης Ελέγχων του Σ.Δ.Ο.Ε. απαντήθηκε ότι το ζήτημα της αποδέσμευσης θα εξετασθεί όταν ολοκληρωθεί η έρευνα που διενεργείται. Ακολούθως, η ίδια εταιρία, αφού κατέθεσε το από 06.11.2013 «διάβημα», στις 20.12.2013 άσκησε αίτηση θεραπείας, ζητώντας την άρση της επιβληθείσας δέσμευσης του πλοίου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η από 10.02.2014 πράξη του Προϊσταμένου της .. Υποδιεύθυνσης της Περιφερειακής Δ/νσης Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε., σύμφωνα με την οποία η αποδέσμευση του σκάφους θα εξετασθεί μετά την ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης που διεξάγεται στο πλαίσιο του ελέγχου που διενεργεί το Σ.Δ.Ο.Ε, και ανάλογα με τις διαπιστώσεις αυτής. Τελικώς, η εν λόγω εταιρία, αφού υπέβαλε τις από 13.03.2014 και 07.07.2014 επιστολές ζητώντας ενημέρωση επί της πορείας της πραγματογνωμοσύνης και της αποδέσμευσης του πλοίου αντίστοιχα, στις 29.10.2014 κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως, με την οποία, όπως συμπληρώθηκε με το από 19.01.2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ζήτησε την ακύρωση της ως άνω έκθεσης δέσμευσης του πλοίου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η προμνημονευθείσα υπ’ αρ. 3931/2015 απόφαση του ΣτΕ (Τμήμα Δ`), η οποία έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και όχι μέτρο το οποίο εντάσσεται στην ποινική διαδικασία, αλλά τελικά απέρριψε την αίτηση λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι η έκθεση δέσμευσης του πλαγίου, εκδοθείσα κατόπιν ελέγχου ο οποίος διενεργήθηκε με βάση την …./15.11.2011 εντολή του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Δ/νσης Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε., βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του α. 30 παρ. 5 περ. ε` ν. 3296/2004, άρθρο το οποίο άλλωστε επικαλείται ρητώς και η ως άνω εντολή για τη διενέργεια του ελέγχου. Και κατέλειξε στα εξής: «Συνεπώς, ..., η προσβολλόμενη πράξη συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της οποίας γεννάται ακυρωτική διαφορά.. Δεν ασκεί δε επιρροή από την εξεταζόμενη άποψη, δηλαδή από την άποψη αν η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, επιβλήθηκε δέσμευση του επίμαχου πλοίου, αποτελεί διοικητική πράξη, το γεγονός ότι στην εν λόγω πράξη δεν μνημονεύεται η ανωτέρω διάταξη, ενώ στο μέρος αυτής που αναφέρεται στον ορισμό μεσεγγυούχου [...] μνημονεύονται, υπό μορφή προτυπωμένων ενδείξεων, αφενός τα άρθρα 34 («ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι»), 243 παρ. 2 («προανόκριση - πότε και από ποιον ενεργείται»), 251 («καθήκοντα εκείνου που ενεργεί την ανάκριση»), 252 («δικαιώματα εκείνου που ανακρίνει»), 259 («μεσεγγύηση») και 266 («φύλαξη των πραγμάτων που κατασχέθηκαν») τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986, A` 121) και αφετέρου το άρθρο 164 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, A ` 265), κατά το οποίο «Επιτρέπεται η δέσμευση ειδών τών οποίων αμφισβητείται η, σύμφωνα με τις τελώνειακες διατάξεις και τη συναφή με αυτές νομοθεσία κατοχή για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η προς άρση της αμφισβήτησης έρευνα των αρμοδίων Τελωνειακών Αρχών». Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως αν τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. έχουν αρμοδιότητα να ασκούν προανακριτικές ή ανακριτικές πράξεις σύμφωνα με τη διάταξη της περ. γ` της παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου 30 του ν. 3296/2004 και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εν πάση περιπτώσει στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν συνάγεται ότι οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη ενήργησαν στο πλαίσιο προανακρίσεως ή ανακρίσεως, εφόσον η πράξη αυτή εκδόθηκε μετά από έλεγχο που, κατά τα προεκτεθέντα διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του οικείου Προϊσταμένου του Σ.Δ.Ο.Ε. και όχι κατόπιν παραγγελίας εισαγγελέως, όπως, κατ` αρχήν ενεργείται προανακριτική ή ανακριτική πράξη (βλ. Κώδικα Ποινικής Δικονομίας άρθρο 243 παρ. 1: «Η προανάκριση ... γίνονται ύστερα από παροαγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ...», άρθρο 243 παρ. 1: «Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα», άρθρο 251: «Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι …., όταν λάβουν παραγγελία του εισαγγελέα ...», βλ. και άρθρο 34 τον ίδιου Κώδικα: «... η προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων ενεργείται και από δημοσίους υπαλλήλους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πάντοτες υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών»). Εξάλλου, υπέρ της απόψεως ότι εν προκειμένω οι εκδόσαντες την προσβαλλόμενη πράξη υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. δεν ενήργησαν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι συνηγορεί και το γεγονός ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι κατά την έκδοσή της έγινε επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία ορίζει ότι «Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι ... ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να αποκαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα, με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν», δεν αρκεί δε η απλή μνεία στην προσβαλλόμενη πράξη της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, ούτε από την προσβαλλόμενη πράξη ούτε από την προηγηθείσα αυτής εντολή για την διενέργεια του ελέγχου, αλλά ούτε και από την συνταχθείσα μετά πάροδο δύο ετών και οκτώ περίπου μηνών από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως από 11.07.2014 αναφορά της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε., προκύπτει ότι από τυχόν καθυστέρηση δεσμεύσεως του επίμαχου πλοίου απειλείτο κατά τους εκδόσαντες την προσβαλλόμενη πράξη, «άμεσος κίνδυνος» ή ότι στοιχειοθετείτο κάποιο συγκεκριμένο αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, ώστε να δύναται να συναχθεί ότι συνέτρεχαν, κατ` αυτούς, οι προϋποθέσεις για τη εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ότι συνεπώς, ενήργησαν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι. Όπως προκύπτει δε από τα υπ` αριθ. πρωτ. …/3.4.2015 και … , …./7.4.2015 έγγραφα της Εισαγγελίας Πρωτοδικώς Πειραιώς προς το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. και το υπ’ αριθ. πρωτ. …./26.11.2014 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς προς το Τμήμα Δικαστικού της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Αττικής - Αιγαίου), μήνυση αφορώσα την υπόθεση του επιμάχου πλοίου υπεβλήθη και η σχετική δικογραφία διαβιβάσθηκε από το Σ.Δ.Ο.Ε. στην εν λόγω Εισαγγελία στις 15.7.2014, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της δεσμεύσεως του πλοίου με την προσβαλλόμενη πράξη και όχι, όπως προβλέπει το άρθρο 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «χωρίς χρονοτριβή». Το Δημόσιο, υπολαμβάνοντας, ενδεχομένως, ότι οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε, ως έχοντες την αρμοδιότητα να προβαίνουν, μεταξύ άλλων, σε ανακριτικές πράξεις, ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι σε κάθε περίπτωση που προβαίνουν σε ενέργειες για την διερεύνηση της υπάρξεως παραβάσεων της φορολογικής ή της τελωνειακής νομοθεσίας, οι οποίες ενδεχομένως συνιστούν και ποινικά αδικήματα, και ότι ως ανακριτικοί υπάλληλοι ενήργησαν και οι εκδόσαντες την προσβαλλόμενη πράξη, προβάλλει, με το από 12.5.2015 υπόμνημα, ότι η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς η πράξη αυτή αποτελεί πράξη δικαστικής αρχής, εντασσόμενη στο πλαίσιο ανακρίσεως για την ανίχνευση ποινικού αδικήματος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Εξάλλου, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 164 παρ. 2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα συνάγεται ότι η δέσμευση ειδών, των οποίων αμφισβητείται η, σύμφωνα με τις τελωνειακές διατάξεις και τη συναφή προς αυτές νομοθεσία, κατοχή για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η προς άρση της αμφισβήτησης έρευνα των αρμόδιων τελωνειακών αρχών, αποτελεί, αναγκαίως και σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως αν συντρέχουν ή όχι οι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προϋποθέσεις για τη διενέργεια προανακρίσεως ή ανακρίσεως, πράξη εντασσόμενη στο πλαίσιο προανακρίσεως ή ανακρίσεως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το Δημόσιο με το ως άνω υπόμνημά του. Άλλωστε, από το παρατεθέν στην προηγούμενη σκέψη περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξεως δεν προκύπτει, και μάλιστα σαφώς, ότι οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. πιθανολόγησαν, ενόψει των ευρημάτων τους, ότι, ενδεχομένως, είχαν λάβει χώρα τελωνειακές και μόνον παραβάσεις». 
Ενόψει και των παραδοχών της ως άνω απόφασης του ΣτΕ που εκδόθηκε επί της ίδιας υπόθεσης, παρατηρούνται τα εξής: Κατ’ αρχάς επισημαίνεται ότι η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη προηγήθηκε της ποινικής διαδικασίας και δεν διενεργήθηκε στα πλαίσια αυτής, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Ωστόσο, στο βαθμό που στη συνέχεια εντάσσεται ως έγγραφο στα πλαίσια μιας ποινικής δικογραφίας, μπορεί το ποινικό δικαστήριο να κρίνει παρεμπιπτόντως το κύρος αυτής (α. 60 ΚΠΑ), πολύ περισσότερο που για την πραγματογνωμοσύνη, σε αντίθεση με ό,τι εκτέθηκε για την έκθεση δέσμευσης, δεν έχει ανοίξει παράλληλα διοικητική διαδικασία (α. 61 ΚΠΔ). Παρ’ όλ’ αυτά, παρατηρείται ότι οι νυν προσφεύγοντες, κατά το χρόνο διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, δεν αποτελούσαν «διαδίκους» με την έννοια του α. 192 ΚΠΔ ούτε «κατηγορούμενους» με την έννοια του α. 204 παρ. 1 ΚΠΔ, καθώς δεν είχαν λάβει καν την ιδιότητα του «υπόπτου», εφόσον δεν υπήρχε καν στάδιο ποινικής διαδικασίας, ανεξαρτήτως του ότι βάσει της προαναφερθείσας νομοθεσίας που διέπει το Σ.Δ.Ο.Ε., οι υπάλληλοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εφαρμόζουν και τις οικείες διατάξεις του Κ.Π.Δ., όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έρευνα του Σ.