Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Κλητήριο θέσπισμα, επικοινωνία, απόρρητο, αρχή αναλογικότητας, κατάσταση ανάγκης, δίκαιη δίκη.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε',  453/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Πλημμεληματική παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Χρήση της συνομιλίας από τρίτον (άρθ. 370Α παρ. 3 ΠΚ). Αρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, εφ΄ όσον η χρήση έγινε ενώπιον δικαστικής αρχής από τρίτον, και όχι από τον αυτουργό της μαγνητοφώνησης. Πραγματικά περιστατικά.
Καταγραφή δια της αθέμιτης μαγνητοφωνήσεως με κασετοφωνάκι της ιδιωτικής συνομιλίας της πολιτικώς ενάγουσας με τους κατηγορουμένους στο πλαίσιο των μεταξύ τους αντιπαραθέσεων, και δη στο πλαίσιο υποβολής εκατέρωθεν μηνύσεων (μήνυση της νυν πολιτικώς ενάγουσας εις βάρος του νυν κατηγορουμένου για κακουργηματική τοκογλυφία), χωρίς τη συγκατάθεση της νυν πολιτικώς ενάγουσας, με απώτερο σκοπό τη χρήση της καταγραφής ως αποδεικτικό μέσο της αθωότητάς του. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη ακροάσεως. Αίτημα υποβολής ερωτήσεων στην εγκαλούσα και απόρριψη του αιτήματος από τη διευθύνουσα τη συζήτηση. Προσφυγή στο Δικαστήριο. Αιτιολογημένη απόρριψη της προσφυγής, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ερωτήσεις βρίσκονταν έξω από το ερευνώμενο θέμα και ήταν άσκοπες. Δικονομική ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση, και δη λήψη υπ΄όψιν μη αναγνωσθέντος εγγράφου, του οποίου, μάλιστα ζητήθηκε η ανάγνωση. Το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς διηγηματικώς και ιστορικώς στην απόφαση. Κλητήριο θέσπισμα και ακριβής καθορισμός της πράξης. Ενσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και απόρριψη αυτής. Αιτίαση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη αναφοράς των όρων "αθέμιτη μαγνητοφόνηση" και "μη δημόσια συνομιλία". Αφ΄ ενός το στοιχείο του "αθέμιτου" δεν συγκαταλέγεται στα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του και αφ΄ ετέρου τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο κατηγορητήριο συγκροτούν την έννοια της "ιδιωτικής" συνομιλίας, αφού η συνάντηση των προσώπων είχε ιδιωτικό χαρακτήρα. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Μη ταπεινά αίτια. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αφ΄ ενός η επιδίωξη του κατηγορουμένου να αποκτήσει παράνομο αποδεικτικό μέσο για να το χρησιμοποιήσει σε δικαστική αντιδικία δεν συνιστά έλλειψη ταπεινών αιτίων και αφ΄ ετέρου δεν αποδείχθηκε θετική κοινωνική συμπεριφορά. Δυσμενέστερος ποινικός νόμος. Αρθρο 370Α παρ. 2 ΠΚ όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3674/2008, αξιώνοντας την έλλειψη ρητής συγκατάθεσης του θύματος ως στοιχείο της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Δυσμενέστερος ο νόμος μετά την τροποποίηση αυτή, αφού προ της τροποποιήσεως απαιτούσε απλώς την έλλειψη συναίνεσης. Καίτοι στην απόφαση αναφέρεται ότι η πράξη τελέστηκε χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της εγκαλούσας, το Δικαστήριο εφάρμοσε την πλημμεληματική μορφή του ευμενέστερου νόμου (προ της τροποποιήσεως που επέφερε ο ν. 3674/2008). Αίτημα αναβολής για συνεκδίκαση της πλημμεληματικής μαγνητοφώνησης προφορικής συνομιλίας με την κακουργηματική χρήση του περιεχομένου αυτής. Αιτιολογημένη απόρριψη αφού η υπόθεση αυτή εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό και η πράξη ήταν πλημμεληματική ενώ η συναφής κακουργηματική εκκρεμούσε στο πρωτοβάθμιο. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Πλάνη. Προβλήθηκε αορίστως, αφού υποβλήθηκε επιγραμματικά χωρίς να προσδιορίζεται ούτε το είδος της πλάνης. Αδικος χαρακτήρας της πράξεως - κατάσταση ανάγκης. Ιεραρχήσεις της έννομης τάξης. Εννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας. Είναι υπέρτερο από τα αγαθά της περιουσίας της τιμής και της ελευθερίας και ως εκ τούτου, ο δράστης του άρθ. 370Α παρ. 2 περ. 2 ΠΚ δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη του άρθ. 25 ΠΚ, για την απαλλαγή του. Ενάσκηση δικαιώματος, και δη για χρήση του περιεχομένου της συνομιλίας ως αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του χρήστη. Παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα και κανόνας της μη χρήσεώς τους. Κάλυψη του κανόνα. Αρχή της αναλογικότητας. Δεν συνιστά ενάσκηση δικαιώματος η παράνομη μαγνητοφώνηση προφορικής ιδιωτικής συνομιλίας και η χρήση της από τον αυτουργό για την απόδοση συγκεκριμένης κατηγορίας σε ποινική δίκη, εκτός αν ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο που προτείνεται. Συστάθμιση της βαρύτητας του εγκλήματος με την αποδεικτική αναγκαιότητα. Ως εκ τούτου μετά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση. 

Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Διαφορετικά, αν δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ.1 ΚΠΔ. Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην δίκη και δεν προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει εξέταση των αποδεικτικών μέσων. Ακόμη, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης. Εάν το δικαστήριο δεν απαντήσει στον ισχυρισμό ακυρότητας, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης, εφόσον οι λόγοι έφεσης είναι παραδεκτοί και ορισμένοι, ώστε να υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου για την εξέτασή τους.

