Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Έκθεση, ενσυνείδητη αμέλεια, σωματική βλάβη, ενδεχόμενο δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια.

Τριμελές Πλημ/ κείο Αθηνών 1777/ 2016.
  
Πρόεδρος: Ι. Παπαϊωάννου Μέλη: Α. Κτενά (Εισηγήτρια), Μ. Ευαγγέλου.
Εισαγγελέας: Ν. Δεληδήμος.

Περίληψη. Σωματική βλάβη εξ αμελείας διά παραλείψεως κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό από έκθεση με ενδεχόμενο δόλο. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Πρόκληση βαριάς σωματική βλάβης στην παθούσα ασθενή, συνεπεία παραλείψεων των κατηγορουμένων νοσηλευτριών, οι οποίες δεν προέβησαν σε άμεση ειδοποίηση των ιατρών του νοσοκομείου, παρά τις οχλήσεις του συζύγου της παθούσας. Ενσυνείδητη αμέλεια των κατηγορουμένων, καθ’ όσον γνώριζαν εκ της ιδιότητάς τους πως η εμφανισθείσα δύσπνοια και δυσχέρεια στην κατάποση είναι δυνατό να μην συνιστούν μετεγχειρητικό σύμπτωμα, αλλά αποτέλεσμα σοβαρής μετεγχειρητικής επιπλοκής, το οποίο απαιτεί άμεσες ενέργειες. Παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. 
Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 και 2 περ. β΄ ΠΚ, όποιος εκθέτει άλλον κι έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην από την έκθεση επέλευση της βαριάς σωματικής βλάβης του εκτεθέντος προσώπου. Απαιτείται, συνεπώς, η συνδρομή αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκθέσεως, ως αιτίας, και της βαριάς σωματικής βλάβης ως αποτελέσματος (ΑΠ 1796/2011 ΝοΒ 60, 1491), που μπορεί να εκδηλωθεί (η έκθεση) είτε ως έγκλημα ενέργειας (περ. α΄) είτε ως έγκλημα παράλειψης (περ. β΄), αν και συχνά γίνεται δεκτό (ενδεικτικώς: ΑΠ 1530/2008 ΠοινΧρ ΝΘ΄, 514) ότι και η υπό στενή έννοια έκθεση της πρώτης περίπτωσης μπορεί να τελεσθεί και διά παραλείψεως υπό τους όρους του άρθρου 15 ΠΚ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για το βασικό έγκλημα της έκθεσης και αμέλεια του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 29 ΠΚ, για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος της βαριάς σωματικής βλάβης, διότι εάν υπάρχει πρόθεση για την τελευταία, ο δράστης τιμωρείται κατά το άρθρο 310 παρ. 3 ΠΚ, υπό τους όρους όμως της παρ. 2 του άρθρου 27 ΠΚ και μόνον υπό τη συνδρομή αυτών.

Περαιτέρω, από το άρθρο 27 παρ. 1β΄ που ορίζει ότι «με δόλο (με πρόθεση) πράττει... επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά (της αξιόποινης πράξης) και τα αποδέχεται», προκύπτει ότι ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά «δόλος αποδοχής του ενδεχομένου», υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει όμως ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά τούτο, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Έτσι «αποδέχομαι» τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζει κάποιος τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζει να προβεί στην πράξη για τον λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από τον φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα (ΑΠ Ολ 4/ 2010 ΠοινΧρ Ξ΄, 719 επ.).