Δ.Ο.Ε. είναι αυστηρά προσανατολισμένη σε τυχόν παραβάσεις της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή νύξη για διερεύνηση τυχόν κακουργήματος του ΠΚ - χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι ο τυχόν διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός της διερευνώμενης πράξης από το Σ.Δ.Ο.Ε. θα μπορούσε να αποστερήσει τους ελεγχόμενους από τα νόμιμα δικαιώματά τους. Μάλιστα, ακόμη και αν επιχειρούνταν η αναλογική εφαρμογή στην έρευνα του Σ.Δ.Ο.Ε. των ισχυόντων για τους «διαδίκους» του Κ.Π.Δ., εις τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται δυσμενή «τετελεσμένα» σε βάρος προσώπων που ενδέχεται να λάβουν στη συνέχεια την ιδιότητα του «υπόπτου», θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατ’ εφαρμογή των προϋποθέσεων του ερμηνευτικού αυτού κανόνα, πρέπει αφενός να αναχθούμε τουλάχιστον στην ιδιότητα του «ελεγχόμενου», αποκλειομένων των προσώπων που δεν απέκτησαν ποτέ την ιδιότητα αυτή, έστω και αν εκ των υστέρων ενεπλάκησαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην ποινική διαδικασία και αφετέρου να εντοπίσουμε βλάβη ανάλογης βαρύτητας. Παραδείγματος χάριν, δεν μπορεί να μεταφερθεί στην εξωποινική διαδικασία του Σ.Δ.Ο.Ε. η προαναφερθείσα άποψη, ότι η ακυρότητα εκ της μη ανακοίνωσης του ονόματος του πραγματογνώμονα δεν θεραπεύεται ούτε αν ο ελεγχόμενος λάβει αποδεδειγμένα γνώση ότι διενεργείται πραγματογνωμοσύνη και έχει ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να αμυνθεί έναντι αυτής. Υπό αυτό το πρίσμα παρατηρείται κατ’ αρχάς ότι ο 2ος προσφεύγων δεν απέκτησε ποτέ ούτε καν την ιδιότητα του «ελεγχομένου». Το όνομα του αναγράφεται μόνο στο προαναφερθέν πληροφορικό σημείωμα, χωρίς να υπάρχει εντολή ελέγχου σε βάρος του ατομικά, ενώ επισήμως δεν υπήρξε καν νόμιμος εκπρόσωπος (διαχειριστής) της εταιρίας «...», ούτε κατά το παρελθόν (όπως η 3η προσφεύγουσα), ενώ από την έρευνα του Σ.Δ.Ο.Ε. δεν προέκυψε επισήμως εμπλοκή του στην υπόθεση είτε των φορολογικών και τελωνειακών παραβάσεων, είτε της κακουργηματικής πλαστογραφίας, η οποία το πρώτον αναδείχθηκε από την επακολουθήσασα προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν αξιολόγησης των προαναφερθέντων ουσιαστικών και όχι μόνο τυπικών κριτηρίων. Άρα δεν του αποδιδόταν η πράξη της οποίας διατάχθηκε η διακρίβωση με την πραγματογνωμοσύνη και συνεπώς δεν απαιτούνταν ανακοίνωση του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα σε αυτόν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απουσία έγγραφης ανακοίνωσης του ονόματος του πραγματογνώμονα στις 1η και 3η προσφεύγουσες καθιστά την πραγματογνωμοσύνη άκυρη και δη για τους ακόλουθους λόγους. Η μεν 3η προσφεύγουσα, παρότι αναζητήθηκε από το Σ.Δ.Ο.Ε., ουδέποτε ανταποκρίθηκε στον έλεγχο και δεν κατέστη εφικτό να εντοπισθεί ούτε μέσω της εταιρίας «...», της οποίας υπήρξε κατά το παρελθόν νόμιμη εκπρόσωπος και στη φερόμενη έδρα της οποίας τέτοια εταιρία δεν βρέθηκε κατά τα προαναφερθέντα, ούτε μέσω της μητέρας της, ... , η οποία δεν έδωσε καμία πληροφορία για τα στοιχεία διαμονής της κόρης της (βλ. σελ. 8 πορισματικής αναφοράς), πέραν του ότι η εταιρία «…» ξεκίνησε να ελέγχεται από το .. Τελωνείο … μόνο για παραβάσεις της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας και όχι για κακουργηματική πλαστογραφία, η οποία το πρώτον αναδείχθηκε από την επακολουθήσασα προκαταρκτική εξέταση και πέραν του ότι η 3η προσφεύγουσα τυπικά εμφανιζόταν κατά τα προαναφερθέντα να έχει πλέον αποξενωθεί από την ως άνω εταιρία. Επομένως, εφόσον η γνωστοποίηση στην 3η προσφεύγουσα ήταν αδύνατη, δεν υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης προς αυτή, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Η δε 1η προσφεύγουσα είχε λάβει γνώση της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, η οποία μάλιστα είχε τεθεί ρητώς από το Σ.Δ.Ο.Ε. ως πρόκριμα για το ζήτημα της άρσης της δέσμευσης του πλοίου «...», όπως προκύπτει σαφώς από την προαναφερθείσα αλληλογραφία της «...» με το Σ.Δ.Ο.Ε. σχετικά με την άρση της δέσμευσης του πλοίου. Με αυτά τα δεδομένα και σύμφωνα με τις προηγηθείσες σκέψεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μη ανακοίνωση του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα προς αυτήν, καθιστά άνευ ετέρου άκυρη την πραγματογνωμοσύνη.

Επομένως οι υπό κρίση προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ

Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν στην ουσία 1) η από 26.01.2016 προσφυγή της ... , το γένος ….. , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, οδός …., αρ. . , 2) η από 26.01.2016 προσφυγή του ….. , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …… , αρ. .) η από 26.01.2016 (υποβληθείσα στις 10.02.2016) προσφυγή της ... , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός … , αρ. .. αιτουμένων απάντων την ακύρωση της από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα ... , η οποίο, διενεργήθηκε κατόπιν του υπ` αρ. Πρωτ…../24.10.2013 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε. .