Στην παρ. 2 του άρθρου 370Α ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για την ένδικη υπόθεση (Οκτώβριος 2007) και όπως θα εκτεθεί παρακάτω, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 8 ν. 3090/2002 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3674/2008, ορίζεται ότι: "Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοφωνεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου (κατά το οποίο η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) εφαρμόζεται και σ’ αυτή την περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου προφορικής συνομιλίας, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή να αφορά συνομιλία που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή δεν πρέπει, κατά τη βούληση των συνομιλούντων, να προορίζεται να ακουστεί από αόριστο αριθμό προσώπων. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. Ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η πράξη της παρ. 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της παρ. 3 και, συνεπώς, ο δράστης παραμένει ατιμώρητος σε περιπτώσεις που η χρήση της αθέμιτης μαγνητοταινίας έγινε από τον τρίτο ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ως τρίτος νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από τον δράστη (φυσικό αυτουργό ή συμμέτοχο) του εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνημάτων ή προφορικής συνομιλίας, αφού η χρήση από τον τελευταίο του περιεχομένου της υποκλοπής δεν εμπίπτει στην παρ. 3, αλλά στα εδάφια β’ της παρ. 1 και γ’ της παρ. 2 και συνιστά επιβαρυντική περίπτωση του οικείου εγκλήματος (και όχι αυτοτελές έγκλημα).
Διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή (ότι στη διάταξη της παρ. 3 εμπίπτει και ο αυτουργός ή συμμέτοχος της υποκλοπής) θα υπερέβαινε το γράμμα και το πνεύμα της σχετικής διάταξης και θα ήταν αντίθετη με το γράμμα της παρ. 4 (που ρητά αναφέρεται μόνο στην πράξη της παρ. 3, και όχι στις πράξεις των παρ. 1 και 2), θα υπέθαλπε την τέλεση των εγκλημάτων των παρ. 1 και 2, προκειμένου οι δράστες αυτών να αξιοποιούν το περιεχόμενο των υποκλοπών για την απόδειξη δικαιολογημένων συμφερόντων τους ενώπιον της δικαστικής αρχής, γεγονός που ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό θέσπισης της οικείας διάταξης.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως επήλθε σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε, επειδή το δικαστήριο, εσφαλμένα και χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, απέρριψε ένσταση του αναιρεσείοντος για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστο για τον λόγο ότι δεν περιέχει τους όρους "αθέμιτη μαγνητοφώνηση" και "μη δημόσια συνομιλία", στοιχεία αναγκαία για τη θεμελίωση της κατηγορίας, της παραβίασης απορρήτου προφορικής συνομιλίας, η οποία είχε αποδοθεί σε βάρος του και για την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, ο αναιρεσείων παρέστη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, και πρότεινε νομότυπα τη σχετική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε. Η ίδια ένσταση επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου αναπτύχτηκε και προφορικά πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τού αναιρεσείοντος και καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση με την 1206/2014 παρεμπίπτουσα απόφασή του και αφού διατύπωσε τη σχετική νομική σκέψη του, θεμελίωσε την απορριπτική κρίση του στην εξής αιτιολογία "... Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα του εισαγγελέα, που επιδόθηκε στους κατηγορουμένους, σ’ αυτό, περιέχονται όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 321 Κ.Ποιν.Δικ. στοιχεία μεταξύ των οποίων και ο ακριβής καθορισμός της αξιόποινης πράξης της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας από κοινού για την οποία κατηγορούνται και μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Μεταξύ των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εδαφίου β’ της παρ. 2 του άρθρου 370 Α του Π.Κ. για παράβαση του οποίου κατηγορούνται οι άνω κατηγορούμενοι, δεν συγκαταλέγεται και το στοιχείο του "αθεμίτου" όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται και συνεπώς, η αναγραφή του στοιχείου αυτού στο κατηγορητήριο δεν είναι αναγκαία. Όσον αφορά το στοιχείο του "μη δημόσιου" χαρακτήρα της αναφερόμενης συνομιλίας μεταξύ των κατηγορουμένων και της Γ. Π., περιγράφεται με πληρότητα στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι αφού από κοινού αποφάσισαν, εν συνεχεία, από κοινού κατέγραψαν σε ένα μικρό κασετοφωνάκι και χωρίς τη συναίνεση της Γ. Π., τη συνομιλία που είχαν μεταξύ τους, δηλαδή σε κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε ο πρώτος κατηγορούμενος με την Γ. Π., στην οποία παρευρίσκονταν και η δεύτερη κατηγορουμένη. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, συγκροτούν την έννοια της "ιδιωτικής" συνομιλίας, αφού γίνεται σαφής μνεία ότι η συνάντηση έλαβε χώρα μόνο μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, η οποία συνεπώς είχε ιδιωτικό και όχι δημόσιο χαρακτήρα. Άλλωστε, το γεγονός του "ιδιωτικού" χαρακτήρα της συνομιλίας, προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της, όπως αυτό λεπτομερώς παρατίθεται στο κατηγορητήριο και το οποίο ανάγεται στις προσωπικές διαφορές που είχαν οι κατηγορούμενοι και η Γ. Π. μεταξύ τους και αφορούσαν τις σοβαρές διαφορές και τις δικαστικές διαμάχες στις οποίες είχαν εμπλακεί, γεγονός που από μόνο του, αποκλείει τον "δημόσιο" χαρακτήρα της συνομιλίας, δεδομένου ότι κανένα από τα εν λόγω πρόσωπα δεν θα ήθελε να γνωστοποιήσει δημόσια, την εμπλοκή του σε σοβαρά ποινικά αδικήματα, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης έκβασής τους. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον στο κλητήριο θέσπισμα παρατίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ο σχετικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που προτάθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου με λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθεί". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ορθά και με την επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, κρίνοντας ότι αυτό δεν είναι αόριστο, αφού περιέχει όλα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης, που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και την ουσιαστική ποινική διάταξη που την τυποποιεί. Ειδικότερα, κατά την περιγραφή της ένδικης αξιόποινης πράξης, της μαγνητοφώνησης από τον κατηγορούμενο ιδιωτικής προφορικής συνομιλίας μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας Γ. Π., αναφέρεται ότι η μαγνητοφώνηση έγινε χωρίς να είχε συναινέσει σ’ αυτό η εγκαλούσα, που αγνοούσε την καταγραφή της συνομιλίας της, η έλλειψη δε της σχετικής συναίνεσης στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο αντικειμενικό όρο και υποστασιοποιεί την έννοια του αθεμίτου στη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη της παρ. 2 περ. β’ του άρθρου 370 Α ΠΚ. Επίσης, παρότι δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα οι λέξεις "ιδιωτική συνομιλία", η σχετική συνομιλία προσδιορίζεται σαφώς ως ιδιωτική προφορική συνομιλία, αφού περιγράφεται ως συνομιλία που έγινε σε συνάντηση μόνο μεταξύ τριών προσώπων, δηλαδή της εγκαλούσας, του αναιρεσείοντος και της συγκατηγορουμένης του (στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο) Σ. Θ., μετά από πρωτοβουλία και συναπόφαση των δύο τελευταίων να υποκλέψουν και καταγράψουν το περιεχόμενο της συνομιλίας σε μικρό κασετόφωνο που είχαν μαζί τους, τα στοιχεία δε αυτά σαφώς υποδηλώνουν βούληση των συνομιλούντων μερών να μην ακουστεί η συγκεκριμένη συνομιλία τους από αόριστο αριθμό προσώπων.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 2 εδ. β’ ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά την τέλεση της πράξης που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα, εφαρμόζοντας αναδρομικά μεταγενέστερη και δυσμενέστερη διάταξη και απαιτώντας στοιχείο που τότε δεν ήταν αναγκαίο για τη θεμελίωσή της, και ειδικότερα αξιώνοντας έλλειψη ρητής συναίνεσης της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας για τη μαγνητοφώνηση της προφορικής συνομιλίας μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος, ενώ η σχετική διάταξη, όπως τότε ίσχυε, απαιτούσε απλώς την έλλειψη συναίνεσης για την αξιόποινη καταγραφή της. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της η διατύπωση, ότι η καταγραφή της ιδιωτικής συνομιλίας έγινε χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, όμως το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ίδια διάταξη, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3674/2008 που μετέτρεψε σε κακούργημα τη σχετική πράξη, αλλά, όπως ρητά αναφέρεται σ’ αυτή (σελ. 47), κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της διάταξης του άρθρου 370Α παρ. 2β’ -α’ ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3674/2008 και επέβαλε σ’ αυτόν την πλημμεληματική ποινή της φυλάκισης των δέκα μηνών. Επομένως, η εν λόγω αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 2 εδ. β’ ΚΠΔ και χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, προκειμένου να συνεκδικαστεί η ένδικη πράξη, της πλημμεληματικής μαγνητοφώνησης προφορικής συνομιλίας, με την κακουργηματική χρήση του περιεχομένου αυτής, που φέρεται ότι τελέστηκε τον Μάρτιο 2010 από τον αναιρεσείοντα ενώπιον δικαστικής αρχής και εκκρεμούσε στις δικαστικές αρχές της Θεσσαλονίκης, για τις οποίες πράξεις αυτός είχε ισχυριστεί ότι υπάρχει μεταξύ τους φαινομενική πραγματική συρροή και ότι ήταν απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη. Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναβολής με το εξής σκεπτικό (σελ.20): "Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της συνεκδίκασης λόγω συνάφειας κατά το άρθρο 128 παρ.1 ΚΠΔ, αφού η παρούσα υπόθεση αφορά πλημμέλημα και εκδικάζεται σε δεύτερο βαθμό, ενώ η συναφής αναφέρεται σε κακουργηματική αξιόποινη πράξη και εκκρεμεί σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς, είναι δικονομικά μη εφικτή η συνεδρίαση (συνεκδίκαση) στο παρόν στάδιο και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Με αυτό το σκεπτικό το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απορριπτική απόφασή του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, κρίνοντας ορθά ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση για συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων. Δεν ήταν δε αναγκαίο να αποφανθεί για τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, για ύπαρξη δηλαδή φαινομενικής ή αληθινής πραγματικής συρροής μεταξύ των δύο πράξεων, αφού έκρινε, όπως είχε εξουσία, μόνο για την πλημμεληματική πράξη της παράνομης καταγραφής, και όχι και για την κακουργηματική πράξη της παράνομης χρήσης του περιεχομένου αυτής.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος. 

