Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Αλλαγή φύλου.

Ειρηνοδικείο Θεσ/ κης 1479/ 2016, ΕφΑΔ 2017.417 επ.
Πρόεδρος: Ι. Δημητρακόπουλος

Παρεμφερείς και: ΕιρΑθ 604/ 17, ΕιρΑθ 572/ 17, ΕιρΑθ 1572/ 16, ΕιρΘεσ/ κης 281Ε/ 17

Περίληψη. Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς τη βεβαίωση του φύλου, του κυρίου ονόματος και του επιθέτου της αιτούσας. Εκουσία δικαιοδοσία. Η απόφαση που εκδίδεται είναι στην ουσία, ως προς την ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη. Δεκτή η αίτηση της αιτούσας να βεβαιωθεί ως άρρεν, έχοντας υποβληθεί μόνο σε ορμονοθεραπεία και μαστεκτομή και όχι και σε χειρουργική αλλαγή φύλου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χειρουργική αλλαγή φύλου, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου στα διεμφυλικά άτομα, είναι υπερβολική απαίτηση και πρακτική και παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Διατάξεις: άρθρα 5 Σ., 8 ΕΣΔΑ, 13 [παρ. 1] Ν 344/1976, 782 [παρ. 1, 3] ΚΠολΔ
Από την διάταξη του άρθρου 782 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί η ληξιαρχική πράξη ή διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξή της και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Το πεδίο εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου αφορά γεγονότα που καταχωρούνται σε ληξιαρχικές πράξεις. Η διόρθωση δεν μπορεί να ζητηθεί για όλα τα στοιχεία, αλλά μόνο για εκείνα των οποίων η καταχώρηση προβλέπεται από το νόμο και μάλιστα ανεξάρτητα αν τα σφάλματα προήλθαν από παραδρομή ή από ψευδή δήλωση (βλ. Μπρακατσούλα, Εκούσια Δικαιοδοσία, Θεωρία-Νομολογία-Πράξη, εκδ.8η, σελ. 214 επ.). Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 782 ΚΠολΔ, η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. Καθώς, τέλος, αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της ληξιαρχικής πράξης, η απόφαση που εκδίδεται, ως προς την ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή προς το ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, ήτοι δεν εκτελείται αμέσως κατά του ληξίαρχου, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, αλλά δημιουργεί εις βάρος του την υποχρέωση να προβεί στην σχετική σύνταξη (ΕφΘεσ 2571/1996 Αρμ 1996, 1088, ΕφΘεσ 3135/1992 Αρμ 1992, 1021, Μπρακατσούλα, έκδοση 8η, σελ. 207, 210, Στασινόπουλου, Δίκαιον τον Διοικητικών πράξεων, παρ. 13 ΙΙ Α΄, σελ. 136 επ., Αρβανιτάκη σε Κ./Κ./Ν., άρθρο 782, αριθ. 1). Σημειώνεται ότι είναι δυνατόν με απόφαση του Δικαστηρίου να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης ή βάπτισης και ως προς το κύριο όνομα είτε α) αν η συγκεκριμένη, καταχώριση οφείλεται σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, είτε β) σε κάθε περίπτωση τούτο δικαιολογείται κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα έκαστου για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, εφόσον η μεταβολή επιβάλλεται λόγω της ασφάλειας των συναλλαγών και σχετίζεται με τον ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας ενός προσώπου ή αυτό (το όνομα) έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχό του, καθώς η αλλαγή κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, (Βάπτισμα και ονοματισμός· Μπαλής, Θέμις 8Δ/953, Τσάτσου, Θέμις ΒΔ/657) του οποίου συστατικό στοιχείο που ανάγεται στην ουσία του δόγματος, δεν είναι η ονοματοδοσία (βλ ΑΠ 578/1981 ΝοΒ 30, 422, ΕφΑθ 3718/2008 ΕλλΔνη 2009,249, ΕφΑθ 1905/2003 ΕλλΔνη 2004, 247, ΜΠρΑθ 3646/2007, ΜΠρΚιλ 438/2009 δημ. Νόμος, Καρακατσάνης σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ΑΚ σε άρθ 58 αρθμ 8 επ, Βαθρακοκοίλης ΕρμηνΚΠολΔ σε άρθ 782 αριθμ 15).

Η αιτούσα, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζητεί να διορθωθεί η με αριθ... ληξιαρχική πράξη γέννησης και η στο περιθώριο αυτής οικεία πράξη βάπτισης, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ληξιαρχείου του Δήμου …. ως προς το φύλο, καθ’ όσον, λόγω αλλαγής φύλου, έχει αναγραφεί ως "θήλυ", αντί του ορθού πλέον “άρρεν”, ως προς το κύριο όνομα, το οποίο έχει αναγραφεί “…" αντί του ορθού «…», και ως προς το επώνυμο, έχει αναγραφεί ”…", αντί του ορθού “…”.
Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739, 740 §1, 782 § 3 ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 του Συντάγματος (δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας), 13 § 1 Ν 344/1976 “περί ληξιαρχικών πράξεων" και 782 § 3 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσία, δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748 § 2 ΚΠολΔ (βλ. αριθ. ../22.7.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει η αιτούσα).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αιτούσας, που δόθηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά, τα έγγραφα, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η αιτούσα και από τις κατατεθείσες προτάσεις της, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Η αιτούσα γεννήθηκε στις … στη …., όπως προκύπτει δε από τη σχετική με αριθ. …/…/… ληξιαρχική πράξη γέννησης, που συνέταξε ο Ληξίαρχος …. έχει αναγραφεί ως θήλυ, στην δε πράξη βάπτισης, που υπάρχει στο περιθώριο της ως άνω ληξιαρχικής πράξης γέννησης, έχει αναγραφεί το κύριο όνομα αυτής … Στη συνέχεια και από μικρή ηλικία η αιτούσα παρουσίασε συμπτώματα διεμφυλικής διαταραχής (θήλυ προς άρρεν). Ήδη από την ηλικία των 9 ετών ο τρόπος με τον οποίο η αιτούσα βίωνε το φύλο της δεν αντιστοιχούσε με την εμφάνισή της, ενώ από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες προκύπτει ότι οι επιλογές της από μικρή ηλικία (ένδυση, υπόδηση, εμφάνιση κλπ) προσιδίαζε σε άρρεν άτομο. Όπως βεβαιώνεσαι από την ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου-σεξολόγου … (βλ. σχετ. την από … Ιατρική Γνωμάτευση του Ψυχιάτρου-Σεξολόγου Στρατιωτικού Ιατρού …) έχει διαγνωσθεί με διαταραχή ταυτότητας φύλου (Ρ64.0) και από τον Οκτώβριο του 2014 βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση για την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας που αισθάνεται, λόγω της ασυμφωνίας του φύλου της, με βάση τις αρχές της τριαδικής θεραπείας, όπως αυτές καθορίζονται από την 7η έκδοση (2012) του Standards of care for gender identity disorders του W.P.A.T.H. και συγκεκριμένα: ορμόνες, διαβίωση στο επιθυμητό φύλο, ορμονοθεραπεία και χειρουργική παρέμβαση. Στα πλαίσιο της ως άνω θεραπείας και της διαδικασίας επαναπροσδιορισμού του φύλου της, η αιτούσα υπεβλήθη επιτυχώς σε ορμονοθεραπεία με ενανθική τεστοστερόνη από τον Μάρτιο του 2015, την οποία θα συνεχίσει να λαμβάνει σε μηνιαία βάση εφ όρου ζωής (βλ. σχετ. την από … βεβαίωση του Δ/ρα Ιατρικής, Ενδοκρινολόγου …).
Περαιτέρω, στις 20.7.2015 υποβλήθηκε σε επέμβαση αρρενοποίησης των μαστών (αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή) που πραγματοποιήθηκε από τον Πλαστικό Χειρούργο Δρ. … στην κλινική του ….. Όπως δε προκύπτει από την γνωμάτευση του ως άνω ιατρού, μετά την επέμβαση η κλινική εικόνα ταυτίζεται πλήρως με αυτή του ανδρικού στέρνου και δεν πρόκειται να επηρεαστεί στο μέλλον, ακόμα και σε περίπτωση ενδεχόμενης μελλοντικής παύσης της ορμονοθεραπείας που λαμβάνει (βλ. σχετ. την από 22-9-2016 Ιατρική Γνωμάτευση του Δ/ρα Ιατρικής Πλαστικού Χειρούργου, … ). Ακόμα αποδείχθηκε ότι η αιτούσα εμφανισιακά είναι άρρεν, ζει δε στο ρόλο του επιθυμητού φύλου επί 24ωρης βάσης με απόλυτη επιτυχία, όπως βεβαιώνεται από την από 29-9-2016 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου-σεξολόγου …, και η πιθανότητα να αλλάξει μελλοντικά η επιθυμία της να διαβιώνει στο άρρεν φύλο είναι ελάχιστη έως μηδαμινή. Περαιτέρω, η επιθυμία της αυτή είναι απόλυτα σεβαστή και αποδεκτή από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, το οποίο την αντιμετωπίζει σαν άνδρα. Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτούσα, αν και έχει υποβληθεί σε μαστεκτομή και των 2 μαστών, ορμονοθεραπεία και εμφανίζεται από μικρή ηλικία ως άρρεν (κοντά μαλλιά, όχι ενδυμασία κοριτσιού κλπ), εν τούτοις δεν έχει προβεί σε χειρουργική αλλαγή φύλου με την αφαίρεση των γυναικείων γεννητικών οργάνων και προσθήκη των χαρακτηριστικών των ανδρικών γεννητικών οργάνων, διότι η υποβολή της στις ανωτέρω επεμβάσεις είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη και μπορεί να επιβαρύνει ανεπανόρθωτα την ήδη κλονισμένη υγεία της, αφού έχει διαγνωσθεί ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και μετά την επέμβαση της μαστεκτομής παρουσίασε νέο επεισόδιο υποτροπών σκλήρυνσης με αποτέλεσμα να νοσηλευθεί στην κλινική του Νοσοκομείου … από … έως … (βλ. την από … Ιατρική Γνωμάτευση του Επίκουρου Καθηγητή Νευρολογίας ΑΠΘ …) και η διενέργεια μεγάλης χειρουργικής επέμβασης θα μπορούσε να προκαλέσει νέο επεισόδιο υποτροπών.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τούτο δεν πρέπει να θεωρηθεί πρόβλημα για τις αιτούμενες αλλαγές στην ληξιαρχική πράξη γέννησης. Συγκεκριμένα, η υποχρεωτική στείρωση, η χειρουργική αλλαγή φύλου με αφαίρεση τον γεννητικών οργάνων από θήλυ σε άρρεν και αντίστροφα, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου στα διεμφυλικά άτομα (όπως η αιτούσα) κρίνεται ότι είναι υπερβολική απαίτηση και πρακτική και παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), σύμφωνα με την οποία “καθένας έχει το δικαίωμα στον σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, του οίκου του και των επικοινωνιών του". Επίσης, οι παραπάνω υποχρεώσεις προσκρούουν στο δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) (βλ. ΕιρΑθ 418/2016 dikastis.blogspot.gr, ΕιρΑθ 1290/2015 Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, προσκομιζόμενες).