Εν προκειμένω από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα τα έγγραφα, τις ενόρκως ληφθείσες καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί εξέταση του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος δικαστικού συμπαραστάτη της παθούσης, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, εκτιμώμενα κατ’ άρθρον 177 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, τα υπ’ αυτών κατατεθέντα υπομνήματα και τις εγγράφως παρασχεθείσες εξηγήσεις αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, προέκυψαν τα εξής:

Στις 18.4.2008 η παθούσα ... υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση πρόσθιας αυχενικής δισκεκτομής και σπονδυλοδεσίας με γιατρό τον χειρουργό ..., στο Νοσοκομείο «.......», στο Ν. Φ. Αττικής, πάσχουσα από συμπτωματική αυχενική δισκοκήλη (περί της επεμβάσεως οράτε την από 15.5.2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ...). Από ώρα 12.05, οπότε ολοκληρώθηκε η επέμβαση, έως τις 14.00, η παθούσα παρέμεινε στο κέντρο ανάνηψης και, ακολούθως, οδηγήθηκε στον θάλαμο νοσηλείας με αριθμό 314 του ίδιου νοσοκομείου, με φυσιολογική αναπνοή και ομαλή κίνηση των άκρων, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της και ήδη δικαστικό συμπαραστάτη αυτής, δηλώσαντα υπό την ιδιότητά του αυτή, για λογαριασμό της, παράσταση πολιτικής αγωγής ... (σχετ. η υπό ημερομηνία 18.4.2008 αναφορά ενεργειών νοσηλείας και το υπό την αυτή ημερομηνία φύλλο ειδικών ιατρικών εντολών). Οι κατηγορούμενες ... εργάζονται ως νοσηλεύτριες στο παραπάνω νοσοκομείο η ... δε ήταν υπεύθυνη των νοσηλευτριών του τρίτου ορόφου του κτηρίου όπου στεγάζεται το νοσοκομείο. Περί ώρα 15.40 της 18.4.2008 και ενώ οι παραπάνω κατηγορούμενες είχαν «αναλάβει» την εργασία τους από ώρα 15:00, διαρκούσα έως τις 23.00, ο σύζυγος της παθούσας ... διαπίστωσε ότι αυτή εμφάνιζε δύσπνοια και δυσχέρεια στην κατάποση, ειδοποιήσας σχετικώς την κατηγορουμένη ..., η οποία μετέβη στον θάλαμο νοσηλείας υπ’ αριθ. 314 και προέβη σε έλεγχο των ζωτικών λειτουργιών της ... (οράτε το από 18.4.2008 φύλλο ειδικώς ιατρικών εντολών: ε.α), που διαπιστώθηκε πως ήταν σε φυσιολογικά όρια. Εν τούτοις, λόγω της εξακολούθησης των συμπτωμάτων αυτών στην ασθενή και την επιδείνωση της καταστάσεώς της, η οποία, πλέον, δυσκολεύονταν ιδιαιτέρως και εμφανώς να αναπνεύσει, περί ώρα 16.15-16.20 ο ..., ιδιαιτέρως ανήσυχος, χρησιμοποίησε τον ηχητικό μηχανισμό ειδοποίησης του νοσηλευτικού προσωπικού λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση ότι θα προσέλθει ιατρός αλλά, μη ικανοποιηθείς από την αοριστία της καθησυχαστικής διαβεβαίωσης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στην κατηγορούμενη ..., την οποία αναζήτησε και εντόπισε σε άλλους χώρος του τρίτου ορόφου. Και πάλι όμως ουδείς ιατρός ειδοποιήθηκε προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση της νοσηλευομένης ..., δηλ. ούτε ο θεράπων ιατρός ..., ούτε η εφημερεύουσα ιατρός ... ούτε κάποιος άλλος ιατρός του νοσοκομείου, με αποτέλεσμα η κατάστασή της να βαίνει ραγδαίως επιδεινούμενη και η δυσχέρεια της αναπνοής της να μετατρέπεται σε πλήρη αδυναμία να αναπνεύσει. Περί ώρα 16.50-16.55 ο επί 30΄ και πλέον ματαίως αναμένων την έλευση ιατρού ..., εισήλθε αλλόφρων στο γραφείο των νοσηλευτών όπου ευρίσκοντο οι