Περαιτέρω, με τους λόγους αναίρεσης τέταρτο και έκτο προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις : α) Ότι υπήρξε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο αυτοτελή ισχυρισμό, που είχε προβάλει ο αναιρεσείων ότι η ένδικη μαγνητοφώνηση ήταν θεμιτή, και όχι άδικη για τον λόγο ότι αυτός είχε ως σκοπό να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενό της ως αποδεικτικό μέσο ενώπιον δικαστικής αρχής, για να αποκρούσει κατηγορία τοκογλυφίας που απηύθυνε σε βάρος του η πολιτικώς ενάγουσα (τέταρτος λόγος). Και β) Ότι το Εφετείο δεν απάντησε, άλλως εσφαλμένα και χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η πράξη της εν λόγω μαγνητοφώνησης δεν ήταν άδικη, επειδή, συνιστούσε άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση νόμιμου καθήκοντος (κατ’ άρθρον 20 ΠΚ), καθόσον ο αναιρεσείων θα χρησιμοποιούσε το περιεχόμενό της ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητάς του σε δίκη τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία παραπέμφθηκε μετά από την από 22.12.2009 έγκληση της πολιτικώς ενάγουσας (έκτος λόγος). Επίσης με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας α) ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης της παράνομης μαγνητοφώνησης λόγω κατάστασης ανάγκης κατ’ άρθρο 25 ΠΚ, δηλαδή της ανάγκης για απόκτηση αποδεικτικού μέσου που θα χρησιμοποιηθεί ενώπιον δικαστικής αρχής για την απόδειξη της αθωότητας του αναιρεσείοντος και την προστασία των νομίμων αγαθών της ελευθερίας και της τιμής του και β) ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού μη καταλογισμού της πράξης λόγω πλάνης. Ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Στο άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο (εδ. α’ ) και ότι νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων (εδ. β). Επίσης στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α του Σ. Το άρθρο αυτό κατοχυρώνει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε μορφής ιδιωτικής (μη δημόσιας) επικοινωνίας, και ειδικότερα προστατεύει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε προσωπικής ή επαγγελματικής επικοινωνίας, την οποία το υποκείμενο του δικαιώματος εννοεί και επιθυμεί ως μυστική ή εμπιστευτική. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β’ του Σ., κατά την οποία η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη και η οποία προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή σφαίρα, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την οπτική ή ακουστική παρακολούθηση ή καταγραφή με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο της ιδιωτικής ζωής, εκτός από ενέργειες που επιχειρούνται στο νόμιμο πλαίσιο για τη διερεύνηση, αποκάλυψη και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του Σ. (κατά την οποία απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί - από δημόσιες αρχές ή ιδιώτες-κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ.), είναι κανονιστικά πλήρης με άμεση εφαρμογή, δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα ανεξάρτητα από την έκδοση ή όχι σχετικού νόμου και ισχύει σε όλες τις δικαστικές και διοικητικές αρχές. Η εν λόγω απαγόρευση, αυτονοήτως, δεν αφορά αποδεικτικά μέσα, που αποκτήθηκαν υπό τους όρους του άρθρου 19 παρ.1β’ του Σ., για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με σύννομη άρση του απορρήτου κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994. Με τη διάταξη αυτή (19 παρ.3 Σ.) εισάγεται περιορισμός στο δικαίωμα απόδειξης ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, που κατοχυρώνεται (με επιφύλαξη νόμου) στο άρθρο 20 παρ.1 του Σ., και συγχρόνως εισάγεται περιορισμός σε δικαιώματα των οποίων επιδιώκεται εκάστοτε δικαστική προστασία, που ενδέχεται να έχουν απόλυτη συνταγματική κατοχύρωση, όπως η ζωή, η τιμή, η ελευθερία (με στενή έννοια) κλπ.. Σε ακραίες μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ., εφόσον η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα απόδειξης της αθωότητας κατηγορουμένου ιδίως για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, και μόνο εφόσον η εν λόγω προσβολή, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητας της, συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας, η οποία προστατεύεται από τη θεμελιώδη (και μη αναθεωρήσιμη) διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησης τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Σ. και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σ. είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη. Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου και του σκοπού που προορίζεται να εξυπηρετεί ο περιορισμός, επιβάλλει στον νομοθέτη: α) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να επιδιώκει θεμιτό σκοπό, δηλαδή τον σκοπό που ορίζει ρητά η ειδική νομοθετική επιφύλαξη ή τον σκοπό που εμπίπτει στο νόημα της γενικής νομοθετικής επιφύλαξης (προστασία του κοινωνικού συνόλου ή δικαιωμάτων τρίτων), β) το προβλεπόμενο μέσο ή ο τρόπος του περιορισμού να είναι θεμιτός, γ) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να είναι κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο εισάγεται και δ) η συγκριτική στάθμιση των συγκρουόμενων αγαθών, δηλαδή του αγαθού στο οποίο αποβλέπει ο περιορισμός και του αγαθού που προστατεύει το δικαίωμα, πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) να αποβαίνει υπέρ του πρώτου. Ο δικαστικός έλεγχος δεν υπεισέρχεται στη σκοπιμότητα και περιορίζεται στη συνταγματικότητα των σχετικών νομοθετικών επιλογών, εξετάζοντας μόνο μήπως ο περιορισμός που επέλεξε ο νομοθέτης είναι ακατάλληλος ή μη αναγκαίος ή δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Εξάλλου κατά το άρθρο 20 ΠΚ, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στον ποινικό κώδικα (άρθρα 21, 22, 25, 304 παρ. 4 και 5, 308 παρ. 2, 367, 371 παρ. 4), ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποκλείεται και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από τον νόμο. Δεν συνιστά, όμως, ενάσκηση δικαιώματος η παράνομη μαγνητοφώνηση προφορικής ιδιωτικής συνομιλίας και η χρήση της σχετικής μαγνητοταινίας από τον αυτουργό ή συμμέτοχο της παράνομης μαγνητοφώνησης για την απόσειση συγκεκριμένης κατηγορίας σε ποινική δίκη, εκτός αν η παράνομη μαγνητοταινία είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο που προτείνεται για να καταδειχθεί η αθωότητά του για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα και κριθεί από το δικαστήριο ότι η μη χρήση αυτής θα συνιστούσε προσβολή της ανθρώπινης αξίας (η προστασία της οποίας, όπως ήδη σημειώθηκε, αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας από το άρθρο 2 παρ. 1 του Σ.), καθώς και ότι η χρήση της συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, οπότε, αφού αξιολογηθούν και συσταθμιστούν η βαρύτητα του δικαζόμενου εγκλήματος με την αποδεικτική αναγκαιότητα και προσφορότητα της παράνομης μαγνητοφώνησης για την αθώωση του κατηγορουμένου, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη τα ευνοϊκά στοιχεία της υπέρ του τελευταίου που ζήτησε την ανάγνωση της και θα παραβλέψει τα επιβαρυντικά στοιχεία της για τους άλλους κατηγορουμένους που αντέλεξαν στην ανάγνωσή της. Δεν είναι δε επιτρεπτή αναλογική εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 370Α ΠΚ (που προβλέπει άρση του αδίκου μόνο για την πράξη της παρ. 3, δηλαδή για τη χρήση της παράνομης μαγνητοφώνησης από τρίτον, με την έννοια που προαναφέρθηκε) για άρση του αδίκου των πράξεων των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου ως προς τον αυτουργό ή συμμέτοχο αυτών των πράξεων (για τον οποίο η χρήση της παράνομης μαγνητοφώνησης συνιστά απλώς επιβαρυντική περίσταση, και όχι αυτοτελή αξιόποινη πράξη), καθώς ο περιορισμός της άρσης του αδίκου μόνο στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 370Α ΠΚ (μέχρι την κατάργησή της με τον ν. 3674/208) αποτελούσε εξαίρεση του κανόνα προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας και σταθμισμένη επιλογή του ποινικού νομοθέτη, για τη διαφύλαξη υπέρτερων εννόμων αγαθών υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β, και 19 του Σ. και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε. Με βάση δε τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας, που προστατεύεται από τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β, 19 του Σ., 8 της ΕΣΔΑ και 370Α ΠΚ, δεν είναι σημαντικά κατώτερο, αλλά είναι υπέρτερο από τα αγαθά της περιουσίας, της τιμής και της ελευθερίας, οπότε ο δράστης της πράξης του άρθρου 370 Α παρ. 2 περ. β’ ΠΚ (αυτουργός ή συμμέτοχος) δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη του άρθρου 25, για να πετύχει την απαλλαγή του. Πάντως, η κρίση του δικαστή της ουσίας για in concreto στάθμιση των συγκρουόμενων εννόμων αγαθών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που το σκεπτικό της απόφασης εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να, είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για την καταδικαστική κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται στην απόφαση ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη τα υπόλοιπα, ούτε είναι ανάγκη να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Η ύπαρξη του δόλου δεν απαιτεί, καταρχήν, ιδιαίτερη αιτιολόγηση, επειδή αυτή ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει για το αξιόποινο της πράξης πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης συγκεκριμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιόλογη σης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση για την ουσία της υπόθεσης. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί ενάσκησης δικαιώματος ή νομίμου καθήκοντος και κατάστασης ανάγκης των άρθρων 20 και 25 § 1 ΠΚ. Πρέπει, όμως, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι και η πολιτικώς ενάγουσα, διατηρούσαν από ετών φιλικές μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες εν τέλει διερράγησαν το έτος 2007 και οι ανωτέρω, προέβησαν τα επόμενα έτη σε άσκηση μηνύσεων μεταξύ τους, κατηγορώντας η μια πλευρά την άλλη για σωρεία ποινικών αδικημάτων. Στο πλαίσιο της γενικότερης αντιπαράθεσης και της διάρρηξης των μεταξύ τους σχέσεων, οι κατηγορούμενοι και η πολιτικώς ενάγουσα τον Οκτώβριο του έτους 2007, κανόνισαν συνάντηση μεταξύ τους σε υπαίθριο χώρο παρκινγκ στη ... Θεσσαλονίκης, προκειμένου να συζητήσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν. Συγκεκριμένα, στη συνάντηση αυτή ήταν παρόντες αμφότεροι οι κατηγορούμενοι οι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι μεταξύ τους και η πολιτικώς ενάγουσα. Παρά δε το γεγονός ότι η συνάντηση τους λάμβανε χώρα σε δημόσιο χώρο, δεν αναιρείται ο χαρακτήρας της συνομιλίας μεταξύ τους που ακολούθησε, ως "ιδιωτικής" συνομιλίας, δεδομένου ότι αυτή δεν απευθυνόταν σε αόριστο αριθμό προσώπων, αλλά η αληθής πρόθεση τους ήταν να παραμείνουν μεταξύ τους όλα όσα επρόκειτο να συζητηθούν, γεγονός που συνάγεται και από την ίδια τη φύση των μεταξύ τους διαφορών, οι οποίες αποτέλεσαν στη συνέχεια αντικείμενο εκατέρωθεν μηνύσεων. Κατά τη συνάντηση αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος, κατέγραψε σε κασετόφωνο το οποίο είχε στη κατοχή του, τη μεταξύ τους συνομιλία όπως αυτή παρατίθεται στο κατηγορητήριο, χωρίς ωστόσο να έχει τη ρητή συγκατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, αναφορικά με την καταγραφή της συνομιλίας τους αυτής. Το περιεχόμενο της εν λόγω συνομιλίας, αφορούσε συγκεκριμένα τα χρηματικά ποσά τα οποία η πολιτικώς ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε λάβει ως δάνειο από τον πρώτο κατηγορούμενο με υπερβολικό επιτόκιο, ενώ οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι τα ποσά αυτά είναι προϊόν απάτης που η πολιτικώς ενάγουσα είχε διαπράξει εις βάρος τους. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι είχαν καταμηνύσει την πολιτικώς ενάγουσα και τη μητέρα της για τις πράξεις της υπεξαίρεσης και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, πλην όμως η έγκληση τους αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ’ αριθμόν 167/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, η πολιτικώς ενάγουσα και η μητέρα της άσκησαν από κοινού εναντίον των κατηγορουμένων την από 22-12-2009 έγκλησή τους, οπότε, με το υπ’ αριθμόν 641/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εξακολουθητικής τοκογλυφίας που φέρονταν ότι τελέστηκαν κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτό ημερομηνίες, επικυρώνοντας ως προς την εν λόγω μόνο διάταξή του, το υπ’ αριθμόν 470/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, σε χρόνο πριν την έκδοση των εν λόγω βουλευμάτων και συγκεκριμένα πριν την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος των κατηγορουμένων αλλά κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά, οι κατηγορούμενοι, προσκόμισαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στις 3-3-2010, το περιεχόμενο της παραπάνω προφορικής συνομιλίας που είχαν με την πολιτικώς ενάγουσα, αφού προηγουμένως προέβησαν σε απομαγνητοφώνηση αυτήςΣυνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως για την οποία κατηγορείται ... Εξάλλου, όσον αφορά τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας από κοινού λόγω συνδρομής κατάστασης ανάγκης και συγκεκριμένα, διότι η πράξη τους αυτή αποσκοπούσε στην απόκτηση αντικειμενικής απόδειξης για την αλήθεια που, ενδίκως, αν δεν λάμβανε χώρα όταν έλαβε, δεν θα μπορούσαν να αποδειχτούν τα πραγματικά περιστατικά και οι απολογητικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, αφού μόνον τότε χρησιμοποιήθηκε και για τον λόγο αυτό έγινε και η μαγνητοφώνηση, πρέπει αυτός να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το προστατευόμενο από το άρθρο 370 Α ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ.1, 9 παρ. 1β, 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας, είναι υπέρτερο από τα αγαθά της περιουσίας και της υπόληψης, οπότε, σε περίπτωση που απειλούνται τα τελευταία του δράστη της πράξης του άρθρου 370 Α ΠΚ, δεν μπορεί αυτός, για την απαλλαγή του, να επικαλεσθεί την εφαρμογή του άρθρου 25 ΠΚ. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι, αυτός, υποβλήθηκε εντελώς επιγραμματικά από τον συνήγορό τους, χωρίς να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή τους.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός να απορριφθεί ως αόριστος".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε ως μη νόμιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για άρση του άδικου χαρακτήρα της παράνομης μαγνητοφώνησης λόγω κατάστασης ανάγκης προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου που θα χρησιμοποιούσε ενώπιον της δικαστικής αρχής για την απόδειξη της αθωότητάς του και απόκρουση της κατηγορίας της κακουργηματικής τοκογλυφίας, για την οποία παραπέμφθηκε μετά από έγκληση της πολιτικώς ενάγουσας, καθόσον, όπως σημειώθηκε στην οικεία νομική σκέψη, με βάση τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας, που προστατεύεται από το άρθρο 19 του Σ. και από το άρθρο 370Α ΠΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β’ του Σ. και 8 της ΕΣΔΑ, είναι υπέρτερο από άλλα, έστω και συνταγματικά προστατευόμενα, έννομα αγαθά, όπως η ελευθερία, η περιουσία, η τιμή κλπ. με αντίστοιχο περιορισμό του δικαιώματος εννόμου προστασίας σε βάρος αυτών και του σχετικού δικαιώματος απόδειξης, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που εμπίπτουν στην επιφύλαξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β’ του Σ. (ή στο άρθρο 370Α παρ. 4 ΠΚ πριν από την κατάργησή του), στις οποίες δεν υπάγεται η ένδικη περίπτωση. Επίσης ορθά απορρίφθηκε ως αόριστος ο αυτοτελής ισχυρισμός μη καταλογισμού της παράνομης καταγραφής λόγω πλάνης, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί κατά τρόπο αόριστο, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε το είδος της πλάνης, ούτε αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν είτε πραγματική είτε συγγνωστή νομική πλάνη, κατά την έννοια των άρθρων 30 και 31 ΠΚ, αντίστοιχα. Συνεπώς, ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατά την εφετειακή δίκη α) ότι η πράξη της παράνομης μαγνητοφώνησης δεν ήταν άδικη, επειδή αυτός είχε ως σκοπό να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο της ως αποδεικτικό μέσο για την απόκρουση της προαναφερόμενης κατηγορίας (κακουργηματικής τοκογλυφίας) και για την προστασία των χρηματικών απαιτήσεών του κατά της πολιτικώς ενάγουσας (από υπεξαίρεση ποσού 17.000.000 δρχ. περίπου τα έτη 1996-1997) και β) ότι η εν λόγω πράξη δεν ήταν άδικη, επειδή συνιστούσε άσκηση δικαιώματος και αποσκοπούσε με τη χρήση του περιεχομένου της ενώπιον δικαστικής αρχής στη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία θέση του νομικού μέρους της απόφασης, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι μη νόμιμοι, ο δε αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους και για την απαλλαγή του από την πράξη της παράνομης μαγνητοφώνησης τη διάταξη του άρθρου 20 ΠΚ, ούτε τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 370Α παρ.4 ΠΚ (που προβλέπει άρση του αδίκου μόνο για την πράξη της παρ.3, δηλαδή της χρήσης της παράνομης μαγνητοφώνησης από τρίτον), ούτε αναλογική εφαρμογή της παρ. 4 για την άρση του αδίκου των πράξεων των παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου ως προς τον αυτουργό αυτών των πράξεων, όπως είναι ο αναιρεσείων. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τέταρτος και έκτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ , Β’ , Δ’ και Ε’ ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. 
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται: α ) η αιτίαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση το 641/2012 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης αναφέρεται σαν παραπεμπτικό σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας και β ) η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, άλλως σχετικής ακυρότητας, επειδή το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το 470/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που δεν αναγνώσθηκε, καίτοι ζητήθηκε η ανάγνωσή του. Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν έγγραφα τα οποία απλώς διηγηματικώς και ιστορικώς αναφέρονται στην απόφαση και δεν συνάπτονται με στοιχεία κρίσιμα και θεμελιωτικά της ένδικης κατηγορίας (παράνομης μαγνητοφώνησης) - και της ενοχής και της καταδίκης του αναιρεσείοντος. Υπό την εκδοχή δε ότι συνάπτονται με τον αυτοτελή ισχυρισμό άρσης του αδίκου αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ.4 ΠΚ, δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού αυτός είναι μη νόμιμος, καθώς μπορεί να προβληθεί μόνο από τρίτον, και όχι από τον αυτουργό. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Β’ ΚΠΔ είναι απαράδεκτος. 