Περαιτέρω όπως επιβεβαιώθηκε και από την κατάθεση της μάρτυρος της αιτούσας στο ακροατήριο, η ύπαρξη επίσημων εγγράφων που εμφανίζουν την αιτούσα ως … προκαλεί μια σειρά ιδιαιτέρως σοβαρών δυσχερειών, ήτοι τη δυσκολία ταυτοποίησης των στοιχείων της σε διάφορες συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες αλλά και με άλλους φορείς (όπως π.χ. εφορία, τράπεζες, ταχυδρομείο). Επίσης η προσφυγή της στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας (νοσοκομεία, Υγειονομικές Επιτροπές) αποτελεί πλέον μια μόνιμη εστία ψυχολογικής έντασης και άγχους, διότι είναι δυσχερής και πολλές φορές ψυχοφθόρα η διαδικασία απόδειξης της αντιστοιχίας των πραγματικών στοιχείων με εκείνα που εμφανίζουν τα έγγραφά της. Τέλος, η αδυναμία έκδοσης δηλωτικών της ταυτότητάς της εγγράφων (αστυνομικής ταυτότητας, διαβατηρίου) αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την μετάβαση και μετεγκατάστασή της στο εξωτερικό για λόγους που σχετίζονται με την καλύτερη αντιμετώπιση των ζητημάτων υγείας της. Η δε καταχώρησή της στα βιβλία του Ληξιαρχείου …. ως θήλυ και μάλιστα με το όνομα …, προκαλεί σοβαρή βλάβη των εννόμων συμφερόντων της, έχει σοβαρές επιπτώσεις στις συναλλαγές της και θίγει την προσωπικότητά της.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, που έγιναν δεκτά, κρίνεται ότι έχει πλήρως επικρατήσει το άρρεν φύλο. Περαιτέρω, το ανδρικό φύλο και το όνομα … και η ελεύθερη βούλησή της να λάβει αυτό το κύριο όνομα, αποτελεί απαραίτητο και χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς της, ενώ το επίθετό της θα πρέπει να αποδοθεί στο αρσενικό γένος, από “…” σε "…" και πρέπει η νέα κατάσταση, αναφορικά με το φύλο, το κύριο όνομα και το επίθετό της, να απεικονίζεται και στα ληξιαρχικά βιβλία.

Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ’ ουσία, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης. [...]

Παρατηρήσεις: Βιργινία Α. Περάκη, Λέκτορας Αστικού Δικαίου Νομικής ΔΠΘ

Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου χωρίς χειρουργική (ή άλλη ιατρική) επέμβαση

Μετά την ΕιρΑθ 418/2016[5] φαίνεται να παγιώνεται πλέον στη νομολογία μας η θέση ότι για τη νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου[6] δεν απαιτείται η υποβολή του αιτούντος αυτή προσώπου σε χειρουργική επέμβαση με υποχρεωτική στείρωση.
Χωρίς το προαπαιτούμενο αυτό να προβλέπεται στον νόμο, μέχρι την έκδοση της ΕιρΑθ 418/2016 η χώρα μας κατατασσόταν[7] μεταξύ εκείνων που για τον επαναπροσδιορισμό του στοιχείου του φύλου απαιτούσαν χειρουργική απόφαση και στείρωση, αφού στην προϋπόθεση αυτή στηρίζονταν οι δικαστικές αποφάσεις[8] που καλούνταν να βεβαιώσουν την αλλαγή με σκοπό τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης των αιτούντων προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», στο εδ. α’ του οποίου ορίζεται επί λέξει ότι: «Μεταβολές που επέρχονται στην κατάσταση του φυσικού προσώπου μετά τη σύνταξη των ληξιαρχικών πράξεων λόγω νομιμοποίησης, αναγνώρισης, αποκήρυξης, αμφισβήτησης, προσβολής της πατρότητας, υιοθεσίας τέκνου και λύσης αυτής, λύσης ή ακύρωσης γάμου, λύσης του συμφώνου συμβίωσης, προσθήκης ή μεταβολής ονόματος, επωνύμου, ιθαγένειας, θρησκεύματος ή αλλαγής φύλου[9] καταχωρίζονται στο πεδίο του πληροφοριακού συστήματος του άρθρου 8Α που φέρει την ένδειξη ‘Μεταβολές’ εντός μηνός από τότε που έλαβαν χώρα με την προσκόμιση της σχετικής διοικητικής πράξης ή πιστοποιητικού περί του αμετακλήτου της σχετικής δικαστικής απόφασης».