κατηγορούμενες, γνωστοποιώντας σε αυτές ότι η σύζυγός του έχει πάψει να αναπνέει. Μόνον τότε οι παραπάνω νοσηλεύτριες επισκέφθηκαν τον θάλαμο νοσηλείας της παθούσης και υπό τη διαπίστωση της καταστάσεώς της, που ήταν ακριβώς όπως την εξέθετε ο σύζυγός της, δηλ. είχε απωλέσει τις αισθήσεις της και, επιπροσθέτως, ήταν κυανωτική και εμφάνιζε αφρώδες σίελο γύρω από τη στοματική κοιλότητα, ειδοποίησαν την εφημερεύουσα ιατρό ... (επί τούτου βλ. την από 11.1.2012 ένορκη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ληφθείσα προ της υποβολής αυτού της σχετικής δηλώσεως και την από 17.9.2015 ομοία της ...), η οποία με τη συνδρομή τυχαίως παρευρισκομένης σε παρακείμενο θάλαμο νοσηλείας, για κοινωνικούς λόγους, ιατρού αγνώστων στοιχείων, προσπάθησε να αναζωογονήσει την ... και, παραλλήλως, ειδοποίησε τους ιατρούς της ομάδας καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, που έσπευσαν στον θάλαμο. Η επακολουθήσασα χειρουργική επέμβαση κατέδειξε ότι η νοσηλευόμενη είχε υποστεί μετεγχειρητικά απόφραξη της αναπνευστικής οδού συνεπεία αιματώματος χωροκατακτητικού χαρακτήρα και αναπτύξεως οιδήματος στην ανώτερη αναπνευστική οδό. Παρ’ όλον τούτο, επετεύχθη μόνον η παροχέτευση του αιματώματος δίχως να καταστεί δυνατή η αποφυγή της επελθούσης τετραπληγίας, που κατέστησε αυτή ανάπηρη σε ποσοστό 80%. (σχετ. η υπ’ αριθ. πρωτ. 469/6.8.2009 γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού Ευρυτανίας σε συνδυασμό με την από 4.1.2010 γνωμάτευση του ..., το υπ’ αριθ. ...../30.8.2011 έγγραφο του νοσοκομείου «M....» σε συνδυασμό με την, ως είρηται, ιατροδικαστική έκθεση), εξ αιτίας υποξαιμικής εγκεφαλοπάθειας, προκληθείσα από την παρατεταμένη ανοξία του εγκεφάλου (οράτε την υπ’ αριθ. 84622/2014 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απηλλάγη της κατηγορίας της σωματικής βλάβης εξ αμελείας «από υπόχρεο διά παραλείψεως» ο ενεργήσας τη χειρουργική επέμβαση ιατρός ...).

Η ανωτέρω προκληθείσα εις βάρος της ... σωματική βλάβη και πάθηση, χαρακτηριζόμενη ως βαριά τοιαύτη, διότι προξένησε σε αυτή κίνδυνο ζωής και, ακολούθως βαριά και μακροχρόνια αδυναμία να χρησιμοποιεί το σώμα και τη διάνοιά της (ΑΠ 290/ 2014 ΠοινΧρ ΞΕ΄, 373), οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά των κατηγορουμένων να παραλείψουν την άμεση ειδοποίηση των ιατρών του εν λόγω νοσοκομείου, παρά τις συνεχείς οχλήσεις–εκκλήσεις του συζύγου της παθούσας οι περί του αντιθέτου δε ισχυρισμοί αυτών, διαληφθέντες στα πανομοιοτύπου περιεχομένου υπομνήματά τους, όπου αναλισκώμενες, κυρίως, σε παράθεση του ιστορικού της επεμβάσεως, αρνούνται αναποδείκτως την κατηγορία, είναι απολύτως αβάσιμοι και ευθέως διαψευδόμενοι από τις καταθέσεις των ... (οράτε ανωτέρω καθώς επίσης τα πρακτικά συνεδριάσεως και την απόφαση του Η΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της συνεδριάσεως της 24.10.2014), ... (οράτε πρακτικά και απόφαση: ε.α.). Ως προεξετέθη (σελ. 3η της παρούσης) για να τιμωρηθεί το παραπάνω αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης ως επελθόν εξ αμελείας, θα πρέπει η κινδυνώδης συμπεριφορά των κατηγορουμένων που εξέθεσε σε κίνδυνο την παθούσα Β.Λ. να έχει εκδηλωθεί από πρόθεση, δηλ. και από ενδεχόμενο δόλο τούτων, στοιχειοθετουμένου υπό αυτήν την υποκειμενική προϋπόθεση του (βασικού) εγκλήματος της έκθεσης.

Οπωσδήποτε, το επελθόν αποτέλεσμα ήταν αντιπαθές για τις κατηγορούμενες, πλην όμως τούτο διόλου σημαίνει ότι εξ αυτού του λόγου αποκλείεται εξ αρχής η συνδρομή του στοιχείου του δόλου. Εν τούτοις, η προεκτεθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων, όπως αποδόθηκε σε αυτές κατά την απαγγελία της κατηγορίας και όπως από τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, δεν εντάσσεται στην έννοια της αποδοχής του επελθόντος εις βάρος της ... αποτελέσματος, όχι μόνον υπό τη στενή έννοια της επιδοκιμασίας αυτού (Ν. Χωραφάς, Ποινικόν Δίκαιον, έκδοση τη επιμελεία Κων. Σταμάτη, σελ. 255, 256) αλλά και υπό την κρατούσα ευρεία τοιαύτη, κατά την οποία ο δράστης γνωρίζοντας το σοβαρό ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος, έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν του τούτο, το εστάθμησε προς την επιδίωξή του και έκρινε την τελευταία ως σημαντικότερη, έτσι ώστε να προβεί στην πράξη του ελπίζοντας ή ευχόμενος ότι το αξιόποινο αποτέλεσμα, έστω και υπ’ αυτού αποδοκιμαστέο, δεν θα επέλθει (ΑΠ Ολ 4/2010, ε.α). Οι κατηγορούμενες νοσηλεύτριες, εν προκειμένω, πίστεψαν και όχι, απλώς, ήλπισαν, ότι δεν θα επέλθει το τελικώς επελθόν αποτέλεσμα. Τούτο προκύπτει εκ του γεγονότος ότι η εξ αυτών ... είχε προβεί σε έλεγχο της λειτουργίας ζωτικών οργάνων της παθούσας, που διαπιστώθηκε φυσιολογική. Αυτό προκάλεσε στην ίδια και τις συγκατηγορουμένές της, σε συνδυασμό βεβαίως ότι η ... ενοσηλεύετο σε νοσοκομείο όπου υπήρχε εφημερεύων ιατρός αλλά και ιατροί άλλων ειδικοτήτων, οι οποίοι προσέτρεξαν όταν, καθυστερημένα, έλαβαν γνώση του περιστατικού, ότι η κατάσταση της ασθενούς τελεί υπό ιατρικό έλεγχο. Στην ίδια κρίση καταλήγουμε βάσει της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων μόλις διαπίστωσαν την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η νοσηλευομένη, οπότε αφενός προσπάθησαν ανεπιτηδείως και υπό συνθήκες πανικού (οράτε πρακτικά και απόφαση Μον. Πλημ. Αθηνών: ε.α) να αναστρέψουν την αρνητική πορεία της υγείας της και αφετέρου ειδοποίησαν τους κατάλληλους για την περίπτωση ιατρούς, όπως βέβαια ήδη όφειλαν να έχουν πράξει. Οι παραδοχές μας αυτές αφορούν στο βουλητικό στοιχείο του ενδεχομένου δόλου, ισότιμο, κατά τον νόμο, του γνωστικού στοιχείου ως προς την πλήρωσή του για την κατάφαση ή όχι αυτού του είδους της υποκειμενικής στάσης του δράστη έναντι της πράξεώς του (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Πώς διακρίνεται ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια; ΠοινΧρ ΜΑ΄, 18, Αλ. Κωστάρα, Έννοιες και θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, εκδ. 2001, πλαγιάρ. 1503, Γ.Α. Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, εκδ. 1984, σελ. 306 – Ρητώς περί ισοτιμίας των δύο στοιχείων: ΑΠ 268/2014 ΠοινΧρ ΞΣΤ, 34), βασιζόμενες στα προαναφερθέντα εμπειρικά κριτήρια (ή, απλώς, «κριτήρια»: ΑΠ 552/2011 ΝοΒ 956 ή «ενδείκτες» ΑΠ 1527/2010 ΠοινΧρ ΞΑ΄, 582). Επιπροσθέτως, οι κατηγορούμενες, βάσει των προεκτεθέντων, απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 268/2014, εα, ΑΠ 768/2013, αδημ. στον νομικό τύπο, ΑΠ 282/2013, αδημ. στον νομικό τύπο, αναφερόμενες σε Κ. Βαθιώτη, Δόλος: Θεμελίωση και αποκλεισμός στο Ποινικό Δίκαιο, εκδ. 2014, σελ. 129, πλαγιάρ. 553). Οι παραπάνω λόγοι που αποκλείουν την αποδοχή εκ μέρους των κατηγορουμένων του επελθόντος, εν τέλει, αποτελέσματος εις βάρος της ..., ουδόλως επηρεάζουν το ασφαλές της διαπιστώσεως ότι αυτές όφειλαν και ηδύναντο, με βάση τις προσωπικές τους ιδιότητες και τη γνωστή στις ίδιες, ρητώς επιβαλλόμενη από το άρθρο 7 ΠΔ 216/2001, υποχρέωσή τους να περιθάλψουν την παθούσα, όπως κάθε νοσηλευόμενο, πλην όμως παρέλειψαν τούτο από έλλειψη της προσοχής που επιβάλλετο, κατά τα παραπάνω, να επιδειχθεί με συνέπεια να προκληθεί εις βάρος της νοσηλευομένης η προαναφερθείσα βαριά σωματική βλάβη, που όμως βασίμως πίστεψαν ότι δεν θα επέλθει (για την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα σε απλή ή έωλη πίστη και βάσιμη ελπίδα βλ. Κ. Βαθιώτη, ε.α., σελ. 78-79). Η βαρύνουσα τις κατηγορούμενες αμέλεια είναι ενσυνείδητη, όχι διότι τα προαναφερθέντα, κριτήρια («ενδείκτες – αντενδείκτες») αποκλείουν εξ ορισμού την άνευ συνειδήσεως αμέλεια, ιδίως η απώθηση του ενδεχομένου επέλευσης του βλαπτικού αποτελέσματος (έτσι θεωρείται σε: Γκμπάντι/Μαργαρίτη, Ποινικό Δίκαιο και Άρειος Πάγος, εκδ. 2008, σελ. 16), αλλά διότι γνώριζαν ως εκ της ιδιότητάς τους ότι η εμφανισθείσα δύσπνοια και δυσχέρεια στην κατάποση είναι δυνατόν να μην συνιστούν, απλώς, μετεγχειρητικό, ακίνδυνο σύμπτωμα αλλά αποτέλεσμα σοβαρής μετεγχειρητικής επιπλοκής, που απαιτεί άμεση διερεύνηση.

Μη νοουμένου του εγκλήματος της έκθεσης ως εξ αμελείας τελεσθέν και προβλεπόμενης της, συνεπεία αυτής, επέλευσης βαριάς σωματικής βλάβης οφειλομένης σε αμέλεια του δράστη υπό τους όρους του άρθρου 29 ΠΚ, συννόμως χαρακτηρίζεται η αποδοθείσα εις βάρος των κατηγορουμένων αξιόποινη πράξη ως σωματική βλάβη εξ αμελείας, τελεσθείσα διά παραλείψεως (314 παρ. 1α΄, 15, 28 ΠΚ, άρθρο 7 ΠΔ 216/2001), επί των αυτών πραγματικών περιστατικών, ο αξιόποινος χαρακτήρας της οποίας όμως έχει εξαλειφθεί, με συνέπεια παραγραφής το αργότερο στις 18.4.2013 (άρθρα 111-113 ΠΚ, άρθρο 18 ΠΚ). Τέλος, επισημαίνουμε αφενός ότι η ως άνω εξάλειψη του αξιοποίνου ήδη είχε χωρίσει στις 30.10.2014, οπότε δυνάμει της υπ’ αριθ. 84622/2014, ως είρηται, αποφάσεως διαβιβάστηκε παρ’ ημίν η δικογραφία της εκδικασθείσης υποθέσεως προς σχηματισμό νέας, όπερ και εγένετο με τον σχηματισμό της εν θέματι, υπό στοιχεία ΑΒΜ ... ομοίας, και αφετέρου ότι αποδόθηκε εις βάρος του απαλλαγέντος με την προαναφερθείσα απόφαση κατηγορουμένου ... ως «σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο, διά παραλείψεως» η παράλειψή του «να παρακολουθήσει την ασθενή ... μετά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης προς αποτροπή επιπλοκών... παρέλειψε να ενεργήσει εγκαίρως προς ανεύρεση της αιτίας επιδεινώσεως της κατάστασης υγείας της ασθενούς... παρέλειψε να παρακολουθεί αυτή κατά το μετεγχειρητικό στάδιο... παρέλειψε να υποδείξει στο προσωπικό του νοσοκομείου να τον ενημερώσει άμεσα...» και όχι ως έκθεση του άρθρου 306 παρ. 1, 2α΄ ΠΚ (επί του ζητήματος της ασκήσεως ποινικών διώξεων κατ’ επιλογήν του ενδεχομένου δόλου αντί της αμέλειας: βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και η απήχησή της στην πράξη 50 χρόνια μετά, ΠοινΧρ ΝΒ΄, 290), κωλυομένης της εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 308 παρ. 1β΄, 250 ΚΠΔ ως προς αυτών, λόγω συνδρομής δεδικασμένου (57 ΚΠΔ – ΑΠ 422/2012 ΠοινΧρ ΞΓ΄, 40).

Συμφώνως προς τα προεκτεθέντα πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη της κατ’ ορθότερον νομικό χαρακτηρισμό αποδοθείσης εις βάρος τους αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης εξ αμελείας τελεσθείσα διά παραλείψεως (314 παρ. 1α΄, 28, 15 ΠΚ, άρθρο 7 ΠΔ 216/2001) λόγω παραγραφής επελθούσης το αργότερο στις 18.4.2013 (άρθρα 111- 113, 18 ΠΚ, άρθρο 310 ΚΠΔ), δίχως να συντρέχει λόγος επιβολής εξόδων εις βάρος οιουδήποτε.[...]

Παρατήρηση. "Ο αείμνηστος Δάσκαλος του ποινικού δικαίου στο Αριστοτέλειο Ιωάννης Μανωλεδάκης ασχολούμενος με την προβληματική του δόλου υποστήριξε, "Η απόδειξη της αποδοχής ή μη του αποτελέσματος είναι ιδιαίτερα δυσχερής, αλλά αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Όπως όλα τα υποκειμενικά μεγέθη, έτσι και ο ενδεχόμενος δόλος συνάγεται από αντικειμενικές ενδείξεις. Στα πλαίσια αυτά, η πιθανότητα βλάβης εννόμων αγαθών του ίδιου του δράστη, η ανυπαρξία οποιουδήποτε κινήτρου, ο τρόπος τέλεσης της πράξης και άλλα στοιχεία, συνεκτιμώνται για την διαπίστωση του δόλου.  Σε κάθε περίπτωση όμως, αν δεν αποδεικνύονται οι όροι της αποδοχής ενός αποτελέσματος, ο δικαστής είναι υπο-χρεωμένος να επιλέξει την επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο λύση, της ενσυνείδητης αμέλειας" . Σύμφωνα με το Ακυρωτικό μας , «Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά επιδιώκει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ` αυτή το ακριβές περιεχόμενο της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέ-σματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Ένα από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας, η χρησιμότητά του οποίου ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το απο-τέλεσμα. Η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο καθ` όσον η συνέ-χιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της εννοίας του ενδεχομένου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ` όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι` αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφά-σισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνεί-δητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδηση του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε. Ώστε λοιπόν ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το απο-δέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πι-στεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 και 27 ΠΚ στις οποίες γίνεται λόγος περί των ειδών του δόλου προκύπτει ότι ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης αν και κατευθύνει την βούληση και τις ενέργειες του σε κάποιο αξιόποινο αποτέλεσμα γνωρίζει ότι από τις ενέργειες του μπορεί να προκληθεί και άλλο αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο α-ποδέχεται (ΑΠ 1977/1985, ΑΠ 519/1987) η αποδοχή δε αυτή ως ενδεικτικός παράγων προσδιορισμού του βαθμού της αποδοχής του πιθανολογούμενου αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη κρίνεται κυρίως με αντικειμενικά δεδομένα από τα οποία αφ` ενός μεν θα κριθεί το ποσοστό επικινδυνότητας το οποίο ο δράστης είχε υπ` όψη του κατά την ενέργεια της συ-γκεκριμένης πράξης και αφ` ετέρου το βουλητικό στοιχείο του δράστη περί του αν τα αποτε-λέσματα της πράξης ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιο της βούλησης του τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν όταν ο δράστης προβαίνει σε εγχείρημα με πάρα πολύ υψηλό ποσοστό κινδύνου οπότε είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η αποδοχή των αποτελεσμάτων της πράξης του ευρίσκεται μέσα στην από την αρχή επιδειχθείσα βούληση του (Ανδρουλάκης Π.Χ ΜΑ19, Α Χαραλαμπάκης Π.Χ ΜΕ -1189, ΑΠ 768/ 2013, ΑΠ 720/ 2011, 1547/ 2009, ΑΠ 1999/ 2006)». Σχετικά ληπτέα υπόψη και επισημάνσεις του Ν. Αν-δρουλάκη , «πιστεύει κανείς ότι δεν θα επέλθει ένα αποτέλεσμα εφόσον βεβαιώνεται υπο-κειμενικά/ ψυχικά ότι δεν πρόκειται να επέλθει («άντε που θα γίνει αυτό, δεν θα γίνει!»). Ε-φόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, εφόσον ο δράστης μ’  αυτή την έννοια, κατά την, νομίζω, εύστο-χη διατύπωση της απόφασης 1661/ 04 ΑΠ “απωθεί από την συνείδηση του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος”, τότε, όπως έλεγε ο Welzel, θέλει (αποδέχεται) ουσιαστικά αυτό το τελευταίο τόσο λίγο όσο και τα αποτελέσματα στα οποία δεν πηγαίνει καν το μυαλό του. Και εδώ θα πρέπει να προσέξουμε: σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει στον ενδεχόμενο δόλο με την μορφή συμβιβασμού προς το αξιόποινο αποτέλεσμα στην συνειδητή αμέλεια η πίστη στην μη-επέλευση του δεν είναι απαραίτητο να έχει “λογικό έρεισμα”, δηλαδή μια σωστή/ κατανοητή δικαιολογία. Είναι δυνατό να οφείλεται και σε επιπολαιότητα, α-κρισία, νωθρότητα, απερισκεψία. Η πίστη δεν χρειάζεται λοιπόν σώνει και καλά “δικαιολο-γία (“λογικό έρεισμα”), χρειάζεται όμως και παραχρειάζεται απόδειξη της (αληθινής και όχι προσχηματικής) ύπαρξης της, όπως απόδειξη χρειάζεται, και μάλιστα a fortiori (αφού οδηγεί σε βαριά καταδίκη) και ο συμβιβασμός με το αποτέλεσμα». Επίσης, στο ποινικό ισχύει το δόγμα in dubio pro reo". (απόσπασμα από τις υπό χρονολογία 3-5-2017 προςτάσεις μου στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου σε συζήτηση προδικαστικού συμβιβασμού στα πλαίσια αντίκρουσης της αυστηρής ΑΠ 65/ 2017)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...