Με τους ένατο και δέκατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ και β’ ΠΚ, αντίστοιχα, που στοιχειοθετούν λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως : α) ...., β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από ..., γ) ..., δ) ... και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Ως μη ταπεινά αίτια νοούνται τα συγκεκριμένα κίνητρα που ώθησαν τον υπαίτιο στην τέλεση της πράξης, τα οποία παριστούν την ψυχοβουλητική σχέση αυτού με την πράξη και δεν μαρτυρούν διαστροφή χαρακτήρα. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Εξάλλου, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, (υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης), απαιτείται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παραπάνω Τριμελούς Εφετείου ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ , β’ και ε’ ΠΚ, οι οποίοι αναπτύχτηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα οικεία πρακτικά με το εξής περιεχόμενο "Όπως αποδείχτηκε οι κατηγορούμενοι έζησαν, έως το χρόνο που φέρεται ότι έγινε η πράξη, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, άνθρωποι απλοί και φιλειρηνικοί, ανέκαθεν εργαζόμενοι χειρονακτικά νυχθημερόν, ο πρώτος ως ηλεκτροσυγκολλητής και η δεύτερη ως εργάτρια σε εργοστάσιο, για όλες τις εργάσιμες δεκαετίες της ζωής τους, και στη Γερμανία, όπου μετέβησαν ως μετανάστες, και στην πατρίδα, ήδη συνταξιούχοι και είναι άνθρωποι φιλόπονοι και εργατικοί, που έμαθαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους να αποκτούν τον άρτο τους, άμεμπτοι έγγαμοι οικογενειάρχες, υιοθέτησαν τέκνο και έχουν εξ αυτού ήδη εγγόνι, που εκείνοι στηρίζουν, με ενδιαφέρον και βοήθεια και στους οικείους και γείτονές τους, συντρέχουν τους άλλους τόσο στην περιοχή της κατοικίας τους όσο και στην κοινωνία του χωριού τους, στο οποίο συνεχώς μεταβαίνουν συχνά και διαβιούν και εκεί, αγαπητοί από τους λοιπούς, συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και ποτέ μέχρι το φερόμενο ως χρόνο τέλεσης δεν δικάστηκαν και δεν κατηγορήθηκαν, έχοντας ανέκαθεν λευκό μητρώο μη έχοντας διαφορές με κανένα, πλην αυτών με την πολιτικώς ενάγουσα και τη μητέρα της, των οποίων υπήρξαν θύματα και κατά τα προσαχθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία προς ανάγνωση έγγραφα και δη τα με αριθμ. 470/2011 και 641/2012 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, το με αρ. 1317/2013 βούλευμα Συμβ. Πλημ/κών Θεσ/νίκης και την με αρ. 16145/2013 απόφαση Μον. Πρωτ/κείου Θεσ/νίκης, που δέχτηκαν ότι η πολιτικώς ενάγουσα και η μητέρα της παραπλάνησαν τους νυν εκκαλούντες και τέλεσαν σε βάρος τους απάτη και υπεξαίρεση του ποσού που ψευδώς ανέφεραν ως δήθεν δάνειο και μάλιστα τοκογλυφικό, την 9776/26-3-2013 απόφαση του Μονομ. Πλημ. Θεσ/νικης και την 377/2014 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νικης, που καταδίκασαν την πολιτικώς ενάγουσα για την υπεξαγωγή της τελευταίας επιταγής που είχε εκδώσει σε διαταγή των εκκαλούντων, την οποία δόλια και με σκοπό βλάβης τους είχε αποσπάσει, προκειμένου να διατηρήσει τον άνω παράνομο πλουτισμό της. Εξ άλλου δεν ωθήθηκαν στην πράξη από ταπεινά αίτια, όπως αν είχαν σκοπό την άσκηση πίεσης στη μηνύτρια ή την αποκάλυψη προσωπικών της ευαίσθητων απορρήτων, αλλά με πίστη ότι η πράξη είναι νόμιμη και επιτρεπτή προς απόδειξη της αλήθειας και προστασία της τιμής, της ελευθερίας και της υπόληψης και έγινε προς χρήση ενώπιον των ανακριτικών και δικαστικών αρχών για την υπεράσπιση τους κατά των αδίκων και αβασίμων κατηγοριών της από 23.12.2009 (ΒΜ ... Εγχ/1339) έγκλησης της και νυν πολιτικώς ενάγουσας και της μητέρας της ως μόνου αποδεικτικού μέσου προς απόδειξη της αθωότητάς τους, αφού, όπως τελικά αποδείχτηκε, παραπέμφθηκαν με το 1081/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/νίκης να δικαστούν για το βαρύ κακούργημα της κατ’ εξακολούθηση τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια ο πρώτος και αμφότεροι για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμισης μαζί με την μάρτυρά τους Π. Σ., παρά την προσκόμιση της συνομιλίας με το έγγραφο σημείωμά τους στην Δ’ Πταισματοδίκη Θεσ/νίκης, όπως τους συνέστησε και η τότε συνήγορός τους, που το συνέταξε γι’ αυτούς και προσέθεσε την προσκόμισή του με χειρόγραφη σημείωση (οι ίδιοι με δυσκολία γράφουν χειρόγραφα), πράξεις που συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ατίμωση και προσβολή της προσωπικότητας, με βαριές επαπειλούμενες ποινές, η δε αποτύπωση ήταν το μόνο αντικειμενικό μέσο προς απόδειξη του ότι δεν είναι δράστες καμιάς άδικης πράξης και δεν είναι ζημιώσαντες, αλλά ότι υπήρξαν θύματα και ζημιώθηκαν, υπήρχε δε άμεσος κίνδυνος και κατεπείγον να αποτυπωθεί η αλήθεια, κίνδυνος που επισυνέβη, αφού η νυν πολιτικώς ενάγουσα ποτέ δεν επανέλαβε τα μυθεύματα που αποτυπώθηκαν, όπως αυτό προκύπτει και τα προαναφερόμενα βουλεύματα και αποφάσεις, όπου αναφέρονται οι ισχυρισμοί αυτής και της συνεργού μητέρας της, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι (ψευδείς και παραπλανητικοί) ισχυρισμοί της που αποτυπώθηκαν. Επιπλέον δε, οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για μεγάλο διάστημα μετά την φερόμενη ως πράξη, συνεχίζοντας τον άμεμπτο βίο τους, όπως αυτός προαναφέρεται και από το χρόνο που φέρεται ότι έλαβε χώρα το συμβάν (2007) έως και σήμερα, δηλαδή για επτά περίπου έτη, δεν κατηγορήθηκαν για καμία άλλη πράξη, ούτε τους μέμφθηκε ή τους έψεξε κανείς για οτιδήποτε άλλο, πλην της πολιτικώς ενάγουσας, διατηρώντας μέχρι τώρα το ποινικό μητρώο τους λευκό και το τεκμήριο της αθωότητας τους μη εισέτι ανατραπέν, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν ανταποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό ή άλλο μέσο".