ΠΕΙΡΑΙΑΣ 19-8-2016.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠΔ: «1. Η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο” ενώ με τη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ: Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσης του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. 2) Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου». Με τις παραπάνω διατάξεις ο δικονομικός νομοθέτης θέσπισε δύο κατηγορίες ακυροτήτων των δικονομικών πράξεων και των εγγράφων τις σχετικές ακυρότητες, οι οποίες προβλέπονται ρητά και περιοριστικά από το νόμο και λαμβάνονται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως του Εισαγγελέα ή των διαδίκων που έχουν συμφέρον, και τις απόλυτες ακυρότητες που προκαλούνται από ουσιώδεις παραβάσεις της διαδικασίας και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Οι σχετικές ακυρότητες αναφέρονται σε ήσσονος σημασίας παραβάσεις της διαδικασίας και προκύπτουν από μία διάταξη, εκείνη δηλαδή που ρητά αναφέρει την επαγωγή της ακυρότητας. Οι απόλυτες ακυρότητες αναφέρονται σε ουσιώδεις παραβάσεις και προσδιορίζονται από δύο διατάξεις, από τις οποίες η μία παραβιάζεται, ενώ η άλλη (άρθρο 171 ΚΠΔ) λειτουργεί ως πλαίσιο υπαγωγής (Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία 2004, σελ. 220). Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 176 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι σχετικές ακυρότητες που αναφέρονται σε πράξη της προδικασίας προτείνονται έως το πέρας της προδικασίας, και οι απόλυτες ακυρότητες που αναφέρονται σε πράξη της προδικασίας προτείνονται έως την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο, ενώ σε κάθε περίπτωση αρμόδιο όργανο για την κήρυξη της ακυρότητας πράξης της προδικασίας είναι το δικαστικό Συμβούλιο (ΑΠ 1814/2011, ΣυμβΠλημΛαρ 445/2012, ΣυμβΠλημΞανθ 46/2008 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) ή η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα (αφού δεν συντάσσονται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου), αλλά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά τους συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 750/2015, ΑΠ 584/2015, ΑΠ 230/2015, ΑΠ 1626/2011 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το άρθρο 192 ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους, στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο (όπως όταν ο διάδικος είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο) ή αν συντρέχει περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 187 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτόοσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να οριστεί τακτικός πραγματογνώμονας. Αυτό απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαίρεσης του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 § 1 ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποίησης αυτής μόνο ως προς τον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 § 1δ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 1814/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1269/2010 ΤΝΠ Αρείου Πάγου, ΑΠ 2467/2008 και 2176/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΑΠ 835/2005 ΠοινΔικ, 2005.1240, ΕφΑΘ 2856/2011 και ΣυμβΠλημΑαρ 445/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η οποία απαγγέλλεται από το δικαστικό συμβούλιο και διατάσσεται η επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης (ΕφΠειρ. 301/2002 ΠοινΔικ. 2002-893, Α. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, εκδ. 2011, σελ. 448, Χρήστου Μπάκα, Η δικονομική λειτουργία της πραγματογνωμοσύνης στην ποινική δίκη, σελ. 122 επ. ιδίως 178 επ.). Η έννοια των διατάξεων αυτών (192 και 204 ΚΠΔ) είναι ότι γίνεται ανακοίνωση του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα που διορίστηκε στους διαδίκους και ειδικότερα σε εκείνον τον διάδικο (κατηγορούμενο εν προκειμένω), ο οποίος έχει σχέση με την αξιόποινη πράξη που είναι προς εξακρίβωση. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι του αυτουργού ή του ηθικού αυτουργού ή του συμμέτοχου δηλ. η έννοια της συμμετοχής προσεγγίζεται ερμηνευτικά επί τη βάσει του περιεχομένου των διατάξεων των άρθρων 45-47 ΠΚ (συμμετοχή .. βλ. τις παραπάνω αποφάσεις του ΑΠ στις οποίες συνέτρεχαν περιπτώσεις: συμμετοχής). Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η ανακοίνωση του ονοματεπωνύμου του πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο στον οποίο δεν αποδίδεται η αξιόποινη πράξη της οποίας διατάχθηκε η διακρίβωση με πραγματογνωμοσύνη (ΕφΘεσ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παράλειψη της γνωστοποίησης αυτής στον κατηγορούμενο (άρθρο 72 ΚΠΔ, ΑΠ 1604/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ.1023), αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από τον νόμο, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο ακυρότητας της προδικασίας υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών άσκησε την ποινική δίωξη, έλαβε υπόψη την άκυρη πραγματογνωμοσύνη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 ΚΠΔ) και στηρίχθηκε (ΑΠ 1442/1999 ΠοινΧρ Ν.697), και σ` αυτή για τον σχηματισμό της κρίσεως του, και τούτο διότι (ΟλΑΠ 2/1996 ΠοινΧρ ΜΣΤ.1570), επί διαδοχικών πράξεων της ποινικής διαδικασίας, όταν η μια είναι άκυρη, η ακυρότητα εκτείνεται αυτοδικαίως και στις πράξεις, που ενεργήθησαν μετά την άκυρη πράξη, υπό τον όρο όμως, ότι εκείνες οικονομικώς εξαρτώνται από αυτήν. Ως εξαρτώμενες θεωρούνται, όσες πράξεις παρήχθησαν συνεπεία της άκυρης αρχικής, που αποτελεί δικονομική προϋπόθεση και λογικό νόμιμο όρο των μεταγενέστερων πράξεων, οι οποίες συνιστούν έτσι το αναγκαίο αποτέλεσμα εκείνης. Η εξάρτηση πρέπει να είναι αποκλειστική και πραγματική και όχι τυχαία ή ευκαιριακή, έτσι ώστε οι μεταγενέστερες πράξεις, να ευρίσκονται σε σχέση προέλευσης από την άκυρη πράξη. Μόνο τότε κατ` ανάγκη ελλείπει και η εγκυρότητα των μεταγενέστερων πράξεων. Εναπόκειται δε πάντοτε στον δικαστή της ουσίας, να εκτιμήσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν υφίσταται τέτοια εξάρτηση, ενώ αυτή ερευνάται και αναιρετικώς κατά την εξέταση λόγου αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία (ΕφΘεσ 187/2011 και ΣυμβΠλημΧαλκ 257/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτι περαιτέρω από τις διατάξεις των α. 31 και 43 ΚΠΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με α. 2 και 5 ν. 3160/2003 και ακολούθως το α. 31 με α. 5 ν. 3346/2005 και α. 8 ν. 3904/2010 και το α, 43 με αρ. 27 § 3 ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αναβαθμίστηκε η προκαταρκτική εξέταση, η οποία αποτελεί στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή γίνεται κατόπιν μήνυσης ή έγκλησης κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση ορισμένης πράξης, το πρόσωπο τούτο έχει δικαιώματα ανάλογα προς εκείνα τα οποία αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ποινικό δικονομικό δίκαιο κατά τη διάρκεια της προδικασίας και ειδικότερα της προανάκρισης ή της κυρίας ανάκρισης (ΑΠ 2176/2007 ΠοινΔικ 2008, σελ. 304 - ΠοινΧρ 2008, σελ. 120 - ΝοΒ 2008, σελ. 993, ΑΠ 1524/2006 ΠοινΔικ 2006, σελ. 993, ΑΠ 1604/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ, σελ. 1023, Κωνσταντινίδης Α., Έκθεσις επί του Σχ. Επιτάχυνσις της ποινικής διαδικασίας κ.λπ.» της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής ΠοινΧρ ΝΓλ σελ. 1049, Δαλακούρας Θ., Η λειτουργική αρμοδιότης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών υπό το φως των ρυθμίσεων του ν. 3160/2003 ΠοινΧρ ΝΔ, σελ. 585). Επομένως, η υποχρέωση γνωστοποίησης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων καταλαμβάνει την περίπτωση εκείνη κατά την οποία διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν μήνυσης ή έγκλησης κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση ορισμένης πράξης. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο διενεργιον την προκαταρκτική εξέταση να γνωστοποιήσει στα ανωτέρω πρόσωπα τους διορισθέντες απ’ αυτόν πραγματογνώμονες, προκειμένου αυτά να ασκήσουν τα δικαιώματα τους από τα α. 191, 192 και 204 ΚΠΔ, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας (ΑΠ 2176/2007 ΠοινΔνη 2008.304, ΣυμβΠλημΛαρ 445/2012 και ΣυμβΠλημΡοδ 21/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει των ανωτέρω, αρμοδίως εισάγονται εν προκειμένω ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου (σύμφωνα με τα άρθρα 32 §§ 1,4, 138 §§ 1, 2β’170, 171 §1 περ. Δ’ 173§2, 176§§1,2 και 307 στοιχ. Στ’ ΚΠΔ): 1) η από 26.01.2016 προσφυγή της ……….. , το γένος … , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, οδός …, αρ. . , 2) η από 26.01.2016 προσφυγή του ……….. , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …., αρ. και 3) η από 26.01.2016 (υποβληθείσα στις 10.02,2016) προσφυγή της …….………, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …, αρ. .., αιτουμένων απάντων την ακύρωση της από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα ………… , η οποία διενεργήθηκε κατόπιν του υπ` αρ. πρωτ. ΕΜΠ. …./24.10.2013 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε. και συνεπώς πρέπει αυτές να εξεταστούν περαιτέρω, κατ` ουσία:

Σύμφωνα, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α"253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο «Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων» (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ... 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα: α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας ... β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος ... καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. ... 3. ... 5. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, ... β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, ... γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, ... δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφιον, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, ... ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. ... 7. Η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχουν, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών ... 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ` εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α’ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α` 58). Με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της παρ. 5 περ. ε` του άρθρου 30 ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005. Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει (ΣτΕ 3931/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συναφώς έχει κριθεί, ότι το μέτρο αυτό, ως διοικητικό μέτρο που κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, διακρίνεται από την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του α. 48 ν. 3691/2008 από όργανο της ποινικής δικαιοσύνης στο πλαίσιο διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης, προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης και το οποίο εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας και κατά συνέπεια, ενόψει της διαφορετικής φύσεως των διατάξεων που προβλέπουν τη λήψη των ανωτέρω μέτρων (α. 30 παρ. 5 ν. 3296/2004 - α. 48 ν. 3691/2008) και των διαφορετικών σκοπών που υπηρετούνται με τις διατάξεις αυτές, σε περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται παραλλήλως από τα αρμόδια όργανα, συνισχύουν, ως αυτοτελείς και διακεκριμένες αιτίες δέσμευσης των οικείων περιουσιακών στοιχείων. Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε ότι θεμελιώνεται έννομο συμφέρον υποβολής ενώπιον του ΣτΕ αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης δέσμευσης κατ’ α. 30 παρ. 5 περ. ε’ ν. 3296/2004, ανεξαρτήτως του αν προηγουμένως έχει διαταχθεί με βούλευμα Δικαστικού Συμβουλίου η δέσμευση της κίνησης τραπεζικών λογαριασμών και η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κατ` α. 8 ν. 3691/2008, αν και τελικά η διάταξη της περ. ε` της παρ. 5 του α. 30 ν. 3296/2004 κρίθηκε αντισυνταγματική (ΌλΣτΕ 3316/2014, ΣτΕ 1260/2015, ΣτΕ 4618/2014, ο.π., ΣτΕ 4173/2014 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και ιδίως την από 11.07.2014 αναφορά της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. και τα συνημμένα σε αυτή έγγραφα, προέκυψαν τα εξής: Κατόπιν υποβολής στην Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. ανώνυμης καταγγελίας ότι πρόσωπο ονόματι ..., προκειμένου να αποκρύψει τη σύνδεση του ονόματος του με το πλοίο «….», πρώην «…», σημαίας ..., με έδρα τα νησιά …, μεθοδεύει την αλλαγή των χαρακτηριστικών του πλοίου, διαδίδει δε ότι ιδιοκτήτρια του πλοίου είναι η … με Α.