Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Προκαταρκτική εξέταση.

Συμβούλιο Πλημ/ κών Αθηνών 382/ 2016.
Πρόεδρος: Α. Ντελή, Μέλη: Π. Γιούπη (Εισηγήτρια), Μ. Αποστολοπούλου.
Εισαγγελέας: Η. Δαγκλής, Αντεισαγγελέας.

(Βλ. και μελέτη Σπυρίδωνος Παππά, ΕισΠρωτ/ κών, Αναγκαιότητα προανάκρισης επί εγκλημάτων αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μόνο προς λήψη απολογίας κατηγορουμένου, ΠοινΔικ 2016.129 επ).

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Δικονομική ακυρότητα πράξεων της προδικασίας. Προκαταρκτική εξέταση και προανάκριση. Υπερασπίσεως δικαιώματα. Αίτηση ακύρωσης πράξεων της προδικασίας, και δη προκαταρκτικής εξέτασης, λόγω απόλυτης ακυρότητας. Πρώτος λόγος ακυρώσεως: μη έγγραφη γνωστοποίηση της κατηγορίας κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: μη διενέργεια προανάκρισης. Πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου. Υποχρεωτικότητα προανάκρισης για τα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, έστω μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού χορηγηθεί προθεσμία 48 ωρών. Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση.
Παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, κατόπιν διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, με απευθείας κλήση για τα ως άνω πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου. Απόρριψη πρώτου λόγου ακυρώσεως, αφού η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και κατά τη διάρκεια αυτής δεν έχει ασκηθεί ακόμα ποινική δίωξη, ώστε να υπάρχει ορισμένη και σαφής κατηγορία. Επιπλέον από το σημείωμά του (παροχή εξηγήσεων) προκύπτει αναμφίβολα ότι είχε πληροφορηθεί τις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες διερευνώνταν. Δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, αφού δεν ακολούθησε προανάκριση για τα πλημμελήματα αυτά, με αποτέλεσμα να στερηθεί ο κατηγορούμενος τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, καθ’ όσον ουδέποτε ανακοινώθηκε σε αυτόν το περιεχόμενο του σε βάρος του κατηγορητηρίου και ουδέποτε κλήθηκε για λήψη απολογίας. Δέχεται εν μέρει την αίτηση του κατηγορουμένου και θεωρεί ως μη ασκηθείσα την ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις, καθώς και τις εξαρτημένες από αυτή μεταγενέστερες πράξεις της διαδικασίας. Διατάσσει την επανάληψη της προδικασίας, προκειμένου να διενεργηθεί προανάκριση.

Η μη γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 ΚΠΔ, αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103 ΚΠΔ, εκείνος που ενεργεί την εξέταση του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Κατά δε το άρθρο 101 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σ’ αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης. Τα δικαιώματα δε που προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και στο άρθρο 101 ΚΠΔ τα έχει ο κατηγορούμενος και στην προανάκριση (104 παρ. 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 3α΄ ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί λεπτομερώς τη φύση και το λόγο της κατηγορίας εναντίον του, προκύπτει πως απόλυτη ακυρότητα προκαλείται όταν εκείνος που ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου (ανακριτής ή ο ανακριτικός υπάλληλος κατά την προανάκριση) δεν του εξηγήσει τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το 103 ΚΠΔ και δεν του εκθέσει με πληρότητα, σαφήνεια και λεπτομερώς την πράξη για την οποία κατηγορείται, διότι στην περίπτωση αυτή θίγεται το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου προς υπεράσπισή του. Ο τρόπος δε που μπορεί να γίνει αυτός είναι είτε γραπτώς (με έγγραφο) ή προφορικώς δεδομένου ότι ο ΚΠΔ δεν διακρίνει επί του θέματος, αρκούμενος στο γεγονός πως η απαγγελία της κατηγορίας θα πρέπει να γίνει με πληρότητα και σαφήνεια (ΑΠ 105/1998 ΠοινΧρ ΜΗ΄, 754, ΠλημΑθ 3196/1998 ΠοινΧρ Ν΄, 754, ΤρΠλημΑθ 1818/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται εωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε κατά το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται. Τέλος, κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ΚΠΔ, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, τo Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο, δε, για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής, είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία της υποθέσεως.

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο κατηγορούμενος, με την από 11.1.2016 αίτησή του, πρότεινε ένσταση ακυρότητας της προδικασίας, επειδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω αίτηση: α) δεν του διατυπώθηκε εγγράφως η κατηγορία, β) δεν εξετάσθηκαν προταθέντες από αυτόν μάρτυρες. Σε βάρος του ανωτέρω ασκήθηκε την 2.12.2015 ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και σε συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α΄, 94, 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1, 363-362 ΠΚ). Όπως προκύπτει από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών στις 16.6.2014 και να δώσει εξηγήσεις, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξετάσεως για διερεύνηση αδικημάτων 46 παρ. 1α΄, 224, 229, 363-362 ΠΚ. Την ανωτέρω ημερομηνία (16.6.2014), ο κατηγορούμενος προσήλθε ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών και αφού του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της εναντίον του μήνυσης και των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται, όπως αποδεικνύεται από την με ίδια ημερομηνία έκθεση ανωμοτί εξέτασης μηνυομένου του Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσε αμέσως προφορικά και ανωμοτί ενώπιον της ανωτέρω Πταισματοδίκη όσα σχετικώς αναγράφονται εν αυτή. Προσέτι στις 30.6.2014 υπέβαλε στο Πταισματοδικείο Αθηνών «σημείωμα» παροχής εξηγήσεων μαζί με 10 σχετικά έγγραφα. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, και άρα ουδεμία ακυρότητα πράξεως της προδικασίας υφίσταται. Εξάλλου, η διενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής πράξης και η εξέταση μαρτύρων εναπόκειται στην κρίση του διενεργούντος την προανάκριση προανακριτικού υπαλλήλου, εν προκειμένω της Πταισματοδίκη Αθηνών και άρα η πρόταση εκ μέρους του κατηγορουμένου μαρτύρων προς εξέταση, δεν δημιουργεί σχετική υποχρέωση του προανακριτικού υπαλλήλου. Κατόπιν των ανωτέρω η από 11.1.2016 αίτησή του θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. […]

Το βούλευμα έχει ως εξής:

Με την παραπάνω εισαγγελική πρόταση νόμιμα εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 176 ΚΠΔ, η από 11.1.2016 και κατατεθείσα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις 15.1.2016, αίτηση, με τη συνημμένη σε αυτή προανακριτική δικογραφία, του Α.Κ., κατοίκου … Αττικής, οδός …, κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β΄, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 2, 46 παρ. 1α΄, 51, 53, 79, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1, 3, 363-362, 366 και 369 ΠΚ). Με την εν λόγω αίτηση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ως άνω αιτών ζητεί την ακύρωση των αναγομένων στην προδικασία πράξεων της ποινικής υπόθεσης με ΑΒΜ ..., ισχυριζόμενος αφενός ότι, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργήθηκε, σε εκτέλεση της από 21.5.2014 εισαγγελικής παραγγελίας, από τον Πταισματοδίκη του 6ου Τμήματος Αθηνών, για τη διερεύνηση των σε βάρος αυτού (και άλλων προσώπων) καταγγελλομένων πράξεων, δεν του γνωστοποιήθηκε εγγράφως η σε βάρος του κατηγορία, αφετέρου ότι παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 5.2.2016, για να δικαστεί ως υπαίτιος των πιo πάνω αναφερομένων πράξεων, χωρίς να έχει προηγηθεί η διενέργεια προανάκρισης, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των πιο πάνω παραλείψεων, να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ως κατηγορουμένου και να επέλθει απόλυτη ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (επί μεν παραπομπής δι’ απευθείας κλήσης μέχρι της παρόδου της προθεσμίας προσφυγής του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠΔ, επί δε παραπομπής διά βουλεύματος, μέχρις ότου καταστεί τούτο αμετάκλητο), διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (ΑΠ Ολ 1/2008 ΠοινΧρ 2008, 305, ΠοινΔικ 2008, 275, Αρμ 2008, 617, Δ 2008, 563, ΠΛογ 2008, 21).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 43 ΚΠΔ (ως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 Ν 3160/2003, ΦΕΚ Α΄ 165 και, εν συνεχεία, τροποποιηθεί με το άρθρο 9 Ν 3904/2010, ΦΕΚ Α΄ 218, αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 άρθρου 27 Ν 4055/2012, ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012, έναρξη ισχύος από 2 Απριλίου 2012): «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη ...». Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδ. α΄ περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ [ως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε αρχικώς με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν 3160/2003 (ΦΕΚ Α΄ 165/30.6.2003) και, εν συνεχεία, με το άρθρο 5 του Ν 3346/2005 (ΦΕΚ Α΄ 140/17.6.2005)]: «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση, για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης, β) προανάκριση, για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη ... 2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για τα παραπάνω δικαιώματά του. Οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ΄, δ΄ και ε΄ εφαρμόζονται αναλόγως», ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως η παρ. 3 αυτού αντικ. με το άρθρο 8 του Ν 3904/2010, ορίζονται τα ακόλουθα: «3. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες ..».

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης διατάσσεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών υποχρεωτικά, υπό τους περιορισμούς της διάταξης του β΄ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 43 ΚΠΔ, ως ισχύει μετά την πρόσφατη αντικατάστασή της με την παρ. 3 του άρθρου 27 Ν 4055/2012, για τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αυτή αδικήματα, ήτοι μόνον: για όλα ανεξαιρέτως τα κακουργήματα, ενώ, αντιθέτως, τούτο εναπόκειται στην κρίση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν 4055/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) όσον αφορά όλα ανεξαιρέτως πλέον τα πλημμελήματα, ανεξαρτήτως της καθ’ ύλην αρμοδιότητας στην οποία σήμερα αυτά υπάγονται (Τριμελούς ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου) και χωρίς, φυσικά, τις διακρίσεις αναλόγως της επαπειλούμενης κατ’ αυτών ποινής ως μέχρις της ως άνω αντικαταστάσεως ίσχυε (ΔιατΕισΕφΠειρ 64/2012 ΠοινΔικ 2013, 151). Επιπλέον, από το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η προκαταρκτική εξέταση, μετά αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των ετών 2003, 2005 και 2010 και όπως διαμορφώθηκε με το νέο Ν 4055/2012, καταστάσα υποχρεωτική μάλιστα επί κακουργημάτων για να κινηθεί ποινική δίωξη, αυτή αναβαθμίστηκε, ενεργείται πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, όπως και η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241 του ΚΠΔ και συνιστά βασικό στάδιο της προδικασίας, κατά το οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 178 ΚΠΔ, αποσκοπεί δε στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για να ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη και ασκείται ποινική δίωξη μόνον αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης του εγκλήματος. Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας και σκοπού, ταυτίζονται πλέον. Στην προανάκριση υπάρχουν κατηγορούμενοι, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν ύποπτοι, οι οποίοι καλούνται να δώσουν κάποιες εξηγήσεις, όμως, μπορούν να αρνηθούν ακόμα και την παροχή των αιτουμένων εξηγήσεων, έχουν δε όλα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, όπως να παρίστανται με συνήγορο ή να εκπροσωπούνται από συνήγορο, να λαμβάνουν αντίγραφα της μήνυσης ή έγκλησης και όλων των εγγράφων της δικογραφίας, το δικαίωμα παροχής 48ωρης προπαρασκευαστικής προθεσμίας με δυνατότητα παράτασης, δικαίωμα πρότασης μαρτύρων κ.λπ. Κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία πλέον έχει δικαιοδοτικό και όχι απλώς διοικητικό χαρακτήρα, ο ενεργών αυτήν, εισαγγελέας ή ανάκριτικός υπάλληλος, μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα, δύναται να προσφύγει σε όλα τα κατά τα άρθρα 178 και 253 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα και σε όλες τις από τον ΚΠΔ προβλεπόμενες ανακριτικές πράξεις, όπως είναι π.χ. οι έρευνες και οι κατασχέσεις (και άρση κατάσχεσης), η πραγματογνωμοσύνη, η διαβίβαση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής κ.λπ., εκτός από εκείνες που δε συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξέτασης, όπως είναι η σύλληψη του υπόπτου και η λήψη απολογίας. Περαιτέρω, παρά τον παραπάνω νέο αναβαθμισμένο χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξέτασης, της κατάργησης πλέον της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης, με την παροχή όλων των δικαιωμάτων στον ύποπτο, από όλες τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προκύπτει, τόσο από τη σαφή γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών, όπως διαμορφώθηκαν με τον νέο Ν 4055/2012 (άρθρα 47, 108, 204 και 307 του ΚΠΔ), όσο και από το πνεύμα του νομοθέτη, η προκαταρκτική εξέταση να είναι συνοπτική (ΑΠ 1575/2012 ΝοΒ 2013, 767). Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν 2408/1996 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 101 ΚΠΔ —που με βάση το άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ εφαρμόζεται και στην προανάκριση— ως εξής: «1. Ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σ’ αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορός του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης». Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση αυτού του νόμου, με την ανωτέρω διάταξη κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία, να λαμβάνει πλήρη γνώση όχι μόνον των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, αλλά και του κατηγορητηρίου. Έτσι, τίθεται τέρμα στη δυστυχώς διαδεδομένη πρακτική, κατά την οποία, ιδίως επί προανακρίσεως, ο κατηγορούμενος καλείται να απολογηθεί χωρίς να έχει υπ’ όψη του διατυπωμένο κατηγορητήριο, πράγμα που είναι αντίθετο τόσο στις διατάξεις της ποινικής δικονομίας μας, όσο και στην ΕΣΔΑ. Πράγματι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101 παρ. 1, 104 παρ. 1, 273 παρ. 2 ΚΠΔ, 6 παρ. 3 εδ. α΄ ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και 14 παρ. 3 εδ. α΄ ΔΣΑΠΔ (Ν 2462/1997) προκύπτει, προδήλως, ότι η ανακοίνωση της κατηγορίας πρέπει να είναι λεπτομερής, δηλαδή να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη, που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξή του ο εισαγγελέας, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν προκύπτει ότι η ανακοίνωση αυτή πρέπει να γίνεται εγγράφως, εμμέσως, όμως, είναι υποχρεωτική, διότι: α) κατά το άρθρο 241 ΚΠΔ η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και β) δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων εφικτός ο έλεγχος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (δηλαδή η γνώση της κατηγορίας και, συνακόλουθα, η μη παρακώλυσή του στην προετοιμασία της υπεράσπισής του που με αυξημένη νομική ισχύ κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ) (βλ. Α. Καρρά, Η υποχρέωση έγγραφης και λεπτομερούς ανακοίνωσης της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, ΠοινΧρ Ν΄, 2000, 673 επ.). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 244 ΚΠΔ, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του Ν 3904/2010, φέρει δε τον τίτλο «Πότε η προανάκριση είναι αναγκαία», «Παραγγελία για προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 εδάφιο πρώτο, δίνεται μόνο για πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή έχουν τελεστεί από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας, όταν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή συντρέχουν ειδικά μνημονευόμενοι στην παραγγελία του εισαγγελέα εξαιρετικοί λόγοι, που επιβάλλουν τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων». Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, με την κατάργηση πλέον της υποχρεωτικής για τον εισαγγελέα παραγγελίας για προκαταρκτική εξέταση επί όλων ανεξαιρέτως των πλημμελημάτων κατά τα ανωτέρω, ο τελευταίος, επί πλημμελημάτων που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου, υποχρεούται να ασκήσει ποινική δίωξη, εάν συντρέχουν οι λοιπές εκ του νόμου προβλεπόμενες περιστάσεις, πλην δε, τούτο ισχύει υπό τον αυτονόητο όρο ότι αμέσως μετά θα παραγγελθεί προανάκριση, έστω μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού προηγουμένως του χορηγηθεί προθεσμία τουλάχιστον 48 ωρών, ενώ η παραβίαση της διατάξεως αυτής επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, κατά τα προαναφερόμενα (ΔιατΕισΕφΠειρ 64/2012, ό.π.).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή πριν από την αμετάκλητη παραπομπή του ως άνω αιτούντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού κατά το χρόνο κατάθεσης (15.1.2016) της εν λόγω αίτησης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν είχε επιδοθεί ακόμα κλητήριο θέσπισμα στον αιτούντα- κατηγορούμενο και, επομένως, δεν είχε ξεκινήσει καν η προθεσμία της προσφυγής του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠΔ. Σημειωτέον ότι στον αντίκλητο δικηγόρο του αιτούντος-κατηγορουμένου, Ι.Π., επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στις 5.1.2016, πλην, όμως, μέχρι τις 15.1.2016 (χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης), δεν είχε παρέλθει η, προβλεπόμενη στο άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της απευθείας κλήσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει η εν λόγω αίτηση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των πιο πάνω αναφερομένων λόγων της.

Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής, όσον αφορά στη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με αφορμή την από 24.4.2014 έγκληση της Ε.Δ. κατά των Α.Κ. (νυν αιτούντος), Α.Π., Μ.Σ. και Γ.Π. παραγγέλθηκε, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Πταισματοδίκη του 6ου Τμήματος Αθηνών, η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τη διακρίβωση τέλεσης των υπ’ αυτής (εγκαλούσας) καταγγελλομένων πλημμεληματικών πράξεων, ήτοι της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρος, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β΄, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 2, 46 παρ. 1α΄, 51, 53, 79, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1, 3, 363-362, 366 και 369 ΠΚ), στη συνέχεια, δε, με την από 17.11.2014 εισαγγελική παραγγελία προς τον ανωτέρω Πταισματοδίκη, παραγγέλθηκε η διενέργεια περαιτέρω προκαταρκτικής εξέτασης, προκειμένου να επισυναφθούν στην, ως άνω, σχηματισθείσα δικογραφία τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν (παραγγελία) έγγραφα. Στις 21.1.2015, ο Πταισματοδίκης του 6ου Τμήματος Αθηνών υπέβαλε στον αρμόδιο Εισαγγελέα την παραγγελία του περαιωμένη, επισυνάπτοντας τα υπ’ αυτού αιτηθέντα έγγραφα. Ακολούθως και χωρίς να προηγηθεί παραγγελία του για διενέργεια προανάκρισης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, σε βάρος του αιτούντος-εγκαλουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β΄, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 2, 46 παρ. 1α΄, 51, 53, 79, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1, 3, 363-362, 366 και 369 ΠΚ), τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε ο αιτών, Α.Κ., στην Αθήνα, στις 27.11.2013, με απευθείας κλήση του τελευταίου στο ακροατήριο του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στη δικάσιμο της 5.2.2016. Ο αιτών, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, όπως εκτιμάται, ισχυρίζεται ότι, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργήθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν του γνωστοποιήθηκε εγγράφως η σε βάρος του κατηγορία, με αποτέλεσμα να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ως κατηγορουμένου. Ο, ως άνω, προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας των αναγόμενων στην προδικασία πράξεων είναι μη νόμιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος, αφού στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη του παρόντος, είναι συνοπτική, δεν έχει κινηθεί ποινική δίωξη με έναν από τους μνημονευομένους στο άρθρο 43 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ τρόπους και, επομένως, δεν υπάρχει ακόμα ορισμένη και σαφής κατηγορία, αλλά μόνο διερευνώμενα αδικήματα. Άλλωστε και η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 101 ΚΠΔ, ως ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν 2408/1996, με την οποία κατοχυρώνεται σαφώς το δικαίωμα του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία, να λαμβάνει πλήρη γνώση όχι μόνον των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, αλλά και του κατηγορητηρίου, εφαρμόζεται, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), μόνο στην προανάκριση και όχι στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από τη διενεργηθείσα, εν προκειμένω, προκαταρτική εξέταση, ο αιτών κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του αρμόδιου Πταισματοδίκη, στις 16.6.2014 και να δώσει εξηγήσεις, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση τέλεσης ή μη των αδικημάτων, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α΄, 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 363-362 ΠΚ. Την ανωτέρω ημερομηνία, ο αιτών παρουσιάστηκε ενώπιον του αρμόδιου Πταισματοδίκη και αφού του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της εναντίον του μήνυσης και των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται, όπως αποδεικνύεται από την με ίδια ημερομηνία έκθεση ανωμοτί εξέτασης μηνυομένου, κατέθεσε αμέσως προφορικά και ανωμοτί ενώπιον του ανωτέρω Πταισματοδίκη όσα σχετικά αναγράφονται στην, ως άνω, συνταχθείσα έκθεση. Επιπλέον, στις 30.6.2014, ο αιτών υπέβαλε στον αρμόδιο Πταισματοδίκη το από 25.6.2014 «Σημείωμά» του παροχής εξηγήσεων, μαζί με δέκα (10) σχετικά έγγραφα, από το οποίο προκύπτει αναμφίβολα ότι ο αιτών είχε πληροφορηθεί τις αξιόποινες πράξεις που διερευνώνταν, κατόπιν της, κατ’ αυτού, από 24.4.2014 έγκλησης της Ε.Δ. και, δι’ αυτού (σημειώματος), ανέπτυξε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς. Ενόψει των ανωτέρω, ουδεμία παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται υφίσταται, εν προκειμένω και, συνεπώς, πρέπει ο, κατά τα ανωτέρω, προταθείς (πρώτος) λόγος ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά, περαιτέρω, στον υπό του αιτούντος προταθέντα (δεύτερο) λόγο ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας, ήτοι ότι αυτός παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 5.2.2016, για να δικαστεί ως υπαίτιος των πιο πάνω αναφερομένων πράξεων, χωρίς να έχει προηγηθεί, η διενέργεια προανάκρισης, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της πιο πάνω παράλειψης, να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ως κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Και τούτο, διότι, πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών κίνησε την, σε βάρος του αιτούντος, ποινική δίωξη για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις δι’ απευθείας κλήση αυτού στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, χωρίς προηγουμένως να παραγγείλει τη διενέργεια προανάκρισης για να βεβαιωθούν τα εν λόγω αδικήματα, καίτοι αυτό της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ), που αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στον αιτούντα υπάγεται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου (άρθρα 112 περ. 1, 114 περ. 1 και 119 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού τιμωρείται από το νόμο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ήτοι κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 244 ΚΠΔ, όπου ρητά προβλέπεται ότι η προανάκριση είναι αναγκαία για πλημμελήματα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου (και, λόγω συνάφειας, και για τα λοιπά αδικήματα που αποδίδονται στον αιτούντα, κατ’ άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠΔ). Ως εκ τούτου, ο αιτών δεν μπόρεσε να ασκήσει τα προβλεπόμενα στα άρθρα 100 παρ. 1, 2 και 4, 101, 102 και 103 του ΚΠΔ δικαιώματά του (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ) και, έτσι, παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ως κατηγορουμένου, αφού ουδέποτε ανακοινώθηκε σε αυτόν το περιεχόμενο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξή του ο εισαγγελέας, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε κλήθηκε για λήψη της απολογίας του ως κατηγορουμένου, μετά την ανακοίνωση σε αυτόν του κατηγορητηρίου, προς το σκοπό νομότυπης περάτωσης της προανάκρισης. Κατά τον τρόπο αυτό, όμως, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση του δικαιώματος που του παρέχεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προς γνώση της κατηγορίας (του κατηγορητηρίου) και, συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, προκλήθηκε ακυρότητα των αναγομένων στην προδικασία πράξεων (άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ).
Κατόπιν των προεκτεθέντων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ’ ουσίαν του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή και δεδομένου ότι η ακυρότητα αυτή της προδικασίας δεν καλύφθηκε, καθώς προτάθηκε εγκαίρως σε αυτό το στάδιο με την εν λόγω αίτηση, ήτοι πριν την αμετάκλητη παραπομπή του αιτούντος στο ακροατήριο (άρθρα 173 παρ. 2, 174 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει, αφού κηρυχθούν άκυρες η ασκηθείσα σε βάρος του αιτούντος ποινική δίωξη και οι εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας, ήτοι η από 26.5.2015 παραπομπή της υπόθεσης αυτής δι’ απευθείας κλήσης στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και η από 5.1.2016 επίδοση του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος (υπ’ αριθ. ...) στον αντίκλητο δικηγόρο του αιτούντος-κατηγορουμένου, να επαναληφθεί το στάδιο της προδικασίας, προκειμένου να διενεργηθεί προανάκριση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό του παρόντος. Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται, εν μέρει, την από 11.1.2016 αίτηση του Α.Κ., κατοίκου Π.... Αττικής, οδός …, με την οποία (αίτηση) αυτός ζητεί την ακύρωση των πράξεων της προδικασίας και τη διενέργεια των περαιτέρω νομίμων ενεργειών.

Κηρύσσει την ακυρότητα και θεωρεί ως μη ασκηθείσα την ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β΄, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 2, 46 παρ. 1α΄, 51, 53, 79, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1, 3, 363-362, 366 και 369 ΠΚ), τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε ο αιτών, Α.Κ., στην Αθήνα, στις 27.11.2013, ως και τις εξαρτημένες από αυτή μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας, ήτοι την από 26.5.2015 παραπομπή της υπόθεσης αυτής δι’ απευθείας κλήσης στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και την από 5.1.2016 επίδοση του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος (υπ’ αριθ. ...) στον αντίκλητο δικηγόρο του αιτούντος-κατηγορουμένου.

Διατάσσει την επανάληψη της προδικασίας προκειμένου, κατόπιν σχετικής παραγγελίας, να διενεργηθεί προανάκριση για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, έστω μόνο για τη λήψη της απολογίας του αιτούντος ως κατηγορουμένου, μετά την ανακοίνωση σε αυτόν του κατηγορητηρίου, προς το σκοπό νομότυπης περάτωσης της προανάκρισης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...