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αναγνώρισε υπέρ του κατηγορουμένου την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ και απέρριψε τα αιτήματα αναγνώρισης υπέρ αυτού και των λοιπών ελαφρυντικών περιστάσεων με το ακόλουθο σκεπτικό: "Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη (βλ. ΑΠ 469/2012). Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο κατηγορούμενος, πέραν της επιγραμματικής δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου του περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε, δεν επικαλείται ούτε και αποδεικνύει τη συνδρομή περιστατικών ή καταστάσεων από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση του κατηγορουμένου έστω σε έναν από τους τομείς της ατομικής, οικογενειακής ή επαγγελματικής τους ζωής. Ομοίως δεν επικαλείται τη συνδρομή περιστατικών από τα οποία να συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμβίωσε αρμονικά ως έντιμο μέλος του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο σχετικός ανωτέρω ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, επίσης ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ διότι ομοίως αυτός δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν την ελαφρυντική περίσταση του ως άνω άρθρου. Εξάλλου, τέτοια ελαφρυντική περίσταση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα αποδεικτικό μέσο για να το χρησιμοποιήσει στις δίκες που εκκρεμούσαν μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας, δεδομένου ότι η βλάβη που τελικά προκλήθηκε στο έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας της πολιτικώς ενάγουσας, είναι υπέρτερης αξίας από την ανάγκη του κατηγορουμένου για κτήση αποδεικτικού μέσου".
Με τις προαναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν χορήγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 β’ και ε’ ΠΚ, ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κατήγορου μένος για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη έδειξε θετική κοινωνική συμπεριφορά και ότι δεν συνιστά έλλειψη ταπεινών αιτίων η επιδίωξη αυτού να αποκτήσει με την αξιόποινη πράξη του παράνομο αποδεικτικό μέσο, για να το χρησιμοποιήσει σε δικαστική αντιδικία του με την πολιτικώς ενάγουσα, το Τριμελές Εφετείο απάντησε στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για χορήγηση των ελαφρυντικών αυτών και τους απέρριψε ως αβάσιμους, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του επαρκή αιτιολογία ως προς τη σχετική απορριπτική κρίση του και ως προς τη μη εφαρμογή των οικείων διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β’ και ε’ ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 333 παρ. 2, 334, 335 παρ. 2 και 357 παρ. 3 ΚΠΔ, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 3δ’ της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος για την υπεράσπιση του. Δεν δικαιούται, όμως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ασκεί καταχρηστικά τα δικαιώματα αυτά, όπως συμβαίνει όταν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης υποβάλλουν προς τους μάρτυρες ερωτήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί ή άσχετες με το αποδεικτέο ζήτημα, επειδή τότε παραβιάζεται η αρχή της ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης και δυσχεραίνεται η αναζήτηση και η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Εξάλλου, επέρχεται έλλειψη ακρόασης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Β’ ΚΠΔ, όταν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να εξετάσουν κάποιον μάρτυρα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα ή αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή αν απαγορεύσει σ’ αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις ως άσκοπες ή άσχετες με το αποδεικτέο ζήτημα, εφόσον έγινε αμέσως προσφυγή προς το δικαστήριο για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος και αυτό παρέλειψε να αποφανθεί για την προσφυγή ή την απέρριψε παρά τον νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 21-22), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού προηγουμένως επέτρεψε σειρά σχετικών ερωτήσεων στον συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα ενάγουσα Γ. Π., στη συνέχεια απαγόρευσε τρεις ερωτήσεις αυτού σχετικές με τραπεζικές επιταγές που είχε εκδώσει η εγκαλούσα σε διαταγή του κατηγορουμένου, επειδή έκρινε ότι δεν συμβάλλουν στην ανακάλυψη της αλήθειας. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου προσέφυγε αμέσως στο Δικαστήριο, το οποίο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή, αφού έκρινε ότι ορθά δεν επιτράπηκε από τη διευθύνουσα τη συζήτηση η υποβολή των συγκεκριμένων ερωτήσεων, επειδή "... βρίσκονται έξω από το ερευνώμενο θέμα και είναι άσκοπες". Επομένως, αφού το Εφετείο απάντησε αιτιολογημένα στην προσφυγή του συνηγόρου του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος ο σχετικός, όγδοος και τελευταίος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται, τέλος, ότι η παραπάνω εγκαλούσα, που είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στην εφετειακή δίκη, ερημοδίκησε κατά την αναιρετική δίκη, καίτοι κλήθηκε νόμιμα για να παραστεί σ’ αυτή, όπως προκύπτει από την από 8-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Μ. Μ., που υπάρχει στον φάκελο της δικογραφίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2014 αίτηση - δήλωση του ... , που επιδόθηκε στις 24-10-2014 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 1206/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα ποινικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...