Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Τι είναι Κριτική;

Ιωάννης Μανωλεδάκης
Ιωάννης Μανωλεδάκης, η περιύβριση των δικαστικών αρχών [έκδοση Αντ. Σάκκουλα, 1992, σελίδες 62-72].

§ iv. Η κριτική είναι έκφραση γνώμης σχετικά με την εκτίμηση ή αξιολόγηση προσώπου ή γεγονότος, που γίνεται έστω και με υποτυπώδη ή υπονοούμενη αιτιολογία και αναφορά στο (ή σε κάποιο) «δέον». Οι αφορισμοί σχετικά με πρόσωπο ή γεγονός, που δεν περιέχουν ούτε ίχνος αιτιολογίας και αναφοράς στο «δέον», δεν αποτελούν κριτική. Αν πχ. ένας δικηγόρος, απευθυνόμενος στους δικαστές κατά τη δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου, τους αποκαλέσει «δειλούς», αυτό αποτελεί αφορισμό και όχι βέβαια κριτική.
Αντίθετα, αν πει στους δικαστές ότι -εξαιτίας διεξαγόμενης από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιθεώρησης-έρευνας για το νομότυπο υπό όρο απολύσεων εμπόρων ναρκωτικών- «φοβούνται να εκδόσουν απαλλακτικές αποφάσεις ή να κάνουν δεκτές αιτήσεις για υπό όρο απόλυση», και τη γνώμη του αυτή τεκμηριώσει μάλιστα με επίκληση στατιστικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ότι, ενώ πριν από την επιθεώρηση-έρευνα σημαντικό ποσοστό αιτήσεων απόλυσης υπό όρο και αναστολής εκτέλεσης καταδικαστικών αποφάσεων γινόταν δεκτό, μετά την έρευνα όλες οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί, ή ότι οι απαλλακτικές αποφάσεις πριν από την έρευνα ήταν σημαντικά περισσότερες σε σχέση με εκείνες μετά την έρευνα, τότε πρόκειται ασφαλώς για κριτική  [Βλ. την περίπτωση αυτή και την εκτενή παρουσίαση και κριτική της στην «Ποινική Επικαιρότητα» του περιοδικού «Υπεράσπιση», 1992, σ. 443-467. Αντίθετη η εκτίμηση του Εισαγγελέα ΑΠ κ. Πλαγιανάκου, στην Έκθεση Αναίρεσης (υπέρ του νόμου) αρ. 17/1992 (που την έκανε δεκτή η ΟλομΑΠ 1283/1992), ο οποίος θεώρησε τις φράσεις αυτές «καθ' εαυτές και κατά τη συνήθη τους σημασία» ως περιύβριση της αρχής. (Βλ. και πιο κάτω στο κείμενο και τη σχετική περικοπή της έκθεσης αναιρέσεως στην παράθεση νομολογίας αρ. V 5). Ωστόσο ο ίδιος δεν αιτιολογεί στην Έκθεση του γιατί οι φράσεις αυτές είναι προσβλητικές και πώς θα έπρεπε να εκφραστεί ο δικηγόρος για να πεί τα ίδια πράγματα με μη προσβλητικές φράσεις. Ας σημειωθεί ότι η αίτίασή του κατά της αθωωτικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ήταν η έλλειψη αιτιολογίας].