Δ.Τ. .., νόμιμη εκπρόσωπος της off shore εταιρείας «…» και στενή συνεργάτιδά του (υπ’ αρ. …/..... πληροφορικό δελτίο), εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω υπηρεσίας η υπ’ αρ. …/15.11.2011 εντολή ελέγχου - έρευνας για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), σε συνδυασμό με τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω πληροφορικό δελτίο, με την οποία δόθηκε εντολή σε υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. να μεταβούν και να ενεργήσουν, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 3296/2004, στην έδρα της επιχείρησης «...». Κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην έδρα της ως άνω ελεγχόμενης εταιρίας, δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις του π.δ. 186/1002 (Κ.Β.Σ.), καθώς και των λοιπών διατάξεων νόμων που αφορούν επιρριπτόμενους και παρακρατούμενους φόρους, διαπιστώθηκε όμως η ανέλκυση σκάφους στο οποίο πραγματοποιούνταν εργασίες ανακατασκευής πλωριαίου τμήματος, το οποίο σύμφωνα με το εκ των υστέρων επιδειχθέν έγγραφο εθνικότητας φέρει το όνομα «….», έχει αριθμό νηολογίου … λιμένα νηολόγησης ..., σημαία … και είναι ιδιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρίας «…», με έδρα τις νήσους …., αλλά κατά τη στιγμή του ελέγχου είχαν αφαιρεθεί από μεν το πλοίο η ταμπέλα με το όνομα αυτού, από δε τις μηχανές τον τα αντίστοιχα ταμπελάκια με τους σειριακούς αριθμούς αυτών. Προκειμένου να εξετασθούν τα διαλαμβανόμενα στο προαναφερθέν πληροφορικό δελτίο οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. προέβησαν στη δέσμευση του εν λόγω σκάφους, αλλά και των πινακίδων των μηχανών που τελικά προσκομίσθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου (βλ. υπ’ αρ. ../15.11.2011 έκθεση δέσμευσης πλοίου), συνεπεία δε αυτής εκδόθηκε ακολούθως το υπ` αρ. …./15.11.2011 υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου και για την περαιτέρω έρευνα των διαλαμβανομένων στο ως άνω πληροφορικό δελτίο εκδόθηκε η υπ` αρ. …./16.11.2011 εντολή ελέγχου. Στην έκθεση δέσμευσης αποτυπώθηκαν οι διαπιστώσεις του ελέγχου που έχουν ειδικότερα ως εξής: «Στο ως άνω πλοίο πραγματοποιείτο εργασία αποκατάστασης του πλωριαίου τμήματος (επιμήκυνση προς την πλώρη) στο ναυπηγείο ... Από τις μηχανές του ως άνω πλοίου μάρκας … είχαν αφαιρεθεί - αποκολληθεί τα ταμπελάκια με τα … αυτών ... Δεν επεδείχθησαν νομιμοποιητικά έγγραφα κατοχής - κυκλοφορίας του σκάφους, ενώ είχε αφαιρεθεί και η πινακίδα με το όνομα του πλοίου, γι` αυτό προβήκαμε στη δέσμευση του πλοίου με το όνομα ….. , καθώς και των αναφερομένων ως άνω ετικετών (δύο τον αριθμό) με τα .. των μηχανών του, εις χείρας του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «………….» κ. ……….. , τον οποίο και ορίσαμε μεσεγγυούχο και στον οποίο εξηγήσαμε τις συνέπειες σε περίπτωση πώλησης ή απώλειας του πλοίου και την υποχρέωσή του να το διαφυλάξει και να το παραδώσει οποτεδήποτε το ζητήσει η δικαστική αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34, 243 παρ. 1,251, 252, 259 και 266 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 164 παρ. 2 του ν. 2960/2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα). Παρακαλούμε όπως προσκομιστούν στοιχεία ιδιοκτησίας του σκάφους, πιστοποιητικό εθνικότητας, δελτίο κίνησης από Τελωνειακή Αρχή Λαυρίου, κατάπλους στο λιμάνι Λαυρίου με λίστα επιβαινόντων, αποδεικτικό κατάθεσης του ως άνω δελτίου κινήσεως στο .. Τελωνείο ...., διαβατήριο του πλοιάρχου κου …………. , καταστατικό με μέλη - εταίρους πλοιοκτήτριας εταιρείας, καθώς και εκπροσώπηση αυτής». Μετά τη δέσμευση του πλοίου, συνεχίσθηκε από το Σ.Δ.Ο.Ε. η έρευνα για τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω πληροφοριακό δελτίο. Περαιτέρω, από την έρευνα των υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψε ότι η εταιρία «…………...», επικαλούμενη απαίτηση κατά της - εταιρίας «………………...» («………………..»), ύψους από κεφάλαιο και τόκους ποσού 1.614.959,58 ευρώ, επιδιώκει, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, την αναγκαστική κατάσχεση της θαλαμηγού «…», ιδιοκτησίας της δεύτερης ως άνω εταιρείας, υποστηρίζει δε ότι η θαλαμηγός «…..» είναι η ίδια θαλαμηγός «…», της οποίας τα διακριτικά στοιχεία αλλοιώθηκαν προκειμένου να εμποδιστεί η αναγκαστική κατάσχεσή της (βλ. σχετικά την από 11.07.2014 αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. και την υπ` αρ. 750/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά). Ωστόσο, επειδή η διαπίστωση μετασκευής ή μη του σκάφους «….» ούτως ώστε πλέον να εμφανίζεται με άλλα χαρακτηριστικά, απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστημονικού πεδίου ναυπηγού, οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. όρισαν ως πραγματογνώμονα, επικαλούμενοι τα άρθρα 183, 185, 186 ΚΠΔ (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. ΕΜΠ. …/24.10.2013 έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε.) τον … , Ναυπηγό Μηχανολόγο Μηχανικό, προκειμένου, αφού επιθεωρήσει το σκάφος «….» και τις μετασκευές - εργασίες που έχουν γίνει πάνω σε αυτό, να αποφανθεί με αιτιολογημένη έκθεσή του περί: 1) της αντιστοιχίας των αναςοερομένων στο έγγραφο εθνικότητας του εν λόγω σκάφους χαρακτηριστικών του, με τα χαρακτηριστικά του δεσμευθέντος σκάφους, 2) του είδους των μετασκευών - εργασιών που πραγματοποιήθηκαν επί του ως άνω σκάφους και αν αυτές είναι τέτοιου μεγέθους και είδους, ώστε να έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή των χαρακτηριστικών του, 3) της πιθανότητας ή βεβαιότητας ότι το εν λόγω σκάφος ταυτίζεται τελικά με το σκάφος «…….», το οποίο, σύμφωνα με το έγγραφο εθνικότητας, είναι σημαίας ελληνικής, Ν.Π. …. , ιδιοκτησίας της εταιρίας …. , 4) οποιουδήποτε άλλου στοιχείου προκόψει από την πείρα και την επιστήμη του. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αφού έδωσε τον όρκο του πραγματογνοίμονα κατ` α. 194 ΚΠΔ (βλ. από 24.10.2013 πρωτόκολλο ορκοδοσίας πραγματογνώμονα), υπέβαλε στο Σ.Δ.Ο.