Με την ΕιρΑθ 418/2016, η οποία έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και χαρακτηρίστηκε ιστορική, κρίθηκε, για πρώτη φορά στη χώρα μας, πως το γεγονός ότι δεν έχει λάβει χώρα χειρουργική αλλαγή φύλου δεν πρέπει να θεωρείται πρόβλημα για την αλλαγή φύλου και ονόματος στη ληξιαρχική πράξη γέννησης, καθώς η υποχρεωτική στείρωση ως απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου στα διεμφυλικά πρόσωπα συνιστά υπερβολική απαίτηση και πρακτική, που παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Ήδη, από τις δημοσιευόμενες στο παρόν τεύχος δικαστικές αποφάσεις, προκύπτει ότι η ως άνω άποψη για τη μη απαίτηση χειρουργικής επέμβασης έχει πλέον παγιωθεί και ότι τείνει να δημιουργηθεί σταθερή νομολογία για τη βεβαίωση της αλλαγής φύλου του προσώπου επί τη βάσει της ταυτότητας φύλου του.
Ως ταυτότητα φύλου νοείται ο ατομικός και εσωτερικός τρόπος που βιώνεται το φύλο από το πρόσωπο και που μπορεί να συμπίπτει ή όχι με το αποδοθέν κατά τη γέννησή του φύλο. Περιλαμβάνει την προσωπική αίσθηση του σώματος και άλλες εκφράσεις φύλου, όπως τον τρόπο ένδυσης και ομιλίας και τη συμπεριφορά[10].
Παρατηρείται, μάλιστα, ότι κάποιες από τις δημοσιευόμενες εδώ δικαστικές αποφάσεις έχουν προχωρήσει και πέρα από την άποψη που υιοθετήθηκε από την ΕιρΑθ 418/2016. Πρέπει να σημειωθεί, άλλωστε, ότι η ΕιρΑθ 418/2016 και οι δημοσιευόμενες αποφάσεις που την ακολούθησαν ή εξέλιξαν την άποψή της προηγήθηκαν της όλως πρόσφατης (δημοσιευθείσας την 06.04.2017) απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας, η οποία έκρινε με έξι ψήφους έναντι μιας ότι η εξάρτηση της νομικής αναγνώρισης της αλλαγής φύλου από τη μη αναστρεψιμότητά της, μέσω της απαίτησης για στείρωση ή για θεραπεία που συνδέεται με υψηλή πιθανότητα στειρότητας, παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.
Από τις δημοσιευόμενες αποφάσεις, λοιπόν, η ΕιρΑθ 1572/2016 αναγνωρίζει ρητά ως βάση του δικαιώματος αλλαγής του στοιχείου του φύλου το άρθρο 5 του Συντάγματος, ενώ αποδέχεται την έννοια της ταυτότητας φύλου και προβαίνει σε ορισμό της. Το πλέον αξιοσημείωτο περαιτέρω βήμα (σε σχέση με την ΕιρΑθ 418/2016) που γίνεται από αυτή εντοπίζεται, όμως, στο ότι κρίνει ως υπερβολική απαίτηση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου όχι μόνο τη στειρότητα/αδυναμία τεκνοποίησης με φυσικό τρόπο, δηλαδή τη χειρουργική αλλαγή φύλου, αλλά και κάθε άλλη χειρουργική επέμβαση (όπως λ.χ. τη μαστεκτομή), καθώς και την ορμονική θεραπεία (παρότι αυτή συνέτρεχε στην περίπτωση επί της οποίας αποφάσισε), θεωρώντας ότι και αυτές προσκρούουν στα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αλλά και στο άρθρο 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα[11]. Πάντως, επειδή ευλόγως θα μπορούσαν να εγερθούν ενστάσεις και αμφιβολίες, με επίκληση της ασφάλειας δικαίου (αφού χωρίς χειρουργική επέμβαση στείρωσης ή οποιαδήποτε άλλη επέμβαση και χωρίς καν ορμονική θεραπεία, κάλλιστα θα μπορούσε κανείς να επιστρέψει κάποια στιγμή στο προηγούμενο φύλο του), η εν λόγω απόφαση του ΕιρΑθ δέχεται την αίτηση, αφού έχει κρίνει ότι η αιτούσα «έχει μεταβεί επιτυχώς στο επιθυμητό φύλο» και έχει αναγνωρίσει ότι το ανδρικό φύλο και το αντίστοιχο όνομα και επώνυμο αποτελούν για εκείνη «απαραίτητα και μόνιμα χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητάς της, με τα οποία την γνωρίζουν στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον». Άλλη μία πρωτοποριακή για δικαστική απόφαση παραδοχή της πιο πάνω απόφασης είναι η διάκριση που γίνεται στην ελάσσονα πρότασή της ανάμεσα στην ταυτότητα φύλου και τον ερωτικό προσανατολισμό της αιτούσας, αφού αναφέρεται ότι αυτή «από την εφηβεία της αισθάνεται έλξη για τα άτομα του γυναικείου φύλου, χωρίς να επιθυμεί σχέσεις ως ομοφυλόφιλο άτομο, αλλά ως άρρεν», σκέψη που προφανώς υπολαμβάνει αφενός ότι η ταυτότητα φύλου διαφέρει από τον σεξουαλικό προσανατολισμό[12] και αφετέρου ότι και για τα δύο (ταυτότητα φύλου και σεξουαλικό προσανατολισμό) κρίσιμος είναι ο αυτοπροσδιορισμός του προσώπου (εν προκειμένω όχι ως ομοφυλόφιλου άνδρα, αλλά ως ετεροφυλόφιλης γυναίκας).
Και η ΕιρΑθ 1479Ε/2016, που, όμως, δεν φτάνει στο σημείο να κρίνει ως υπερβολική κάθε επέμβαση (μαστεκτομή, ορμονοθεραπεία κ.λπ.), προβαίνει σε σκέψεις σχετικά με την ασφάλεια δικαίου, αφού λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι «η πιθανότητα να αλλάξει μελλοντικά η επιθυμία της (ενν. της αιτούσας) να διαβιώνει στο άρρεν φύλο είναι ελάχιστη έως μηδαμινή».
Την άποψη ότι ακόμη και η ορμονική θεραπεία μπορεί να συνιστά υπερβολική απαίτηση υιοθετεί και η ΕιρΘεσ 281Ε/2017, η οποία επίσης δέχεται τη σχετική αίτηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 του Συντάγματος, αν και στη μείζονα πρότασή της επικεντρώνεται στο δικαίωμα διόρθωσης του ονόματος και όχι του φύλου. Στις αιτήσεις για τη βεβαίωση της αλλαγής του στοιχείου του φύλου το κύριο ζήτημα, όμως, είναι το φύλο. Το όνομα επαναπροσδιορίζεται, επίσης, αλλά ως περαιτέρω συνέπεια της βασικής αλλαγής που επιθυμεί το πρόσωπο, που είναι αυτή του φύλου του.
Αντίθετα, η ΕιρΑθ 572/2017 περιέχει αναλυτικές σκέψεις σχετικά με το δικαίωμα γενετήσιας αυτοδιάθεσης του προσώπου, ως έκφανση του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 Σ και 57 ΑΚ). Στην απόφαση αυτή επίσης κρίνεται για μια ακόμη φορά ότι η αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού του φύλου δεν θα πρέπει να συναρτάται με την «καθυποβολή του προσώπου στη βάσανο του ακρωτηριασμού». Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα (όπως και στην ΕιρΑθ 604/2017), και σε αντίθεση με εκείνες των υπόλοιπων δημοσιευόμενων αποφάσεων, αλλά και της ΕιρΑθ 418/2016, η αίτηση προερχόταν από άνδρα, ο οποίος είχε προσαρμοστεί με απόλυτη επιτυχία, όπως έκρινε η απόφαση, στον ρόλο του θήλεος και άπαντες οι ψυχίατροι γνωμάτευαν ότι η πιθανότητα να αλλάξει στο μέλλον την επιθυμία του να ζει ως θήλυ ήταν περιορισμένη. Αποδείχθηκε δε ότι σκόπευε να υποβληθεί σε επέμβαση αλλαγής φύλου, μετά την προετοιμασία του από την ακολουθούμενη ορμονική θεραπεία.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των δημοσιευόμενων αποφάσεων είναι, άλλωστε, πέραν, βεβαίως, του βασικού, δηλαδή ότι αναγνωρίζουν τη δυνατότητα νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου χωρίς την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης, ότι στην αιτιολογία τους συνεκτιμούν ειδικά την ψυχολογική επίπτωση που θα είχε στους αιτούντες, στην εμφάνιση των οποίων έχει επικρατήσει το επιθυμητό φύλο, η συνέχιση της χρήσης του αρχικώς δηλωθέντος στη ληξιαρχική πράξη γέννησης – ονοματοδοσίας τους φύλου και ονόματος (: εμπαιγμός[13] τους, ψυχολογική ένταση και άγχος λόγω των δυσχερειών ταυτοποίησής τους σε συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες[14] κ.λπ.), κρίνοντας ότι η αλλαγή των στοιχείων της ταυτότητάς τους είναι απολύτως αναγκαία υπέρ της προάσπισης της καλής ψυχικής τους υγείας και υπέρ της εξασφάλισης της ποιότητας ζωής τους, προσωπικά και κοινωνικά.
Κι ενώ η νομολογία για τη μη αναγκαιότητα χειρουργικών επεμβάσεων στείρωσης, εν μέρει δε και οποιασδήποτε ιατρικής επέμβασης, προκειμένου το πρόσωπο να αναγνωρίσει νομικά την ταυτότητα φύλου του, φαίνεται να έχει παγιωθεί, την 02.05.2017 τέθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε δημόσια διαβούλευση[15] το –αναμενόμενο[16]- νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, στο άρθρο 3 του οποίου προβλέπεται ότι:

«1. Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του, ώστε αυτό να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική του εικόνα.
2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα.
3. Προϋπόθεση για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου είναι το πρόσωπο που αιτείται τη διόρθωση να μην είναι έγγαμο.
4. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία».

Το νομοσχέδιο, ορίζοντας ότι δεν απαιτείται καν προηγούμενη εξέταση βαίνει πέραν και της πλέον πρωτοποριακής άποψης (της ΕιρΑθ 1572/2016) για τη μη αναγκαιότητα οποιασδήποτε ιατρικής επέμβασης (επομένως ούτε ορμονοθεραπείας), διευκολύνοντας μεν τους αιτούντες[17], δυσχεραίνοντας, ωστόσο, το έργο του δικαστή. Αν ψηφιστεί σε αυτή τη μορφή, τα Δικαστήρια (αφού δικαστική απόφαση εξακολουθεί να απαιτείται κατά το άρθρο 4[18] παρ. 1 του νομοσχεδίου, αλλά αρκεί να είναι οριστική σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 αυτού) δεν θα μπορούν να απαιτήσουν, προκειμένου να κρίνουν τη συνδρομή της απαιτούμενης κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νομοσχεδίου «ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου» και να αποφύγουν την αποδοχή τυχόν καταστρατηγητικών (λ.χ. προς αποφυγήν των στρατολογικών υποχρεώσεων) αιτήσεων, ούτε ιατρικό πιστοποιητικό για τη μετάβαση στο επιθυμητό φύλο ή τη διάγνωση δυσφορίας φύλου κ.λπ.[19], αλλά θα αρκεί η solo consensus βούληση του αιτούντος τη διόρθωση προσώπου (του οποίου απαιτείται η αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του νομοσχεδίου) να βιώνει το φύλο που ανταποκρίνεται στην ταυτότητα φύλου του και όχι το καταχωρισμένο στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει, άλλωστε, και το άρθρο 4, που αναφέρεται στη διαδικασία, εισάγοντας (σε συνδυασμό με το άρθρο 6) εχέγγυα για τη μυστικότητά της, που θυμίζουν την υιοθεσία (βλ. ΑΚ 1549, 1550, 1559 και ΚΠολΔ 800), ενώ η τελευταία παράγραφός του προβλέπει ότι «η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις», διάταξη, της οποίας η ratio -ανεξάρτητα από την προβληματική της διατύπωση (αφού αναφέρεται σε δυνατότητα μεταβολής της νέας ληξιαρχικής πράξης γενικά και όχι ειδικά του στοιχείου του φύλου σε αυτήν)- παραμένει ασαφής, γεννώντας το εύλογο ερώτημα γιατί η διόρθωση να είναι δυνατή δύο φορές και όχι μόνο μία ή περισσότερες.
Ενόψει πάντως του γεγονότος ότι λόγω της μη προαπαιτούμενης ιατρικής επέμβασης, πολλώ δε μάλλον της μη προαπαιτούμενης στείρωσης, η αναπαραγωγική ικανότητα του προσώπου που προβαίνει στον επαναπροσδιορισμό του φύλου του (μπορεί να) εξακολουθεί, ανοικτό παραμένει το ζήτημα πώς θα πρέπει να αντιμετωπισθεί η περίπτωση που το πρόσωπο αποφασίσει να αποκτήσει παιδί. Και το ερώτημα αυτό εντοπίζεται τόσο στο τι θα πρέπει να καταχωρισθεί στη ληξιαρχική πράξη γέννησης του παιδιού που θα γεννηθεί μετά τον επαναπροσδιορισμό του φύλου του γονέα, δηλαδή λ.χ. γυναίκας που επαναπροσδιορίσθηκε σε άνδρα, αλλά κυοφόρησε και έφερε στον κόσμο παιδί, όσο και στο είδος του συγγενικού δεσμού (μητρότητας ή πατρότητας) που θα ιδρυθεί με αυτό. Θα μπορούσε, βεβαίως, να αναρωτηθεί κανείς αν κάποιος που αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας και προέβη στην αντίστοιχη διόρθωση του φύλου του θα ήθελε ποτέ να κυοφορήσει, χωρίς να προβεί στην εκ νέου διόρθωση του φύλου του, που, όπως προεκτέθηκε, επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του σχεδίου νόμου για μία ακόμη φορά. Η απάντηση, ωστόσο, δεν μπορεί να δοθεί εύκολα, λαμβανομένου υπόψη ότι στο ερώτημα αυτό συμπλέκονται δύο δικαιώματα, του αυτοπροσδιορισμού (ή ειδικότερα της αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του σχεδίου νόμου[20]) και της τεκνοποιίας, συνταγματικά κατοχυρωμένα αμφότερα ως ειδικότερες εκφάνσεις του δικαιώματος στην προσωπικότητα.
Το άρθρο 6 παρ. 2 του νομοσχεδίου, το οποίο προβλέπει ότι «Αν το πρόσωπο που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του έχει παιδιά, είτε γεννημένα σε γάμο, είτε γεννημένα σε σύμφωνο, είτε γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, είτε υιοθετημένα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του από τη γονική μέριμνα δεν επηρεάζονται. Στη ληξιαρχική πράξη γέννησης των παιδιών δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου του γονέα»[21], δεν επιλύει ευθέως το πρόβλημα, αφού είναι σαφές από το περιεχόμενό του ότι το πεδίο εφαρμογής του καταλαμβάνει τα παιδιά που προϋπάρχουν της διόρθωσης φύλου και όχι εκείνα που θα γεννηθούν μετά από αυτήν. Τυχόν επιταγή ότι θα πρέπει της δήλωσης του τέκνου που θα γεννηθεί στο ληξιαρχείο να προηγείται η επαναδιόρθωση του φύλου του γονέα στο αρχικό του φύλο, αυτό δηλαδή του οποίου κάνει χρήση προκειμένου να τεκνοποιήσει, θα ήταν αμφίβολης συνταγματικότητας, ενόψει του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, του οποίου η προστασία δεν προκύπτει από πουθενά ότι υποχωρεί όταν έλθει σε «σύγκρουση» με το δικαίωμα τεκνοποιίας. Μια πρακτική λύση -αν και μάλλον όχι απολύτως ορθή, ενόψει του ότι στη ληξιαρχική πράξη πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο επέλευσης του γεγονότος που καταχωρίζεται σε αυτήν[22]- θα ήταν αυτή που αποτυπώνεται και στην από 11.01.2011 απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (BVerfG)[23], με την οποία κρίθηκε ότι τα προαπαιτούμενα της στείρωσης και της υποβολής σε χειρουργική επέμβαση για την απόκτηση χαρακτηριστικών του επιθυμητού φύλου, τα οποία ετίθεντο από την § 8 Ι (αριθ. 3 και 4) του γερμανικού νόμου TSG (Transsexuellengesetz), προκειμένου να αναγνωρισθεί νομικά στο διεμφυλικό πρόσωπο το φύλο της επιλογής του, παραβιάζουν το άρθρο 2 Ι και ΙΙ (σε συνδυασμό με το άρθρο 1) του γερμανικού Συντάγματος (Grundgesetz), για το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και σωματικής ακεραιότητας αντιστοίχως. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, ως συνέπεια της απόφασής του την πιθανότητα διάστασης μεταξύ του φύλου του προσώπου και του ρόλου του στην αναπαραγωγή (λ.χ. πρόσωπο που προέβη στη διόρθωση του φύλου του σε άρρεν και μετά από αυτή κυοφορεί και φέρνει στον κόσμο παιδί), το BVerfG, στηριζόμενο στο άρθρο 11 του TSG (αντίστοιχο του άρθρου 5 παρ. 2 του δικού μας σχεδίου νόμου) και παραπέμποντας και σε σχετική απόφαση του Εφετείου της Κολωνίας[24], θεώρησε ότι στη ληξιαρχική πράξη γέννησης του παιδιού που θα γεννηθεί μετά την αλλαγή φύλου του γονέα είναι νοητό να αναγραφεί το προ της αλλαγής φύλου όνομά του (που ανταποκρίνεται στον ρόλο που διαδραμάτισε στην αναπαραγωγή, ως γονιμοποιών ή ως κυοφόρος), διασφαλιζόμενης έτσι, παρά τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του γονέα, της σύνδεσης των παιδιών με μια μητέρα και έναν πατέρα. Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι εν τέλει το πρόσωπο έχει ένα διπλό φύλο: το (επαναπροσδιορισθέν) φύλο της αστικής του κατάστασης και το (αντίθετο) φύλο ειδικά για την αναπαραγωγική του ικανότητα και, επί πραγμάτωσής της, τη γονεϊκή του ιδιότητα (ως μητέρα ή πατέρας).

Υποσημειώσεις.

[5]. Δημοσιευμένη στο ΝοΒ 2016, 1637 με παρατηρήσεις Β. Περάκη.
[6]. Για το θέμα βλ. Παπαζήση, ΕφΑΔ 2015, 579· Χριστοδούλου, ΕφΑΔ 2015, 856.
[7]. Βλ. Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), Έκθεση «Διεμφυλικά άτομα και νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου», 2015, σ. 50 (με περαιτέρω παραπομπές).
[8]. Ενδεικτικά ΜΠρΑθ 6843/2007 ΑρχΝ 2008, 202· ΜΠρΗρακλ 255/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
[9]. Η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του Ν 2503/1997.
[10]. Για τον ορισμό της ταυτότητας φύλου βλ. Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), ό.π., σ. 8 και σ. 17 (ιδίως υποσημ. 33).