Η κριτική δημιουργεί προβληματισμό και επιδέχεται έλεγχο. Αντίθετα, οι αφορισμοί προσβάλλουν (όταν είναι προσβλητικοί) ή εξυψώνουν (όταν είνα επαινετικοί) αλλά δεν επιδέχονται έλεγχο. Στα παραπάνω παραδείγματα, ο ισχυρισμός του δικηγόρου για την ύπαρξη κλίματος φόβου στους δικαστές, με την παράλληλη επίκληση και στατιστικών στοιχείων, μπορεί να ελεγχθεί για την ακρίβεια του και να αξιολογηθεί αναλόγως. Αντίθετα, ο αφορισμός με την προσβλητική λέξη «δειλοί» δεν μπορεί να ερευνηθεί (δεν επιδέχεται επαλήθευση ούτε διάψευση). Ακόμα, ο ισχυρισμός συνηγόρου, ότι «ο εισαγγελέας έδωσε προσωπικό χαρακτήρα στις τοποθετήσεις του και απέπνεε προσωπικό μίσος και αντεκδίκηση κατά του κατηγορουμένου» [Περίπτωση της ΠλημΚαβ 15/1990, ΠοινΧρον 1990, 616, που χαρακτηρίστηκε ως περιύβριση], αποτελεί κριτική της εισαγγελικής αγόρευσης [Έτσι, σωστά, την αντιλήφθηκε στην αντίθετη πρόταση του ο Εισαγγελέας Γ. Σιώττης, ο οποίος δέχτηκε ότι, και αν θεωρούνταν προσβλητικές αυτές οι εκφράσεις, θα αφορούσαν προσωπικά τον Εισαγγελέα και δεν θα συνιστούσαν πάντως περιύβριση δικαστικής αρχής. (βλ. ΠοινΧρον 1990, 616)], που μπορεί να ερευνηθεί (ελεγχθεί) κατά πόσο είναι βάσιμη ή όχι. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός εισαγγελέα από συνήγορο με τη φράση «είσαι εμπαθής» δεν συνιστά κριτική. Δεν επιδέχεται διάλογο, έτσι όπως προβάλλεται ως μεμονωμένος χαρακτηρισμός, ούτε διαδικασία επαλήθευσης ή διάψευσης: Είναι αφορισμός, όχι κριτική.
Είναι αλήθεια, πως η κριτική ενοχλεί όταν είναι δυσμενής. Διότι με μια τέτοια κριτική αμφισβητείται η επάρκεια ενός έργου ή προσώπου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τελειότητας που η κοινωνία αξιώνει από αυτό. Και, φυσικά, κανείς δεν ακούει ευχαρίστως—δημόσια μάλιστα—ότι το έργο του ή το πρόσωπο του αποκλίνει από τις αξιούμενες (κατά το δίκαιο ή τις κοινωνικές αντιλήψεις) «προδιαγραφές» ή υπολείπεται από την αναμενόμενη ποιοτική στάθμη. Γι' αυτό και η τυχόν απάντηση σε μια δυσμενή ή δριμεία κριτική έχει, κατά κανόνα, και ανάλογη οξύτητα. Όταν ο δυσμενώς κρινόμενος είναι οποιοσδήποτε πολίτης (επιστήμονας, καλλιτέχνης, πολιτικός), η κριτική και η απάντηση της τίθενται υπό την (τελική) κρίση του «κοινού» ή - αν τελικά περιέχουν υβριστικά ή συκοφαντικά στοιχεία που εμπίπτουν στον ποινικό νόμο-υπό την αυθεντική κατά το δίκαιο (επίσημη) κριτική της δικαιοσύνης. Όταν όμως ο (επι) κρινόμενος είναι μια αρχή, και μάλιστα μια δικαστική αρχή, και ο κριτής τίθεται υπό την αυθεντική κατά το νόμο και επίσημη κρίση του (επι) κρινόμενου, όχι βέβαια του ίδιου προσωπικά, αλλά πάντως κάποιου φορέα της ίδιας αρχής, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η αυθεντική και επίσημη κρίση (της κριτικής) να μην έχει την απαιτούμενη για πολιτειακή πράξη νηφαλιότητα και αμεροληψία. Όταν μάλιστα αυτή η πολιτειακή πράξη είναι η απονομή δικαιοσύνης, που από τη φύση και τον προορισμό της προϋποθέτει νηφαλιότητα και αμεροληψία (αντικειμενικότητα), ο κίνδυνος αυτός προσλαμβάνει τραγικές διαστάσεις [Βλ. τον προβληματισμό του Ν.   Παρασκευόπουλου,   Εφημ. «Ελευθεροτυπία» της 19.6.1992, καθώς και του Εισαγγελέα Φ. Πασχαλίδη, Υπέρ 2,452].