Ε. την από 23-05- 2014 πραγματογνωμοσύνη του, η οποία απαντά στα ως άνω τεθέντα ερωτήματα ως εξής: Στο 1ο ερώτημα: «Οι κύριες διαστάσεις του σκάφους… "……." δεν ταιριάζουν με το έγγραφο εθνικότητας της 01.09.2010 και σχεδόν ταιριάζουν με αυτές του εγγράφου εθνικότητας της 23.08.2011. Οι αποκλίσεις που προκύπτουν (στο έγγραφο εθνικότητας της 23.08.2011) από αυτά που μέτρησε ο υπογράφων πιθανόν να οφείλονται στις εργασίες επισκευών που έγιναν. Οι μηχανές του σκάφους είναι .. τύπου …. και όχι … που αναφέρεται στα πινακίδια των μηχανών. Επιπλέον, οι μηχανές με αριθμό παραγωγής …. και …. … έχουν 16 κυλίνδρους, ενώ αυτές στο σκάφος 12 κυλίνδρους η κάθε μία. ...». Στο 2° ερώτημα: «.. στο ανωτέρω σκάφος και κυρίως στις υπερκατασκευές του είχαν ήδη εκτελεστεί διάφορες εκτεταμένης έκτασης εργασίες που οι περισσότερες είχαν αποπερατωθεί και άλλες βρίσκονταν προς το τέλος τους. Έτσι, η ακριβής περιγραφή των εργασιών που είχαν εκτελεστεί δεν ήταν δυνατή. Επίσης, από την κοστολόγηση των επισκευών στα ναυπηγεία ……. και τα δελτία αποστολής υλικών που παρήγγειλε το ναυπηγείο προκύπτει ότι στις υπερκατασκευές του σκάφους έγιναν εκτεταμένες ελασματουργικές εργασίες και εργασίες αντικατάστασης - τοποθέτησης πλαστικών τμημάτων του. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή των χαρακτηριστικών του σκάφους». Στο 3ο ερώτημα: «Με βάση τα έγγραφα εθνικότητας των δύο σκαφών και λόγω των εκτεταμένων επισκευδον του σκάφους που επιθεωρήθηκε δεν ήταν δυνατόν να καταγραφεί με βεβαιότητα η ταύτιση των δύο σκαφών. Οι μηχανές όμως του σκάφους … "...." δεν ήταν αυτές που περιγράφονται στα πινακίδιά τους και στα έγγραφα εθνικότητας του σκάφους, αλλά όμοιες με αυτές που αναφέρονται στο έγγραφο εθνικότητας του "…"» (βλ. από Μαΐου 2014 πραγματογνωμοσύνη που αφορά την επιθεώρηση του θαλαμηγού σκάφους …. «…»). Τελικά, οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. συνέταξαν την από 11.07.2014 πορισματική αναφορά, με την οποία προτάθηκε α) να υποβληθεί αυτή στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά προς παροχή περαιτέρω οδηγιών ως προς τη διατήρηση ή μη της εν λόγω δέσμευσης του σκάφους «…» ή αντικατάστασής της με κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις της λαθρεμπορίας και β) αντίγραφό της να διαβιβασθεί στο κατά τόπο αρμόδιο .. Τελωνείο ..., προκειμένου οι υπηρεσίες του, οι οποίες έχουν επιληφθεί της αναζήτησης υπέρ του Δημοσίου των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, γνωστοποιήσουν άμεσα στο Σ.Δ.Ο.Ε. τη σύμφωνη ή μη γνώμη τους ως προς την αποδέσμευση του σκάφους. Ήδη, κατόπιν υποβολής της ως άνω αναφοράς του Σ.Δ.Ο.Ε. στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, διενεργείται προκαταρκτική εξέταση με … /..., στα πλαίσια της οποίας, εφόσον δεν προέκυψε μέχρι στιγμής παράβαση του Κ.Β.Σ. εκ μέρους της «….» (βλ. σελ. 2 αναφοράς), ο δε έλεγχος των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων σε βάρος της «…...» βρίσκεται σε εξέλιξη (βλ. υπ` αρ. πρωτ. …./28.04,2015 έγγραφο Τελωνείου ... μετά των συνημμένων εγγράφων), διερευνάται ήδη τυχόν τέλεση του κακουργήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεο3ς με συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000Ε και της άμεσης συνέργειας σε αυτή (α. 46 παρ. 1 στοιχ. βξ 316 παρ. 3 εδ. α’ - 1 ΠΚ). Προς τούτο ελήφθησαν ανωμοτί εξηγήσεις των κάτιοθι υπόπτων: 1) …. , το γένος … , φερόμενης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας «...», 2) …. και 3) …, οι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι και πρώην εταίροι - η δε σχιζυγος και πρώην διαχειρίστρια - της «...» και φέρονται ως αληθείς ιδιοκτήτες της ως άνω εταιρίας, αλλά και της «…..» και 4) … , εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας «……» (ΦΕΚ ΤΑΕ&ΕΠΕ 1469/2013). Εν τω μεταξύ η εταιρία «…», με τις από 01.10.2012 και 18.01.2013 επιστολές της προς το Σ.Δ.Ο.Ε., ζήτησε την αποδέσμευση του πλοίου «…..» λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη δέσμευσή του, στις οποίες με τα υπ` αρ. πρωτ. …./09.10.2012 και …/28.02.2013 έγγραφα του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Ελέγχων του Σ.Δ.Ο.Ε. απαντήθηκε ότι το ζήτημα της αποδέσμευσης θα εξετασθεί όταν ολοκληρωθεί η έρευνα που διενεργείται. Ακολούθως, η ίδια εταιρία, αφού κατέθεσε το από 06.11.2013 «διάβημα», στις 20.12.2013 άσκησε αίτηση θεραπείας, ζητώντας την άρση της επιβληθείσας δέσμευσης του πλοίου, ενώ κατέθεσε και αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, με την οποία, ζήτησε την ακύρωση της ως άνω έκθεσης δέσμευσης του πλοίου (βλ. το από 30.03.2015 έγγραφο της Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά). Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η έκθεση δέσμευσης του πλοίου, εκδοθείσα κατόπιν ελέγχου ο οποίος διενεργήθηκε με βάση την …/15.11.2011 εντολή του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε., βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του α. 30 παρ. 5 περ. ε` ν. 3296/2004, συνεπώς συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της οποίας γεννάται ακυρωτική διαφορά. Ουδεμία επιρροή δε ασκεί το γεγονός ότι στην εν λόγω πράξη δεν μνημονεύεται η ανωτέρω διάταξη, ενώ στο μέρος αυτής που αναφέρεται στον ορισμό μεσεγγυούχου μνημονεύονται, υπό μορφή προτυπωμένων ενδείξεων, αφενός τα άρθρα 34 («ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι»), 243 παρ. 2 («προανάκριση - πότε και από ποιον ενεργείται»), 251 («καθήκοντα εκείνου που ενεργεί την ανάκριση»), 252 («δικαιώματα εκείνου που ανακρίνει»), 259 («μεσεγγύηση») και 266 («φύλαξη των πραγμάτων που κατασχέθηκαν») του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986, Α` 121) και αφετέρου το άρθρο 164 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265), κατά το οποίο «Επιτρέπεται η δέσμευση ειδών των οποίων αμφισβητείται η, σύμφωνα με τις τελωνειακός διατάξεις και τη συναφή με αυτές νομοθεσία κατοχή για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η προς άρση της αμφισβήτησης έρευνα των αρμόδιων Τελωνειακών Αρχών». Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως αν τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. έχουν αρμοδιότητα να ασκούν προανακριτικές ή ανακριτικές πράξεις σύμφωνα με τη διάταξη της περ. γ’ της παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου 30 του ν. 3296/2004 και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εν πάση περιπτώσει στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν συνάγεται ότι οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. που εςέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη ενήργησαν στο πλαίσιο προανακρίσεως ή ανακρίσεως, εφόσον η πράξη αυτή εκδόθηκε μετά από έλεγχο που, κατά τα προεκτεθέντα, διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του οικείου Προϊσταμένου του Σ.Δ.Ο.Ε. και όχι κατόπιν παραγγελίας εισαγγέλως, όπως, κατ` αρχήν, ενεργείται προανακριτική ή ανακριτική πράξη (βλ. Κώδικα Ποινικής Δικονομίας άρθρο 243 παρ. 1: «Η προανάκριση ... γίνονται ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ...», άρθρο 243 παρ. 1: «Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα», άρθρο 251: «Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι.... όταν λάβουν παραγγελία του εισαγγελέα βλ. και άρθρο 34 του ίδιου Κώδικα: «... η προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων ενεργείται και από δημοσίους υπαλλήλους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πάντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών»), Εξάλλου, υπέρ της απόψεως ότι εν προκειμένω οι εκδόσαντες την έκθεση δέσμευσης του πλοίου υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. δεν ενήργησαν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι συνηγορεί και το γεγονός ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι κατά την έκδοσή της έγινε επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία ορίζει ότι «Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι ... ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να αποκαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν», δεν αρκεί δε η απλή μνεία στην προσβαλλόμενη πράξη της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, ούτε από την έκθεση δέσμευσης του πλοίου, ούτε από την προηγηθείσα αυτής εντολή για την διενέργεια του ελέγχου, αλλά ούτε και από την συνταχθείσα μετά πάροδο δύο ετών και οκτώ περίπου μηνόον από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως από 11.07.2014 αναφορά της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε., προκύπτει ότι από τυχόν καθυστέρηση δεσμεύσεως του επίμαχου πλοίου απειλείτο, κατά τους εκδόσαντες την προσβαλλόμενη πράξη, «άμεσος κίνδυνος» ή ότι στοιχειοθετείτο κάποιο συγκεκριμένο αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ώστε να δύναται να συναχθεί ότι συνέτρεχαν, κατ` αυτούς, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ότι, συνεπώς, ενήργησαν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι (όμοια ΣτΕ 3931/2015 ΝΟΜΟΣ). Όπως προκύπτει δε από το υπ’ αριθ. πρωτ. ..../15.7.2014 έγγραφο του Δικαστικού Τμήματος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Αττικής προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, μήνυση αφορώσα την υπόθεση του επιμάχου πλοίου υπεβλήθη και η σχετική δικογραφία διαβιβάσθηκε από το Σ.Δ.Ο.Ε. στην εν λόγω Εισαγγελία στις 15.7.2014, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της δεσμεύσεως του πλοίου και της διάταξης διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και όχι, όπως προβλέπει το άρθρο 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «χωρίς χρονοτριβή». Συνεπώς, κι η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου του Σ.Δ.Ο.Ε., έλαβε χώρα στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας, η οποία προηγήθηκε της ποινικής διαδικασίας. Εφόσον δε δεν διενεργήθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα (αφού δεν συντάχθηκε ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου), αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ως απλό έγγραφο που συνετάγη στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, αφού το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι αρμόδιο σύμφωνα με άρθρα 170, 171 § 1 περ. δ` και 176§1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 307 περ. στ` ΚΠΔ να κηρύξει ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας, εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτιον του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεν υπάρχει αρμοδιότητα του παρόντος Συμβουλίου να κηρύξει την ακυρότητα της επίμαχης πραγματογνωμοσύνης. Σε περίπτωση δε που προέβαινε σε τέτοια κρίση θα υπερέβαινε την εξουσία του, καθόσον θα ακύρωνε έγγραφο συνταχθέν στα πλαίσια διοικητικής και όχι ποινικής διαδικασίας και έτσι θα ιδρυόταν ο κατά το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. Στ’ Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, αφού θα είχε ασκήσει δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Περαιτέρω, ούτε στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 60 § 1 ΚΠΔ μπορεί το παρόν Συμβούλιο να ακυρώσει την επίμαχη πραγματογνωμοσύνη. Συνεπώς, μη νόμιμο τυγχάνει το αίτημα των προσφευγόντων να ακυρωθεί από το παρόν Συμβούλιο η από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνη και να διαταχθεί η επανάληψη αυτής. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να απορριφθούν 1) η από 26.01.2016 προσφυγή της ….., το γένος …., κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, οδός …, αρ. ., 2) η από 26.01.2016 προσφυγή του …. , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός … , αρ. . και 3) η από 26.01.2016 (υποβληθείσα στις 10.02.2016) προσφυγή της …., κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …., αρ. ., αιτουμένων απάντων την ακύρωση της από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα …, η οποία όιενεργήθηκε κατόπιν του υπ` αρ. πρωτ. ΕΜΠ. ..../24.10.2013 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ 1) την από 26.01.2016 προσφυγή της … , το γένος .., κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, οδός ….., αρ. . , 2) την από 26.01.2016 προσφυγή του ., κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …., αρ. . , 3) την από 26.01.2016 (υποβληθείσα στις 10.02.2016) προσφυγή της … , κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, οδός …αρ. .., με τις οποίες ζητείται η ακύρωση της από 23.05.2014 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα .. , η οποία διενεργήθηκε κατόπιν του υπ’ αρ. πρωτ. ΕΜΠ …./24.10.2013 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε.

Σημείωση. Για την κάμψη του δικηγορικού -και κάθε απόρρητου-απόρρητου έναντ του ΣΔΟΕ διαβάστε και την ανάρτηση "Δικηγορικό απόρρητο, Εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος, ΣΔΟΕ".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis