Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ναρκωτικά, διακίνηση, υποτροπή, τοξικομανία, πραγμ/ νης περιεχόμενο, όπλα.


Πρόεδρος: Αλέξ. Οικονόμου Μέλη: Μαριάννα Μπέη, Παν. Γιάνναρος (Εισηγητής).
Αντεισαγγελέας: Άννα Μπαλογιάννη.

Περίληψη.  Κατά το ν. 4139/2013 κακουργηματική διακίνηση ναρκωτικών η κατοχή, διακεκριμένη δε η τέλεσή της από υπότροπο, ήτοι εκείνον που, χωρίς να έχει κριθεί εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούρ­γημα διακίνησης την προηγούμενη 10ετία. Θέσπιση αμάχητου τεκμηρίου μειω­μένου καταλογισμού του εξαρτημέ­νου δράστη για κάθε αδίκημα κίνησης ναρκωτικών, ενώ για κατάφαση της εξάρτησης δεν απαιτείται πραγμα­ τογνωμοσύνη, αλλά απαριθμούνται ενδεικτικά διαγνωστικά κριτήρια που συνεκτιμώνται. Η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να περιέχει το βαθμό εξάρτησης, το εί­δος ναρκωτικής ουσίας, την ημερήσια δόση και την κατάλληλη θεραπεία.
Ελεύθερη εκτίμησή της, ειδική όμως αιτιολόγηση της αντίθετης κρίσης. Ασύμβατες οι έννοιες υπότροπου και τοξικομανούς, ο οποίος τιμωρείται πάντα για πλημμέλημα. Η ιδιότητα του εξαρτημένου πρέπει να συντρέχει στην προηγούμενη ή την τελευταία (χρονικά) πράξη για την οποία ασκή­θηκε η ποινική δίωξη. Διάταξη ΕισΕφ για παραγγελία εισα­γωγής της υπόθεσης στο ΣυμβΠλημμ λόγω πλημμεληματικής κατοχής ναρ­κωτικών από τοξικομανή. Αντίθετη πρόταση ΕισΠρωτ περί πα­ραπομπής του κατηγορουμένου ως μη τοξικομανούς και υπότροπου, κα­θόσον εκ των εγγράφων δεν προκύ­πτουν συμμετοχή του (ή ολοκλήρω­ση) σε πρόγραμμα απεξάρτησης, ούτε στερητικά σύνδρομα, μήτε χορήγη­ση αγωγής εντός των καταστημάτων κράτησης, ενώ η πραγματογνωμοσύ­νη έγινε μετά πάροδο χρόνου βάσει ιστορικού, κατά δήλωση του ιδίου, που έρχεται σε αντίθεση με δηλώσεις του στον ανακριτή αλλά και σε πολιτι­κά δικαστήρια επιμέλειας τέκνων του.

Η με αριθμό ΕΓ5-15/269/20/3.2.2016 εισαγγελική πρόταση, που έγινε εξ ολο­κλήρου δεκτή :

Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατ’ άρθρ. 32 παρ. 1,4, 138 παρ. 2 και 308Α παρ. 3 ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 43 παρ. 2γ’ εδάφ. τελ. του Ν. 4139/2013 και 308 παρ. 1 ΚΠΔ, την προκειμένη, με αριθ­μό ΒΜ ΔΦ2015/58 ανακριτική δικογραφία, που σχηματίσθηκε κατά του Γ. Κ. του Α., γεν. το 1951, κατοίκου Λ. (Σ. αρ. ...), και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κ.Κ. Λ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 31/2015 εντάλμα­τος προσωρινής κράτησης του Γ’ Ανακριτή του Πρωτοδικείου Λάρισας, κατηγορουμέ­νου για τις πράξεις α) της διακίνησης απα­γορευμένων ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, από κοινού και κατά μόνας, που τέλεσε ως υπότροπος και β) της παράνομης κατοχής όπλων (ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 1, 12,14 παρ. 1, 16,17,18,26 παρ. 1α’, 27 παρ. 1,45, 51, 52, 53, 57, 60, 76, 79, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρ. 20 παρ. 1 και 2, 22 παρ.1 και 2γ’ σε συνδυασμό με άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 και 40,41 του Ν. 4139/2013 και άρθρ. 1 παρ. 2 πιν. Δ αρ. 6 του Ν. 3459/2006 και άρθρ. 1 παρ. 2γ’ και δ’, 7 παρ. 1, 4α’, 8α’, β` και 16 του Ν. 2168/1993) και εκθέτω τα ακόλουθα :

Κατόπιν υποβολής της υπ’ αριθμ. πρωτ. 3008/12/4274ε712.6.2015 αναφο­ράς του Διοικητή του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Υπ/νσης Ασφαλείας Λά­ρισας, με την οποία υποβλήθηκε δικογρα­φία που σχηματίσθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρι­σης, κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της διακίνη­σης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της κατοχής) κατά μόνας και από κοινού και της παράνομης κατοχής όπλων με την υπ` αριθμ. ΔΦ15158Α/12.6.2015 πα­ραγγελία του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας για διενέργεια κυρίας ανάκρισης προς τον Ανακριτή του Γ’ τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας και με την από 15.6.2015 έγγραφη παραγγελία του ίδιου Εισαγγελέα συμπληρώθηκε η ποινική δί­ωξη για την ανωτέρω κακουργηματική πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση της τέλε­σής της από υπότροπο δράστη. Μετά τη νόμιμη, κατ’ άρθρ. 270 παρ. 1α’ και 308 παρ. 4 ΚΠΔ, τυπική περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΕΓ5- 15/269/14.12.2015 αναφορά μας υποβάλλαμε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, ο οποίος, ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 3/2016 Διάταξή του, εκδοθείσα κατ’ άρθρ. 43 παρ. 2 περ. γ’ εδάφ. τελ. του Ν. 4139/2013, αποφάνθηκε ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, τελεσθείσα από δρά­στη που έχει αποκτήσει την έξη της χρή­σης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και ουχί από υπότροπο - ιδιότητα ασύμ­βατη, υπό τις ισχύουσες ρυθμίσεις του Ν. 4139/2013, με την ιδιότητα του τοξικομα­νούς - φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος, για το οποία ασκή­θηκε ποινική δίωξη και δη του προβλεπομένου στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1,2 σε συνδυασμό με 30 παρ. 1,2,4 περ. β’ και 5 του Ν. 4139/2013 και παρήγγειλε σε εμάς την εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιό Σας.

Στις διατάξεις της δεύτερης παραγρά­φου του άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 αναφέρονται ενδεικτικά ως επιμέρους μορφές του βασικού εγκλήματος της κακουργηματικής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, πλην των άλλων, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ’ του ιδίου νό­μου, προβλέπεται ως διακεκριμένη μορφή του βασικού εγκλήματος, τιμωρούμενη με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από 50.000 Ε μέ­χρι 500.000 Ε, η τέλεσή της από δράστη υπότροπο. Ως υπότροπος, κατά την αυ­θεντική ερμηνεία της διάταξης, θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημέ­νος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 4139/2013, «1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους τού άρθρου αυ­τού και των άρθρων 31-35.2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμε­νης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση τής ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του ΚΠΔ. 3. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προ­σώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδί­ως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκάτάστατων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθή­σεις συνδεόμενες με τη χρήση, ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήμάτα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύ­πτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρο­νες περιόδους. Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγμα­τογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος (σω­ματική ή ψυχική ή συνδυασμός τους) και η βαρύτητα αυτής (χρόνος, εξαρτησιογόνα ουσία, απαιτούμενη ημερήσια δόση). Η αποδοχή ή η απόρριψη του αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολο­γείται ειδικά. Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια». Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του αυτού άρθρου: «Δράστης, στο πρόσωπο του οποίου κατά το χρόνο της πράξης συ­ ντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης: (α)... (β) Των πρά­ξεων του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκι­ση τουλάχιστον ενός έτους», κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου «ο κατά νόμο ποι­νικός χαρακτήρας των πράξεων που τελέστηκαν από δράστη, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, κρίνεται με βάση την απειλούμενη στην παρ. 4 στοιχεία β’, γ’ και δ’ ποινή». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών θεωρείται όποιος απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας και μη μπο­ρώντας να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις (αυτοδυνάμως) έχει ανάγκη από ειδική θεραπευτική αγωγή. Η επιθυμία για χρήση ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες ο δράστης γνώρισε τυχαία ή αναζήτησε εκουσίως για καταπραϋντικούς ή ευφοριακούς σκοπούς, εξελίσσεται σε συνήθεια τυραννική και οδηγεί αναπόφευκτα στην προοδευτική αύξηση των δόσεων. Αυτή την αδυναμία αξιολογεί ο νομοθέτης και απειλεί μειωμένη ποινή, που είναι συνάρ­τηση της προσωπικότητας, η οποία εμφα­νίζει μειωμένη αντίσταση. Το άρθρο 30 του ν. 4139/2013 θεσπίζει την κατά αμάχητο τεκμήριο ελαττωμένη ικανότητα καταλογι­σμού του εξαρτημένου δράστη για οποιοδήποτε αδίκημα, που επικεντρώνεται στην κίνηση της ναρκωτικής ουσίας. Στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης του κατηγο­ρουμένου η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 3 του Ν. 4139/2013 καινοτομεί, καθώς για την κατάφασή της δεν απαιτείται το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύ­νης. Η νέα διάταξη απαριθμεί ενδεικτικά διαγνωστικά κριτήρια, τα οποία συνεκτιμώνται στην κρίση για την εξάρτηση του κατηγορουμένου. Βασικό ζήτημα που έχει αναδειχθεί στην πράξη αποτελεί η δυσχέ­ρεια απόδειξης της εξάρτησης του κατηγο­ρουμένου. Ζήτημα έχει προκόψει επίσης στην περίπτωση που η έκθεση πραγματο­γνωμοσύνης είναι ελλιπής, διότι δεν περι­έχει τα στοιχεία που απαιτεί η υπ’ αριθμ. Α2β/3892/1987 Υ.Α., είτε δεν καθορίζονται πλήρως τα στοιχεία που απαιτεί η παρ. 3 του άρθρου 30, είτε περιέχει ασάφειες. Εί­ναι προφανές ότι η διαπίστωση της εξάρ­τησης του κατηγορουμένου μπορεί να συναχθεί ευχερέστερα και πιο αντικειμενικά από επίσημα έγγραφα π.χ. τη συμμετοχή του κατηγορουμένου σε προγενέστερο - ανύποπτο - της πράξης χρονικό διάστημα σε εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, η ολοκλήρωση του οποίου άλλωστε θεσπίζει τεκμήριο για την εξάρ­τησή του από την εισαγωγή του σε αυτό. Η πραγματογνωμοσύνη, στην περίπτωση που αποφαίνεται ότι συντρέχει περίπτω­ση εξάρτησης, χρειάζεται να περιέχει το είδος της εξάρτησης, τον βαθμό της εξάρ­τησης, ο οποίος αποτελεί και συνάρτηση του χρονικού διαστήματος της χρήσης και της εξάρτησης, του είδους της ναρκωτικής ουσίας και της ημερήσιας δόσης, το είδος της εξαρτησιογόνας ουσίας που συνήθως χρησιμοποιεί ο δράστης, την ημερήσια δόση της ουσίας, την κατάλληλη θερα­πευτική αγωγή αν ζητείται τούτο ειδικώς για τον συγκεκριμένο δράστη και την επί­δραση της εξάρτησης στον καταλογισμό. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν απαραίτητα κριτήρια για την διαμόρφωση δικανικής κρίσης, καθώς η αξιολόγησή τους σημα­τοδοτεί και διαφορετική ποινική μεταχεί­ριση του εξαρτημένου χρήστη. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθε­ρα, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη κρίση, καθώς αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (Ν. Παρασκευόπουλος - Κ. Κοσμάτος Ναρκωτικά Κατ’ άρθρο ερμη­νεία Ν. 4139/2013 Γ Έκδοση).

Περαιτέρω, υπό τον ισχύοντα νόμο περί εξαρτησιογόνων ουσιών, υποτροπή και τοξικομανία είναι ασύμβατες έννοιες, σε περίπτωση, δε, που καταφαθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως τοξικομα­νούς, αποκλείεται ο χαρακτηρισμός αυτού ως υπότροπου και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή η τιμώρηση της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή δράστη προβλέπεται και τι­μωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.4 περ. β’ του Ν. 4139/2013 ως πλημ­μέλημα, αποκλεισμένης της εφαρμογής της τέταρτης περίπτωσης της ίδιας διά­ταξης (Κοσμάτου Κώστα «Τα εξαρτημένα άτομα στην νέα νομοθεσία για τα ναρκωτι­κά» ΠοινΔικ 8-9/2013.805). Η ιδιότητα του εξαρτημένου που αποκλείει την ένταξη του δράστη στην έννοια του υπότροπου θα πρέπει να συντρέχει είτε στην προηγούμε­νη είτε στην τελευταία (χρονικά) πράξη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη. Άλλωστε, η υποτροπή του εξαρτημένου δράστη αποτελεί πολλές φορές συστατικό στοιχείο και σύμφυτο της εξάρτησής του από τις ναρκωτικές ουσίες. Η αιτιολογία της απόφασης προκειμένου να κριθεί ως ειδική και εμπεριστατωμένη στην περί­πτωση της επιβαρυντικής περίστασης της ειδικής υποτροπής, θα πρέπει να περιλαμ­βάνει τις προηγούμενες καταδίκες και να προσδιορίζει αν είναι κακούργημα, καθώς και το χρόνο που έλαβαν χώρα, διαφορετι­κά η απόφαση αναιρείται για έλλειψη ειδι­κής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 1451/2004 ΠΧρ 2004. 612).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 8α του Ν. 2168/1993 «με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποι­νή τουλάχιστον 590 ευρώ, τιμωρούνται οι παραβάτες των παρ. 1 και 2...» , σύμφωνα δε με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που δια­ λαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώ­σεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου «όπλα θεωρού­νται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρό­σφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα ... γ)... ρόπαλα μεταλλικά ή μη ... και δ)... ξιφολόγχες... Το έγκλημα της παράνομης κατοχής όπλου είναι διαρκές. Η παράνο­μη κατοχή περισσοτέρων όπλων ή λοιπών αντικειμένων του άρθρου 1 του Ν. 2168/93 συνιστά ένα έγκλημα, λόγω και της ταυτό­τητας του εννόμου αγαθού (δημόσια τάξη) που τίθεται σε κίνδυνο από το δράστη, επι­βάλλεται δε η ποινή που προβλέπεται για την κατοχή όπλου που τιμωρείται βαρύτε­ρα (ΑΠ 1585/2005 ΠρΛόγος 2005.489).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως και της προηγηθείσης αυτεπάγγελτης προανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την από 21.10.2015 πραγμα­τογνωμοσύνη του ορισθέντος με την υπ’ αριθμ. 3008/12/4274-δ/12.6.2015 διάταξη του Διοικητή του Τ.Δ.Ν. Λάρισας ψυχιά­τρου του Π.Γ.Ν.Λ. Σ. Κ, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου Γ. Κ., προκύπτουν, κατά την κρίση μας, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ` άρθρ. 177 παρ. 1 ΚΠΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατι­κά:
Κατόπιν πληροφοριών που περιήλθαν στο Τ.Δ.Ν. της Υπ/νσης Ασφαλείας Λάρι­σας σχετικά με την έκνομη δράση του κα­τηγορουμένου, αστυνομικοί της υπηρεσίας αυτής στη Λ. την 11.6.2015 διενήργησαν νομότυπη κατ’ οίκον έρευνα στο διαμέρι­σμα της επί της οδού Σ. αρ.... οικοδομής, όπου συνοικούσαν ο κατηγορούμενος, η Γ. Μ. του I. και τα δύο ανήλικα τέκνα του, ηλι­κίας 11 και 8 ετών, γεννημένα εκτός γάμου από την ελεύθερη σχέση που είχε αναπτύ­ξει ο κατηγορούμενος με την Φ. Π.. Ο κα­τηγορούμενος εκουσίως παρέδωσε στους αστυνομικούς ένα νάιλον σακουλάκι, που περιείχε αποξηραμένη κάνναβη σε φού­ντα, βάρους 36,1 γραμ. , η οποία και κα­τασχέθηκε. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, που ακολούθησε, εντοπίστηκε σε χρημα­τοκιβώτιο κρυμμένο εντός ντουλάπας το χρηματικό ποσό των 2.250 Ε, το οποίο ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι προερ­χόταν από δωρεά προς αυτόν του ενήλικα υιού του Μ. Κ., ενώ μέσα στην ίδια ντουλά­πα βρέθηκε και ένα μεταλλικό πτυσσόμενο γκλοπ, καθώς και μία ξιφολόγχη πολεμικού όπλου με αριθμό σειράς..., τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, κατείχε από 20ετίας και τα οποία επίσης κατασχέθηκαν. Ακο­λούθως, την ίδια ημέρα, στην κατ’ οίκον έρευνα που διενεργήθηκε στην περιφραγ­μένη αγροικία, που διατηρεί ο κατηγορού­μενος στην περιοχή της Α. Μ. Λ., αφενός κατασχέθηκε ένα νάιλον σακουλάκι, που περιείχε αποξηραμένη κάνναβη σε φού­ντα, βάρους 100,60 γραμ., το οποίο αυτός είχε επιμελώς κρύψει στον αύλειο χώρο της αγροικίας του και παρέδωσε εκουσί­ους στους αστυνομικούς κατόπιν σχετικής πρόσκλησής τους, μετά, δε, από ενδελεχή έρευνα των τελευταίων εντοπίστηκαν στον αύλειο χώρο της αγροικίας και σε διαφο­ρετικά σημεία αυτής, επιμελώς κρυμμένες στο υπέδαφος: μία νάιλον συσκευασία με αποξηραμένη κάνναβη σε: φούντα βάρους 556,60 γραμ., μία νάιλον συσκευασία με αποξηραμένη κάνναβη σε φούντα βάρους 376 γραμ. και μία νάιλον συσκευασία με αποξηραμένη κάνναβη σε φούντα βάρους 649 γραμ., για τις οποίες ο κατηγορούμε­νος δήλωσε άγνοια και ισχυρίστηκε ότι η απόκρυψή τους εντός της περιφραγμέ­νης ιδιοκτησίας του, ήτοι στη σφαίρα μεν εξουσίασής του, αλλά εν αγνοία αυτού, ήτοι άνευ βούλησης εξουσίασής του επί των ποσοτήτων ναρκωτικών, των οποίων δεν γνώριζε καν την ύπαρξη, δεν στοιχει­οθετούσε κατοχή και περαιτέρω ότι ο ίδιος ήταν εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ου­σίες, κάνοντας μακροχρόνια χρήση όλων των ειδών, την δε παραδοθείσα από αυτόν στους αστυνομικούς ποσότητα κάνναβης προόριζε για την εξυπηρέτηση αποκλειστι­κά των προσωπικών του αναγκών. Προς επίρρωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί τοξικομανίας, ο κατηγορούμενος επι­καλέστηκε την υπ’ αριθμ. 459/18.12.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, η οποία, προφανώς εκτιμώντας την από 1.7.2014 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνω­μοσύνης του ψυχιάτρου Αθηνών A. Τ., έκρινε αυτόν ένοχο της πλημμεληματικής πράξης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της κατοχής, καλλιέργειας και συγκομιδής κάνναβης), που φέρεται ότι τέλεσε ως εξαρτημένος την 22.4.2014 και εντός του τελευταίου εξαμήνου πριν τη σύλληψή του, στην αγροτική περιοχή της Α. Μ. Λ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυ­λάκισης 3 ετών, αφαιρώντας χρόνο προ­σωρινής κράτησής του από την 22.4.2014 έως και την 18.12.2014. Ήδη, ο κατηγορούμενος είχε κατα­δικαστεί αμετάκλητα με την υπ’ αριθμ. 707/12.12.2013 απόφαση του Πεντα­μελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρι­σας, μετά την παραδοχή ελαφρυντικής περίστασης, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και Χ.Π. 1.000 Ε, αφαιρουμένου του χρό­νου προσωρινής κράτησής του από την 23.8.2008 μέχρι και την 13.1.2010, για τις κακουργηματικές πράξεις της απλής ψυχι­κής συνδρομής στην πώληση ναρκωτικών ουσιών, που είχε τελέσει η συγκατηγορουμένη και τότε σύντροφός του Φ. Π. στη Λ. την 22.8.2008, όταν αυτή πώλησε ινδική κάνναβη βάρους 52,1 γραμ. σε δύο έτερα πρόσωπα και της συγκατοχής με την προαναφερόμενη, στον ίδιο τόπο και χρό­νο και στην επί της οδού Σ. αρ. ... οικία του, ποσοτήτων ινδικής κάνναβης και δη βάρους 3,4 γραμ., 34,8 γραμ., 47,1 γραμ. και 5 γραμ., κατανεμημένων σε νάιλον συσκευασίες, πράξεις, τις οποίες τέλεσε χω­ρίς να είναι τοξικομανής, απορριπτομένου σχετικού ισχυρισμού του, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από κανένα αξιόπιστό αποδεικτικό μέσο προέκυπτε η τοξικοεξάρτησή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας μόρφωσε την κρίση αυτή, μολονότι είχε εκδοθεί η από 5.9.2008 έκθεση πραγματογνωμο­σύνης του ψυχιάτρου του Γ. Νοσοκομείου Λ. Κ. Κ., ο οποίος, αφού διέγνωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίζει ψυχοπα­θολογία, παρά μόνον στοιχεία χρόνιας ήπιας συναισθηματικού τύπου διαταρα­χής - κυρίως κατάθλιψης - συμπέρανε ότι κάνει συστηματική χρήση χασίς, έως και 10 τσιγάρα ημερησίως, από 17 ετών, ως προσπάθεια αυτοθεραπείας, ότι στο ιστο­ρικό χρήσης δεν καταγράφονται επεισό­δια υπερβολικής λήψης ουσιών ούτε έχει απευθυνθεί ο κατηγορούμενος σε πρό­γραμμα απεξάρτησης, αλλά, κατά τα λεγό­μενό του, είχε επιχειρήσει μόνος του ανεπιτυχώς τη διακοπή της χρήσης, ενώ κάνει και περιστασιακή χρήση κοκαΐνης, έχοντας διακόψει τη συστηματική στο παρελθόν χρήση ηρωίνης διά ρινικής εισρόφησης και κατέληξε ότι, σύμφωνα με το ιστορικό του, πληροί τρία τουλάχιστον από τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. Α2β/οικ.3982 (Κοιν. Ασφα­λίσεων) της 7.10/4.11.87 απόφασης και έτσι πρόκειται περί εξαρτημένου ατόμου. Την πραγματογνωμοσύνη αυτή το Πεντα­μελές Εφετείο Λάρισας έκρινε, κατά την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ως μη αξιόπιστη, προφανώς ως στηριζόμενη αποκλειστικά στην ψυχιατρική συνέντευξη του κατηγορουμένου και μη ενισχυόμενη από άλλα ευρήματα, καθώς έλλειπαν πι­στοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών χορήγησης υποκατάστατων ή ανταγω­νιστικών στα οπιοειδή ουσιών και περί­θαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που θα απεκάλυπταν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους (λ.χ ιατροδικαστικές εξετάσεις, πραγματο­ γνωμοσύνες με τη μέθοδο «ανάλυσης τρι­χών»), καθώς και δεδομένα της κοινωνικής ζωής του κατηγορουμένου, από την εκτί­μηση των οποίων θα μπορούσε να προκύψει η έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Και τούτο, μολονότι η ψυχιατρική εξέταση και συνέντευξη του κατηγορουμένου στα πλαίσια της κριθείσας αμετακλήτως υπό­θεσης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας έλαβε χώρα εντός 15 ημερών από τη σύλληψή του και ως εκ τούτου, σε περίπτωση τοξικοεξάρτησής του, παρά την απουσία εργαστηριακού ελέγχου, θα ήταν, δίχως άλλο, εμφανή τα συμπτώμα­τα αποστέρησης - σωματικής και ψυχικής - και τέτοια ως γνωστόν είναι αδυναμία, εμετοί, διάρροιες, αϋπνία, βραδυκαρδία, μεταβολή θερμοκρασίας, έντονη επιθυμία για οπιοειδή, συμπτώματα που μπορούν να επιμένουν, ιδίως επί χρήσης κοκαΐ­νης, επί μακρόν μετά την τελευταία δόση. Επισημαίνεται επίσης, ότι η κρίση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ουδόλως επηρεάστηκε από την απόπειρα του κατη­γορουμένου να παρακολουθήσει, κατά το χρονικό διάστημα από την 26.8.2009 έως και την 5.1.2010, εγκεκριμένο κατά νόμο συμβουλευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης από τις ουσίες, συμμετέχοντας εθελοντικά στην Α’ περίοδο εγκεκριμένου προγράμ­ματος συμβουλευτικής που λειτουργεί στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. Θ.Π. 26/5.1.2010 βεβαίωση του «ΚΕΘΕΑ εν δράσει», που προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Και τούτο, διότι ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε μετά την άρση της προσωρινής του κράτησης στις 13.1.2010, να ολοκληρώσει το πρό­γραμμα αυτό στον ίδιο φορέα ή στον τοπι­κό φορέα του ΚΕΘΕΑ Έξοδος.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος μετά την από 13.1.2010 αποφυλάκισή του, συνελήφθη εκ νέου, ως προαναφέρθηκε, στις 22.4.2010, για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, καθ' ο χρόνο κρατείτο και πάλι προσωρινά για την νέα πράξη, υπέ­βαλε την υπ’ αριθμ πρωτ. 510/27.5.2014 αίτηση εισαγωγής του στο Θεραπευτικό Πρόγραμμα Υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ στο Β. και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ πρωτ. 593/11.6.2014 ενημέρωση - πρό­σκληση, αποσταλείσα προς τον πληρε­ξούσιο δικηγόρο του Τ. Α., κλήθηκε να εισαχθεί στο πρόγραμμα υποκατάστασης στις 16.6.2014. Ωστόσο, παρά την υποβο­λή της αίτησης αυτής, που αποσκοπούσε προφανώς στην ευόδωση αίτησης άρσης της προσωρινής κράτησης του κατηγο­ρουμένου και ενίσχυσης του ισχυρισμού περί τοξικομανίας και παρά την άμεση αποδοχή του αιτήματος από τους υπεύ­θυνους της μονάδας, ο κατηγορούμενος ουδόλως, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 459/2014 απόφασης του Μον. Εφετείου Λάρισας, με την όποια για πρώτη φορά έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του περί τοξικο­μανίας και τη συνακόλουθη αποφυλάκισή του, κινητοποιήθηκε για τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης, αλλά, αντιθέτως, στις 11.6.2015 συνελήφθη εκ νέου να κατέχει τις προμνημονευθείσες ποσότήτες κάνναβης στη Λ. και στην Α. Μ. Ν. Λ., η κατοχή των οποίων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για προσωπική χρήση του κατηγορουμένου, ο οποίος, στερούμενος εμφανών εισοδημάτων και επιφορτισμέ­νος με τις αυξημένες δαπάνες διαβίωσης των δύο ανηλίκων τέκνων του, δεν μπό­ρεσε να δικαιολογήσει την κατοχή των παραπάνω ποσοτήτων. Επιπροσθέτως, δε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι επιμέρους ποσότητες κάνναβης, που εντοπίστηκαν στις 11.6.2015 στην αγροι­κία του με έρευνες και κοπιώδεις προσπά­θειες των αστυνομικών, δεν διακατέχονταν από τον ίδιο, αλλά από τρίτους, που για άγνωστο λόγο επέλεξαν, κατά την προ­σφιλή και στον κατηγορούμενο μέθοδο, να αποκρύψουν ποσότητες της ίδιας με την κατεχόμενη και από τον κατηγορού­μενο ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης εντός νάιλον συσκευασιών) σε διάφορα μέρη του περιφραγμένου αγροκτήμάτος του, δεν μπορεί να κριθεί πειστικός. Και τού­το, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ήδη από την 18.12.2014 ο κατηγορούμενος είχε ανακτήσει την ελευθερία του και είχε την απόλυτη πραγματική φυσική εξουσίαση του κτήματός του, στο οποίο και παρευρισκόταν συχνά και ήταν άλλωστε ο χώρος που είχε χρησιμοποιήσει προσφάτως για την καλλιέργεια και συγκομιδή κάνναβης, η δε έρευνα των αστυνομικών υποκινή­θηκε από πληροφορίες τους για κατοχή κάνναβης από τον κατηγορούμενο, που απεδείχθησαν βάσιμες.
Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, προς επίρρωση του ίδιου υπερασπιστικού ισχυρισμού του περί τοξικοεξάρτησής του, προσκόμισε τις παραπάνω από 5.1.2010 και 11.6.2014 βεβαιώσεις του ΚΕΘΕΑ εν δράσει και του ΟΚΑΝΑ μονάδας υποκατάστασης Β. αντίστοίχως, από τις οποίες ωστόσο, ενόψει και των προεκτεθέντων αναφορικά με τις συνθήκες χορήγησής τους, δεν προκύπτει βάσιμα η εξάρτησή του, καθώς δεν προκύ­πτει συμμετοχή του ή εκδήλωση ενδιαφέ­ροντος για τη συμμέτοχή σε εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα σε ανύποπτο χρόνο και πολύ περισσότερο ολοκλήρωση της παρακολούθησης εγκεκριμένου κατά νόμο συμβουλευτικού ή θεραπευτικού προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης με ή χωρίς υποκατάστατα και σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, ώστε να καταφαθεί τυχόν ήδη από την προδικασία η εξάρτησή του, ενόψει του τεκμηρίου τοξικοεξάρτησης που διατηρείται και με τη νέα διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του Ν. 4139/2013, ούτε προσκόμισε βεβαιώσεις περίθαλψής του για παθήσεις συνδεόμε­νες με τη χρήση ουσιών. Και δεν μπορεί να παροραθεί το γεγονός ότι ο κατηγο­ρούμενος διαχρονικά ισχυρίζεται ότι κάνει συστηματική χρήση ναρκωτικών ουσιών, κάνναβης έως και 15 τσιγάρα ημερησίως, από την ηλικία των 15 ή των 17 ή των 20 ετών, όπως έχει κατά καιρούς ισχυριστεί ενώπιον των πραγματογνωμόνων, και αρ­γότερα και κοκαΐνης και ηρωίνης, όχι όμως παρεντερικά, διότι τούτο θα ήταν εμφανές διά γυμνού οφθαλμού, αλλά διά ρινικής εισρόφησης, για αξιόλογα διαστήματα, καταφέρνοντας να διακόψει τη χρήση των σκληρών ναρκωτικών με προσωπική του προσπάθεια διά απομόνωσης ή χαπιών, ωστόσο, ουδέποτε καταγράφηκε ιστορικό υπερβολικής χρήσης από ουσίες, εισαγω­γή του σε κλινική λόγω παρενεργειών από αυτές, ψυχοπαθολογία ή στερητικά σύν­δρομα, συνεπεία των οποίων χρειάστηκε να λάβει φαρμακευτική αγωγή προς ανα­κούφιση συμπτωμάτων. Και είναι σημαντι­κό ότι δεν προκύπτει η χορήγηση τέτοιας αγωγής ούτε εντός των καταστημάτων κράτησης, όπου φέρεται ότι κρατήθηκε προσωρινά, αμέσως μετά τη σύλληψή του, οπότε η εκδήλωση τέτοιων στερητι­κών συνδρόμων θα ήταν αναπόφευκτη, όπως και η αναζήτηση κατάλληλης αγω­γής. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, μολονό­τι επικαλέστηκε τοξικοεξάρτησή του τουλάχιστον από το 1990, όταν σε ηλικία 42 ετών νοσηλεύτηκε στην Ψυχιατρική Κλινι­κή του Νοσοκομείου Λ. κατά το διάστημα 10.11-11.11.1992, δεν εκδήλωσε συμπτω­ματολογία ούτε από τις ψυχιατρικές συνε­ντεύξεις κατέστη δυνατό να αποφανθούν οι ψυχίατροι της κλινικής μετά βεβαιότητας περί της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς, ο δε ιατροδικαστής του Α.Π.Θ. Β. Ν., που τον εξέτασε στις 11.1.1993 δεν διαπίστωσε σημεία στέρησης, όπως μυδρίαση, τρόμο χειρών, εφίδρωση, ψυχρά άκρα και αποφάνθηκε ότι δεν είναι εξαρτημένος κατά την έννοια του νόμου.
Στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης, ο κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον ορισθέντα από τον Διοικητή του Τ.Δ.Ν. πραγματογνώμονα Σ. Κ., ψυχίατρο του Π.Γ.Ν.Λ., ο οποίος εξέτασε τον κατηγορού­μενο την 5.10.2015, συντάσσοντας την από 21.10.2015 γραπτή έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, σύμφωνα με το άρθρο 198 ΚΠΔ και πιθανολόγησε, αφού έλαβε πλήρες ιστορικό του κατηγορουμένου, κα­θόσον απουσίαζαν συμπτώματα αποστέρησης, και αφού προέβη σε ψυχιατρική εξέταση αυτού, ότι ο εξετασθείς πληροί τουλάχιστον τρία κριτήρια εκ των αναφερομένων στην υπ’ αρ. Α2Β/3982/87 Υ.Α., χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει αυτά, και ως εκ τούτου συμπέρανε ότι πιθανώς έχει αυτός αποκτήσει την έξη της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών (χασίς και ηρωίνης), παρουσιάζοντας κυρίως ψυχική εξάρτηση. Από την ίδια την έκθεση, από την οποία απουσιάζουν αναφορές σε εργαστηριακά ευρήματα, καθόσον τέτοιος εργαστηρια­κός έλεγχος δεν διενεργήθηκε, προκύπτει ότι η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της προαναφερόμενης Υ.Α. ήταν δυσχε­ρής, διότι αφενός δεν υπήρξε εργαστηρι­ακός έλεγχος του κατηγορουμένου εντός 48 ωρών, αφετέρου παρεμβλήθήκε χρό­νος τεσσάρων μηνών από την υποβολή του αιτήματος διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης έως και την εξέτα­σή του, με συνέπεια η εξέταση να είναι εκ των πραγμάτων ατελής, στηριζόμενη στην κλινική ψυχιατρική εικόνα του κατηγορου­ μένου κατά τον χρόνο της εξέτασης και στο αναφερόμενο ιστορικό του. Η πραγμα­τογνωμοσύνη που διενεργήθηκε εκτιμάται ελεύθερα, κατά ρητή άλλωστε αναφορά στο άρθρ. 30 παρ.2 του Ν. 4139/2013, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδει­κτικά μέσα στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 737/2005 ΠΛογ2005. 649). Εν προκειμένω, ο ορισθείς πραγματογνώμων εξέτασε τον κατηγορούμενο και κατά μεν το ανα­φερόμενο ιστορικό του κατέγραψε ότι ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι καπνίζει 15-20 τσιγάρα κάνναβης ημερησίως, ότι κάνει συστηματική χρήση χασίς από την ηλικία των 15 ετών, ότι το τελευταίο προ της σύλληψής του διάστημα ελάμβανε 1-2 γραμ. ηρωίνης σε καθημερινή βάση από τη μύτη και περιστασιακά έκανε και χρή­ση κοκαΐνης, ουδέποτε, ωστόσο, έκανε ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χρήση ουσιών, ενώ έχει προβεί σε ανεπιτυχείς απόπειρες απεξάρτησης από τις παραπάνω ουσίες, περιέγραψε, δε, συμπτώματα σωματικού στερητικού συνδρόμου από τις ουσίες, όπως αδυναμία, ρίγος, έμετοι, διάρροιες, που είναι πράγματι αξιόπιστη σωματικού τύπου στερητική συμπτωματολογία, αλλά στηρίζεται στις αναφορές και μόνον του κατηγορουμένου. Και εν προκειμένω, οι αναφορές αυτές διαπιστώνει κανείς ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αφενός δι­ότι ο κατηγορούμενος, αντίθετα προς όσα υποστήριξε κατά την ψυχιατρική του συνέ­ντευξη, απολογούμενος ενώπιον του Ανα­κριτή και απαντώντας σε σχετική ερώτηση του τελευταίου περί της δυνατότητάς του να επιμεληθεί των τέκνων του παρά την επικαλούμενη τοξικοεξάρτησή του, ισχυ­ρίστηκε ότι κάνει χρήση μόνον χασίς και είναι δυνατή η εργασία του και ή εξασφά­λιση εξ αυτής των αναγκαίων πόρων. Τον ίδιο εξάλλου ισχυρισμό, ότι είναι εργατι­κός, υγιής και ικανός να αναθρέψει τα δύο ανήλικα παιδιά του, προέβαλε και ενώπι­ον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρι­σας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά τη συζήτηση στις 24.4.2015 της υπ ’ αριθμ. κατάθ. 155/10.2.2015 αίτησής του, διεκδικώντας την ανάθεση προσωρινά της αποκλειστικής επιμέλειας των τέκνων του στον ίδιο, ενώ προσκόμισε και την από 14.10.2015 βεβαίωση - δήλωση του εργο­λάβου τεχνικών έργων Α. Σ., κατοίκου Λ., περί της σοβαρής πρόθεσής τού τελευταί­ου να τον απασχολήσει εκ νέου στα τεχνι­κά έργα της εταιρείας του μετά την αποφυλάκισή του. Είναι σαφές ότι οι παραπάνω παραδοχές δεν συνάδουν με τις αναφορές του κατηγορουμένου ενώπιον του πραγματογνώμονα. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να μην προβληματίζει η απουσία ευρημάτων ενδεικτικών χρήσης ουσιών ακόμη και εάν δεν έχει κάνει χρήση αυτών σε ενέσιμη μορφή ο κατηγορούμενος, και κυρίως η μη αναφορά σε αλλοιώσεις του ρινικού βλεννογόνού, στοιχείο ασύμβατο με χρήση διαρινικής εισρόφησης ηρωίνης ή και κοκαΐνης, ενώ, ερευνώντας την ψυχι­κή κατάστασή του εξεταζόμενου, ο πραγματογνώμων δεν διέγνωσε υπολειμματικά συμπτώματα και δη αϋπνία, βραδυκαρδία, μεταβολή θερμοκρασίας ή έντονη επιθυμία για οπιοειδή, τα οποία μπορεί να επιμέ­νουν επί έξι μήνες ή και περισσότερο από την τελευταία δόση ναρκωτικών. Κατόπιν αυτών, έχουμε τη γνώμη ότι το πόρισμά τού πραγματογνώμονος, το οποίο, εξάλ­λου, με δισταγμό και όχι πειστικά καταλή­γει σε πιθανολόγηση της ψυχικής εξάρτη­σης του κατηγορουμένου από την κάνναβη και την ηρωίνη, χωρίς να προσδιορίζει το βαθμό αυτής, στηρίχθηκε σε εσφαλμένες παραδοχές και ως εκ τούτου προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις στο παρόν δικονομικό στάδιο περί του ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που τον αποδίδεται ουχί ως τοξικομανής. Ο κατηγορούμενος φέρε­ται ότι κάνει από πολλών ετών και τουλά­χιστον από την ηλικία των 42 ετών χρήση κάνναβης., την οποία, ωστόσο, ουδέποτε επιχείρησε να διακόψει, χωρίς να βιώνει τη χρήση αυτής ως τυρρανική συνήθεια, αλλά ως συνειδητή επιλογή, που ουδόλως τον απέκλειε, κατά τα προεκτιθέμενα, από κοινωνικές, οικογενειακές και επαγγελμα­τικές δραστηριότητες, ενώ δεν καταγράφη­καν διαπιστωμένα από τον εξεταστή σω­ματικά στερητικά συμπτώματα, αλλά ούτε και στερητικά συμπτώματα ψυχολογικής υφής, ήτοι αντιδράσεις που εμφανίζουν παρόρμηση για τη λήψη του ναρκωτικού με σκοπό την αίσθηση των ψυχικών επιδράσεών του και την αποφυγή δυσανεξίας από την απουσία του, όπως αυτά περιγράφηκαν ανωτέρω. Το ότι ο κατηγορού­μενος είναι χρήστης κάνναβης, γεγονός που καταμαρτυράται και από τους γενι­κούς προανακριτικούς υπαλλήλους (βλ. την από 12.12.2013 ένορκη κατάθεση τον αστυνομικού Α. Δ. ενώπιον του Πενταμε­λούς Εφετείου Λάρισας), δεν οδηγεί δίχως άλλο, στην παραδοχή της τοξικοεξάρτησής του. Την κρίση μας αυτή ενισχύει το γεγονός ότι δεν προκύπτει η χορήγηση ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής στον προσωρινά κρατούμενο εντός του κατα­στήματος κράτησης, δεν έχει νοσηλευθεί αυτός στο παρελθόν ούτε έχει λάβει αγω­γή για παθήσεις σχετιζόμενες με τη χρή­ση ουσιών, είναι ικανός προς εργασία και υγιής, χωρίς να έχει αναπτύξει έως σήμε­ρα κάποια ψυχοπαθολογία από τη χρήση κάνναβης, ενώ ουδόλως προέκυψε η χρή­ση και δη συστηματική ηρωίνης με ρινική εισρόφηση.

Από τα προεκτεθέντα πραγματικά πε­ριστατικά σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, φρονούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν εναντίον του κατη­γορουμένου κατηγορία στο ακροατήριο, για τις πράξεις α) της διακίνησης απα­γορευμένων ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, κατά μόνας και από κοινού, που τέλεσε ως υπότροπος και β) της παράνομης κατοχής όπλων, που τιμω­ρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12,14 παρ.1,16,17,18,26 παρ.1 σ’, 27 παρ. 1,45, 51,52, 53, 57, 60, 76, 79, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρ. 20 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 και 2γ’ σε συνδυασμό με άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 και 40,41 του Ν. 4139/2013 και άρθρ. 1 παρ. 2 Πιν. Α αρ. 6 του Ν. 3459/2006 και άρθρ. 1 παρ. 2γ’ και δ’, 7 παρ. 1 , 4α, 8α και 16 του Ν. 2168/1993, καθώς η πράξη της παράνομης κατο­χής ξιφολόγχης (άρθρ. 7 παρ. 8β’ του Ν. 2168/1993) απορροφάται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 8α του ίδιου νόμου που προβλέπει βαρύτερη ποινή για την πράξη της παράνομης κατοχής μεταλλικού ροπά­λου και θα πρέπει το Συμβούλιό Σας να παραπέμψει, σύμφωνα με τα άρθρ. 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, κατά τα άρθρ. 110 παρ. 1, 122 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 129α ΚΠΔ, προκειμένου να δικαστεί αυτός ως υπαίτιος των προαναφερομένων πράξεων. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...