Για να μπορέσει μια δικαστική αρχή να κρίνει νηφάλια και αμερόληπτα (αντικειμενικά) τις (επι)κρίσεις κατά άλλων δικαστικών αρχών, θα πρέπει, νομίζω, πέρα από την αυτονόητη αποβολή οιουδήποτε πνεύματος συναδελφικής αλληλεγγύης ή οποιασδήποτε συλλογικής συνείδησης που οδηγεί σε αυτοάμυνα και αυτοπροστασία (σε ταύτιση με τον «παθόντα»), να δοθεί προσοχή στα ακόλουθα σημεία:
α) Για τη δικαστική λειτουργία, όπως για κάθε πολιτειακή λειτουργία, υπάρχει στο χώρο της κυρίαρχης ιδεολογίας ένας «ιδεότυπος» που ανταποκρίνεται σε μια ιδανική κατάσταση, σε μια τελειότητα. Καμιά ωστόσο λειτουργία, σε κανένα μέρος του κόσμου και σε καμιά εποχή, δεν καλύπτει στην πραγματικότητα ούτε κάλυψε ποτέ τις προδιαγραφές αυτού του «ιδεότυπου». Υπάρχει ασφαλώς η τάση προσέγγισης του, στις καλύτερες ιστορικά καταγραμμένες περιπτώσεις, αλλά ουδέποτε ταύτιση.
Αυτή  η   διάσταση  ιδεώδους  και  πραγματικότητας συμβαίνει γιατί όλες οι κρατικές λειτουργίες πραγματώνονται «μέσα» από φορείς (κρατικά όργανα) που είναι, βέβαια, κοινοί άνθρωποι. Και στους ανθρώπους η τελειότητα αποτελεί ιδανικό, ερέθισμα για προσπάθεια, μα όχι πραγματοποιημένη κατάσταση. Είναι πρόσταγμα, όχι επίτευγμα. Ιστορικά και κοινωνικά δεδομένο αποτελούν λοιπόν οι μεγαλύτερες ή μικρότερες παρεκκλίσεις των εκάστοτε υπαρκτών επιμέρους δικαστικών αρχών προς τον «ιδεότυπο» της «ιδανικής δικαστικής αρχής» που η ιδεολογία του κοινωνικού χώρου οραματίζεται και φαντασιακά διαπλάθει.
Η κριτική επιδιώκει ακριβώς να επισημάνει σε μεμονωμένες, συγκεκριμένες και υπαρκτές περιπτώσεις την ύπαρξη της οποιασδήποτε (μεγαλύτερης ή μικρότερης) παρέκκλισης από τον «ιδεότυπο». Γι' αυτό πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη-έστω και αν μειώνει το κύρος της συγκεκριμένης δικαστικής αρχής στην οποία αναφέρεται-και όχι να αντιμετωπίζεται ως εχθρική ενέργεια κατά του συνόλου της δικαστικής λειτουργίας. Και πρέπει να ερευνάται για να διαπιστωθεί η βασιμότητα της, ώστε να διορθωθεί το ελάττωμα που επισημαίνει και, κατά το δυνατό, η παρέκκλιση από τον «ιδεότυπο».
Κατά μείζονα λόγο πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη η κριτική όταν δεν αναφέρεται σε παρέκκλιση από τον «ιδεότυπο» του ιδανικού δικαστή, αλλά σε παρεκκλίσεις από το «νομότυπο» [Ας μου επιτραπεί η χρήση αυτού του καινοφανούς όρου, που νομίζω πως αποδίδει ακριβώς αυτό που θέλω να πω] του κατά το ισχύον δίκαιο επιβαλλόμενου υποχρεωτικά (τύπου) δικαστή, οι οποίες, όταν υπάρχουν, συνιστούν για το συγκεκριμένο λειτουργό πειθαρχικό ή και ποινικό παράπτοομα. Το Σύνταγμα, ο Κώδικας Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, κάποιες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (πχ. άρ. 237, 239, 251 κά) και της Ποινικής Δικονομίας (πχ. άρ. 332 ΚΠοινΔ) προδιαγράφουν τη συμπεριφορά και τα καθήκοντα του δικαστή κατά τρόπο (νομικά) υποχρεωτικό. Δεν πρόκειται σ' αυτή την περίπτωση για τον ιδανικό δικαστή της ιδεολογίας, αλλά για τον κανονικό (σύμφωνα με το νόμο) δικαστή του θετικού δικαίου, προς τον οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται κάθε δικαστής. Η κριτική, όταν διαπιστώνεται παρέκκλιση από το «νομότυπο» αυτόν, είναι επιβεβλημένη για τη σωστή λειτουργία της δικαιοσύνης. Και μπορεί βέβαια να ασκείται οποτεδήποτε και όχι μόνο με την υποβολή αναφοράς κατά την τυπική διαδικασία που κατά περίπτωση προβλέπεται. Η δίκη είναι μια ζωντανή πραγματικότητα με αμεσότητα και ταχεία εναλλαγή των παραστάσεων, των εντυπώσεων και των γεγονότων. Όταν κατά τη διάρκεια της διαπιστώνεται παρέκκλιση συγκεκριμένου δικαστή από το «νομότυπο» του δικαστικού λειτουργού, προς τον οποίον είναι νομικά υποχρεωμένος να συμμορφωθεί, η άσκηση άμεσης κριτικής για την αποκατάσταση της νομιμότητας αποτελεί και ένα είδος «άμυνας» των λοιπών παραγόντων της δίκης και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Βέβαια οι περιπτώσεις παρέκκλισης από το «νομότυπο» δεν είναι αναπόφευκτες όπως οι παρεκκλίσεις από τον «ιδεότυπο». Ωστόσο και αυτές υπάρχουν σε μεμονωμένες περιπτώσεις, άλλοτε σε μεγαλύτερη και άλλοτε σε μικρότερη έκταση. Άρνηση του γεγονότος αυτού σημαίνει αναγνώριση «αλάθητου» για τους δικαστικούς λειτουργούς, κάτι που θα ήταν όχι μόνο αντίθετο προς την πραγματικότητα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνο για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
β) Η δικαστική εξουσία (με μεγαλύτερη ή μικρότερη παρέκκλιση από τον ιδανικό «ιδεότυπο» και συχνότερες ή σπανιότερες παρεκκλίσεις από το κατά το θετικό δίκαιο επιβαλλόμενο «νομότυπο») δεν παύει να αποτελεί εξουσία ασκούμενη επί ανθρώπων. Σε μια δημοκρατική πολιτεία ο κυρίαρχος λαός ελέγχει πολιτικά την εξουσία, έχοντας τη δυνατότητα να αποδοκιμάσει και να αντικαταστήσει τους φορείς της με τη συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία (εκλογές), αλλά και να τους ελέγχει σε καθημερινή βάση με την άσκηση των θεμελιωδών του δικαιωμάτων. Η δικαστική εξουσία είναι η μόνη που ούτε εκλέγεται ούτε ελέγχεται πολιτικά από το λαό. Η κριτική λειτουργεί τουλάχιστο ως υποκατάστατο ενός στοιχειώδους πολιτικού ελέγχου. Αν αρνηθούμε αυτή τη δυνατότητα σε καθημερινή βάση, η δικαστική εξουσία θα ήταν η μόνη συντεταγμένη εξουσία του κράτους που θα ενεργούσε εξωτερικά ανέλεγκτα, με μόνο δηλαδή εσωτερικό έλεγχο. Τούτο θα αποτελούσε ρωγμή στο δημοκρατικό πολίτευμα: θα σήμαινε παραδοχή ενός ανέλεγκτου «στεγανού» χώρου εξουσίας στους κόλπους της συντεταγμένης πολιτείας, με αμάχητα τεκμαιρόμενη ορθότητα και νομιμότητα έκφρασης και ενεργειών και αξιού-μενη, χωρίς αντίρρηση και συζήτηση, «τυφλή» υποταγή στα όποια κελεύσματα της. Ένας τέτοιος χώρος απόλυτης και θεϊκής (αλάθητης) εξουσίας θα αποτελούσε πράγματι δυναμίτη στα θεμέλια της ορθολογικά δομημένης και δημοκρατικά συγκροτημένης πολιτείας και αναίρεση των καθολικής εφαρμογής και ισχύος αρχών, πάνω στις οποίες στηρίζεται η ιστορική, πολιτική και κοινωνική της νομιμοποίηση [Μανωλεδάκης, Η κριτική των δικαστικών αποφάσεων, «Δίκη» 1991, 641 επ. (=7 θέσεις για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη, σ. 62-63)]
§ v. Η κριτική πολλές φορές παίρνει τη μορφή διαμαρτυρίας, ιδίως όταν ασκείται από άμεσα ενδιαφερόμενο ή θιγόμενο από τη δικαστική ενέργεια πρόσωπο. Και στην περίπτωση αυτή της διαμαρτυρίας ή και καταγγελίας, που συνοδεύεται από υποτυπώδη έστω επιχειρηματολογία ή αιτιολογία, οι επίμαχες φράσεις πρέπει να κριθούν ως κριτική. Αν δεν έχουν τα στοιχεία της κριτικής, αποτελούν έκφραση ανησυχίας, που όπως ειπώθηκε παραπάνω δεν αποτελεί (όταν δεν περιέχει υβριστικές λέξεις) περιύβριση.
§ vi. Τέλος η απλή καταγραφή των γενομένων σε αίθουσα δικαστηρίου στον τύπο ως είδηση, ακόμα και των ονομάτων των δικαστών [Βλ. την περίπτωση της ΑΠ 787/1985 (πιο πάνω, στην παράθεση της νομολογίας, αρ. 111 15) που σωστά δεν θεωρήθηκε περιύβριση], δεν αποτελεί βέβαια περιύβριση, έστω και αν εικάζεται η εχθρική απέναντι στο δικαστήριο διάθεση του δημοσιογράφου. Οι διαθέσεις όπως και οι σκέψεις και το φρόνημα δεν αποτελούν αντικείμενο ποινικής καταστολής σε μια δημοκρατική πολιτεία, παρά μόνο οι πράξεις. Και στην παραπάνω περίπτωση, πράξη του δημοσιογράφου είναι η δημοσίευση της είδησης που δεν περιέχει κανένα προσβλητικό-υβριστικό περιεχόμενο καθεαυτή.
Πολλές φορές η είδηση δεν συνοδεύεται από κριτικά σχόλια—τα οποία υπάγονται στην έννοια της κριτικής, και επομένως ισχύουν γι' αυτά όσα ειπώθηκαν ήδη πιο πάνω για την κριτική—αλλά από σκίτσα ή γελοιογραφίες, οπότε τίθεται το ερώτημα αν και αυτά μπορεί να συνιστούν άσκηση επιτρεπόμενης κριτικής, ή μήπως αποτελούν χωρίς άλλο προσβλητική για τη δικαστική αρχή ενέργεια (γελοιοποίηση) και συνεπώς υπάγονται στην αξιόποινη κατ' άρ. 181 § 1 ΠΚ «περιύβριση».
Αν τα σκίτσα που συνοδεύουν την είδηση στην εφημερίδα απεικονίζουν απλώς τα πρόσωπα των δικαστών ή όψεις του δικαστηρίου, λειτουργούν και αυτά ως είδηση: Λόγος και εικόνα αποτυπώνουν την πραγματικότητα, όπως αντίστοιχα η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, όχι βέβαια με τη φυσιοκρατική πιστότητα εκείνων, αλλά μέσα από τη δημιουργική αναπαραγωγική λειτουργία του δημοσιογράφου και σκιτσογράφου. Καθώς μάλιστα αποτελούν εκφράσεις της έμμεσης δημοσιότητας της δίκης [Βλ. γι' αυτήν Δημητράτου, Προβλήματα δημοσιότητας στην ποινική δίκη, ΝοΒ 1991, σ. 342 επ., Καρρά, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, τ. Γ', έκδ. γ' 1990, σ. 32 επ., Γ. Καλφέλη, Η δημοσιότητα στην ποινική δίκη, 1986, σ. 53 επ.] όχι μόνο δεν μπορεί να απαγορευτούν, αλλά προστατεύονται συνταγματικά (άρθρα 93 § 2 Συντάγματος και 14 § § 1 και 2 Συντάγματος). Το άρθρο 93 § 2 Συντ. ρητά προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να αποκλειστεί η δημοσιότητα. Σ' αυτές δεν περιλαμβάνει και «το συμφέρον της δικαιοσύνης», όπως αντίθετα συμβαίνει στο άρ. 6 § 1 της Ευρ. Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η ρύθμιση του άρ. 93 § 2 Συντ., φυσικά, υπερισχύει.
Επιχειρήματα του τύπου ότι με την απεικόνιση των διαδραματιζομένων στη δίκη ή των δικαστών «κλονίζεται το κύρος της δικαιοσύνης» είναι απολύτως αβάσιμα, αλλά και προσβλητικά για την δικαιοσύνη, αφού η απεικόνιση άνευ ετέρου της πραγματικότητας έχει την αξία ή απαξία της ίδιας της πραγματικότητας, οπότε ο ισχυρισμός ότι με αυτήν κλονίζεται το κύρος της δικαιοσύνης ισοδυναμεί με (αποτελεί) ισχυρισμό ότι η εμφάνιση της δικαιοσύνης στις επιμέρους δίκες κλονίζει το ίδιο το κύρος της! Εξάλλου ένας τέτοιος ισχυρισμός-ακόμα και ως βάσιμος υποτιθέμενος-δεν εκθέτει το σκίτσο-είδηση στον κίνδυνο χαρακτηρισμού του ως περιύβρισης δικαστικής αρχής, αφού, όπως ήδη ειπώθηκε παραπάνω, η απλή μείωση του κύρους της αρχής σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά και περιύβριση της.
Αν τα σκίτσα που συνοδεύουν την είδηση στον τύπο είναι χιουμοριστικά (γελοιογραφίες) και αναφέρονται γενικά στη λειτουργία της δικαιοσύνης (λχ. παριστάνουν τη γνωστή απεικόνιση της δικαιοσύνης με τα μάτια κλειστά και τη ζυγαριά όχι ισοσταθμισμένη, αλλά να γέρνει προς τη δεξιά πλευρά) [Όπως στην περίπτωση της ΑΠ 787/ 1985], δεν εμπίπτουν στα όρια του κατ' άρ. 181 § 1 ΠΚ αξιοποίνου, διότι στην έννοια των «δικαστικών αρχών» του άρθρου 181 § 1 ΠΚ περιλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι μόνο δικαστές που συγκροτούν ένα συγκεκριμένο μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο και όχι αφηρημένα η δικαστική αρχή ή η δικαιοσύνη γενικά και αόριστα.
Αν τα σκίτσα που συνοδεύουν την είδηση στην εφημερίδα είναι χιουμοριστικά (γελοιογραφίες) και απεικονίζουν το δικαστήριο, δηλαδή τους συγκεκριμένους δικαστές που δικάζουν ή δίκασαν την υπόθεση, τότε ασφαλώς το σκίτσο-γελοιογραφία ισοδυναμεί όχι πια με απλή είδηση αλλά με κριτική; είναι ουσιαστικά σκίτσο-κριτική, αφού το χιουμοριστικό στοιχείο της εικόνας υποδηλώνει «εκτίμηση» ή «αξιολόγηση» του έργου ή του προσώπου που απεικονίζει, με τον τρόπο και τα εκφραστικά μέσα της εικαστικής τέχνης. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή ισχύουν όσα ειπώθηκαν ήδη για την κριτική. Αυτή, από μόνη της, δεν συνιστά περιύβριση, σύμφωνα με ρητή διάταξη του άρθρου 181 § 2 ΠΚ. Αντίθετα όμως, αποτελεί αξιόποινη περιύβριση αν η γελοιογραφία-κριτική περιέχει στοιχεία υβριστικά (είναι λχ. χυδαία) Όπως πχ. στην περίπτωση που σωστά έκρινε ως περιύβριση η ΑΠ 1406/1983, ΠοινΧρον 1984, 377. Η γελοιογραφία της εφημερίδας εμφάνιζε φωτογραφία (μοντάζ) υπουργού γυμνής με υπότιτλο τη φράση: «Την πήδηξε ο Δ» και με μικρά γράμματα στην συνέχεια: «την οικονομική κρίση». Αντίθετα, η περίπτωση της ΑΠ 371/1953, ΠοινΧρον 1953, 526, όπου σε γελοιογραφία εφημερίδας εμφανιζόταν ο τότε Πρωθυπουργός της Χώρας να κοιμάται όρθιος, δεμένος σε φανοστάτη, προκειμένου να παρακολουθήσει την παρέλαση, ασφαλώς δεν θα μπορούσε με τα σημερινά δεδομένα να χαρακτηριστεί ως περιύβριση κατ' άρ. 181 ΠΚ. Ούτε υβριστική ήταν ούτε συκοφαντική. Τότε όμως είχε κριθεί ότι υπαγόταν στα όρια του αξιοποίνου του άρθρου τούτου με την αιτιολογία ότι εμφάνιζε τη θέση του Πρωθυπουργού ως «κατεχόμενη υπό προσώπου μη δυναμένου να παρακολουθήσει εν εγρηγόρσει και αξιοπρέπεια ουδ' αυτήν την μετά κατανύξεως και ενθουσιασμού και υπό του τελευταίου των πολιτών παρακολουθουμένην παρέλασιν του Στρατού»] ή συκοφαντικής δυσφήμησης (παριστάνει λχ. το δικαστή να δωροδοκείται από διάδικο ή άλλο πρόσωπο). Σ' αυτή την περίπτωση η κριτική δεν είναι «μόνη» της (αρ. 181 § 2 ΠΚ), αλλά συνοδεύεται ή περιλαμβάνει ύβρη ή συκοφαντία που ξεπερνά το λειτουργικό ρόλο της ελευθερίας σε μια δημοκρατική πολιτεία και αποτελεί αξιόποινη προσβολή στο μέτρο που εξευτελίζει τη δικαστική αρχή (=περιύβριση κατ' άρ. 181 ΠΚ).
Αν το σκίτσο-γελοιογραφία δεν απεικονίζει το συγκεκριμένο δικαστήριο (τους δικαστές που δίκασαν, δικάζουν ή θα δικάσουν κάποια συγκεκριμένη υπόθεση) μα αναφέρεται στη δικαιοσύνη (με γενική παράσταση), από τα άλλα ωστόσο στοιχεία της εικόνας προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο δικαστήριο, τότε νομίζω πως η περίπτωση θα κριθεί όπως ακριβώς η προηγούμενη: ως κριτική του συγκεκριμένου δικαστηρίου, που μπορεί να αποτελεί περιύβριση αν περιέχει στοιχεία εξύβρισης ή συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει να σημειώσω πως η γελοιογραφία, όταν δεν περιέχει εξυβριστικά στοιχεία, δεν γελοιοποιεί· πως γελοιογραφία δεν σημαίνει αναγκαία εκ των πραγμάτων και γελοιοποίηση. Όπως ακριβώς και η κριτική, όταν δεν περιέχει υβριστικά στοιχεία, δεν εξευτελίζει, έστω και αν είναι δυσμενής. Το χιούμορ που χαρακτηρίζει μια γελοιογραφία αποτελεί ένα από τα υψηλότερα εκφραστικά μέσα της ανθρώπινης πνευματικότητας. Κατά συνέπεια, θα ήταν σοβαρό λάθος να αγνοηθεί η κριτική λειτουργία της γελοιογραφίας και να θεωρηθεί τούτη «άνευ ετέρου» ως προσβολή. Η προσπάθεια για αυξημένη προστασία του κύρους των αρχών δεν μπορεί να οδηγεί σε υποβάθμιση των πνευματικών στοιχείων του πολιτισμού μας και σε δίωξη των εκφραστικών μέσων που στηρίζονται σ' αυτά και παίζουν έναν ουσιώδη ρόλο στην ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και του δημόσιου γενικά βίου της χώρας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...