[11]. Βλ. σχετικά ήδη Β. Περάκη, ΝοΒ 2016, 1639 (1642 επ.), στις παρατηρήσεις επί της ΕιρΑθ 418/2016: «Επίσης, δεν συνάγεται από τη δημοσιευόμενη απόφαση πού (και με ποια ακριβώς κριτήρια, λ.χ. της αναστρεψιμότητας;) τίθεται το όριο μεταξύ επιτρεπόμενων και μη ανεκτών (άλλως: ανάλογων και δυσανάλογων) επεμβάσεων στη σωματική ακεραιότητα των διεμφυλικών ενόψει του επαναπροσδιορισμού του φύλου τους. Η προσαρμογή της εξωτερικής εμφάνισης στο επιθυμητό φύλο (λ.χ. με μαστεκτομή) ή η – επίσης ενέχουσα πολλαπλούς κινδύνους για την υγεία – ορμονοθεραπεία, που αμφότερες συνιστούν αναμφίβολες επενέργειες στη σωματική ακεραιότητα του προσώπου και στις οποίες είχε υποβληθεί η αιτούσα στην προκειμένη περίπτωση, θεωρούνται - συμβατά με τα προστατευόμενα ανθρώπινα δικαιώματα - προαπαιτούμενα για τη νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου κατ’ άρθρο 14 του Ν 344/1976;».
[12]. Βλ. και Β. Περάκη, ό.π., 1640: «Η ταυτότητα φύλου, βέβαια, διαφέρει από τον σεξουαλικό προσανατολισμό· ένα διεμφυλικό πρόσωπο μπορεί να έχει προτιμήσεις ετεροφυλοφιλικές, αμφιφυλόφιλες ή ομοφυλοφιλικές. Επομένως, το δικαίωμα στην αναγνώριση της αλλαγής φύλου εντάσσεται, ακριβέστερα, στην έκφανση του δικαιώματος στην προσωπικότητα, που θα μπορούσε να αποδοθεί με τον γενικότερο όρο «δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό (ή αυτοκαθορισμό)».
[13]. Έτσι η ΕιρΑθ 572/2017.
[14]. ΕιρΘεσ 1479Ε/2016.
[15]. Βλ. http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=8078.
[16]. Βλ. Β. Περάκη, ό.π., 1640, υποσημείωση 12.
[17]. Σε αντίθεση με τις πρωτοεισαγόμενες προϋποθέσεις της πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας (άρθρο 3 παρ. 2 του νομοσχεδίου) και της αγαμίας (άρθρο 3 παρ. 3 του νομοσχεδίου).
[18]. Άρθρο 4 – Διαδικασία: 1. Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ. Στην αίτηση δηλώνονται το επιθυμητό φύλο, το κύριο όνομα που επιλέγεται και το προσαρμοσμένο σχετικά επώνυμο. Στην αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του προσώπου.
2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η δικαστική απόφαση καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο που είχε συντάξει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου. Η καταχώριση της δικαστικής απόφασης περί διόρθωσης φύλου γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει τη μυστικότητα της μεταβολής και της αρχικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης έναντι όλων.
3. Με βάση τη νέα ληξιαρχική πράξη, οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση άλλων εγγράφων στα οποία αναγράφεται η ταυτότητα του προσώπου ή από τα οποία το πρόσωπο εξαρτά δικαιώματα, καθώς και για την καταχώριση σε μητρώα ή καταλόγους, όπως εκλογικούς, έχουν την υποχρέωση να εκδώσουν νέα έγγραφα ή να προβούν σε νέες καταχωρίσεις με διορθωμένο το καταχωρισμένο φύλο, το κύριο όνομα και το επώνυμο του προσώπου. Στη νέα ληξιαρχική πράξη γέννησης, στα νέα έγγραφα και καταχωρίσεις δεν επιτρέπεται η αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου.
4. Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις.
[19]. Σημειωτέον ότι με την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας κρίθηκε ότι δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ η υποχρέωση απόδειξης ότι υπάρχει όντως δυσφορία φύλου (gender idendity disorder) ή η υποχρέωση υποβολής του προσώπου σε ιατρική εξέταση.
[20]. «Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του ως στοιχείου της προσωπικότητάς του».
[21]. Βλ. το αντίστοιχο άρθρο 11 του γερμανικού TSG (Transexuel-lengesetz), καθώς και τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 174/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την οποία «ενόψει … και του γεγονότος ότι σε κάθε ληξιαρχική πράξη αναγράφονται τα στοιχεία που υφίσταντο πραγματικά κατά τον χρόνο του επελθόντος γεγονότος, και εν προκειμένω της γέννησης, η μεταβολή που επήλθε στο πρόσωπο της μητέρας μεταγενέστερα, δεν μπορεί να επιφέρει και μεταβολή στα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης του τέκνου προσώπου, στο οποίο επήλθε αλλαγή φύλου».
[22]. Βλ. τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 174/2002, ό.π.
[23]. NJW 2011, 909.
[24]. OLG Köln της 30.11.2009 NJW 2010, 1295.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis